14/05/2021

Η αποστολή του Λιουτπράνδου, επισκόπου της Κρεμώνας στην Κωνσταντινούπολη

Array

%CF%86%CF%89%CE%BA.jpg

Ένα ακόμη δείγμα της εφαρμογής της θελήσεως του ισχυροτέρου, όπως μας την καθόρισε ο Θουκυδίδης. Εκείνη την εποχή στη θέση του ισχυρού ήταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο επικεφαλής αυτής Βυζαντινός αυτοκράτωρ.

Τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ Λιουτπράνδου και Βυζαντινών στην Κωνσταντινούπολη

Ο Όθων ο Α’ κατόρθωσε περί τα μέσα του 10ου αιώνος να συνενώσει υπό το σκήπτρο του την κεντρική Ευρώπη. Εμφανίζονταν ως συνεχιστής του Καρλομάγνου, επιθυμώντας να ενώσει ολόκληρη τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη υπό τη γερμανική επικυριαρχία. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη δυτική αυτοκρατορία του Καρλομάγνου που είχε διασπαστεί μετά το θάνατό του.

Όμως, για να κατοχυρώσει τον τίτλο του θα έπρεπε να έχει την αναγνώριση του αυτοκράτορος του Βυζαντίου. Ακόμη περισσότερο, αν κατάφερνε να συνδεθεί εξ αγχιστείας με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια, τότε η αναγνώρισή του δεν θα επεδέχετο αμφισβητήσεως. Για τους λόγους αυτούς αποφάσισε να στείλει στον τότε βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά περί το 968 μία αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον επίσκοπο της Κρεμώνας Λιουτπράνδο, ο οποίος ήταν ελληνομαθής, πολύ καλός γνώστης του βυζαντινού τρόπου ζωής και της εν γένει βυζαντινής κοσμοθέασης.

Το θέμα που μονοπώλησε τις συζητήσεις ήταν η φύση του αυτοκρατορικού αξιώματος. Οι αιτιάσεις των Βυζαντινών επικεντρώνονταν στη νομιμοποίηση της Κωνσταντινουπόλεως ως τη Νέα Ρώμη, από τη στιγμή που μεταφέρθηκε εκεί η πρωτεύουσα της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Παλαιά Ρώμη με απόφαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Κατά συνέπεια η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτελεί πλέον τη μοναδική αυτοκρατορία. Η παραπάνω απάντηση των Βυζαντινών διπλωματών στον Λιουτπράνδο εμπεριέχει μία επιδέξια μεταχείριση απέναντι στο παπικό κατασκεύασμα της «Κωνσταντίνειας Δωρεάς».

Εδώ, όμως, να σημειώσουμε ότι το ζήτημα της Κωνσταντινείου Δωρεάς ήταν μία κατασκευή της Δυτικής Εκκλησίας που αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνον στην πρωτοκαθεδρία της έναντι του πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Η χρησιμοποίηση αυτού του επιχειρήματος από τους Βυζαντινούς με σκοπό να υποστηρίξουν την μοναδικότητα της αυτοκρατορίας τους, μπορεί να τους έδινε το πλεονέκτημα έναντι του Λιουτπράνδου, και κατ’ επέκταση έναντι του Όθωνος, δημιουργούσε όμως εκ νέου ερωτηματικά ως προς το αν το Πατριαρχείο της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) εξακολουθούσε να έχει τα πρωτεία.

Επανερχόμενοι, τώρα, στην αντιπαράθεση των επιχειρημάτων εκατέρωθεν, οι βυζαντινοί αντιπρόσωποι ισχυρίζονται ότι η Ρώμη τελεί υπό την κατάληψη των Λογγοβάρδων, οι οποίοι δεν είναι Ρωμαίοι. Επίσης, οι ίδιοι, προσπαθώντας να προφυλάξουν το κύρος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (πιθανότατα να αντιλήφθηκαν ότι το αντεπιχείρημά τους που στηρίχθηκε στην Κωνσταντίνειο Δωρεά υποβίβαζε την Ανατολική Εκκλησία), προτάσσουν τη μεγάλη παράδοση της Εκκλησίας τους που έχει συγκαλέσει και τις επτά οικουμενικές συνόδους με την εντολή του βυζαντινού αυτοκράτορα. Θεωρούν, δηλαδή, ότι οι δυτικοί είναι νέοι στη χριστιανική πίστη και στερούνται του απαραίτητου βάθους στην χριστιανική παράδοση. Τέλος, η ερμηνεία που δίδουν σε ορισμένα προφητικά κείμενα, που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, προεξοφλεί την τελική επικράτηση του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Λιουτπράνδος, από την πλευρά του, αντέταξε στη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα το αυτοκρατορικό καθήκον της προστασίας της πρώτης τη τάξει Εκκλησίας –όπως ισχυρίζονταν οι Παπικοί- εκείνης της Ρώμης. Θεωρούσε ότι ο Όθων ήταν εκείνος ο οποίος εξεπλήρωσε στο ακέραιο την αποστολή του, όταν ζήτησε την αρωγή του ο Πάπας, σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, οι οποίοι εδώ και πολύ καιρό δεν εκπληρώνουν τις αυτοκρατορικές τους υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια θεωρούνται αυτοκράτορες μόνον κατ’ όνομα.

Επιπρόσθετα, κατηγορεί το Βυζάντιο ότι δεν τηρεί τη ρωμαϊκή παράδοση (ήθη, έθιμα, λατινική γλώσσα) και βρίσκεται μακριά από εκείνα τα οποία επιτάσσει αυτή. Ακόμη, το γεγονός ότι δεν συγκαλούνται σύνοδοι στη Δύση αποδεικνύει ότι εκεί τηρούν τις χριστιανικές διδαχές και δεν παρεκκλίνουν σε αιρετικά κηρύγματα. Επιπλέον, αντικρούει τις ερμηνείες των Βυζαντινών σχετικά με τις προφητείες που κυκλοφορούν με το να υποστηρίζει ότι αναφέρονται στην τελική νίκη του Δυτικού αυτοκράτορα (και όχι του βυζαντινού), ο οποίος πρεσβεύει το Δίκαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λιουτπράνδος αποκαλεί τον Όθωνα τον Α’ με το προσωνύμιο: Imperator Romanorum (Αυτοκράτωρ Ρωμαίων), ενώ την ίδια στιγμή ονομάζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως: Imperatore Grecorum ή Argivorum (Αυτοκράτορα Ελλήνων ή Αργείων).

Αναφορικά, τώρα, με την πρόθεση του Όθωνα να παντρέψει τον γιο του με βυζαντινή πριγκίπισσα, ώστε να δώσει την απαραίτητη αίγλη στον τίτλο του, οι εκπρόσωποι του Βυζαντίου είναι κάθετοι. Δεν συζητούν καν για έναν γάμο πορφυρογέννητης πριγκίπισσας με έναν ρήγα (βασιλιά) της Δύσης.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι με το παραπάνω διαμορφούμενο κλίμα ήταν αδύνατο να υπάρξει σύγκλιση απόψεων, έστω σε κάποια θέματα. Πολλώ δε μάλλον όταν ο Λιουτπράνδος επέλεξε, τελικά, να υποστηρίξει την αυτοκρατορική ιδέα του Πάπα η οποία έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα. Αναμφίβολα με τη στάση του αυτή δεν εξυπηρέτησε τα σχέδια του Όθωνα, για λογαριασμό του οποίου μετέβει στην Κωνσταντινούπολη. Θεωρώ οξύμωρο το γεγονός ότι από τη στιγμή που έχει ως αποστολή να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του Όθωνα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, την ίδια στιγμή να επιχειρεί να τον υποβιβάσει. Ε, τότε από ποιον να αποσπάσει ο Όθωνας την κατοχύρωσή του ως αυτοκράτορας στη Δύση; Από έναν υποδεέστερο;

Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εκείνη την εποχή (επί Μακεδονικής Δυναστείας) η Βυζαντινή αυτοκρατορία ανακτούσε συνεχώς ισχύ, οπότε μιλούσε σαφώς από θέση ισχύος και όχι αδυναμίας, επομένως θα είχε έναν επιπλέον λόγο ο Λιουτπράνδος να είναι περισσότερο προσεκτικός. Άλλωστε, η απάντηση του Νικηφόρου Φωκά στις προκλήσεις του αναιδούς επισκόπου είναι αφοπλιστική, όπως ο ίδιος την περιγράφει στο περίφημο Relatio του που είναι ένα λιβελλογράφημα κατά των Βυζαντινών: «Εγώ ελέγχω τις θάλασσες και μπορώ να επιτεθώ και να μετατρέψω σε στάχτες τις παράλιες και παραποτάμιες πόλεις του βασιλιά σου, ξεσηκώνοντας τα έθνη εναντίον του.»

Ακολουθεί η αναφορά του Λιουτπράνδου. Το κείμενο είναι εις την Αγγλικήν:

Liutprand of Cremona: Report of his Mission to Constantinople
Introduction [From Henderson translation]
Note:

We first hear of Liutprand at the court of Berengar and Willa, who, in the middle of the tenth century, ruled over northern Italy. Becoming estranged from his royal patrons he wrote against them the Antapodosis, or book of retribution, which is one of our most valued historical sources for those times. In 963 Liutprand was envoy of Otto the Great to the shameless Pope John XII, and wrote the only connected account which we have of the latter’s condemnation and deposition.

The journey to Constantinople took place in 968. Otto had, in his efforts to bring Italy into his power, come into collision with the Greeks, who regarded Benevento and Capua as belonging to the provinces of the Eastern Empire. Otto went so far as to occupy Apulia and to besiege the Greek town of Bari, but soon came to the conclusion that more was to be gained by negotiations than by war. Liutprand, now Bishop of Cremona, advised peace, and suggested that a Greek princess should be sought in marriage for the young emperor Otto II, who had commenced to reign, conjointly with his father. It was upon the princess Theophano that the hopes of the emperor were fixed, and it was thought that Nicephorus would give Apulia and Calabria as her dowry. It was to arrange this matter that Liutprand, accompanied by a large suite, went to Constantinople. The reception that he met with will be explained in his own words.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ