Η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να δώσει επίσημη απάντηση στις σοβαρές κατηγορίες που απήγγειλε η Λάουρα Κοντρούτα Κοβέσι
μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης αυτού του άρθρου (απόγευμα Σαββάτου), αφότου η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία αναστολής των ευρωπαϊκών κονδυλίων για την Αθήνα λόγω παρεμπόδισης των ερευνών, γράφουν τα ρουμανικά μέσα ενημέρωσης.
Αντ’ αυτού, το ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης δημοσίευσε πληροφορίες στον ελληνικό τύπο, επικαλούμενο πηγές, σύμφωνα με τις οποίες η Κοβέσι συμφωνούσε με τη νομοθεσία που μόλις είχε επικρίνει.
Οι πληροφορίες σχετικά με τις πηγές ανέλαβαν σχεδόν όλα τα μεγάλα έντυπα στην Ελλάδα, τα οποία ωστόσο υπενθύμισαν ότι η Κοβέσι ήταν αυτή που επέκρινε δημόσια τις νομοθετικές αλλαγές.
Κανένας αξιωματούχος της κυβέρνησης με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη δεν έχει εκφράσει δημόσια άποψη για το ζήτημα που έθεσε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
«Πηγές από το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν εξεπλάγη από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που προωθήθηκαν στην Ελλάδα. Όπως επισημαίνουν, η ίδια η Ευρωπαία Εισαγγελέας είχε παραδεχτεί δημόσια ότι υπήρξε διάλογος και ενημέρωση σχετικά με τις προωθούμενες αλλαγές, κάτι που, κατά την εκτίμησή τους, αντικρούει τις κατηγορίες περί έλλειψης κατανόησης», έγραψε το Σάββατο η Καθημερινή .

Η ελληνική κυβέρνηση αποφεύγει να απαντήσει άμεσα στις σοβαρές κατηγορίες που απήγγειλε η Λάουρα Κοντρούτα Κοβέσι
και μεταδίδει πληροφορίες μέσω πηγών ότι η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα είχε συμφωνήσει με τις νομοθετικές αλλαγές / Η Κόβεσι ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέγιστες κυρώσεις λόγω παρεμπόδισης των ερευνών, γράφει το δημοσίευμα.
Υπενθυμίζουμε ότι η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας Λάουρα Κοντρούτα Κοβέσι (ή ρουμανικά Κιόβεσι) απέστειλε την Παρασκευή επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητώντας την ενεργοποίηση του μηχανισμού αιρεσιμότητας (ο οποίος μπορεί να οδηγήσει στην αναστολή των ευρωπαϊκών κονδυλίων), κατηγορώντας τις ελληνικές αρχές ότι παρεμποδίζουν το έργο των Ευρωπαίων εισαγγελέων.
«Η βιαστική τροποποίηση του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία θεσπίζει ειδική διαδικασία για σοβαρά εγκλήματα που διαπράττονται από βουλευτές του Κοινοβουλίου, έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ικανότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διερευνά και να διώκει αποτελεσματικά εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της στην Ελλάδα.
Επιπλέον, η πρόσφατη άρνηση του Ανώτατου Συμβουλίου του Δικαστικού Σώματος της Ελλάδας να αναγνωρίσει πλήρως την επίδραση της απόφασης που έλαβε το Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στις 12 Νοεμβρίου 2025 για ανανέωση της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για περίοδο 5 ετών, έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Σύμφωνα με πηγές του G4Media, ο ελληνικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας τροποποιήθηκε εν μία νυκτί – το βράδυ της Τρίτης οι τροποποιήσεις στάλθηκαν στη Βουλή και το επόμενο πρωί είχαν ήδη εγκριθεί. Ουσιαστικά, εισήχθη μια ειδική διαδικασία για τους φακέλους των μελών του Κοινοβουλίου, έτσι ώστε να μην μπορούν πλέον να διερευνηθούν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η τροποποίηση εξαλείφει εντελώς την πιθανότητα έρευνας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υιοθετώντας τελικά μια μορφή με την οποία η έρευνα μπορεί να διαρκέσει το πολύ 4 μήνες.
«Έκαναν επίσης άλλες τροποποιήσεις με τις οποίες οι εισαγγελείς που έχουν τώρα τον φάκελο (ο οποίος στοχεύει τους 11 Έλληνες βουλευτές, συντ.) δεν μπορούν πλέον να εργαστούν. Όλα αυτά σε λιγότερο από 24 ώρες», ανέφεραν πηγές του G4Media.
—
