11/04/2021

Ένα νέο πολίτευμα

Array

cebccebfcf85cf84cf83cebfcf80cebfcf85cebbcebfcf83Ανεξάρτητα από τις επί μέρους σωστές πολιτικές επιλογές αυτό το κράτος δεν λειτουργεί χρειάζεται:

Ένα νέο πολίτευμα
Γράφει ο Νικόλαος Μουτσόπουλος.
Από την επομένη της μεταπολίτευσης οι Έλληνες περίμεναν από τα πολιτικά κόμματα, εκτός από την ψήφιση πολυάριθμων και προκλητικών προνομίων για τους πολιτικούς, να τεθούν στη βουλή τα κρίσιμα ερωτήματα που θα καθόριζαν μια σαφή και ισόνομη πορεία όλων των Ελλήνων προς την κατεύθυνση που η πλειοψηφία του λαού θα αποφάσιζε.
Ένα πολιτικό ερώτημα που δεν ετέθη ποτέ στην βουλή ενώ επί δεκαετίες όλοι περιμέναμε να συζητηθεί και να απαντηθεί είναι: Αν η οικονομία θα πρέπει να επιχειρείται από το δημόσιο ή από τον ιδιωτικό τομέα.
Αν ο Ελληνικός λαός, ακούγοντας τις προτάσεις, αποφάσιζε το δεύτερο, θα έπρεπε να αρθεί η απαξίωση και η ανισότητα με την οποία το σύνολον των κομμάτων και η δημόσια διοίκηση αντιμετωπίζουν τον ιδιωτικό τομέα.
Αν αποφάσιζε το πρώτο, τότε να στοιχηθούμε όλοι πίσω από την ολοκληρωτική ιδεολογία για να μας οδηγήσει στον σοβιετικό παράδεισο.
Επειδή όμως: ότι είναι αντιφατικό είναι υποβολιμαίο, πρέπει να αναζητήσουμε τον πραγματικό λόγο της παγκόσμιας αυτής πολιτικής ευρεσιτεχνίας της ασάφειας και τότε θα αντιληφθούμε ότι μάταια περιμένουμε επί τόσες δεκαετίες τα κόμματα της μεταπολίτευσης να θέσουν στη βουλή αντίστοιχα κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα δημοσίως.
Μπορούμε όμως να τα θέσουμε εμείς οι πολίτες.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν: Πρέπει δημόσιος και ιδιωτικός τομέας στην οικονομία να διέπονται από ισότιμους εργασιακούς και οικονομικούς κανόνες; ή θα πρέπει να διατηρηθούν τα ειδικά προνόμια, η ευνοιοκρατία, η αναξιοκρατία, η αδιαφάνεια και η ασυλία που απολαμβάνει το ευρύτερο δημόσιο;
Επειδή η απάντηση είναι αυτονόητη σε ένα τέτοιο καθαρό ερώτημα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν το θέτουν ποτέ.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γίνεται η εσκεμμένη παραπλάνηση των πολιτών και εφαρμόζεται η χωρίς ενιαίες αρχές και κανόνες για όλους αντιφατική ανισόνομη πολιτική  τους. Διότι έχουν αποφασίσει κατ’ αρχήν προνόμια δι’ εαυτούς και ημέτερους για τα οποία θα πρέπει να επιβαρύνονται οι υπόλοιποι μη προνομιούχοι Έλληνες, παραβιάζοντας κάθε έννοια ισονομίας και αξιοκρατίας.
Γνωρίζοντας λοιπόν ότι η εφαρμογή της ισονομίας θα πλήξει και τα δικά τους προνόμια, δεν πρόκειται να θέσουν τέτοια ουσιαστικά ερωτήματα ούτε να εφαρμόσουν την ισονομία.
Πριν φθάσω στις προτάσεις μου, ένα ερώτημα ακόμα που η σωστή απάντησή του θα απεικονίσει τις υπάρχουσες πολιτειακές αρρυθμίες, είναι:
ΠΟΙΕΣ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΘΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΜΑΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑ; ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΤΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΚΟΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ;
Ας δούμε τις αξίες του συντάγματος:
Επειδή πολλοί πολιτικοί επικαλούνται την πολιτική σταθερότητα ως την ενδεχόμενη κεντρική αξία του συντάγματος, θα αναφερθώ πρώτα σ’ αυτήν.
Η σταθερότητα όμως από μόνη της δεν αποτελεί αξία. Η όποια αξία, περιέχεται στο πολιτικό περιεχόμενο που περικλείει αυτή η σταθερότητα. Ένα πολιτικό περιεχόμενο που μας κρατά σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Άλλωστε, πολιτική σταθερότητα μπορεί να έχει και μια ολοκληρωτική ιδεολογία που δεν επιτρέπει την άλλη άποψη, ή ένα υπερπροστατευόμενο με ειδικά προνόμια ερμητικά κλειστό πολιτικό σύστημα εξουσίας όπως το δικό μας, που κάνει απαγορευτική την γνωστοποίηση κάθε νέας πολιτικής πρότασης που δεν το συμφέρει. Δεν νομίζω λοιπόν πως αυτού του είδους η σταθερότητα αποτελεί αξία ενός συντάγματος.
Όσο για τις υπόλοιπες, οι περισσότερες αξίες που περιέχονται σ’ ένα δημοκρατικό σύνταγμα, αναφέρονται ονομαστικά και στο υπάρχον. Στην εφαρμογή τους όμως σχεδόν καμία από αυτές δεν υλοποιείται πλήρως όπως συμβαίνει σε μια προηγμένη δημοκρατία με σαφή διαχωρισμό και ανεξαρτησία μεταξύ τους των τριών εξουσιών. Η δημοκρατία στην χώρα μας παραμένει ελλειμματική χωρίς το ουσιαστικό περιεχόμενο της σημαντικότερης αξίας της. Η ισονομία, ακρογωνιαίος λίθος κάθε δημοκρατίας, παρεμποδίζεται από την ελλιπή διατύπωση των άρθρων του συντάγματος. Τα αντιφατικά έως μεροληπτικά υπέρ προνομιούχων συντεχνιών νομοθετήματα της βουλής που επιμένουν να καταστρατηγούν την επιταγή του συντάγματος περί ισονομίας. Την θεσμοθετημένη αδυναμία της δικαιοσύνης να παρεμποδίσει την ενιαία νομοθετικοεκτελεστική μας εξουσία από αυτήν την συνταγματική παρανομία, δεδομένης της ανυπαρξίας συνταγματικού δικαστηρίου. Την αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης για όλα τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά εγκλήματα που αποδεδειγμένα διεπράχθησαν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου.
Η «ελεύθερη» έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας για το
σύνολον των πολιτικών προτάσεων που διατυπώνει η κοινωνία είναι γράμμα κενό περιεχομένου αφού τα
αμέτρητα προνόμια των κομμάτων, οι πολυέξοδοι επικοινωνιακοί κομματικοί μηχανισμοί, η πανάκριβη
εκλογική διαδικασία που φρόντισαν να δημιουργήσουν, τα υπέρογκα ποσά χρηματοδότησης που φρόντισαν να εισπράττουν από τον φορολογούμενο και μάλιστα προκαταβολικά για να ευνοούνται μόνο τα υπάρχοντα κόμματα από το ολιγοπώλιο της πληροφόρησης και άτυπο συγκυρίαρχο της εξουσίας, τους εξασφαλίζουν την αποκλειστικότητα σ’ αυτήν και αποκλείουν στην πράξη την γνωστοποίηση των πολιτικών απόψεων κάθε ανεξάρτητου
πολίτη που έχει να συνεισφέρει μια νέα θετική πρόταση δημοκρατικής αλλαγής του συστήματος. Έτσι ο κάθε ψηφοφόρος, χωρίς την δυνατότητα ενημέρωσης για το σύνολον των πολιτικών προτάσεων συμπεριλαμβανομένων και των αποκλεισμένων επικοινωνιακά πολιτών, προσέρχεται στις κάλπες και ουσιαστικά υπογράφει μια λευκή επιταγή στην ίδια πάντα ανακυκλούμενη κλειστή εξουσία, δίνοντάς της ταυτόχρονα προκαταβολικά άφεση αμαρτιών για ότι αρνητικό ήθελε προκύψει, αφού αυτή, έχει την δυνατότητα να παραγράφει αναδρομικά κάθε έγκλημά της.
Η αυτονόητη για κάθε πολίτη έννοια ότι η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται ισόνομα χωρίς να εξαιρεί την εξουσία με επαίσχυντα συνταγματικά άρθρα όπως το 86, δεν φαίνεται να είναι αποδεκτή από την εξουσία και αυτό το γεγονός το έχουν διαπιστώσει οι πολίτες. Αν όμως τα κόμματα παρανομούν και αυτοεξαιρούνται της ισονομίας, τότε σε τι διαφέρουν από τις συμμορίες;
Όμως ακόμα και όταν οι πολιτικές επιλογές του πολίτη περιορίζονται αντιδημοκρατικά σ’ αυτήν την κλειστή και εν πολλοίς ανεξέλεγκτη εξουσία, πόσο ελεύθερα εκφράζεται η
λαϊκή κυριαρχία όταν ποδηγετείται με παραπλανητικές
υποσχέσεις; Εκμαυλίζεται με ανήθικα προνομιακές παροχές σε επιλεγμένες συντεχνίες; Εξαγοράζεται με χιλιάδες αναξιοκρατικούς διορισμούς ημετέρων σε θέσεις αργομισθίας; Με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η αναξιοκρατία και η διαφθορά σε κλειστά κυκλώματα του δημοσίου.
Με αυτό το σύνταγμα και την εφαρμοσθείσα πολιτική πρακτική όλες οι πολιτειακές αξίες νοθεύτηκαν. Οι επικοινωνιακοί, ελεγκτικοί, ακυρωτικοί και επανορθωτικοί μηχανισμοί της δημοκρατίας που έπρεπε να λειτουργούν πλήρως,  θεσμικά και ανεξάρτητα, εξουδετερώθηκαν και έχουν αντικατασταθεί από αντιδημοκρατικές πρακτικές στις οποίες ευρύχωρα στεγάζονται: Η ανισονομία. Η ευνοιοκρατία. Η αδιαφάνεια. Η διαφθορά. Η αναξιοκρατία.
Άρα το πολιτικό μας σύστημα έχει σοβαρά δημοκρατικά ελλείμματα.
 
Αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και πολιτική αξιοπιστία.
 
Όταν η αμείλικτη πραγματικότητα επιβάλλει στους διαχειριστές του συστήματος, είτε να ζητήσουν συγνώμη από τον Ελληνικό λαό για τις αδιέξοδες επιλογές που μια ζωή υπηρετούσαν και να πάνε σπίτι τους, είτε να προσποιηθούν ότι μόλις τώρα είδαν το «φώς το αληθινό» και «ότι θα αλλάξουν!», αυτοί επιλέγουν το δεύτερο.
Κατ’ αρχήν κανείς δεν θα διαφωνούσε με την προσαρμογή τους στην σωστή πολιτική κατεύθυνση αν δεχόμαστε ότι ο πολιτικός δεν πρέπει να κρίνεται για την μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη πολιτική του ανεπάρκεια και ότι ελέω κλειστού πολιτικού συστήματος, όπως το δικό μας, πρέπει να τον ανεχόμαστε ώσπου επί τέλους να μάθει αυτά που ήδη ξέρει από καιρό ο κάθε πολίτης.
Το κατά πόσον όμως ένας πολιτικός «νομιμοποιείται» λογικά και ηθικά να παραμένει στην ενεργό πολιτική όταν αλλάζει ριζικά τις μακροχρόνιες βασικές πολιτικές του κατευθύνσεις, είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει τους ψηφοφόρους.
Ένα άλλο πιο πρακτικό ερώτημα είναι το κατά πόσον είναι ικανός να εφαρμόσει όλα αυτά που επί τόσα χρόνια εξοργιστικά δεν κατανοούσε.
 
Ποιος θα κάνει την αλλαγή
 
Κατά την γνώμη μου καμία ουσιαστική αλλαγή δεν πρόκειται να γίνει από τους σημερινούς διαχειριστές κυρίως διότι, βολεμένοι μέσα στα προνόμιά τους, δεν την θέλουν.
Η αλλαγή θα προέλθει από την αυξανόμενη έκφραση αμφισβήτησης συνολικά του πολιτικού μας συστήματος από σημαντική μερίδα πολιτών που καταδεικνύει ότι υπάρχουν ανεξάρτητα σκεπτόμενοι πολίτες που αναγνωρίζουν το αδιέξοδο των μεταπολιτευτικών πολιτικών, έχουν διαπιστώσει την πολιτική αναξιοπιστία των κομμάτων για εφαρμογή της ισονομίας, την αναξιοπιστία των επανειλημμένων διακηρύξεών τους για ουσιαστική αντιμετώπιση των τεραστίων προβλημάτων που οι ίδιοι δημιούργησαν προκειμένου να εξαγοράσουν χρόνο παραμονής τους στην εξουσία. Έχουν διαπιστώσει ότι οι δημιουργοί του προβλήματος δεν είναι δυνατόν να διαχειρίζονται την λύση του και δεν εξαπατώνται πλέον να χρησιμοποιούνται μόνο ως ο επικυρωτικός μηχανισμός νομιμοποίησης του συστήματος.
Όταν η αμφισβήτηση αυτή γενικευτεί σε πλειοψηφία και υπεύθυνες πλέον, γενικά αποδεκτές προτάσεις, δημιουργήσουν μια νέα πολιτική έκφραση που θα τις στηρίξει, τότε θα επιβληθεί αυτή η απολύτως αναγκαία για την ολοκλήρωση της δημοκρατίας μας θεσμική αλλαγή.
 
Οι δικές μου προτάσεις:  
 
Με τις προτάσεις που ακολουθούν, μορφοποιώ σε συγκεκριμένες πολιτειακές μεταρρυθμίσεις, την προσδοκία των πολιτών για μια ευνομούμενη δημοκρατία, τις βασικές αξίες της οποίας κανένα κόμμα της βουλής δεν αντιπροσωπεύει.
Ελπίζω, καταγράφοντας απόψεις απαλλαγμένες από την τροχοπέδη του πολιτικού κόστους ή των ατομικών συμφερόντων, να προβληματίσω όσους αναγνώστες του παρόντος αναζητούν κρατική αποτελεσματικότητα και θετικές πολιτικές λύσεις, «δείχνοντας» την ανάγκη και την κατεύθυνση μιας ριζοσπαστικής θεσμικής αναδιάταξης της χώρας.

 

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 
Το κάθε σύνταγμα δεν πρέπει να είναι ασφυκτικά λεπτομερειακό για εκατοντάδες προϋποθέσεις, υποχρεώσεις και απαγορεύσεις στην κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική ή εκπαιδευτική ζωή των πολιτών. Αυτό θα δέσμευε την κοινωνία σε μια στατική αντίληψη για κάθε ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Πολλές από αυτές τις δραστηριότητες έχουν ανάγκη να αναπροσαρμόζονται και να επαναδιατυπώνεται η «απάντησή» τους ανάλογα με τις προκλήσεις της κάθε εποχής αλλά και του διεθνούς περιβάλλοντος, πάντα μέσα στις αρχές του συντάγματος, διαφορετικά θα έχουμε ένα δύσκαμπτο σε κάθε εξέλιξη και αναποτελεσματικό σύνταγμα.
Πρέπει να αποφευχθεί η διατύπωση ασαφών εννοιών και ευχολογίων. Η πείρα μας έδειξε ότι η επίκληση του σημερινού συντάγματος στον «πατριωτισμό των Ελλήνων», καθόλου δεν εμπόδισε την καταστρατήγηση της ισονομίας από την εξουσία. Θα ήταν προτιμότερο οι συντάκτες του αντί για ευχολόγια, να έκαναν έναν σαφή διαχωρισμό των τριών εξουσιών ώστε να ελέγχεται θεσμικά και ουσιαστικά η εξουσία για τις παρεκκλίσεις της.
Συνεπώς μόνο οι διαχρονικά αναγκαίες σταθερές αρχές και αξίες του πολιτεύματος θα πρέπει να αναφέρονται και να εξειδικεύεται η εφαρμογή τους με λιτότητα και σαφήνεια στα άρθρα του νέου συντάγματος που θα το κάνουν ένα
πλαίσιο για μια ζώσα δημιουργική πραγματικότητα μιας ελεύθερης, θετικά εξελισσόμενης κοινωνίας.
 
Γι αυτό είναι ανάγκη αφ’ ενός να προσδιορίσω τις τρεις σημαντικότερες, κατ’ εμέ, διαχρονικά αναγκαίες σταθερές αξίες του νέου πολιτεύματος: Αξιοκρατία, δημοκρατία, ισονομία, στις οποίες η χώρα μας σήμερα παραμένει ελλειμματική και αφ’ ετέρου να τις αποσαφηνίσω από την εσκεμμένη πολιτική ασάφεια.
Όταν αυτές οι τρεις αξίες εξασφαλισθούν συνταγματικά, θα αποτελούν την πιο στέρεα βάση για την εύρυθμη λειτουργία μιας ευνομούμενης δημοκρατίας.
 
Η αξιοκρατία είναι το μέσον για την καλύτερη διακυβέρνηση και κεντρικός στόχος του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Διότι αν δεν υπάρχει αξιοκρατία στην εξουσία, είναι οξύμωρο, υποκριτικό και τελικά ανέφικτο να παραπέμπεται η αναζήτησή της σε οποιοδήποτε άλλο κατώτερο κρατικό επίπεδο, αφού η όποια κυβερνητική ποιότητα διαχέεται και αναπαράγεται νομοτελειακά σε όλη την δημόσια διοίκηση και όχι μόνο. Εξαναγκάζει και το σύνολον των πολιτών να προσαρμόζεται στο δικό της επίπεδο για κάθε αναγκαία συναλλαγή μαζί της.
Ο επαναπροσδιορισμός λοιπόν του κέντρου βάρους των δημοκρατικών θεσμών προς την κατεύθυνση διασφάλισης της αρχής της αξιοκρατίας στην εξουσία, που θα επιλέγεται μέσα από το σύνολον των ικανών συμπολιτών μας και ικανή πλέον να διαφυλάξει όλες τις αξίες της δημοκρατίας, μπορεί να μας βγάλει από το σημερινό τέλμα που αναπαράγει και επαυξάνει τα αδιέξοδα.
Σε ατομικό επίπεδο πολίτη, η δημιουργία ενός δημοκρατικού  πολιτεύματος που θα διασφαλίζει την αρχή της αξιοκρατίας στην εξουσία και την ευρύτερη δημόσια διοίκηση, επιβάλλεται από την αδήριτη ανάγκη και το θεμιτό δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος να ζει, να δραστηριοποιείται και να αξιολογείται μέσα σε λογικά και δίκαια πλαίσια ισονομίας, κάτι που μας στερεί η σημερινή πολιτειακή πραγματικότητα δέσμια αντιδημοκρατικών μεθόδων ευνοιοκρατίας αλλά και του κακώς εννοούμενου πολιτικού κόστους που στην ουσία είναι ο υπολογισμός μόνο του προσωπικού κόστους.
Σε πολιτειακό επίπεδο, υπάρχουν αξίες, που οι διαφορετικές μέχρι και απρόβλεπτες ανάγκες της κάθε εποχής, μπορούν να τις διαβαθμίσουν με διαφορετική σειρά κάθε φορά.
Διαχρονικά όμως η αξιοκρατία είναι το κεντρικό ζητούμενο για την αποτελεσματικότητα κάθε πολιτεύματος και ιδιαίτερα της δημοκρατίας.
 
Η δημοκρατία είναι ο ευρύτερος δυνατός επικοινωνιακός, ελεγκτικός, επικυρωτικός, ακυρωτικός και επανορθωτικός μηχανισμός έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, κατ’ αρχήν επιλογής πολιτικών προτάσεων και αιρετής ηγεσίας. Σε καθεστώς ισονομίας και σαφούς διακρίσεως των τριών εξουσιών όλες αυτές οι ιδιότητες λειτουργούν πλήρως και αρμονικά. Η δημοκρατία κατακτήθηκε επειδή προηγουμένως είχε κατακτηθεί η ισονομία. Προήλθε μέσα από την ισονομία της αγοράς. Λειτουργούσε μέσα στην αγορά. Ήταν η ίδια η αγορά σε επίπεδο ιδεών. «Τις αγορεύσειν βούλεται» έλεγαν οι Αθηναίοι. Αγορά: εκ του «αγείρω» = συγκεντρώνω πλήθος. Με πολλά παράγωγα: αγορεύω, συνηγορώ, κατηγορώ, δημηγορώ, αλληγορώ και άλλα. Συνεπώς η αγορά όχι μόνο δεν είναι το αντίπαλο δέος της πολιτικής, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο του πολιτικού και νομικού μας πολιτισμού. Όσα καθεστώτα αντιμετώπισαν τον πλουραλισμό και την αντικειμενικότητα της αγοράς σαν αντίπαλο της ανελεύθερης μονολιθικής ιδιοτελούς ιδεολογίας τους, εκτός του ότι απέτυχαν οικονομικά οδηγώντας τους πολίτες στην εξαθλίωση, ταυτόχρονα κατέλυσαν ή τραυμάτισαν σοβαρά την δημοκρατία.
Η ισονομία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή και των δύο πιο πάνω αξιών. Παράγει από μόνη της αξιοκρατία και δημοκρατία.
Δεν νοείται δημοκρατία και αξιοκρατία χωρίς προηγουμένως την πλήρη εφαρμογή της ισονομίας.
Από αυτές τις τρεις αξίες μόνο η ισονομία είναι ένα σταθερό μετρήσιμο μέγεθος και συνεπώς απόλυτα εφαρμόσιμο πολιτικά. Οι άλλες δύο αξίες μόνο σχετική και όχι απόλυτη πολιτική εφαρμογή μπορούν να έχουν, η δε αποτελεσματικότητα εφαρμογής τους μειώνεται περαιτέρω έως και μηδενίζεται ανάλογα με το εύρος καταστρατήγησης της ισονομίας.
Άρα η σημαντικότερη αξία του πολιτεύματος είναι η απόλυτα εφαρμόσιμη αξία της ισονομίας που δεν καταστρατηγείται εύκολα όταν κατοχυρώνεται συνταγματικά στο πολίτευμα και όχι η σχετικά εφαρμόσιμη αξία ενός αποκομμένου από την ισονομία και γι’ αυτό ψευδεπίγραφου δημοκρατικού μηχανισμού που καταντά τελικά ένα κέλυφος-λάστιχο που χωρά προκλητικά προνόμια και εξαιρέσεις για τους κρατούντες με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός ερμητικά κλειστού κυκλώματος εξουσίας που σίγουρα δεν εκφράζει την λαϊκή κυριαρχία αφού η ανισονομία έχει αποκλείσει στην πράξη όλους τους υπόλοιπους.
Αν οι πρόγονοί μας, για το ίδιο πολίτευμα, αντί για την λέξη δημοκρατία έδιναν την λέξη ισονομία μέσα από την οποία προκύπτει ο αντικειμενικότερος δημοκρατικός μηχανισμός και η αξιοκρατία, αυτό από μόνο του δεν θα απέτρεπε την
δημιουργία ανελεύθερων ανισόνομων καθεστώτων, θα τους αφαιρούσε όμως την δυνατότητα της εύκολης εξαπάτησης των πολιτών και θα απεκάλυπτε άμεσα τις προθέσεις τους όταν επιχειρούσαν να καταλύσουν την ισονομία αφού το πολίτευμα θα την είχε ως προμετωπίδα του και ονομαστικά.
Συνεπώς όσο πιο απόλυτη ισονομία έχουμε σαν αριθμητή του κλάσματος και όσο μικρότερο κράτος σαν παρανομαστή τόσο περισσότερη αξιοκρατία στην εξουσία παράγει ο δημοκρατικός μηχανισμός του πολιτεύματος, μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, ενώ το λιγότερο κράτος παράγει λιγότερη διαφθορά.
Αντίθετα, η νόθευση της ισονομίας και η μεγέθυνση του κράτους οδηγούν σε αναξιοκρατία, νόθευση του δημοκρατικού μηχανισμού, αναποτελεσματικότητα, αδιαφάνεια, διαφθορά στην εξουσία και στραγγαλισμό της οικονομίας.
 

ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

 
Επιγραμματικά:
 
1) Διαχωρισμός και ανεξαρτησία των τριών εξουσιών: νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής, με την θέσπιση του ασυμβίβαστου της ταυτόχρονης άσκησης πέραν της μίας ιδιότητος εξ αυτών.
 
2) Ισονομία για όλους τους πολίτες ώστε να αναδεικνύονται οι άριστοι σε κάθε κοινωνική ή επαγγελματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στην εξουσία και στην δημόσια διοίκηση.
 
Η εφαρμογή της εξασφαλίζεται με συνταγματική απαγόρευση στην νομοθετική εξουσία να νομοθετεί προνομιακά για οποιαδήποτε επαγγελματική ομάδα.
Εξαιρούνται μόνο κοινωνικές ομάδες πολιτών μη δυναμένων να εισέλθουν στον ανταγωνισμό, που πληρούν συγκεκριμένους όρους και αναφέρονται στην επόμενη παράγραφο.
 
3) Πρόνοια για τους πολίτες που αδυνατούν να εισέλθουν στον ανταγωνισμό για συγκεκριμένους διανοητικούς ή ανατομοφυσιολογικούς λόγους, πρόνοια για τους ευρισκόμενους στον ανταγωνισμό προσωρινά ανέργους, πρόνοια για τους πολίτες που περιήλθαν στις πιο πάνω καταστάσεις από φυσικές καταστροφές, γενική δυσμενή οικονομική συγκυρία ή άλλες απρόβλεπτες κρατικές δυσχέρειες.
 
4) Δικαιοσύνη ανεξάρτητη από την εκτελεστική, την νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη εξουσία, που θα εξασφαλίζει αποτελεσματικά τις πιο πάνω αρχές.
 
5) Θεσμικό και συνταγματικό δικαστήριο.
 
6) Εθνικό συμβούλιο ασφαλείας.
 
7) Θεσμός τριανταμελούς γερουσίας στο κοινοβούλιο.
 
8) Μείωση του αριθμού των βουλευτών. Μαζί με την γερουσία θα ανέρχονται συνολικά σε διακόσιους.
 
9) Αλλαγή της βάσης υπολογισμού των εκλογικών ποσοστών. Το ποσοστό των λευκών ψηφοδελτίων θα παραμένει ακέραιο διότι εκφράζει συγκεκριμένη πολιτική στάση και δεν θα γίνεται αναγωγή με την παράβλεψή του.
 
10) Κατάργηση του άρθρου 86 και των λοιπών συναφών άρθρων του συντάγματος περί ευθύνης υπουργών που θέτει τον πολιτικό κόσμο στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης. Κατάργηση των συντομότατων παραγραφών τυχόν ποινικών αδικημάτων και αναπροσαρμογή του καθεστώτος της βουλευτικής ασυλίας που πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με τα ισχύοντα στις πιο ευνομούμενες χώρες της Ο.Ν.Ε.
 
11) Αναπροσαρμογή διάταξης της χρηματοδότησης των κομμάτων. (Υπάρχει πρόταση στους νέους θεσμούς).
 
12) Διαφάνεια σε όλα τα επίπεδα της εξουσίας.
 
13) Δημοψηφίσματα: Στο νέο σύνταγμα, παραμένει στην δικαιοδοσία του κοινοβουλίου η διενέργεια ή όχι δημοψηφισμάτων για χειρισμό θεμάτων εξωτερικής πολιτικής.
Για όλα τα υπόλοιπα θέματα που θεωρούν ότι τους ενδιαφέρουν και οπωσδήποτε δεν αλλοιώνουν το γράμμα και το πνεύμα του συντάγματος, οι πολίτες, δικαιούνται να αιτούνται δημοψηφίσματος αν συγκεντρώσουν ένα συγκεκριμένο αριθμό υπογραφών Ελλήνων πολιτών.
Ο αριθμός υπογραφών ως ένα ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού που θεωρείται εθνικά ασφαλές, προσδιορίζεται στο σύνταγμα.
Το κοινοβούλιο είναι υποχρεωμένο να διεξαγάγει τα δημοψηφίσματα που συγκεντρώνουν τις πιο πάνω προϋποθέσεις.
Το σημαντικότερο σ’ αυτόν τον θεσμό είναι ότι τα πολιτικά ερωτήματα τίθενται πλέον και από τον πολίτη και όχι αποκλειστικά από την εξουσία ή τα Μ.Μ.Ε.
 
14) Διαφάνεια στην οικονομία. Αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της εταιρικής διακυβέρνησης των εισηγμένων.
Το Ελληνικό δημόσιο πρέπει να αντιληφθεί ότι δεν φταίει η υποτιθέμενη ανεπάρκεια των Ελλήνων που επιχειρούν εντός του προβληματικού πολιτικού μας συστήματος, ούτε η προσπάθεια των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα που ζουν με το φάσμα της ανεργίας, αλλά το ίδιο το αναξιοκρατικό σύστημα που ενώ τους ταλαιπωρεί στο έπακρο, τους έχει επί πλέον δαιμονοποιήσει.
Όποιον οικονομικό τομέα επόπτευσε η γραφειοκρατία της μεταπολίτευσης, κυριολεκτικά τον διέλυσε, πλην των προσκείμενων κομματικών χορηγών.
Η ποντοπόρος ναυτιλία είναι ο μοναδικός τομέας που λόγω της φύσεως του να επιχειρεί σε διεθνές περιβάλλον διέφυγε από την εγχώρια γραφειοκρατία και γι’ αυτό ακριβώς παραμένει η πρώτη δύναμη διεθνώς.
 
Η πολιτική απάντηση στην οικονομία, όσο σωστά κι’ αν είναι δομημένη με όρους εσωτερικών θεσμών και αξιών, δεν μπορεί να παρεκκλίνει ριζικά από το διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι. Διότι η οικονομία και η εξωτερική πολιτική δεν
«παίζονται» μόνο στο δικό μας γήπεδο. Συνεπώς θα «παίξουμε» με τους κανόνες που εκάστοτε ισχύουν διεθνώς προσπαθώντας να διασφαλίσουμε τα πλεονεκτήματα που μας παρέχει το νέο μας πολίτευμα και σ’ αυτόν τον τομέα. Μεγιστοποιούμε λοιπόν τα οφέλη μας από τα όποια περιθώρια θετικής εθνικής διαφοροποίησης μας επιτρέπει το οικονομικό μας μέγεθος και από ένα παραγωγικότερο θεσμικό οικονομικό πλαίσιο που πιστεύω ότι θα κάνει την θετική διαφορά για μια αξιόπιστη αειφόρο οικονομική ανάπτυξη.
Η διαφορά του νέου θεσμικού οικονομικού πλαισίου βρίσκεται ακριβώς στη διάχυση των αξιών του νέου συντάγματος και στην οικονομία, χώρος που η αξιοκρατία έχει προνομιακό πεδίο αντικειμενικότερου προσδιορισμού της. Όσοι έχουν υποστεί την διαφθορά της γραφειοκρατίας αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι αξίες έχουν τεράστιο θετικό οικονομικό αποτέλεσμα. Επί πλέον, σαν μικρή χώρα χρειαζόμαστε ακόμα μεγαλύτερη οικονομική αξιοπιστία από ότι οι μεγάλες χώρες. Αυτή η αξιοπιστία θα εξασφαλιστεί με την θεσμοθέτηση της διαφάνειας και σ’ αυτόν τον τομέα.
Νέο θεσμικό οικονομικό πλαίσιο.            
Η νέα οικονομική πολιτική, προσδιορίζεται μέσα από τους θεσμούς και τους κυβερνητικούς κύκλους που αποτελούν το νέο κυβερνητικό σχήμα που προτείνω. Οι αρχές και οι αξίες του νέου συντάγματος, διαχέονται πλέον και στον τομέα της οικονομίας.
Δίνεται έμφαση στην διαφάνεια σε κάθε οικονομικό επίπεδο συναλλαγής.
Στην χρηστή και διαφανή εταιρική διακυβέρνηση που περιλαμβάνει: Σταθερή τήρηση όλων των κανόνων της κεφαλαιαγοράς και ενιαία αντιμετώπιση ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων. Αξιόπιστη και έγκυρη επιχειρηματική ενημέρωση της μειοψηφίας.
Στην ενιαία κρατική αντιμετώπιση μικρών και μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Σε σαφείς αντιμονοπωλιακούς και αντιολιγοπωλιακούς κανόνες λειτουργίας της αγοράς. Στην εμπέδωση του υγιούς ανταγωνισμού. Σε αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες λειτουργίας των επιχειρήσεων ιδιωτικών και κρατικών. Σε αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο στο οποίο θα λειτουργούν οι μηχανισμοί (κρατικοί και ιδιωτικοί) ελέγχου και πιστοποίησης ποιότητας των πάσης φύσεως προϊόντων, με ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο για την υπηρεσία ελέγχου του τομέα τροφίμων και φαρμάκων.
Σε ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό πλαίσιο, που θα αφορά ισότιμα όλους, καθώς και σταθερά επενδυτικά κίνητρα.
Στην δημιουργία μιας αξιόπιστης και διαφανούς δημόσιας διοίκησης, που ως εποπτεύουσα αρχή θα αποτελέσει τον κοινό παρανομαστή για την επίτευξη των πιο πάνω αρχών.
Τέλος, η ύπαρξη του νέου πρόσθετου τομέα προώθησης εξαγωγών σαν βασική αρμοδιότητα του υφυπουργού εξωτερικών, θα δείχνει στο υπουργείο οικονομικών την κύρια κατεύθυνση στην οποία πρέπει να στραφεί η Ελληνική οικονομία.
Όλα αυτά, θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη του επιχειρηματικού κόσμου στο κράτος, θα εξασφαλίσουν την παραμονή στην χώρα του εισρεύσαντος εισοδήματος από τις αξιόλογες πλέον εξαγωγές, την τροφοδοσία από αυτό της εσωτερικής οικονομίας και των εσόδων του κράτους από την ανάπτυξη που θα επιφέρει και το ξεκίνημα αποπληρωμής του δυσβάσταχτου χρέους, τερματίζοντας έτσι την έντονη ανάγκη του δημοσίου για συνεχή δανεισμό και ανακουφίζοντας τον προϋπολογισμό από αυτό το μεταπολιτευτικό άχθος.
Αυτά όσον αφορά στο εσωτερικό. Στους διεθνείς οικονομικούς θεσμούς ωστόσο, στους οποίους κι’ εμείς συμμετέχουμε, υπάρχουν «μαύρες τρύπες» στην εφαρμογή της διαφάνειας, που εντοπίζονται κυρίως στην ολιγοπωλιακή διαχείριση της εταιρικής πληροφόρησης, στην εταιρική παραπληροφόρηση από τις ίδιες τις εταιρείες ή από ισχυρά funds τα οποία κατά περίπτωση έχουν συμφέρον είτε να τις αναβαθμίζουν είτε να τις υποβαθμίζουν αναλόγως αν προτίθενται να αγοράσουν ή να πωλήσουν τις μετοχές τους. Σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε κράτη των οποίων το τραπεζικό σύστημα δεν ελέγχει επαρκώς την νομιμότητα της προέλευσης των κεφαλαίων και δεν συνεργάζεται επαρκώς με τις Ελληνικές ή τις κοινοτικές ελεγκτικές αρχές γι’ αυτόν τον σκοπό. Σε υπεράκτιες εταιρείες που βρίσκονται σε χώρες με προβληματικές ελεγκτικές αρχές.
Σε αυτά τα θέματα η χώρα μας πρέπει να είναι σταθερά προσανατολισμένη και να επιδιώκει την αποκατάσταση της διαφάνειας με διεθνή συνεργασία.
 
Για την οικονομία λοιπόν, η γενική κατεύθυνσή της είναι σαφής. Αν ήθελα να επεκταθώ σ’ αυτόν τον τομέα δεν θα είχα να προσθέσω τίποτε επί πλέον από τις προτάσεις μου για την οικονομία που περιέχονται στο βιβλίο μου το 1996 καθώς οι τότε προβλέψεις μου για την συνέχιση της ίδιας λανθασμένης οικονομικής πολιτικής δικαιώθηκαν μέχρι κεραίας από τα πράγματα. Αν οι μεταρρυθμίσεις είχαν ξεκινήσει τότε προς την κατεύθυνση που υπεδείκνυα, σήμερα θα βρισκόμαστε στην πρωτοπορία της Ευρωπαϊκής ένωσης και εν πάση περιπτώσει θα αντιμετωπίζαμε πολύ πιο ανώδυνα τους οποιουσδήποτε διεθνείς οικονομικούς κλυδωνισμούς.
Διότι ναι μεν οι επί μέρους οικονομικές πολιτικές και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες αναπροσαρμόζονται αενάως και γι’ αυτές πάντα υπάρχουν πολλές καινούριες ιδέες. Η κεντρική οικονομική πολιτική μιας χώρας όμως πρέπει να έχει σωστή και σταθερή κατεύθυνση που να αντέχει στον χρόνο για να επιτρέπει και να βοηθά να πραγματοποιηθούν αυτές οι ιδέες.
 
15) Προστασία της Ελληνικής γλώσσας με την δημιουργία ομώνυμου ιδρύματος που αποσκοπεί κυρίως  στην ευρύτερη αναβάθμισή της μέσω της εκπαίδευσης, αλλά και άλλες σημαντικές παρεμβάσεις: Ίδρυμα Ελληνικής γλώσσας.
(Αναφέρεται αναλυτικά στην τρίτη ενότητα).
 
16) Παιδεία: Αναλαμβάνεται από το νέο υφυπουργείο: Παιδείας – Πολιτισμού – Οικογένειας και Αθλητισμού.
Τομέας παιδείας:
Πριν αποφασίσουμε για την συλλογή των γνώσεων που χρειάζεται η κάθε βαθμίδα της παιδείας και αναρωτηθούμε πιο είναι το επίκτητο βασικό εργαλείο που θα πρέπει να αποκτήσει εξ αρχής ο εκπαιδευόμενος για την καλύτερη κατανόηση των πάσης φύσεως εννοιών, αξιών, επιστημών και την ανάπτυξη της κριτικής του σκέψης, θα συμφωνήσουμε ότι είναι η καλή γνώση της γλώσσας.
Πρωτοβάθμιος.
Ο σχεδιασμός λοιπόν της παιδείας πρέπει να ξεκινά με την όσο το δυνατόν καλύτερη εκμάθηση της γλώσσας μας τόσο στην σύγχρονη καθομιλουμένη, όσο και στην αρχαιότερη έκφρασή της, ώστε να κατανοηθεί καλύτερα η διαχρονική της πορεία και οι σταθεροί εννοιολογικοί κώδικες που αυτή περιέχει.
Παράλληλα με την εξασφάλιση της επαρκούς γλωσσικής υποδομής, η οποιαδήποτε γνώση πρέπει να διοχετεύεται ως ουσία και όχι ως ακριβής ομοιόμορφη αποστήθιση από ένα και μοναδικό κείμενο. Αυτό δίνει την δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να αναπτύξουν την προσωπική εκπαιδευτική τους ικανότητα μετάδοσης γνώσεων και στους εκπαιδευόμενους να αφομοιώσουν την ουσία της γνώσης πιο σφαιρικά, από περισσότερα του ενός εγκεκριμένα κείμενα, ν’ αναπτύξουν την κριτική τους σκέψη και την προσωπική εκφραστική τους δυνατότητα.
Άρα το δεύτερο βασικό εργαλείο σωστής μάθησης που πρέπει να αναπτύξουν οι εκπαιδευόμενοι, είναι η κριτική σκέψη στο υψηλότερο επίπεδο που η φυσική διανοητική υποδομή του κάθε μαθητή επιτρέπει. Έτσι ο εκπαιδευόμενος αποκτά μια γενικότερη αντίληψη των πραγμάτων, αποδεκτή από τον ίδιο, μέσα στην οποία θα μπορεί να εντάσσει πλέον πιο λειτουργικά γι’ αυτόν, τις οποιεσδήποτε σχολικές γνώσεις. Αυτό του δίνει την επί πλέον δυνατότητα καλύτερων επιλογών σε κοινωνικό και αργότερα σε επαγγελματικό επίπεδο.
Δευτεροβάθμιος.
Διανύουμε μια εποχή στην οποία το ζητούμενο δεν είναι πλέον η εξεύρεση νέων πληροφοριών, όσο η επιλογή των σημαντικότερων από αυτές που φθάνουν σήμερα με υψηλή συχνότητα από πολλά κέντρα, η επαλήθευση της αξιοπιστίας τους, η αξιολόγηση των αιτίων τους και η διαχείρισή τους στην γνωστική συλλογή και την αντίληψη του πολίτη. Οι νέες τεχνολογίες με τις οποίες έχει ήδη συνδεθεί μεγάλο μέρος των εκπαιδευομένων, τους προσφέρουν επί πλέον γνωστικές δυνατότητες που καθιστούν όμως ακόμα πιο αναγκαία την ανάπτυξη της κριτικής τους ικανότητας.
Παρ’ όλα τα εντυπωσιακά επιτεύγματα που η τεχνολογία σήμερα μας προσφέρει στις εξειδικευμένες θετικές  επιστήμες, δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην μια ευρύτερη πολιτιστική θεώρηση όλων των θετικών αρχών και αξιών που έχει ανάγκη να γνωρίζει ο εκπαιδευόμενος ήδη από την πρώτη και δεύτερη βαθμίδα.
Αν λοιπόν πρέπει να αναζητήσουμε στην παγκόσμια βιβλιογραφία ένα συνολικό σύστημα αρχών και αξιών διαχρονικά καταξιωμένο διεθνώς, με καθοριστική συμμετοχή στην ανάπτυξη της ερευνητικής και κριτικής σκέψης, δεν θα βρούμε τίποτε πιο αντιπροσωπευτικό από τα κείμενα της κλασσικής αρχαιότητας, που αποτελούν επί πλέον βασικό πολιτιστικό μας στοιχείο και όχι μόνο, αφού ενέπνευσαν τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της δυτικής διανόησης να δημιουργήσουν κατ’ αρχήν την αναγέννηση της Ευρώπης πάνω σ’ αυτές τις αξίες και εν συνεχεία την εξελικτική πολιτιστική πορεία ολόκληρης της δύσης.
Η Ελληνική γραμματεία δεν είναι ένα άχρηστο μουσειακό είδος για όσους μαθητές προτίθενται ν ακολουθήσουν στην τριτοβάθμιο θετικές επιστήμες. Η ενσωματωμένη ιστορία, οι αξίες που περιέχει, οι φιλελεύθεροι θεσμοί που επέτρεψαν να εκφραστεί το ανεξάρτητο και ερευνητικό πνεύμα των Ελλήνων επί παντός του επιστητού και το επίτευγμα της ουσιαστικής δημοκρατίας που μας κληρονόμησαν, έχουν πρωτεύουσα θέση και δυναμική στα ενδιαφέροντα κάθε ανθρώπου.
Βέβαια η Ελληνική αρχαιότητα δεν επαναλαμβάνεται σήμερα. Ούτε ταιριάζει με το πνεύμα της η στασιμότητα στην οποιαδήποτε παράδοση όσο σημαντική κι’ αν ήταν,
αλλά η συνεχής αναζήτηση πιο βελτιωμένων απαντήσεων σε παλαιά και νέα ερωτήματα που εν των τω μεταξύ προκύπτουν.
Ήταν μια κορυφαία στιγμή στην πολιτιστική πορεία της ανθρωπότητας και παραμένει μια νοσταλγία στην σκέψη κάθε ελεύθερα σκεπτόμενου και δημιουργικού ανθρώπου.
Θα πρέπει ωστόσο να πατήσουμε γερά επάνω της όπως έκανε όλος ο δυτικός κόσμος. Να διαφυλάξουμε τις κεντρικές αξίες και τα θεσμικά επιτεύγματα με κυρίαρχο την ουσιαστική ελευθερία έκφρασης όλων των πολιτών. Να απελευθερώσουμε την σκέψη των νέων από θολές μηδενιστικές ή ολοκληρωτικές ιδεολογίες που δεν αντέχουν μια δημοκρατική αντιπαράθεση απόψεων και γι’ αυτόν κυρίως τον λόγο, την θεωρούν εμπόδιο στην επιβολή του μονολόγου τους και την διαβάλλουν. Τότε οι νέοι, ελεύθεροι από ολοκληρωτικές ανελεύθερες προκαταλήψεις του πρόσφατου παρελθόντος, θα οδηγηθούν πάλι στην παγκόσμια πολιτιστική πρωτοπορία, εκεί που οφείλουν να ανήκουν.
Σαφέστατα λοιπόν η γενική παιδεία τουλάχιστον στην πρώτη και δεύτερη βαθμίδα, δίνει πιο ολοκληρωμένη υποδομή στον εκπαιδευόμενο, αναπτύσσει καλύτερα την κριτική του ικανότητα και συνεπώς του παρέχει περισσότερες δυνατότητες επαγγελματικής προσαρμογής κατά την διάρκεια της ζωής του. Παραπέμπουμε λοιπόν την όποια εξειδίκευση στην τριτοβάθμια.
Τριτοβάθμιος.
Η Τρίτη βαθμίδα εκπαίδευσης, κατ’ εξοχήν χώρος της ελεύθερης σκέψης, της πλουραλιστικής και αντικειμενικής πληροφόρησης οποιουδήποτε πολιτιστικού ή πολιτικού προτύπου με διαλεκτική σύγκριση επιχειρημάτων μεταξύ τους ώστε να επιλέγεται και όχι να επιβάλλεται, των θετικών επιστημών και της έρευνας, οφείλει να βρίσκεται σε άμεση σύνδεση και συνεργασία με την κοινωνία, την ιδιωτική οικονομία, την παραγωγή, τις εφαρμοσμένες τεχνολογίες, τα ιδιωτικά ερευνητικά κέντρα και παντός είδους ιδιωτικούς φορείς που ενδιαφέρονται για την παιδεία και τα στελέχη της. Ως εκ τούτου η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν είναι δυνατόν να σχεδιάζεται και να διοικείται αποκλειστικά από την κεντρική διοίκηση. Αυτή είναι μια ολοκληρωτική και γι’ αυτό αναποτελεσματική αντίληψη που πλήττει την ελεύθερη πλουραλιστική επιλογή των πολιτών. Πρέπει να αφήνει ευρύχωρο πεδίο ανάπτυξης και στην ιδιωτική πρωτοβουλία να επιχειρήσει την προσφορά της στην ανώτατη παιδεία. Η άμυλα μεταξύ των δύο πλευρών σίγουρα θα αναβαθμίσει την ποιότητα της παρεχόμενης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
(Η Παιδεία αναλυτικότερα, ο τομέας Πολιτισμού, ο τομέας της Οικογένειας και ο Αθλητισμός αναφέρονται εκτενώς στην τρίτη ενότητα του βιβλίου).
 
Εφαρμογή του νέου συντάγματος.
 
Αυτές είναι οι αρχές που το νέο σύνταγμα εξασφαλίζει.  Πάνω σ’ αυτές στηρίζεται η ίδρυση των νέων θεσμών που προτείνω, οι αρμοδιότητές τους και οι νέες αξίες που καλούνται να υπηρετήσουν. Πάνω σ’ αυτές θα στηριχθούν και οι υπόλοιπες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν στους επί μέρους πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και οικονομικούς τομείς, οι πολιτικές των οποίων αναφέρονται στην συνέχεια στο νέο κυβερνητικό σχήμα, στους νέους κυβερνητικούς κύκλους υπουργείων και τα αρμόδια κατά τομέα υφυπουργεία.
Με την επίτευξη κατ’ αρχήν της ισονομίας, η πολιτική διαφοροποίηση της κάθε παράταξης δεν θα στηρίζεται πλέον σε ταξικές, κοινωνικές ή δογματικές ιδεολογικές διαφορές, που οδηγούσαν την πολιτική κατεύθυνση της μιας σε εκ διαμέτρου αντίθετους πολιτικούς στόχους από την άλλη με συνέπεια την περιοδική παλινδρόμηση εθνικών στόχων και την τελική στασιμότητα. Η μεταπολιτευτική περίοδος της μικροπολιτικής εκμετάλλευσης και υποδαύλισης των κοινωνικών αντιθέσεων για την ευκολότερη πολιτική επικράτηση, κλείνει εκ των πραγμάτων και ανεβαίνουμε επί τέλους σαν χώρα στο επίπεδο της πραγματικής πολιτικής στο οποίο όμως θα μπορούν να σταθούν μόνο όσοι έχουν ενιαίες σωστές προτάσεις για το σύνολον των πολιτών.
Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας
Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας

ΝΕΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΣΧΗΜΑ

 
Πρωθυπουργός.
Παρά τω πρωθυπουργό ανήκει και το κυβερνητικό κέντρο τύπου και Μ.Μ.Ε. υπεύθυνο για τους αντίστοιχους φορείς, με τον διευθυντή του να εκτελεί και χρέη εκπροσώπου τύπου της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση αποτελείται από τέσσαρες κυβερνητικούς κύκλους υπουργείων με συνολικά πέντε υπουργούς και δέκα έξη υφυπουργούς.
 
Α) Ο πρώτος κύκλος αποτελείται από ένα μόνο υπουργείο το οποίο διαιρείται σε τέσσερα υφυπουργεία:
1) Το υφυπουργείο Περιβάλλοντος.
2) Το υφυπουργείο Χωροταξίας – Δημοσίων Έργων – Οικισμού.
3) Το υφυπουργείο Μεταφορών.
4) Το υφυπουργείο Υγείας για όλους και παιδικής Πρόνοιας.
Όλοι οι τομείς του υπουργείου διευθύνονται από έναν υπουργό που προΐσταται των τεσσάρων αντιστοίχων υφυπουργών του υπουργείου του. Για συντομία αυτό το υπουργείο, θα λέγεται ΠΕ.ΧΩ.ΜΕ και Υγείας.
Αυτό το υπουργείο με τα επί μέρους υφυπουργεία του, διεκπεραιώνει τον έλεγχο του περιβάλλοντος, τον έλεγχο κάθε είδους δραστηριότητας οχλήσεως και ρυπάνσεως κρατικής ή ιδιωτικής, χωροταξικές και οικιστικές διευθετήσεις, τις μεταφορές, τον έλεγχο και παροχή υγείας για όλους και αποκλειστικά την παιδική πρόνοια. (Η πρόνοια των ενηλίκων παρέχεται σε άλλο υφυπουργείο).
Στο υφυπουργείο περιβάλλοντος ανήκουν επίσης υπηρεσίες ελέγχου ποιότητος και πιστοποίησης προϊόντων, καθώς και η πολύ σημαντική υπηρεσία ελέγχου φαρμάκων και τροφίμων.
Εν αντιθέσει με τους υπουργούς του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου κύκλου οι οποίοι διευθύνουν το κεντρικό
υπουργείο του κύκλου και ελέγχουν παράλληλα και όλα τα άλλα υφυπουργεία του κύκλου τους, ο υπουργός του πρώτου κύκλου διευθύνει ενιαία όλα τα υφυπουργεία του ΠΕ.ΧΩ.ΜΕ. & Υγείας.
 
Β) Ο δεύτερος κύκλος αποτελείται από ένα μόνο υπουργείο το οποίο περιλαμβάνει και επτά υφυπουργεία.
Α) Το υπουργείο Υγιούς Ανταγωνισμού.
1) Το υφυπουργείο Ενέργειας, Ορυκτών, Έρευνας και Τεχνολογίας.
2) Το υφυπουρ. Προστασίας και Ενημέρωσης Καταναλωτή.
3) Το υφυπουργείο Εργασίας και Κρατικής Σύνταξης.
4) Το υφυπουργείο Πρόνοιας Ενηλίκων. (Η πρόνοια των ανηλίκων παρέχεται στο υφυπουργείο Υγείας του πρώτου κύκλου Π.Ε.-ΧΩ.ΜΕ. και Υγείας)
5) Το υφυπουργείο Γεωργίας
6) Το υφυπουργείο Παιδείας – Πολιτισμού και Οικογένειας.
7) Το υφυπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας.
Όλοι οι τομείς του υπουργείου διευθύνονται από τον υπουργό Υγιούς Ανταγωνισμού, ο οποίος προΐσταται επίσης των υπολοίπων έξη υφυπουργών. Το υπουργείο για συντομία λέγεται: Υγιούς Ανταγωνισμού και Παιδείας.
Εποπτεύει και επιβάλλει τον υγιή ανταγωνισμό σε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα.
Για όλες τις άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες που μπορεί να δημιουργήσουν οχλήσεις στον περιβάλλον, στην χωροταξία ή προβλήματα στην ασφάλεια και υγεία των πολιτών, το παρόν υπουργείο Υγιούς Ανταγωνισμού παραπέμπει προς έγκριση στο αρμόδιο γι’ αυτά τα θέματα υφυπουργείο του ΠΕ.ΧΩ.-ΜΕ και Υγείας, τα σχέδια εγκαταστάσεως και λειτουργίας των εταιρειών ή την έγκριση μη επικινδυνότητας για την ασφάλεια και την υγεία, των πάσης φύσεως προϊόντων τους.
Μία διευκρίνιση για το φαινομενικά αντίθετο του συγχρωτισμού των: υπουργείου Υγιούς Ανταγωνισμού και του υφυπουργείου Πρόνοιας Ενηλίκων.
Θεωρώ ότι είναι τελικά σωστή επιλογή, τα δύο αντίθετα άκρα των ανθρωπίνων δυνατοτήτων να τα χειρίζεται ο ίδιος
υπουργός προσδιορίζοντας πιο ασφαλώς την χρυσή τομή του μίγματος της πολιτικής.
Επίσης, η εποπτεία όλων αυτών των εργασιακών τομέων από τον ίδιο υπουργό, διευκολύνει να λειτουργούν μεταξύ τους και ως συγκοινωνούντα δοχεία αναπροσανατολισμού και απορρόφησης εργαζομένων από τον ένα τομέα στον άλλον, ειδικά σε περιόδους ύφεσης και ανεργίας. Γι’ αυτό εποπτεύει και το υφυπουργείο Εργασίας και Κρατικής σύνταξης. (Για όλους ενιαίος συντελεστής υπολογισμού της σύνταξης βάσει των εισφορών τους.)
Ακόμα, ο υπουργός Ανταγωνισμού ο οποίος έχει άμεση εικόνα της συνολικής εργασιακής κατάστασης στην χώρα, είναι κατάλληλος να εποπτεύει και την Παιδεία για να την προσανατολίζει επαγγελματικά πιο έγκαιρα και έγκυρα.
 
Γ) Ο τρίτος κύκλος αποτελείται από ένα μόνο υπουργείο και τρία υφυπουργεία.
Α) Το υπουργείο Οικονομικών.
1) Το υφυπουργείο εσόδων (είσπραξης).
2) Το υφυπουργείο Εξωτερικών.
3) Το υφυπουργ. Εθνικής Άμυνας και Υψηλής Τεχνολογίας. Το υπουργείο Οικονομικών διευθύνεται από τον υπουργό Οικονομικών ο οποίος διευθύνει επίσης και τους υπόλοιπους τρεις τομείς του υπουργείου του και προΐσταται των αντίστοιχων τριών υφυπουργών. Για συντομία το υπουργείο αυτό λέγεται ΟΙΚ.ΕΞ.Α.
 
Δ) Ο τέταρτος κύκλος αποτελείται από ένα υπουργείο και δύο υφυπουργεία.
Α) Το υπουργείο Εσωτερικών & Δημόσιας Διοίκησης.
1) Το υφυπουργείο Δημόσιας Τάξης.
2) Το υφυπουργείο Βορείου Ελλάδος και νήσων Aνατολικού Αιγαίου.
Διευθύνεται από τον υπουργό Εσωτερικών και δημόσιας Διοίκησης ο οποίος προΐσταται των δύο υφυπουργών και διευθύνει τους υπόλοιπους δύο τομείς του υπουργείου. Για συντομία λέγεται: Εσωτερικών και Ασφάλειας.
Το κυβερνητικό σχήμα περιλαμβάνει ένα ακόμα υπουργείο το οποίο λόγω της ανεξάρτητης θεσμικής λειτουργίας του δεν μπορεί να συνδυασθεί με άλλες κρατικές δραστηριότητες και συνεπώς δεν εντάσσεται σε κανέναν κυβερνητικό κύκλο. Είναι το υπουργείο Δικαιοσύνης. Διευθύνεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης ο οποίος επιβλέπει επίσης (χωρίς ανάμιξη στην ιεραρχική εξέλιξη του προσωπικού), για την θεσμικά εύρυθμη λειτουργία των κορυφαίων ανεξάρτητων κρατικών θεσμικών οργάνων: Θεσμικό και Συνταγματικό Δικαστήριο, Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, καθώς και όλων των υπολοίπων ανεξάρτητων αρχών και ελεγκτικών οργάνων της χώρας.
Η μετονομασία αυτών των κυβερνητικών τομέων σε υφυπουργεία και η «υποβάθμισή» των διοικητών τους σε υφυπουργούς, παρά το σημαντικότατο έργο που καλείται να επιτελέσει ο καθένας τους, γίνεται αφ’ ενός για να κρατηθεί η απαραίτητη ιεραρχία για τον συντονισμό όλου του κύκλου και αφ’ ετέρου να μην υπάρχουν πλέον επικαλύψεις και άσκοπες παράλληλες δραστηριότητες για το ίδιο αντικείμενο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ