Γλώσσα: Κίνημα ελληνικότητας

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Παρακολουθώντας για τρίτη φορά τον «Καζαντζάκη» του Σμαραγδή την Κυριακή το βράδυ στην ΕΡΤ, συνειδητοποίησα δύο πράγματα: Πόσο βαθιά στην ψυχή του μεγάλου Κρητικού κατάφερε να διεισδύσει ο διακεκριμένος σκηνοθέτης (η ταινία του οποίου ωριμάζει σαν το παλιό καλό κρασί) και ποια είναι η τύχη των συμπατριωτών μας που ασχολούνται συστηματικώς με την ελληνικότητα.

Από τον Μανώλη Κοττάκη

Ίχνος συμπάθειας από το «σύστημα» για τον Σμαραγδή που έκανε ταινίες τις ζωές του Ελ Γκρέκο, του Καβάφη, του Βαρβάκη, του Καζαντζάκη, του Καποδίστρια τώρα. Αν άφηνε πίσω του «αστακούς», ίσως να είχε καλύτερη τύχη. Ίχνος συμπάθειας για τον Σταμάτη Σπανουδάκη που έγραψε την εκπληκτική «Πόλη Γλυκειά» και τον «Αλέξανδρο» του Βυζαντίου. Μόνον ειρωνείες και αφ’ υψηλού σχόλια.

Σειρά για να μπει στο πάνθεον των Ελλήνων που γίνονται στόχος για την αγάπη τους στην ελληνικότητα έλαβε και ο καθηγητής Γλωσσολογίας Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ο οποίος δέχθηκε συντονισμένη επίθεση από κυριακάτικη εφημερίδα, η οποία διακρίθηκε στο παρελθόν για τους αγώνες της για τη γλώσσα. Ενόχλησε την εφημερίδα ότι ο καθηγητής αντέδρασε στην καθολική υιοθέτηση αγγλικών όρων όπως lockdown, delivery, take away, click away. Και αντί να του κάνει κριτική ουσίας -υπάρχουν πράγματα για να ειπωθούν-, τον ειρωνεύτηκε για το επώνυμό του! Επειδή στα ιταλικά «bambini» σημαίνει «μωράκι». Πού να ήξερε ο εξυπνάκιας που το διέπραξε ότι «Μπαμπινιώτης» είναι αυτός που έλκει την καταγωγή του από το χωριό.

Μπαμπίνι Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας και πως το όνομα της κοινότητος αυτής είναι πράγματι κατάλοιπο ιταλικής επιρροής περασμένων αιώνων. Έτσι, ευρέθη η εύκολη λύση: Ειρωνείες και κατηγορίες για «μπαμπινιωτισμό». Κι όμως! Αν θέλουμε να ανοίξουμε πράγματι σοβαρή συζήτηση για την κατάσταση της ελληνικής γλώσσας στον 21ο αιώνα, πρέπει να πούμε στον αγαπητό κύριο καθηγητή και στους εαυτούς μας τα εξής: Οι λέξεις μαρτυρούν κυριαρχίες εθνών και πολιτισμών σε ιστορικές εποχές. Οποιος κυριαρχεί στην οικονομία, στο εμπόριο, στην τεχνολογία και έχει την εξουσία επιβάλλει συνήθως και τις λέξεις του. Τους όρους του. Οι όροι για τους οποίους γίνεται θόρυβος αφορούν όλοι αποκλειστικά το εμπόριο και την τεχνολογία σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και πιστοποιούν την αμερικανική επικυριαρχία επί του κόσμου: take away, viral, delivery, lock down κ.λπ. Για να είμαστε ακριβείς, δεν πρόκειται για φαινόμενο της εποχής μας.

Η αρχαία Ελλάς επικράτησε στη φιλοσοφία, στις επιστήμες, στην ιατρική, στην πολιτειολογία. Γιατί άραγε οι λέξεις crisis, chaos, democracy, amphi-theatre (αμφί+θεώμαι/κοιτώ από ψηλά), diploma («διπλώνω»), anorexia, boulimia, eco-nomy (oίκος+νόμος), archives (αρχεί), paradox σημαίνουν στα αγγλικά ό,τι και στα ελληνικά μέχρι τις ημέρες μας; Μα, γιατί κυριάρχησαν τα ελληνικά γράμματα, οι ελληνικές τέχνες και ο ελληνικός πολιτισμός παγκοσμίως.

Για τον ίδιο λόγο που αρκετά Κοινοβούλια της Δύσεως (Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.) είναι κυκλικά αμφιθεατρικά (amphi-theatre), όπως τα αρχαία θέατρά μας. Επειδή η ελληνική δημοκρατία ήταν συνώνυμη με τον διάλογο και τη διαβούλευση, όχι με τη σύγκρουση και την επιβολή. Γιατί, σύμφωνα με τον καθηγητή Μπαμπινιώτη, από τις 166.724 αγγλικές λέξεις οι 35.136 είναι ελληνικές ή ελληνογενείς. Γιατί η ελληνική ήταν η γλώσσα που κήρυξε το Ευαγγέλιο στα Έθνη ο Απόστολος Παύλος. Γιατί, τέλος, κερδίσαμε δύο φορές Νόμπελ, Λογοτεχνίας με τον Σεφέρη και Ποίησης με τον Ελύτη, ο οποίος στην ομιλία του στη Σουηδική Ακαδημία θύμισε ότι σε αυτή τη χώρα γράφεται από τον Όμηρο ίσαμε σήμερα επί 26 αιώνες διαρκώς χωρίς διάλειμμα ποίηση. Το ίδιο -με όρους πολιτισμικής κυριαρχίας- ισχύει και για τη λατινική γλώσσα, η οποία είναι συνώνυμη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Γιατί ακόμη λέμε alter ego; Ιmperium; Dum spiro spero; Αυτοκρατορικά κατάλοιπα κι αυτά. Μα και τις τουρκικές λέξεις που έχουν απομείνει στο λεξιλόγιό μας -ας μην αποφεύγουμε τη συζήτηση- αν ψάξουμε, θα διαπιστώσουμε ότι συνδέονται με όρους εμπορίου, με αντικείμενα, με τρόφιμα, με όρους της εξουσίας. Όχι όμως με τα συναισθήματα. Την πίστη και τα συναισθήματα δεν μας τα πήραν. (Ακόμη και το πομακικό λεξιλόγιο να ερευνήσει κανείς, θα εύρει εκεί -στο δίτομο του Πέτρου Θεοχαρίδη- μόνο τουρκικές λέξεις της διοίκησης, η πλειονότης τους είναι βουλγαρικές και ελληνικές.) Εάν λοιπόν -επιστρέφω στο take away- οι ξένες λέξεις που κυριαρχούν στο λεξιλόγιό μας αφορούν την οικονομία, το εμπόριο και την τεχνολογία, δεν έχουμε να φοβόμαστε κάτι από αυτό. Να μη φοβόμαστε τις ξένες λέξεις! Γιατί μπορεί καθημερινώς να τις χρησιμοποιούμε, αλλά, αν πρόκειται να υβρίσουμε ή να επευφημήσουμε, το κάνουμε ελληνικότατα.

Ο γλωσσικός βαρβαρισμός δεν ακουμπά τις ψυχές και τα συναισθήματά μας. Ούτε καν τη θρησκεία, καθώς είμαστε από τις λίγες γλώσσες που τις λέξεις «Θεός» – «Παναγία» έχουν εκατό διαφορετικές εκδοχές για να τις προφέρουν. Το βασικό μας πρόβλημα είναι η άγνοια με την οποία μιλάμε τα ελληνικά.

Όχι τις ξένες λέξεις στα ελληνικά. Εάν δεν ξέρεις πόσα χρόνια στους αιώνες κάνει μια λέξη σαν το «θαμών» («θάμα» – συχνά) και ένα ρήμα σαν το «διαπλέκομαι» (επεκτείνομαι) ή μια φράση όπως «κεκλεισμένων των θυρών» για να ταξιδέψει μέχρι τα χείλη σου και να βγει από αυτά, τότε στην πραγματικότητα δεν ξέρεις από πού έρχεσαι και βεβαίως ούτε και πού πας. Ενώ στην πραγματικότητα κάθε φορά που μιλάς βγαίνει από μέσα σου ένας καζαντζακικός «αρίφνητος πρόγονος». Δεν γίνεται να έρχεται ο Ομπάμα το 2016 στην Αθήνα, διαφημίζοντας την ελληνική λέξη «φιλότιμο», αλλά εμείς καθημερινώς να χρησιμοποιούμε λέξεις από το παρελθόν μας γνωρίζοντας τη σημασία τους στο περίπου.

Λέμε κάθε μέρα αναφανδόν, δράττομαι, άχθος, λεοντή, αδαής, παλινωδίες, παρρησία, άπλετος ή αναφέρουμε φράσεις όπως «φωνή βοώντος», «γενεές δεκατέσσερις», «αντί πινακίου φακής», «αποδιοπομπαίος» («αποπομπαίος» το σωστό) και δεν ξέρουμε ούτε τι σημαίνουν καλά καλά ούτε βεβαίως την προέλευσή τους. Από το Ευαγγέλιο. Το πρώτο χρέος μας με τη γλώσσα λοιπόν είναι να φωτίσουμε τις λέξεις. Τις λέξεις και τις έννοιες που χρησιμοποιούμε διαρκώς όλοι, από τον καθηγητή πανεπιστημίου, τον συγγραφέα και τον ζωγράφο, έως την κομμώτρια, τον περιπτερά και τον ταξιτζή στην καθομιλουμένη. Γιατί κάθε λέξη δεν είναι απλή υπόθεση. Είναι ένα ταξίδι στην Ιστορία μας, στην ταυτότητά μας και την καταγωγή μας.

Στην ελληνικότητά μας. Για χρόνια πολλά μελετώ καθετί που πέφτει στα χέρια μου για τη γλώσσα. Βιβλία καθηγητών: Τα λεξικά του Μπαμπινιώτη, τα πεντάλεπτα του Εμμανουήλ Κριαρά, κείμενα του Ιωάννη Καζάζη, βιβλία των απόδημων καθηγητών Αυστραλίας και ΗΠΑ Καναράκη και Θεοδώρου, λεξικά του Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου, εκλαϊκευμένα βιβλία της Ιωάννας Παπαζαφείρη και του Νίκου Σαραντάκου, ακόμη και τα κοινοβουλευτικά πρακτικά των συζητήσεων για το Γλωσσικό του 1911 και του 1976 (παρόντος του Καραμανλή) του Γαβριήλ Λαμψίδη. Επίσης βιβλία δημοσιογράφων που έχουν αγωνία για τη γλώσσα και οι οποίοι είναι συνήθως κεντροαριστεροί: Θεόδωρος Καρζής, Γιάννης Τζαννετάκος, Χρήστος Πασαλάρης (η εξαίρεση), Νίκος Βαρδιάμπασης, Γιώργος Δουατζής, Θοδωρής Καλούδης, Γιάννης Βλαστάρης κ.ά. Κοινός τόπος όλων αυτών των βιβλίων είναι ότι η γλώσσα είναι σύμφυτη με την έννοια της ελληνικότητας, η οποία βάλλεται ποικιλοτρόπως.

Και αν πρέπει να δώσουμε έμφαση σε κάτι, αυτό δεν είναι η περιστασιακή διείσδυση ξενικών όρων του εμπορίου και της τεχνολογίας σε γραπτά και προφορικά, αλλά πώς μέσα και από τις λέξεις, οι οποίες είναι βέλη στη φαρέτρα της καθημερινής επικοινωνίας μας, θα σηκωθούμε ξανά όρθιοι.

Η γλώσσα, καθηγητά Μπαμπινιώτη, δεν είναι μάχη οπισθοφυλακής για να είμαστε αμυνόμενοι. Η ελληνική γλώσσα είναι κάτι ευρύτερο: Έχει τόσο μεγάλη ισχύ, ώστε μπορεί να εξελιχθεί σε κίνημα για την επιστροφή στην ελληνικότητα.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ