Το παράδοξο του ελεύθερου εμπορίου -Οι κακές πολιτικές μιας καλής ιδέας

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Παρόλο που δεν υπάρχουν εύκολες και γρήγορες λύσεις στο πρόβλημα του πώς να πεισθεί το κοινό περί το ελεύθερο εμπόριο, υπάρχουν ορισμένα πράγματα που μπορούν και πρέπει να κάνουν οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί, τα οποία θα μπορούσαν να μαλακώσουν την αντίθεση των ανθρώπων προς το ανοιχτό εμπόριο και αυτό που ονομάζουμε «παγκοσμιοποίηση».

«Πρέπει πάντα να προσέχουμε να μην αγοράζουμε από ξένους περισσότερα από αυτά που τους πουλάμε, γιατί έτσι θα φτωχύνουμε και θα τους κάνουμε πλούσιους». Αυτές οι λέξεις, που γράφτηκαν το 1549 και αποδόθηκαν στον Άγγλο διπλωμάτη Σερ Τόμας Σμιθ, είναι από τις πρώτες γνωστές εκφράσεις αυτού που κατέληξε να λέγεται «μερκαντιλισμός».

Φέρτε την ρητορική στο σήμερα και θα μπορούσαν εύκολα να είναι μια ανάρτηση στο Twitter [2] από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump, τον πιο εξέχοντα μερκαντιλιστή σήμερα. Ο Trump πιστεύει -ή τουλάχιστον λέει- ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «χάνουν» όταν διατηρούν εμπορικά ελλείμματα με άλλες χώρες. Πολλοί Αμερικανοί φαίνεται να συμφωνούν.

Ωστόσο, οι οικονομολόγοι Adam Smith και David Ricardo οικοδόμησαν την οριστική υπόθεση κατά του μερκαντιλισμού και υπέρ του ελεύθερου εμπορίου πριν από περισσότερα από 200 χρόνια. Τα επιχειρήματά τους έχουν πείσει ουσιαστικά κάθε οικονομολόγο έκτοτε, αλλά φαίνεται ότι έχουν κάνει μόνο περιορισμένες παρεμβάσεις στο ευρύτερο κοινό. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν περιορισμένη δημόσια στήριξη για το ελεύθερο εμπόριο και ακόμη λιγότερη κατανόηση των αρετών του.

Μερικά από τα προβλήματα προέρχονται από την φύση της υπόθεσης υπέρ του εμπορίου [3]. Σε αντίθεση με άλλες οικονομικές έννοιες, όπως η προσφορά και η ζήτηση, η ιδέα του συγκριτικού πλεονεκτήματος -που θεωρεί ότι δύο χώρες μπορούν αμφότερες να επωφεληθούν από το εμπόριο, ακόμη και όταν μπορεί η μια να παράγει τα πάντα φθηνότερα από όσο η άλλη- είναι αντίθετη ως προς αυτό που θα έλεγε η κοινή λογική. Οι υπερασπιστές του ελεύθερου εμπορίου έχουν επίσης να αντιμετωπίσουν λαϊκιστές πολιτικούς [4] και καλά χρηματοδοτούμενους αντιπάλους που βρίσκουν τους ξένους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις ως εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους για τις εγχώριες οικονομικές δυσκολίες. Το χειρότερο από όλα, οι οικονομολόγοι μπορεί να έχουν παρανοήσει ριζικά αυτά που εκτιμούν οι περισσότεροι άνθρωποι στην οικονομία. Ετούτα είναι προβλήματα δύσκολο να επιλυθούν. Οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν περισσότερα για να βοηθήσουν εκείνους που έχουν πληγεί από το εμπόριο, αλλά η οικοδόμηση των απαραίτητων πολιτικών συνασπισμών για να πραγματοποιηθεί αυτό είναι δύσκολη. Οι οικονομολόγοι πρέπει να κάνουν καλύτερη δουλειά για την επικοινωνία τους με το κοινό, αλλά, τελικά, ίσως απλώς να χρειαστεί να αποδεχθούν το αναπόφευκτο: Το να πεισθούν οι περισσότεροι άνθρωποι για την αξία του ελεύθερου εμπορίου είναι μια χαμένη μάχη.

ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Η πίστη στις αρετές του διεθνούς εμπορίου (και τα βήματα για την ενθάρρυνσή του) κυριαρχεί στις πολιτικές των περισσότερων Δυτικών κυβερνήσεων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη Μεγάλη Ύφεση, η οποία επιδεινώθηκε και επιμηκύνθηκε από την απερισκεψία σχετικά με τους εμπορικούς περιορισμούς και μετά την σχεδόν συνολική καταστροφή του διεθνούς εμπορίου κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένας φοβισμένος κόσμος θέλησε να οικοδομήσει ένα νέο ισχυρότερο εμπορικό σύστημα. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: Η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου ή GATT (η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου ή ΠΟΕ)˙ η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Ένωσης)˙ η συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής ή NAFTA˙ και πολλές άλλες συμφωνίες ανοίγματος του εμπορίου.

Σε όλη αυτή την περίοδο, η πολιτική των ΗΠΑ ήταν σε γενικές γραμμές διεθνιστική και φιλο-εμπορική, τουλάχιστον όταν την έβλεπε κάποιος από μακριά. Πράγματι, οι Ηνωμένες Πολιτείες πήραν συχνά το προβάδισμα μεταξύ των μεγάλων χωρών. Ο μέσος όρος των δασμών που εισπράττονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες μειωνόταν, με μόνο ελάχιστες διακοπές, μετά τους περίφημους δασμούς Smoot-Hawley της δεκαετίας του 1930. Η Ουάσιγκτον ηγήθηκε στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην GATT και αργότερα στον ΠΟΕ και έπραξε το ίδιο σε αρκετούς επόμενους γύρους εμπορικών συνομιλιών. Υπέγραψε πολλές διμερείς εμπορικές συμφωνίες.

Όμως, όταν την βλέπουμε από κοντά, η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ φαινόταν (και εξακολουθεί να φαίνεται) μάλλον πιο προστατευτική. Δείτε τη NAFTA [5], η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1994. Η συμφωνία αυτή σηματοδότησε ένα τεράστιο βήμα προς το ελεύθερο εμπόριο στο Δυτικό Ημισφαίριο. Όμως, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλοί Μεξικανοί αγρότες που δεν μπορούν να εξάγουν τις ντομάτες τους στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω των ποσοστώσεων και Μεξικανοί φορτηγατζήδες που δεν μπορούν να οδηγήσουν τα φορτία τους πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ παρά τις διατάξεις της NAFTA για το αντίθετο.

Παρά τους περιορισμούς αυτούς, τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικανοί ηγέτες υποστήριξαν σε μεγάλο βαθμό το ελεύθερο εμπόριο -μέχρι πρόσφατα. Αλλά όχι ο Τραμπ. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016, οι κραυγές του υπέρ του προστατευτισμού συγκλόνισαν πολλούς παρατηρητές, οι οποίοι τους είδαν ως κάτι μακράν της κύριας τάσης. Ωστόσο, δεν τις έκρυψε˙ επέμεινε σε αυτές. Και κέρδισε. Από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Trump έμεινε στην ατζέντα του κατά του εμπορίου. Απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την κοπιαστικά διαπραγματευμένη Trans-Pacific Partnership και απείλησε να ανατρέψει τη NAFTA πριν διαπραγματευθεί μια νέα εμπορική συμφωνία με τον Καναδά και το Μεξικό˙ έχει επιβάλλει δασμούς για τον εισαγόμενο χάλυβα και το αλουμίνιο, ξεκίνησε εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και εξέφρασε εχθρότητα προς άλλες εμπορικές συμφωνίες. Παρά την παραδοσιακή στήριξη του GOP [στμ: δηλαδή των Ρεπουμπλικανών] προς το ελεύθερο εμπόριο, τα Ρεπουμπλικανικά μέλη του Κογκρέσου φάνηκαν να συμπλέουν με τις επιθέσεις του Trump στο εμπόριο, και εκείνος φαίνεται ότι έχει πληρώσει ελάχιστο ή και καθόλου πολιτικό κόστος γι’ αυτούς.

Ο Trump μπόρεσε να ωθήσει τόσους πολλούς Αμερικανούς στην 16ου αιώνα σκέψη του, επειδή η πίστη της πλειοψηφίας των Αμερικανών στο ελεύθερο εμπόριο έχει ένα μίλι πλάτος αλλά μια ίντσα βάθος. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το επίπεδο στήριξης εξαρτάται από το τι εννοείται ως «ελεύθερο εμπόριο», πώς τίθεται το ερώτημα και πότε. Μεμονωμένα, η φράση «ελεύθερο εμπόριο» φαίνεται να αντιμετωπίζεται με έγκριση. Για παράδειγμα, μια δημοσκόπηση [6] από το NBC και την Wall Street Journal, τον Φεβρουάριο του 2017, ρώτησε τους Αμερικανούς: «Σε γενικές γραμμές, νομίζετε ότι το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και ξένων χωρών βοήθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες, πλήγωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες ή δεν έχει κάνει μεγάλη διαφορά ούτως ή άλλως;». Το ελεύθερο εμπόριο κέρδισε: Το 43% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι βοήθησε και το 34% δήλωσε ότι έβλαψε. Αυτό δεν είναι συντριπτικό, αλλά είναι καλά νέα για τους υπέρμαχους του ελεύθερου εμπορίου.

Ωστόσο, χρησιμοποιήστε την λέξη «παγκοσμιοποίηση» και η συμπεριφορά αλλάζει. Μια δημοσκόπηση [7] από το CBS και τους New York Times τον Ιούλιο του 2016 όρισε την «παγκοσμιοποίηση» ως την «αύξηση του εμπορίου, των επικοινωνιών, των ταξιδιών και άλλων πραγμάτων μεταξύ των χωρών του κόσμου». Μετά ρώτησε: «Γενικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν περισσότερα ή έχασαν περισσότερα λόγω της παγκοσμιοποίησης;». Η παγκοσμιοποίηση έχασε αυτή την δημοσκόπηση αποφασιστικά: 55% προς 35%.

Βάλτε οποιαδήποτε αναφορά στις θέσεις εργασίας στην ερώτηση και τα αποτελέσματα για το διεθνές εμπόριο γίνονται ακόμα χειρότερα. Μια δημοσκόπηση του CBS [7] το 2016 ρώτησε τους Αμερικανούς: «Συνολικά, θα λέγατε ότι το εμπόριο των ΗΠΑ με άλλες χώρες δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας για τις ΗΠΑ, χάνει περισσότερες θέσεις εργασίας για τις ΗΠΑ ή μήπως το εμπόριο των ΗΠΑ με άλλες χώρες δεν επηρεάζει τις θέσεις εργασίας των ΗΠΑ;». Περίπου το 15% των ερωτηθέντων έδωσε αυτό που οι οικονομολόγοι θα αποκαλούσαν σωστή απάντηση: Το εμπόριο έχει ελάχιστες ή καθόλου επιπτώσεις στον αριθμό των θέσεων εργασίας. Περίπου 7% δεν ήταν βέβαιοι. Μεταξύ των άλλων, το 29% πιστεύει ότι το εμπόριο δημιούργησε θέσεις εργασίας και το 48% πιστεύει ότι τις κατέστρεψε. Και σε μια δημοσκόπηση που διεξήχθη το ίδιο έτος από το Bloomberg, η οποία αντιπαραθέτει το κόστος των περιορισμών στις εισαγωγές και την προστασία των αμερικανικών θέσεων εργασίας, οι εμπορικοί περιορισμοί κέρδισαν: 65% προς 22%.

Φαίνεται ότι οι Αμερικανοί είναι υπέρ του εμπορίου στην θεωρία, αλλά συχνά όχι στην πράξη. Και η υποστήριξη εξασθενεί γρήγορα εάν το εμπόριο συνδέεται με θέσεις εργασίας ή με την παγκοσμιοποίηση. Το πιο σημαντικό, σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις, είναι ότι οι δημόσιες πεποιθήσεις σχετικά με το διεθνές εμπόριο διαφέρουν πάρα πολύ από τα βασικά μαθήματα της Οικονομικής Επιστήμης. Οπότε, αν η υπόθεση για το ελεύθερο εμπόριο είναι τόσο συναρπαστική, γιατί οι οικονομολόγοι απέτυχαν να την κάνουν πειστική;

ΑΠΛΩΣ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΣΩΣΤΑ

Ο πιο προφανής λόγος είναι ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι αντίθετο με την αρχική παρόρμηση [του οιουδήποτε]. Αυτό δεν ισχύει για τις περισσότερες μεγάλες ιδέες στα οικονομικά. Η ιδέα ότι η ζήτηση μειώνεται και η προσφορά αυξάνεται καθώς αυξάνονται οι τιμές, έχει ενστικτώδη λογική. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιδέα του αόρατου χεριού του Adam Smith -την ιδέα ότι οι αποκεντρωμένες αγορές παράγουν μια εκθαμβωτική ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών αποτελεσματικά, και τα φέρνουν στα χέρια των καταναλωτών που τα θέλουν (και μπορούν να τα αντέξουν οικονομικά).

Η υπόθεση για το εμπόριο είναι πιο δύσκολο να κατανοηθεί. Ας υποθέσουμε ότι η χώρα Α μπορεί να παράγει κάθε προϊόν φθηνότερα από την χώρα Β, χάρη είτε στους χαμηλότερους μισθούς της είτε στη μεγαλύτερη αποδοτικότητά της. Θα κερδίσουν και οι δύο χώρες από το εμπόριο; Ή οι θέσεις εργασίας θα βαρύνουν στην χώρα Α, αφήνοντας τους υψηλότερα αμειβόμενους μισθωτούς εργαζόμενους της χώρας Β άνεργους; Ο Ricardo ισχυρίστηκε ότι είναι το πρώτο, καθώς κάθε χώρα εκμεταλλεύεται το συγκριτικό της πλεονέκτημα εξειδικευόμενη στην παραγωγή διαφορετικών αγαθών. Αλλά το αφελές ένστικτο λέει ότι είναι το δεύτερο. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι οι ελεύθερες αγορές που στέλνουν τις δουλειές στους φθηνότερους παραγωγούς;

Χρειάζεται αρκετός χρόνος για να γίνει κατανοητό γιατί ο Ρικάρντο είχε δίκιο. Η βασική ιδέα του ήταν ότι αν οι χώρες Α και Β εμπορεύονται μεταξύ τους, η χώρα Α μπορεί να ειδικευτεί στο να παράγει αυτά στα οποία είναι καλύτερη, η χώρα Β μπορεί να ειδικευτεί στο να παράγει αυτά στα οποία είναι λιγότερο κακή, και τότε οι δύο χώρες μπορούν να εμπορευτούν προς αμοιβαίο όφελος. Οι φοιτητές μου στην οικονομία πρέπει να ακούσουν υπομονετικά για 50 λεπτά ενώ εξηγώ το συγκριτικό πλεονέκτημα και ανατρέπω τα επιχειρήματα εναντίον του. Οι θεατές των τηλεοπτικών διαφημίσεων [διάρκειας] 30 δευτερολέπτων δεν έχουν καμία τέτοια υποχρέωση. Η σκληρή αλήθεια είναι ότι οι περίπλοκες ιδέες είναι δύσκολο να πείσουν.

Ωστόσο, η έλλειψη κατανόησης δεν είναι ο μόνος λόγος για τον δημόσιο σκεπτικισμό σχετικά με τις αρετές του εμπορίου. Μερικοί άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν την θεωρία ανεκτά καλά, αλλά εξακολουθούν να έχουν καλούς λόγους για να αντιταχθούν στα ανοίγματα του εμπορίου. Η θεωρία του στοιχειώδους εμπορίου δείχνει ότι κάθε κίνηση προς το ελεύθερο εμπόριο δημιουργεί τόσο νικητές όσο και ηττημένους, σχεδόν όπως και κάθε οικονομική αλλαγή. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μειώσουν ή εξαλείψουν τους δασμούς για τον χάλυβα, για παράδειγμα, η άφιξη περισσότερου ξένου χάλυβα θα βλάψει τις εγχώριες χαλυβουργίες και θα κοστίσει σε μερικούς Αμερικανούς χαλυβουργούς τις δουλειές τους. Αυτοί οι άνθρωποι δικαίως θα θεωρήσουν τους εαυτούς τους ως θύματα του εμπορίου. Το ότι άλλοι Αμερικανοί –ας πούμε, οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι υπάλληλοί τους- είναι κερδισμένοι από το ίδιο εμπόριο, θα είναι μικρή παρηγοριά.

Η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος υποστηρίζει ότι τα κέρδη από το εμπόριο στο έθνος συνολικά υπερβαίνουν τις ζημίες. Αυτό ανοίγει μια πιθανότητα που η πολιτική των ΗΠΑ σπανίως εκμεταλλεύτηκε: Οι κερδισμένοι θα μπορούσαν, καταρχήν, να αποζημιώσουν τους χαμένους και να τους μείνει και πάλι κάτι για τους εαυτούς τους. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε σε όλους να κερδίζουν από το εμπόριο. Όμως, διαδοχικές διοικήσεις των ΗΠΑ, όπως και κυβερνήσεις άλλων χωρών, δεν κατάφεραν να κάνουν τίποτα ούτε καν ελάχιστα κοντά σε αυτό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάποια πενιχρά προγράμματα αποζημίωσης. Το Trade Adjustment Assistance, για παράδειγμα, προσφέρει χρήματα στους ανθρώπους που έχουν χάσει την δουλειά τους από τον ξένο ανταγωνισμό για επανεκπαίδευση και επιπλέον εισόδημα ενώ είναι άνεργοι. Ωστόσο, το ΤΑΑ δεν χρηματοδοτείται επαρκώς, είναι δύσκολη η πρόσβαση σε αυτό και φθάνει σε λίγους εκτοπισμένους εργαζόμενους. Κατ’ αρχήν, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να το βελτιώσει Στην πράξη, ωστόσο, στους Ρεπουμπλικανούς δεν αρέσει το πρόγραμμα, και οι οργανωμένοι εργαζόμενοι μερικές φορές το χλευάζουν, αποκαλώντας το «ασφάλιση ταφής». Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις προτιμούν τις θέσεις εργασίας έναντι της «ευημερίας». Αυτή η στάση, αν και κατανοητή, δημιουργεί ένα αξεπέραστο εμπόδιο στην δημιουργία μιας καλύτερης πολιτικής. Ένα υπέρ του εργατικού δυναμικού πρόγραμμα που δεν θα υποστηρίζεται από τους οργανωμένους εργαζόμενους, πολιτικά, δεν θα πάει πουθενά.

Ο τρόπος που κατανέμονται τα κέρδη και οι ζημίες από την απελευθέρωση του εμπορίου καθιστά ακόμη πιο δύσκολες τις πολιτικές των εμπορικών συμφωνιών. Τις περισσότερες φορές, τα κέρδη είναι ευρέως διαδεδομένα αλλά μικρά για κάθε άτομο, κάνοντάς τα σχεδόν αόρατα στους περισσότερους ανθρώπους. Οι απώλειες, αντιθέτως, είναι συγκεντρωμένες, είναι πολύ ορατές και πλήττουν καλά καθορισμένες [πληθυσμιακές] ομάδες. Όταν πρόκειται για την εξομάλυνση αυτών των κερδών και ζημιών, ο οικονομικός υπολογισμός ουσιαστικά ευνοεί πάντα το ελεύθερο εμπόριο, αλλά ο πολιτικός υπολογισμός συχνά δεν το κάνει. Τα κέρδη και οι απώλειες είναι τα ίδια, αλλά τα οικονομικά και η πολιτική τοποθετούν πολύ διαφορετικά βάρη πάνω τους. Αυτό είναι πιθανόν ένα άλυτο πρόβλημα.

Δείτε τις περίφημες ποσοστώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για την ζάχαρη. Σχεδόν κάθε αμερικανική οικογένεια πληρώνει περισσότερα για ζάχαρη εξαιτίας αυτών. Προσθέστε τα όλα μαζί και γίνονται πολλά χρήματα. Αλλά κανένας μεμονωμένος αγοραστής ζάχαρης δεν θα κινητοποιηθεί για πολιτική δράση για να εξοικονομήσει μερικά δολάρια το χρόνο. Αντιστοιχίστε αυτό με την βιομηχανία ζαχαρότευτλων των ΗΠΑ. Οι ποσοστώσεις μπορεί να είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει μεταξύ των επιχειρήσεων και της εξαφάνισής τους και μεταξύ των εργαζομένων και της ανεργίας. Για αυτούς, αξίζει να πάνε στο πολιτικό πεδίο για να διατηρήσουν τις ποσοστώσεις. Έτσι ναι, το ελεύθερο εμπόριο εξυπηρετεί το ευρύ δημόσιο συμφέρον. Αλλά θα υπάρχουν πάντα οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι που πλήττονται από το εμπόριο και κάνουν έκκληση για προστασία.

Επιπλέον, οι οικονομολόγοι και άλλοι υποστηρικτές του ελεύθερου εμπορίου δεν είναι οι μόνοι που προσπαθούν να πείσουν υπέρ αυτού -και σίγουρα όχι οι πιο ζωηροί. Σε ένα περίφημο απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Πλούτος των Εθνών», ο Smith παρατήρησε ότι η υπόθεση για το ελεύθερο εμπόριο «είναι τόσο πολύ προφανής που … δεν θα μπορούσε [ποτέ] να αμφισβητηθεί, αν η ιδιοτελής σοφιστεία των εμπόρων και των μεταποιητών δεν συγχεόταν με την κοινή λογική της ανθρωπότητας». Η ιδιοτελής σοφιστεία δεν τελείωσε το 1776, όταν δημοσιεύθηκε αυτό το βιβλίο. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη μαζική επικοινωνία και η δημοκρατική πολιτική που βασίζεται στην άσκηση πιέσεων (lobbying) την έχουν καταστήσει πιο ισχυρή από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο ισχυρή από την καθαρή λογική.
Το σχίσμα μεταξύ των οικονομικών και των πολιτικών στάσεων είναι βαθύτερο από αυτό που κάποτε ο οικονομολόγος Charles Schultze αποκαλούσε «η αρχή του να μην κάνεις καμιά άμεση ζημιά». Στην θορυβώδη δραστηριότητα της σύγχρονης οικονομίας, οι άνθρωποι πλήττονται συνεχώς από οικονομικές αλλαγές πέρα από τον έλεγχό τους. Τις περισσότερες φορές, αυτή η βλάβη δεν έχει μια προφανή αιτία. Αλλά αν μπορεί να εντοπιστεί άμεσα στις κυβερνητικές ενέργειες, θα υπάρξει βαρύ πολιτικό κόστος να πληρωθεί -και οι πολιτικοί το ξέρουν.

Κατά μια έννοια, το εμπόριο δεν θα έπρεπε να υποφέρει από αυτό το πρόβλημα. Εξάλλου, το ελεύθερο εμπόριο είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων, ακόμη και αν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν. Εάν οι κυβερνήσεις δεν έφτιαχναν εμπόδια στα σύνορα, τα αγαθά και οι υπηρεσίες θα έρεαν ελεύθερα σε αυτά. Απλά δείτε τα φορτηγά που πηγαίνουν πέρα δώθε μέσω της σήραγγας Lincoln μεταξύ Νέας Υόρκης και Νιού Τζέρσεϋ κάθε μέρα. Αυτό το φυσικό εμπόριο δημιουργεί συνεχώς νικητές και ηττημένους, χωρίς καμία κυβερνητική δράση. Αλλά οι εμπορικές συμφωνίες είναι κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για εσκεμμένες, αξιοσημείωτες ενέργειες από τις κυβερνήσεις. Έχουν το «made in Washington» σφραγισμένο παντού πάνω τους. Έτσι, οι ηττημένοι γνωρίζουν ακριβώς ποιον να κατηγορήσουν.

Ο τρόπος που γίνονται οι εμπορικές συμφωνίες, επίσης δεν βοηθά την δημοτικότητά τους. Προκειμένου να περάσουν μέσω του Κογκρέσου, οι εμπορικές συμφωνίες χρειάζονται πολιτική στήριξη. Ωστόσο, οι ομάδες συμφερόντων των καταναλωτών είναι συνήθως σιωπηλές ή ανίσχυρες. Έτσι, οι υποστηρικτές στρέφονται σε μεγάλες εταιρείες που αναζητούν πρόσβαση σε ξένες αγορές. Αυτό το είδος συμμαχίας μπορεί να λειτουργήσει, αλλά έχει μειονεκτήματα. Πρώτον, το να αντιμετωπίζονται οι υψηλότερες εξαγωγές ως ο κύριος στόχος, προσθέτει πολιτικό βάρος στις μερκαντιλιστικές διαθέσεις. Δεύτερον, ενισχύει την εικόνα της αριστεράς σχετικά με το ελεύθερο εμπόριο ως μέρος της ατζέντας των επιχειρήσεων. Πριν από τον Trump, στο κάτω-κάτω, το αίσθημα υπέρ του προστατευτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες προερχόταν κυρίως από τους Δημοκρατικούς.

ΛΟΥΔΙΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΡΚΑΝΤΙΛΙΣΤΕΣ

Υπάρχει μια εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ της αποτυχίας των Λουδιτών, εκείνων των κλωστοϋφαντουργών του 19ου αιώνα που έσπαζαν τις κλωστοϋφαντουργικές μηχανές στην Αγγλία, και της διαρκούς γοητείας του μερκαντιλισμού. Η τεχνολογία και το εμπόριο φαίνεται να καταλαμβάνουν πολύ διαφορετικές θέσεις στο μυαλό του κοινού. Ο Ned Lud έχασε το επιχείρημα. Ο Sir Thomas Smith κρατιέται εκεί.

Οι νέες τεχνολογίες καταστρέφουν (και δημιουργούν) πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες το εμπόριο. Ωστόσο, παρά τους σποραδικούς φόβους για τα ρομπότ, είναι δύσκολο να βρεθεί κανείς σήμερα που να υποστηρίζει την παρεμπόδιση της τεχνολογικής προόδου με το σκεπτικό ότι θα κοστίσει θέσεις εργασίας. Αντίθετα, οι απώλειες θέσεων εργασίας που προκλήθηκαν από την τεχνολογική πρόοδο αγνοούνται ως αναπόφευκτες, ως μέρος του τιμήματος της προόδου. Αλλά οι απώλειες θέσεων εργασίας που οφείλονται στο εμπόριο αποδίδονται σε συγκεκριμένους κακούς, και οι άνθρωποι προσπαθούν να τους αποτρέψουν.

Οι οικονομολόγοι βλέπουν τις τεχνολογικές βελτιώσεις και το πιο ελεύθερο εμπόριο ως [θέματα] παρόμοια ως προς τις επιπτώσεις τους. Και τα δύο προσφέρουν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στην πλειοψηφία σε βάρος της εκτόπισης θέσεων εργασίας για τη μειονότητα. Εξάλλου, οι βελτιώσεις στην τεχνολογία αποτέλεσαν πρωταρχικά κίνητρα για την επέκταση του διεθνούς εμπορίου. Η εφεύρεση πλοίων ικανών να ταξιδεύουν σε μεγάλες αποστάσεις, τα αεριωθούμενα αεροσκάφη, τα ναυτιλιακά εμπορευματοκιβώτια (containers) και οι τηλεπικοινωνίες πιθανότατα συνέβαλαν περισσότερο στην τόνωση του εμπορίου από όσο όλες οι εμπορικές συμφωνίες που έτυχαν διαπραγμάτευσης ποτέ.

Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι -και επομένως οι πολιτικοί που τους εκπροσωπούν- δεν βλέπουν καμία αντίφαση στην υποστήριξη της τεχνολογικής προόδου, ενώ αντιτίθενται στο πιο ελεύθερο εμπόριο. Η οργή κατά των μηχανών μοιάζει να είναι ηλίθια, αλλά όχι η οργή κατά των αλλοδαπών. Η πολιτική λειτουργεί επίσης καλύτερα. Σε αντίθεση με την Silicon Valley, οι ξένοι εξαγωγείς δεν έχουν εκπροσώπους στο Κογκρέσο (αν και μισθώνουν λομπίστες) και γίνονται βολικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι για δημαγωγούς όπως ο Trump.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΚΟΣΜΟΙ

Όσο σημαντικά κι αν είναι η έλλειψη δημόσιας κατανόησης και τα διεστραμμένα πολιτικά κίνητρα, ο μοναδικός σημαντικότερος λόγος για τον οποίο οι οικονομολόγοι δεν μπορούν να πείσουν υπέρ του ελεύθερου εμπορίου ίσως να είναι φιλοσοφικός: Η κοσμοθεωρία που στηρίζει την διδαχή των οικονομικών διαφέρει δραματικά από την κοσμοθεωρία των περισσότερων ανθρώπων.

Οι οικονομολόγοι βλέπουν τους κεντρικούς στόχους ενός οικονομικού συστήματος ως παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και στην συνέχεια την διανομή τους στους ανθρώπους που τα θέλουν. Κάθε βιβλίο στοιχειώδους οικονομίας περιγράφει αυτούς τους στόχους, επισημαίνει πόσο καλά τους πραγματοποιούν οι ελεύθερες αγορές, και στην συνέχεια επισημαίνει μερικούς προβληματικούς τομείς στους οποίους οι αγορές δεν τα πάνε αρκετά καλά (π.χ. ρύπανση). Η εστίαση των οικονομολόγων αφορά αποκλειστικά στην ευημερία των καταναλωτών.

Η ευημερία των παραγωγών είναι δευτερεύουσα -εάν μπαίνει καν στην εικόνα. Στο όραμα των οικονομολόγων, οι επιχειρήσεις υπάρχουν για να εξυπηρετούν τον τελικό στόχο της ευημερίας των καταναλωτών. Η εργασία είναι κάτι που κάνουν οι άνθρωποι για να κερδίσουν το εισόδημα που χρειάζονται για να στηρίξουν την κατανάλωσή τους. Δεν είναι αυτοσκοπός ούτε άμεση πηγή ικανοποίησης ή αυταξίας. Τα συμφέροντα των παραγωγών, συμπεριλαμβανομένης της αξίας που οι άνθρωποι παίρνουν από τις δουλειές τους, μετράνε ελάχιστα ή καθόλου στον καθιερωμένο οικονομικό λογισμό. Στην πραγματικότητα, η εργασία βαθμολογείται ως κάτι αρνητικό -κάτι που οι άνθρωποι αντιπαθούν και το κάνουν μόνο για να στηρίξουν την κατανάλωσή τους.

Αλλά τι γίνεται αν οι οικονομολόγοι έχουν κάνει λάθος σε αυτό; Τι γίνεται αν οι άνθρωποι ενδιαφέρονται πολύ (ή περισσότερο) για τον ρόλο τους ως παραγωγοί -για την δουλειά τους όπως συμβαίνει για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που καταναλώνουν; Αυτό θα σήμαινε ότι οι οικονομολόγοι έχουν ακολουθήσει λάθος δρόμο για περισσότερο από δύο αιώνες. Ίσως ο κόσμος θεωρεί ότι ο κεντρικός στόχος ενός οικονομικού συστήματος είναι να παρέχει καλές αμειβόμενες θέσεις εργασίας, όχι να παράγει φθηνά αγαθά. Αν είναι έτσι, η καθιερωμένη υπόθεση περί ελεύθερου εμπορίου εξαϋλώνεται. Το επιχείρημα υπέρ του εμπορίου θα πρέπει λοιπόν να βασίζεται στην ιδέα -που επίσης βρίσκεται και στον Ricardo- ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα μετακινεί τους ανθρώπους σε θέσεις εργασίας όπου είναι πιο παραγωγικοί και συνεπώς κερδίζουν περισσότερα. Αυτό φαίνεται να είναι πιο δύσκολο να πείσει και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι το στοίχημα που κάνουν οι οικονομολόγοι εδώ και αιώνες.

Η οπτική του παραγωγού φαίνεται να κυριαρχεί στην κοινή γνώμη. Μια δημοσκόπηση το 2016 από το Bloomberg, για παράδειγμα, ρώτησε τους Αμερικανούς εάν θα πλήρωναν λίγο περισσότερο για εγχώρια παραγόμενα εμπορεύματα. Ακόμη και χωρίς άμεση αναφορά στην διάσωση θέσεων εργασίας, τα αποτελέσματα ήταν μονόπλευρα: Το 82% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν λίγο περισσότερο˙ μόνο το 13% ήθελε τις χαμηλότερες τιμές. Μια δημοσκόπηση της Quinnipiac την ίδια χρονιά έθεσε μια παρόμοια ερώτηση, ρωτώντας αν θα υποστήριζαν επαναδιαπραγματευμένες εμπορικές συμφωνίες, ακόμη και αν αυτό σήμαινε την πληρωμή υψηλότερων τιμών. Και πάλι, ούτε οι θέσεις εργασίας ούτε οι εισαγωγές αναφέρθηκαν απευθείας. Αλλά και πάλι, η κοινή γνώμη ήταν συντριπτικά υπέρ του προστατευτισμού: Το 64% ήταν διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερα για τα προϊόντα που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ και μόνο το 28% δεν ήταν.

Τα λόγια είναι φθηνά, φυσικά. Ίσως οι καταναλωτές δεν θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα για να αγοράσουν εγχώρια και όχι ξένα προϊόντα. Στο κάτω-κάτω, συχνάζουν στο Walmart και σε άλλα μεγάλα εμπορικά λιανικής, όπου τα εισαγόμενα προϊόντα στοιχίζονται στα ράφια. Αλλά ακόμα κι αν οι απόψεις που εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις δεν έχουν μεγάλη επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο ψωνίζουν οι άνθρωποι, αυτές οι απόψεις μπορεί να εξακολουθούν να αντηχούν στους πολιτικούς.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΕΙΘΩ;

Παρόλο που δεν υπάρχουν γρήγορες λύσεις στο πρόβλημα της πειθούς του κοινού περί το ελεύθερο εμπόριο -είναι απλώς κάτι πολύ δύσκολο- υπάρχουν ορισμένα πράγματα που μπορούν και πρέπει να κάνουν οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί, τα οποία θα μπορούσαν να μαλακώσουν την αντίθεση προς το ελεύθερο εμπόριο.

Η Ουάσινγκτον πρέπει να αφιερώσει περισσότερα χρήματα στο πρόγραμμα ΤΑΑ, να το καταστήσει απλούστερο και ευκολότερο στην πρόσβαση και να εντείνει τις προσπάθειές της για να μεταφέρει τους εκτοπισμένους σε νέες θέσεις εργασίας. Αυτή την στιγμή, το ΤΑΑ είναι ένας γραφειοκρατικός λαβύρινθος για να πλοηγηθεί κάποιος -και είναι υποχρηματοδοτημένο εξαρχής. Θα πρέπει να είναι ευκολότερο για εκείνους που χρειάζονται τα οφέλη ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτά.

Οι οικονομολόγοι θα μπορούσαν επίσης να προσπαθήσουν να συνδέσουν το εμπόριο πιο κοντά με την τεχνολογία στο μυαλό των ανθρώπων. Η ελπίδα εδώ είναι ότι το ξεκαθάρισμα των ομοιοτήτων μεταξύ των δύο θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποια αθωότητα εκ της συνάφειας. Για παράδειγμα, οι online αγορές γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς. Εάν τα αγαθά φτιάχνονται στο εξωτερικό, οι ηλεκτρονικές αγορές γίνονται απλώς οι τελευταίες τεχνολογικές καινοτομίες που προωθούν το εμπόριο. Επιθυμούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν την Amazon; Μια τέτοια καμπάνια πιθανότατα δεν θα λειτουργούσε, αλλά δεν θα κοστίσει πολύ να την προσπαθήσουμε.

Θα κοστίσει ακόμα λιγότερο να αποτρέψουμε τους οικονομολόγους να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τον αποτρεπτικό όρο «κόστος μετάβασης» για να αναφερθούν σε απώλειες θέσεων εργασίας εξαιτίας του εμπορίου. Ένας 55χρονος χαλυβουργός που χάνει την δουλειά του στο Οχάιο δεν θα βρει παρηγοριά στο γεγονός ότι δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας στην κατασκευή αεροσκαφών στο Σιάτλ. Ούτε θα πρέπει. Γι’ αυτόν, η «μετάβαση» μπορεί να διαρκέσει το υπόλοιπο της εργασιακής ζωής του.

Αυτά είναι όλα πράγματα που μπορούν να κάνουν οι οικονομολόγοι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, αν και δεν είναι σαφές εάν θα λειτουργούσαν. Δυστυχώς, υπάρχει μια μεγαλύτερη και πολύ πιο σημαντική λίστα με πράγματα που πιθανώς δεν μπορούν να αλλάξουν. Η αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος είναι πραγματικά αντίθετη στα [ανθρώπινα] ένστικτα και επομένως δύσκολο να πωληθεί σε ένα κοινό που έχει πολλές άλλες απαιτήσεις στην προσοχή του. Ο πολιτικός υπολογισμός πραγματικά είναι εγγενώς προκατειλημμένος έναντι του ελεύθερου εμπορίου. Οι πολιτικοί που ψηφίζουν υπέρ εμπορικών συμφωνιών δεν μπορούν να αποφύγουν την ευθύνη για τυχόν απώλειες που προκύπτουν. Η αριστερά θα πιστεύει πάντα ότι το εμπόριο ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Επί αιώνες, οι δημαγωγοί κατηγορούσαν τους αλλοδαπούς για εγχώρια δεινά˙ δεν πρόκειται να σταματήσουν οποτεδήποτε σύντομα. Και το πιο θεμελιώδες, εάν οι καταναλωτές ενδιαφέρονται περισσότερο για καλές θέσεις εργασίας από όσο για φθηνά αγαθά, τα τυπικά επιχειρήματα για το εμπόριο δεν θα τους πείσουν. Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, ίσως οι οικονομολόγοι θα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί που το διεθνές εμπόριο δεν είναι σε ακόμη χειρότερη κατάσταση από όσο είναι ήδη.

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Advice-Dissent-America-Economics-Politics/dp/0465…
[2] https://twitter.com/realdonaldtrump/status/1069970500535902208
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-06-13/truth-about-trade
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-11-06/trade-under-trump
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-05-04/what-tr…
[6] http://www.pollingreport.com/trade.htm
[7] https://www.realclearpolitics.com/docs/2016/CBS_NYT_July_2016.pdf

Ο ALAN S. BLINDER είναι καθηγητής Οικονομικών και Δημοσίων Υποθέσεων στην έδρα Gordon S. Rentschler Memorial στο Πανεπιστήμιο του Princeton και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Advice and Dissent: Why America Suffers When Economics and Politics Collide [1].

*Το δοκίμιο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 59 (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

foreignaffairs.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ