“Μιλάμε για έγκλημα” του Γιώργου Μελιγγώνη

Ούτε τη μύτη τους, ή…

Δεν χρειάζεται να βάλει καν κανείς σε ένα κομμάτι χαρτί τα
περιστατικά και τις δηλώσεις που τεκμαίρουν πόσες φορές έχει
διαψευσθεί η κυβέρνηση σε όλα όσα μας έχει πει τον τελευταίο
ενάμιση χρόνο για την εξέλιξη της πανδημίας: και μόνο οι
διαβεβαιώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για το «τελευταίο μίλι»
που υποτίθεται διανύαμε τον περασμένο Φεβρουάριο ή η
περίφημη δήλωσή του πώς «θα νικήσουμε στη μάχη της
οικονομίας όπως νικήσαμε (!) και στη μάχη με τον κορωνοϊό» είναι
αρκετές για να καταστήσουν σαφές ότι η κυβέρνηση πολλές φορές
δεν μπορούσε να δει πέρα από τη μύτη της.

Το χειρότερο, όμως, όλων είναι πως πλέον δεν μιλάμε για μάχη με έναν «άγνωστο
εχθρό», ούτε για ασφυκτικά χρονικά περιθώρια. Κουβεντιάζουμε τα
ίδια πράγματα εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, από τον Ιανουάριο του
2020 όταν βλέπαμε σιγά σιγά τον κορωνοϊό να ρίχνει βαριά τη σκιά
του σε όλο τον κόσμο, επεκτεινόμενος από την «καταραμένη
«Γουχάν», εκεί που εντοπίστηκε για πρώτη φορά.

Δύο χρόνια, λοιπόν, που συμπληρώνονται σε ενάμιση μήνα, είναι ικανός
χρόνος για να ακυρώσει κάθε πρόσχημα, δικαιολογία ή
«ελαφρυντικό». Εντάξει, ίσως δύο ή τρεις μήνες δεν φτάνουν για
να αραιώσει κάποιος αποτελεσματικά τα τμήματα των τάξεων.
Όμως, δύο χρόνια είναι αρκετά –υπεραρκετά για την ακρίβεια.

Εντάξει, δύο ή τρεις μήνες ίσως δεν φτάνουν για να
αναδιοργανώσει κανείς τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Όμως, δύο
χρόνια είναι παραπάνω από αρκετά και η πανάκριβη
χρονομίσθωση μεταχειρισμένων πετρελαιοκίνητων λεωφορείων
προφανώς δεν αποτελεί ιδεατό αποτέλεσμα.

Και το σημαντικότερο απ’ όλα: εντάξει, δύο μήνες μπορεί να μην
είναι αρκετοί για να βρεθούν και να προσληφθούν εκατοντάδες
γιατροί και χιλιάδες νοσηλευτές, που χρειάζονται τα νοσοκομεία για

να κλείσουν τα κενά και να μπορέσουν να σηκώσουν τις εξάρσεις
των διαρκώς εναλλασσόμενων και επαναλαμβανόμενων επιδημικών κυμάτων.

Όμως, δύο χρόνια είναι υπεραρκετά για να εξαντλήσει κανείς τον κατάλογο των υποψηφίων προς πρόσληψη γιατρών, να κάνει μόνιμες προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτών,
να εντοπίσει πόσοι εντατικολόγοι, αναισθησιολόγοι, πνευμονολόγοι και παθολόγοι κυκλοφορούν στην «πιάτσα» και να τούς δώσει επαρκή κίνητρα για να συστρατευθούν στο ΕΣΥ.

Ακόμη και πρόγραμμα επαναπατρισμού γιατρών από το εξωτερικό
μπορεί να καταρτίσει κάποιος σε δύο χρόνια –αρκεί να μην έχει την
ψευδαίσθηση ότι ένας Έλληνας γιατρός που κάνει καριέρα στην
Βρετανία ή την Γερμανία θα έρθει να κάνει εφημερίες του τρόμου
στο ΕΣΥ για ένα χιλιάρικο τον μήνα.

Ταυτοχρόνως, δύο χρόνια είναι παραπάνω από αρκετά για να
μάθει κανείς από τα παθήματα του παρελθόντος. Να μάθει τί
συμβαίνει όταν ο ΕΟΔΥ δεν κάνει ιχνηλάτηση, να μάθει ότι
γινόμαστε Μπέργκαμο κάθε φορά που τα επιδημικά κύματα είναι
σε έξαρση, να διαπιστώσει ότι ο ιός δεν είναι τόσο εύκολο να
τελειώσει και να εξαφανιστεί.

Η κυβέρνηση έχει κηρύξει τρεις τουλάχιστον φορές το τέλος της
πανδημίας και κάθε φορά διαψεύδεται με τρόπο χειρότερο από την
προηγούμενη. Κατά συνέπεια, αφού δεν έχουν μάθει τίποτα από
το παρελθόν, προφανώς το συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνώντες
όχι μόνο δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν τις εισηγήσεις των
επιστημόνων, αλλά δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους.
Και αυτό είναι το καλό σενάριο, διότι το κακό είναι να ξέρουν ότι
δεν τελειώνει τίποτα, αλλά η «αλλεργία» τους προς καθετί δημόσιο
να τούς έχει κάνει να επιδιώκουν να περάσει «τσάτρα-πάτρα» η
Ελλάδα την πανδημία, χωρίς να χρειαστούν πρόσθετες επενδύσεις
στα νοσοκομεία, τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, τα σχολεία.
Μόνο που αν ισχύει αυτό το δεύτερο, το κακό σενάριο, τότε δεν
μιλάμε απλώς για πολιτική επιλογή.

Μιλάμε για έγκλημα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ