Πρόωρες εκλογές μέσω… Φρανκφούρτης;

του Γιώργου Μελιγγώνη

Θεωρητικά -και εφόσον η διαχείριση της πανδημίας ή η ακρίβεια που δείχνει τα δόντια της δεν φέρουν καταλυτικές αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς μέσα στον χειμώνα- είναι μάλλον λίγα τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να επικαλεστεί κάποιος σύμβουλος του πρωθυπουργού για να τον πείσει να προχωρήσει σε εκλογικό αιφνιδιασμό είτε την Άνοιξη του 2022 είτε το φθινόπωρο της χρονιάς.

Εξάλλου, αυτή τη στιγμή, με την άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που απολαμβάνει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αυτό που λέμε «και το μαχαίρι και το πεπόνι». Άλλωστε, με την κυβερνητική φθορά να έχει ήδη αρχίσει να κάνει στα σοβαρά την εμφάνισή της, ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει εκ των προτέρων πως αν κάνει εκλογές, σίγουρα δε θα είναι σε καλύτερη θέση από τώρα: στις πρώτες εκλογές, που θα διεξαχθούν με απλή αναλογική, η αυτοδυναμία θα είναι όνειρο απατηλό, ενώ στις δεύτερες, που θα διεξαχθούν με την ενισχυμένη αναλογική που ψήφισε η παρούσα κυβέρνηση, η ΝΔ θα χρειάζεται 38% για να έχει οριακή κοινοβουλευτική αυτοδυναμία της τάξης των 151 βουλευτών. Αν, λοιπόν, θεωρηθεί βέβαιο ότι δεν είναι δυνατόν να μην εισπράξει φθορά η κυβέρνηση έπειτα από 2,5-3 χρόνια άσκησης εξουσίας, τότε ακόμη και το σενάριο των διπλών εκλογών κάθε άλλο παρά διασφαλίζει στον Κυριάκο Μητσοτάκη μία εύκολη και άνετη ανανέωση της παραμονής της ΝΔ στην εξουσία.

Κι όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και υπάρχει ένα ενδεχόμενο που, αν επιβεβαιωθεί, μπορεί να αποτελεί τον ισχυρότερο λόγο για να κάνει εκλογές ο πρωθυπουργός. Όχι, δεν πρόκειται για τις εισηγήσεις «να προλάβει τη φθορά». Όχι, ούτε για τις εισηγήσεις «να τελειώσει τον Τσίπρα». Άλλωστε, στο Μαξίμου έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται -κάπως αργά είναι η αλήθεια- ότι ο άνθρωπος που πήρε τον ΣΥΡΙΖΑ στο 4% το 2008, τον πήγε στο 27% το 2012 και τον έκανε κυβέρνηση το 2015, δικαιούται να έχει όσες ευκαιρίες θέλει. Και αυτό ουδείς εκ των στελεχών της Κουμουνδούρου μπορεί να το αμφισβητήσει…

Ο λόγος, όμως, που θα μπορούσε ο πρωθυπουργός να σκεφτεί τις κάλπες θα ήταν κάποιες καταλυτικές αποφάσεις για την λειτουργία της Ευρωζώνης, που αν ληφθούν, η Ελλάδα θα απειλείται να γυρίσει πίσω στη δραματική εποχή των Μνημονίων.

Η Moody’s το τελευταίο διάστημα έχει αναβάλει δύο φορές την αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας, εξηγώντας ότι αν η ΕΚΤ σταματήσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα μετά το τέλος της έκτακτης χρηματοδότησης λόγω πανδημίας, τότε η κατάσταση θα αλλάξει άρδην: ως τώρα, το εν λόγω πρόγραμμα έχει ημερομηνία λήξης τον Μάρτιο του 2022 και δεν έχει ληφθεί απόφαση κάποιας παράτασης. Αν, λοιπόν, η Κριστίν Λαγκάρντ υποκύψει στις πιέσεις των «τσιγκούνηδων του Βορρά» και του νέου γερμανού υπουργού Οικονομικών, του «μικρού Σόιμπλε» Κρίστιαν Λίντνερ, τότε η ΕΚΤ θα ανανεώνει όσα ομόλογα λήγουν, αλλά δε θα αγοράζει νέα. Αυτό σημαίνει ότι όσοι τόσο καιρό αγόραζαν ελληνικά ομόλογα με πολύ χαμηλά επιτόκια γνωρίζοντας ότι όποτε θέλουν θα μπορούσαν να τα «ξεφορτώσουν» στην ΕΚΤ, δε θα το κάνουν πια. Το επιτόκιο θα ανέβει, η πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές θα γίνει δύσκολη και θα αρχίσει να μας κυνηγάει το θηριώδες 205%, δηλαδή το ποσοστό του δημόσιου χρέους μας. Και όταν τα έκτακτα προγράμματα χρηματοδότησης θα έχουν τελειώσει, οι «ρήτρες διαφυγής» θα αποτελούν παρελθόν και η Ευρωζώνη θα επιστρέψει στο Σύμφωνο Σταθερότητας και τους δημοσιονομικούς κανόνες -έστω και με λίγο πιο χαλαρούς όρους από το παρελθόν- τότε η Ελλάδα θα φαντάζει πάλι ως ο «μεγάλος ασθενής» στη ζώνη του ευρώ.

Αυτονοήτως, τους επόμενους μήνες θα διεξαχθεί στο πλαίσιο της Ευρωζώνης μία πολύ σκληρή διαπραγμάτευση, που θα ξεκινήσει από τον Γιάννη Στουρνάρα στο Δ.Σ. της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη και θα φτάσει ως τον πρωθυπουργό στις Συνόδους Κορυφής και τον υπουργό Οικονομικών στα Eurogroup και τα Ecofin. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, της διαπραγμάτευσης είναι αβέβαιο και, όταν αυτό αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται, τότε ο πρωθυπουργός θα πάρει τις αποφάσεις του, γνωρίζοντας ότι τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Και ίσως τότε, μία δικομματική ή και τρικομματική κυβέρνηση μέσω της απλής αναλογικής να μην φαίνεται και τόσο κακή ιδέα, ώστε να μοιραστεί το κόστος από τις δύσκολες αποφάσεις που θα κυοφορούνται στις Βρυξέλλες…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ