Προκόπιος Παυλόπουλος: Οι σκέψεις του Αριστοτέλους περί Επιείκειας και Διαιτησίας παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρες

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Προκόπιος Παυλόπουλος: Οι σκέψεις του Αριστοτέλους περί Επιείκειας και Διαιτησίας παραμένουν, και σήμερα, εξαιρετικά επίκαιρες στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου και ιδίως του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΜΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982

Μιλώντας στο Διαδικτυακό Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, που οργάνωσε το «Διεπιστημονικό Κέντρο Αριστοτελικών Μελετών» του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με γενικό θέμα «Ο Αριστοτέλης και οι Επιστήμες», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το ειδικότερο θέμα : «Η επικαιρότητα της θεωρίας του Αριστοτέλους περί Επιείκειας στο πεδίο του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου». Κατά την ομιλία του αυτή ο κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Η Επιστημονική Κοινότητα, διεθνώς, δικαίως αναγνωρίζει στον Αριστοτέλη, με βάση την ποσότητα και ιδίως την ποιότητα του έργου του, τον τίτλο του «Πατέρα των Επιστημών». Τούτο αιτιολογείται και τεκμηριώνεται και από το ότι, σύμφωνα με τις έρευνες και τους συνακόλουθους υπολογισμούς των Αλεξανδρινών, ο Αριστοτέλης συνέγραψε πάνω από 400 βιβλία.  Καίτοι μεγάλο μέρος του έργου του Αριστοτέλους δεν κατέστη δυνατό να διασωθεί στην πορεία των αιώνων, τα τμήματά του εκείνα, τα οποία μας περιήλθαν, αρκούν για να καταδείξουν και τούτο: Η σκέψη του Αριστοτέλους επεκτάθηκε και εμβάθυνε σ’ ευρύ φάσμα του επιστητού της εποχής του, με αποτέλεσμα η προσφορά της να καλύπτει αφενός την ίδια την υφή της επιστημονικής μεθόδου εν γένει και, αφετέρου, σημαντικό μέρος των επιστημονικών πεδίων.

Α. Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις δεν είναι -κάθε άλλο- παράδοξο  να υποστηριχθεί ότι και η Νομική Επιστήμη, ως μέρος των Θεωρητικών Επιστημών, οφείλει πολλά στην φιλοσοφική αναζήτηση του Αριστοτέλους.  Ιδίως τα «Ηθικά Νικομάχεια», η «Ρητορική» και η «Αθηναίων Πολιτεία» εμπεριέχουν αναλύσεις, εξαιρετικά χρήσιμες ως σήμερα, οι οποίες μέσ’ από την θεωρητική, και με καθαρώς επιστημονική μεθοδολογία, προσέγγιση κυρίως του Δικαίου και της Δικαιοσύνης καταδεικνύουν μ’ ενάργεια την πολυπρισματική και ουσιαστική«οφειλή» της σύγχρονης Νομικής Επιστήμης στο έργο του Αριστοτέλους.  Μέρος της «οφειλής» αυτής είναι τόσο η έννοια της Επιείκειας, ως θεμελιώδους ρήτρας ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου, στο σύνολό του, όσο και η έννοια της Διαιτησίας. Οι κατ’ Αριστοτέλη έννοιες της Επιείκειας και της Διαιτησίας εξετάζονται εδώ αποκλειστικώς στο πεδίο του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Και ακόμη πιο συγκεκριμένα, στο ειδικότερο εκείνο πεδίο του που αφορά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bayτου 1982, με βάση την ακόλουθη σειρά συλλογισμών:

Β.​Μια από τις κυριότερες αιτίες, οι οποίες υπονομεύουν τα θεμέλια της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι και το ότι βασικοί πυλώνες της – πραγματικές «αντηρίδες» για την εκπλήρωση της εκ καταγωγής αποστολής της, που συνίσταται κατ’ εξοχήν στην εγγύηση της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου –  έχουν αρχίσει να διαβρώνονται επικινδύνως. Μεταξύ των πυλώνων αυτών συγκαταλέγονται, δυστυχώς, το Κράτος Δικαίου και το αναπόσπαστο θεσμικό «παρακολούθημά» του, η Αρχή της Νομιμότητας. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο τουλάχιστον βαθμό, στο ότι ο ρυθμιστικός τους «πυρήνας», ο κανόνας δικαίου, ο οποίος θεσπίζεται από την Πολιτεία διαθέτοντας έτσι την απαραίτητη για το κανονιστικό του κύρος δημοκρατική νομιμοποίηση, διαβρώνεται αντιστοίχως, και μάλιστα με γεωμετρικώς αύξουσα ένταση. Τούτο ισχύει διεθνώς, και δη σε κάθε πτυχή του ισχύοντος Δικαίου, είτε πρόκειται για το Εθνικό είτε πρόκειται για το Ευρωπαϊκό και, προεχόντως, για το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Και προκύπτει, κατά κύριο λόγο, εκ του ότι ο κανόνας δικαίου, εκ φύσεως γενικός και αόριστος αφού πρέπει να υπηρετεί την αρχή της αναλογικής Ισότητας και της «έννοιας γένους», της Αναλογικής Δικαιοσύνης, αδυνατεί να πλαισιώσει κανονιστικώς, με την επιβαλλόμενη για την εγγενή ρυθμιστική του επάρκεια, την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, άρα τις αντίστοιχες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις μεταξύ των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, εντός του οποίου είναι προορισμένος να εφαρμόζεται. Η  Οικονομική Παγκοσμιοποίηση και η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνολογίας μεταβάλλουν με τέτοια ταχύτητα την κοινωνικοοικονομική «υποδομή», της οποίας ο κανόνας δικαίου αποτελεί θεσμικό «εποικοδόμημα»-φυσικά με αμφίδρομη μεταξύ τους κανονιστική επιρροή- ώστε ο μεν Νομοθέτης, ο κάθε νομοθέτης, δεν μπορεί να προβλέψει με την απαιτούμενη «οξυδέρκεια» τις μελλοντικές εξελίξεις,  που το θεσμικό του δημιούργημα καλείται να πλαισιώσει ρυθμιστικώς.  Άρα οι κανόνες δικαίου, τους οποίους θεσπίζει, είτε είναι «θνησιγενείς», με την έννοια ότι τείνουν να ξεπερασθούν αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος τους, είτε διατυπώνονται με μεγάλη γενικότητα. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ο δικαστής, ο οποίος καλείται να τους ερμηνεύσει και να τους εφαρμόσει στην πράξη, αναγκάζεται να δικαιοδοτεί ακόμη και «δικαιοπλαστικώς», αφενός για να καλύψει τα μεγάλα κενά τους και, αφετέρου, για να διορθώσει τις κανονιστικές «αστοχίες» τους.

Γ.​Η σύγχρονη νομική πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η ρήτρα της Επιείκειας, ως ερμηνευτική αρχή και ανάλογο ερμηνευτικό μέσο, ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή όταν ο δικαστής την «βγάζει» από την θεσμική «φαρέτρα»του, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, για να συμπληρώσει το κανονιστικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόζει ή και για να διορθώσει τις κανονιστικές «αστοχίες» του, με σκοπό την ορθή απονομή του Δικαίου, όπως απαιτούν οι επιμέρους συνιστώσες της Δικαιοσύνης.  Όλα τ’ ανωτέρω ισχύουν, στο ακέραιο, και στο μέτρο που αντί για τον δικαστή, που αντλεί την δικαιοδοσία του ευθέως από την Έννομη Τάξη στην οποία ανήκει  -Εθνική, Ευρωπαϊκή ή Διεθνή– τ’ αντίδικα μέρη επιλέγουν τον θεσμό της Διαιτησίας και, συνακόλουθα, επαφίενται στην κρίση διαιτητικών οργάνων. Τα όσα επισημάνθηκαν προηγουμένως αφορούν, a fortiori, τον τομέα του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, κυρίως δε του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982.  Και μόνο μια τέτοια διαπίστωση αρκεί για ν’ αναδείξει πόσο και πώς η σκέψη του Αριστοτέλους, αναφορικά με την ρήτρα της Επιείκειας ως μεθόδου ερμηνείας του Δικαίου για την εφαρμογή του σύμφωνα με τα προτάγματα της Δικαιοσύνης -υπό την αναλογική της έννοια, που συνδέεται αρρήκτως με την έννοια της αναλογικής Ισότητας- παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Και η επικαιρότητα αυτή εκτείνεται πολύ πέραν του Εθνικού Δικαίου όταν, όπως τεκμηριώνει μ’ ενάργεια η νομολογιακή πράξη, βρίσκει, με προδήλως εντεινόμενο ρυθμό, «προνομιακό»πεδίο εκδήλωσής της στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, κατ’ εξοχήν δε στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ,  κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982.

Δ.​Κατ’ Αριστοτέλη, η ρήτρα της Επιείκειας εντάσσεται μεν στο γενικό πλαίσιο του Δικαίου.  Πλην όμως δεν ταυτίζεται απολύτως με τον θεσπισμένο γραπτό νόμο, αλλά μπορεί και πρέπει να γίνεται χρήση της όταν ο ως άνω νόμος, λόγω των κενών  ή και των ρυθμιστικών «αστοχιών» που γεννά, μοιραίως, η γενικότητά του, είναι ανάγκη να «διορθωθεί», μέσω της κατάλληλης ερμηνείας, ώστε ν’ ανταποκρίνεται πλέον, όσο το δυνατόν περισσότερο, στο σύνολο των προταγμάτων του Δικαίου και της Δικαιοσύνης. Με βάση τις κατά τ’ ανωτέρω διαπιστώσεις του, ο Αριστοτέλης καταλήγει σ’ ένα είδος φιλοσοφικονομικούορισμού της Επιείκειας, ο οποίος παραμένει, και σήμερα, κλασικός: «Ἔστιν δὲἐπιεικὲς τὸ παρὰ τὸν γεγραμμένον νόμον δίκαιον» (Ρητορική, 1374α, 28-29). Έχει από ορισμένους συγγραφείς υποστηριχθεί η άποψη ότι στον «ορισμό» του αυτό ο Αριστοτέλης «αντιπαραθέτει», εν τέλει, την Επιείκεια προς το θεσπισμένο γραπτό Δίκαιο.  Η άποψη όμως αυτή είναι εσφαλμένη και δείχνει ουσιώδη έλλειψη κατανόησης της εν προκειμένω  αυθεντικής θεώρησης του Αριστοτέλους.  Κατ’ ακρίβεια ο Αριστοτέλης, συνεπής με όλες τις εν προκειμένω προμνημονευόμενεςαναλύσεις του, τις συνοψίζει, με άψογη λογική ακρίβεια, διευκρινίζοντας ότι το «επιεικές» δεν βρίσκεται «απέναντι» στους κανόνες του γραπτού νόμου. Αλλά ενδεχομένως βαίνει, ακολουθώντας παράλληλη πορεία ως προς την υπεράσπιση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, και πέραν αυτού, εφόσον τούτο είναι επιβεβλημένο για την πραγμάτωση του αυθεντικού νοήματος του Δικαίου και της Δικαιοσύνης. Χρησιμοποιώντας τα «εργαλεία» της σύγχρονης νομικής ορολογίας, μπορούμε και είναι χρήσιμο να δεχθούμε ότι στο πλαίσιο του ως άνω «ορισμού»του ο Αριστοτέλης θεωρεί πως η Επιείκεια, κατά την ίδια την φιλοσοφική και θεσμική ιδιοσυστασία της, λειτουργεί ως ρήτρα που παράγει τα έννομα αποτελέσματά της κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου όχι contra legem, αλλά praeter legem. Με άλλες λέξεις, η προσφυγή στην ρήτρα της Επιείκειας δεν θέτει, κατ’ ουδένα τρόπο, «εκποδών» τον γραπτό κανόνα δικαίου, αλλά επιτελεί, υπέρ του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, την ερμηνευτική λειτουργία της συμπλήρωσης ή και διόρθωσής του, κατά την εφαρμογή του. Και τούτο είτε για να καλύψει τα κενά του είτε για να διορθώσει τις ρυθμιστικές «αστοχίες» του, όταν και όπου η αδήριτη γενικότητά του, κατά τ’ ανωτέρω, αφήνει τέτοια κενά ή καταλήγει σε τέτοιες «αστοχίες».

Ε.​Σε ό,τι αφορά τις μεθόδους αξιοποίησης στην πράξη της ρήτρας της Επιείκειας, ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί, ως προς την πρωτοτυπία της διατύπωσής της για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, η ανάλυση του Αριστοτέλους για τον θεσμό της Διαιτησίας, ως διαδικασίας απονομής της Δικαιοσύνης η οποία λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, παραλλήλως προς την δικαιοδοσία του δικαστή, ως οργάνου της Πολιτείας εξουσιοδοτημένου «επισήμως» να επιλύει τις  μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου διαφορές.  Συγκεκριμένα, εισάγοντας την ρήτρα της Επιείκειας στο θεσμικό πλαίσιο της άσκησης της, αυστηρώς πολιτειακής προέλευσης, δικαιοδοτικής λειτουργίας, ο Αριστοτέλης παρατήρησε, μεταξύ άλλων: «Καί τό εἰς δίαιταν μᾶλλον ἤ εἰς δίκην βούλεσθαι ἱέναι · ὁ γάρ διαιτητής τό ἐπιεικές ὁρᾶ, ὁ δέ δικαστής τόν νόμον · καί τούτου ἕνεκα διαιτητής εὑρέθη, ὅπως τό ἐπιεικές ἰσχύη» (Ρητορική, Α, 13, 1374 β, 18-22). Με την ως άνω παρατήρησή του ο Αριστοτέλης δέχεται, σε γενικές γραμμές, ότι πέραν της «επίσημης» κρατικής δικαιοδοτικής λειτουργίας υφίσταται –οπωσδήποτε όμως υπό την θεσμική και πολιτική «ανοχή» της Πολιτείας- και ο θεσμός της Διαιτησίας, ως διαδικασίας επίλυσης των διαφορών μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου, ύστερα από επιλογή των αντίδικων μερών. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιλογή της Διαιτησίας συνιστά μια μορφή αξιοποίησης της ρήτρας της Επιείκειας στην πράξη για την απονομή της Δικαιοσύνης.  Δηλαδή, κατ’ Αριστοτέλη, η Διαιτησία είναι, κατ’ αποτέλεσμα, θεσμός αρρήκτως συνδεδεμένος με την Δικαιοσύνη.  Και τούτο διότι στο μεν πλαίσιο της από την Πολιτεία οργανωμένης δικαιοδοτικής λειτουργίας ο δικαστής στηρίζεται πολύ περισσότερο -αν όχι αποκλειστικώς- στον νόμο, ήτοι στους θεσπισμένους από την Πολιτεία κανόνες του Δικαίου.  Ενώ στο πλαίσιο της Διαιτησίας ο δικαστής, ως δικαιοδοτικό όργανο κατ’ επιλογή των αντίδικων μερών, στηρίζεται κατ’ εξοχήν στις μεθόδους απόφανσης, οι οποίες απορρέουν από την προσφυγή στην ρήτρα της Επιείκειας.   Και ο Αριστοτέλης φθάνει στο συμπέρασμα του όλου συλλογισμού του διατυπώνοντας την θέση, ότι ο κύριος λόγος, για τον οποίο επινοήθηκε ο θεσμός της Διαιτησίας, είναι για να επιλύονται οι μεταξύ των αντίδικων μερών διαφορές με βασικό γνώμονα την χρήση της ρήτρας της Επιείκειας.

Υπό τα δεδομένα αυτά της επικαιρότητας της σκέψης του Αριστοτέλους περί Επιείκειας και Διαιτησίας στο σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο, η «αειθαλής» φιλοσοφικώς, θεσμικώς και πολιτικώς, σκέψη του Σταγειρίτη αποδεικνύει, με αμάχητα ιστορικώς και επιστημονικώς τεκμήρια, ότι το Ελληνικό Πνεύμα, υφ’ όλες του τις επόψεις και εκφάνσεις, εξακολουθεί να «καταυγάζει» την πορεία, την οποία οφείλουμε ν’ ακολουθήσουμε, μ’ επίγνωση και συνέπεια, για την εμπέδωση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης -άρα της Δημοκρατίας και του σύμφωνου με τις επιταγές της Πολιτισμού μας- σε παγκόσμιο επίπεδο.  Εν τέλει δε για την καταξίωση του Ανθρώπου, σύμφωνα με τον προορισμό του.»

Διαβάστε ολόκληρη την παρέμβαση του Προκόπη Παυλόπουλου

Εισήγηση

στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο

με θέμα:

«Ο Αριστοτέλης και οι Επιστήμες»

που οργάνωσε το

«Διεπιστημονικό Κέντρο Αριστοτελικών Μελετών»

του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Θεσσαλονίκη, 21.2.2022

Πρόλογος

Η Επιστημονική Κοινότητα, διεθνώς, δικαίως αναγνωρίζει στον Αριστοτέλη τον τίτλο του «Πατέρα των Επιστημών». Τούτο αιτιολογείται και τεκμηριώνεται, ουσιαστικώς, αμαχήτως, και από το ότι, σύμφωνα με τις έρευνες και τους συνακόλουθους υπολογισμούς των Αλεξανδρινών, ο Αριστοτέλης συνέγραψε πάνω από 400 βιβλία.  Καίτοι μεγάλο μέρος του έργου του Αριστοτέλους δεν κατέστη δυνατό να διασωθεί στην πορεία των αιώνων, τα τμήματά του εκείνα, τα οποία μας περιήλθαν, αρκούν για να καταδείξουν και τούτο: Η σκέψη του Αριστοτέλους επεκτάθηκε και εμβάθυνε σε όλο τα φάσμα του επιστητού της εποχής του, με αποτέλεσμα η προσφορά της να καλύπτει αφενός την ίδια την θεμελίωση της επιστημονικής μεθόδου εν γένει και, αφετέρου, το σύνολο σχεδόν των επιστημονικών πεδίων, έτσι ώστε η ανεκτίμητη αυτή συμβολή του να εκτείνεται -με βάση την σύγχρονη ορολογία- τόσο στις Θεωρητικές όσο και στις Θετικές Επιστήμες.

Α. Είναι δε ακριβώς το γεγονός ότι πολλές από τις «ρίζες» της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας ανάγονται στο έργο του Αριστοτέλους, το οποίο στηρίζει πολλαπλώς την καθολικώς αποδεκτή άποψη περί της διαχρονικής επικαιρότηταςτης σκέψης του. Και τούτο, διότι από την μια πλευρά πτυχές της σκέψης αυτής -διόλου ευκαταφρόνητες σε ποσότητα και ποιότητα- εξακολουθούν να ισχύουν, στο ακέραιο, κατέχοντας μάλιστα περίοπτο «βάθρο» κλασικισμού στο «Πάνθεο των Επιστημών».  Και, από την άλλη πλευρά, όπου το έργο του Αριστοτέλους έχει πια ξεπερασθεί -πράγμα εντελώς φυσιολογικό μέσα στην πορεία αιώνων, υπό την καταλυτική επιρροή της «επιλάθευσης» που προάγει δημιουργικώς τις Επιστήμες, και κυρίως τις Θετικές, ως την οριακή κατάσταση της αποκάλυψης της Επιστημονικής Αλήθειας- πάντα καταλαμβάνει εξέχουσα θέση τουλάχιστον στον χώρο της Ιστορίας των Επιστημών.  Πραγματικά, η ολοκληρωμένη έρευνα στον χώρο αυτό δεν νοείται δίχως την επιστροφή στις «ρίζες» κάθε Επιστήμης, προκειμένου να διαμορφωθεί ολοκληρωμένη εικόνα σε ό,τι αφορά την όλη πορεία γέννησης και εξέλιξής της.  Την κατά τ’ ανωτέρω διαχρονική επικαιρότητα της σκέψης του Αριστοτέλους επιβεβαιώνει και η διαπίστωση ότι στις ΗΠΑ τα «Ηθικά Νικομάχεια» διδάσκονται στην συντριπτική πλειοψηφία των Φιλοσοφικών Σχολώντων επιμέρους Πανεπιστημίων.

Β. Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις δεν είναι -κάθε άλλο- παράδοξο  να υποστηριχθεί ότι και η Νομική Επιστήμη, ως μέρος των Θεωρητικών Επιστημών, οφείλει πολλά στην θεωρητική αναζήτηση του Αριστοτέλους.  Ιδίως τα «Ηθικά Νικομάχεια», η «Ρητορική» και η «Αθηναίων Πολιτεία» εμπεριέχουν αναλύσεις, εξαιρετικά επίκαιρες ως σήμερα, οι οποίες μέσ’ από την θεωρητική, και με καθαρώς επιστημονική μεθοδολογία, προσέγγιση κυρίως του Δικαίου και της Δικαιοσύνης καταδεικνύουν μ’ ενάργεια την πολυπρισματική και ογκώδη «οφειλή»της σύγχρονης Νομικής Επιστήμης στο έργο του Αριστοτέλους.  Ένα μικρό μέρος της «οφειλής» αυτής επιχειρεί να φέρει στο φως η ανάλυση που ακολουθεί, μ’ επίκεντρο την έννοια της Επιείκειας, ως θεμελιώδους ρήτρας ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου, στο σύνολό του.  Με την αναγκαία διευκρίνιση, ότι επειδή η πλήρης περιγραφή και επεξήγηση ακόμη και αυτού του επιμέρους αντικειμένου της φιλοσοφικονομικής σκέψης του Αριστοτέλους θα υπερέβαινε, κατά πολύ, τα όρια μιας τέτοιας ανάλυσης, η κατ’ Αριστοτέλη έννοια της Επιείκειας ερευνάται, πέραν των γενικών γραμμών της πεμπτουσίας της, σχεδόν αποκλειστικώς στο πεδίο του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Και ακόμη πιο συγκεκριμένα, στο ειδικότερο εκείνο πεδίο του που αφορά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ κατά την Σύμβαση του Montego Bay, του 1982.  Την προαναφερόμενη επιλογή δικαιολογεί το ότι, όπως θα επεξηγηθεί εκτενέστερα στο δεύτερο μέρος, εντός του πεδίου του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, ακριβώς λόγω της εγγενούς γενικότητάς του ή και ασάφειάς του -η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ήταν επιλογή  των συντακτών των κανόνων του, προκειμένου να καλύψουν τις, μοιραίως συχνά ανατιθέμενες, θέσεις των συμβαλλόμενων μερών σε παγκόσμιο επίπεδο, πρωτίστως λόγω της πολυπλοκότητας του ρυθμιστικού αντικειμένου των κανόνων τούτων- η ρήτρα της Επιείκειας έχει βρει ένα «προνομιακό», κυριολεκτικώς, πεδίο ερμηνευτικής, και όχι μόνο, επιρροής.

Ι. Πτυχές της φιλοσοφικονομικής σκέψης του Αριστοτέλους ως «προοίμιο» της εντός αυτής «ανάδυσης» της έννοιας της Επιείκειας

​Κάθε περαιτέρω ανάλυση της έννοιας της Επιείκειας κατ’ Αριστοτέλη, που είναι αυτονοήτως επιβεβλημένη πριν φθάσει κανείς στην έρευνα της επικαιρότητάς της στο πεδίο του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, θα ήταν από ελλιπής ως αυθαίρετη αν δεν εντασσόταν στον ευρύτερο χώρο των in globoφιλοσοφικονομικών θεωρήσεων του Σταγειρίτη.  Και τούτο, διότι ακόμη και η απλή περιγραφή της σκέψης του Αριστοτέλους περί Επιείκειας αρκεί για ν’ αποδείξει ότι αυτή ανιχνεύεται κατ’ εξοχήν στο έργο του εκείνο, που σχετίζεται με την σύνθεση των εν γένει νομικών του θέσεων.  Ιδίως δε των νομικών του θέσεων περί του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, όπως προκύπτει από τα όσα εμπεριέχονται προεχόντως στα «Ηθικά Νικομάχεια» και στην «Ρητορική».

Α. Η Δικαιοσύνη κατ’ Αριστοτέλη

Αν ανατρέξει κανείς στο σύνολο των αναλύσεων των νομικών συντεταγμένων της φιλοσοφικονομικής σκέψης του Αριστοτέλους -με οδηγό, όπωςπροαναφέρθηκε, κυρίως τα «Ηθικά Νικομάχεια» και την «Ρητορική»- εύκολα καταλήγει στο, κατά πάντα ορθό, συμπέρασμα πως κατά τον Σταγερείτη το Δίκαιο θεσπίζεται, ερμηνεύεται και εφαρμόζεται με βασικό στόχο την διασφάλιση της συνοχής του κοινωνικού συνόλου που διέπουν οι κανόνες του.  Και ο στόχος αυτός μόνον υπό όρους Δικαιοσύνης μπορεί να επιτευχθεί. Καταφεύγοντας, λοιπόν, στην σύγχρονη νομική ορολογία μπορούμε να δεχθούμε ότι κατά τον Αριστοτέλη οι κανόνες του Δικαίου πρέπει, οιονεί εκ φύσεως, να ερμηνεύονται τελεολογικώς, ήτοι σύμφωνα με τον σκοπό που οδήγησε στην θέσπισή τους.  Σκοπό ο οποίος, εν τέλει, συνδέεται αρρήκτως με την εμπέδωση της Δικαιοσύνης.  Και στην σκέψη του Αριστοτέλους η Δικαιοσύνη είναι ένας φιλοσοφικός «Ιανός», διότι εμφανίζεται υπό δύο όψεις οι οποίες, κατά την ίδια την υφή τους, αλληλοσυνδέονται και αλληλοσυμπληρώνονται:

1. Η Δικαιοσύνη ως Αρετή

Κατά πρώτο λόγο ο Αριστοτέλης «συνέλαβε» φιλοσοφικώς την Δικαιοσύνη στην γενικότητά της , και για την ακρίβεια ως «Αρετή». Μια Αρετή όμως που δεν νοείται μόνο θεωρητικώς. Το ακριβώς αντίθετο.

α)​Η κατ’ Αριστοτέλη Δικαιοσύνη, ως Αρετή, συνιστά κατά κύριο λόγο «δείκτη πορείας» της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην καθημερινή ζωή: Ο πολίτης οφείλει, για λόγους που σχετίζονται με την επίτευξη της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και, επέκεινα, της κοινωνικής συνοχής, να συμπεριφέρονται «εναρέτως».  Τις δε συντεταγμένες της «ενάρετης» συμπεριφοράς καθορίζουν οι επιμέρους επιταγές -θα μπορούσαμε να πούμε τα επιμέρους «προτάγματα»- της Δικαιοσύνης.

β)​Στο φιλοσοφικό της «απόγειο», πάντοτε κατ’ Αριστοτέλη, η ως άνω πρώτη όψη της Δικαιοσύνης αποκτά τα χαρακτηριστικά της «τελείας Αρετής». Δηλαδή τούτο συμβαίνει όταν η Δικαιοσύνη φθάνει σ’ εκείνη την ολοκληρωμένη διάσταση, η οποία αποτελεί σύνθεση και προϋπόθεση μαζί των λοιπών επιμέρους αρετών, ηθικών, κοινωνικών και πολιτικών.  Με την πρόσθετη επισήμανση, ότι οι πολιτικές αρετές, ως στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, συνδέονται αρρήκτως -σε σημείο ουσιαστικής ταύτισης- με την τήρηση της Νομιμότητας και τον σεβασμό της Ισότητας υπό την αναλογική της έννοια, όπως αναλύεται στην συνέχεια.

2. Δικαιοσύνη και Αναλογία

Κατά δεύτερο λόγο, ο Αριστοτέλης ερεύνησε και όρισε την Δικαιοσύνη, πέραν των προμνημονευόμενων αμιγώς φιλοσοφικών της διαστάσεων, και υπό, latosensu, θεσμικούς και πολιτικούς όρους.  Ακριβέστερα δε ως αρχή, η οποία «μπολιάζει» τους επιμέρους κανόνες του Δικαίου με τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Αναλογίας, η απώτερη καταγωγή της οποίας πρέπει ν’ αναζητηθεί στις «πηγές» της Αρμονίας.

α)​Αυτή η έρευνα οδήγησε τον Αριστοτέλη στην «σύλληψη» της αναλογικής συνιστώσας της Δικαιοσύνης, η οποία ταυτίζεται -τουλάχιστον εν πολλοίς- με την «δίδυμα αδελφή» της, την αναλογική Ισότητα.  Μια Ισότητα η οποία προϋποθέτει, ως γενική ρήτρα διαμόρφωσης, ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων του Δικαίου, ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.  Τούτο οφείλεται στο ότι η έννοια της αναλογικής Δικαιοσύνης, μ’ «αιχμή του δόρατος» την αναλογική Ισότητα, αντιτίθεται, εξ ορισμού, στην άνιση μεταχείριση των ίσων όπως και, e contrario, στην ίση μεταχείριση των ανίσων.  Δοθέντος ότι αμφότερες οδηγούν, νομοτελειακώς, σε μια μορφή contradictio in adjecto ως προς την ουσία της αναλογικής Ισότητας και, συνακόλουθα, της αναλογικής Δικαιοσύνης.  Σε αυτό δε το πεδίο επενεργεί, όπως θα τονισθεί εκτενέστερα κατωτέρω, η κατ’ Αριστοτέλη επίσης γενική ρήτρα της Επιείκειας, με το να εμπεδώνειτην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου ώστε, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζεται, η, κατά τ’ ανωτέρω, ίση μεταχείριση ουσιωδώςόμοιων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.

β) Περαιτέρω, και ως συνέπεια των όσων προαναφέρθηκαν, η κατ’ Αριστοτέλη αναλογική Δικαιοσύνη, δια της εφαρμογής της αναλογικής Ισότητας, διακρίνεται, με κριτήριο τις επιμέρους μορφές εφαρμογής της, σε:

β1)​Διανεμητική Δικαιοσύνη. Ήτοι Δικαιοσύνη, ο σεβασμός της οποίας εγγυάται στην πράξη τόσο την δίκαιη κατανομή των αγαθών μεταξύ των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου όσο και την επιχείρηση των διακρίσεων μεταξύ των μελών αυτών -όταν και όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο- υπό συνθήκες αναλογικής Ισότητας.

β2)​Διορθωτική Δικαιοσύνη.  Ήτοι Δικαιοσύνη, η οποία καθιστά εφικτή την αποκατάσταση της εφαρμογής της αναλογικής Ισότητας, όταν καθ’ ο μέτρο αυτή έχει διαταραχθεί στην πράξη.  Όπως είναι ευνόητο, σε μια τέτοια κατάσταση η κατ’ Αριστοτέλη Διορθωτική Δικαιοσύνη επενεργεί με τα φιλοσοφικά και θεσμικά «όπλα» ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων του Δικαίου, τα οποία «υπακούουν» στις αρχές όχι πια της γεωμετρικής αλλά της αριθμητικής, κατά προτεραιότητα, αναλογίας.

β3)​Και Ανταποδοτική Δικαιοσύνη.  Ήτοι Δικαιοσύνη η οποία, παρά το επιφαινόμενο ορολογικώς, ουδεμία σχέση έχει με την αρχή του «αντιπεπονθότος», που απαντάται σήμερα στην θεωρία κυρίως του Ποινικού Δικαίου. Όλως αντιθέτως, πρόκειται για την Δικαιοσύνη, η οποία αποσκοπεί στην αναλογική ανταπόδοση αγαθών και υπηρεσιών, προκειμένου να επικρατήσει η πλήρης εφαρμογή της αναλογικής Ισότητας στο πλαίσιο των έννομων σχέσεων των καθημερινών συναλλαγών, όπως επιβάλλει κάθε φορά η κοινωνική ανάγκη.

Β.​Μια απτή απόδειξη της επικαιρότητας της σκέψης του Αριστοτέλους περί Δικαιοσύνης

​Δεν χρειάζεται να κοπιάσει κανείς ιδιαιτέρως για ν’ αντιληφθεί πόσοεπίκαιρες παραμένουν οι προμνημονευόμενες σκέψεις του Αριστοτέλους περί Δικαιοσύνης, υπό την επίσης προμνημονευόμενη αναλογική της διάσταση,όπως τις «συμπυκνώνει» η φιλοσοφική και θεσμική ουσία της αναλογικής Ισότητας. Και τούτο διότι αρκεί η αναφορά στο opus maximum του κορυφαίου, ίσως, εκπροσώπου της περί Δικαιοσύνης φιλοσοφικής θεώρησης στις ΗΠΑ και, γενικότερα, στην Δύση.  Συγκεκριμένα δε στο έργο του John Rawls, “A Theoryof Justice” (εκδ. The Balknap of Harvard University Press, 1971, ελληνικήέκδοση από τις εκδόσεις Πόλις, 2010, μετάφραση Φίλιππου Βασιλόγιαννη).  Σε πολύ γενικές γραμμές, ο John Rawls «συναντά» την σκέψη του Αριστοτέλους στο ως άνω έργο του ιδίως στο πλαίσιο της Διανεμητικής Δικαιοσύνης, σύμφωνα με όσα ήδη παρατέθηκαν. Ειδικότερα ο John Rawls«αντιλαμβάνονται» την Δικαιοσύνη ως θεμελιώδη αρχή στον χώρο της Έννομης Τάξης, μέσω της οποίας οι επιμέρους κανόνες δικαίου ερμηνεύονται και εφαρμόζονται υπό συνθήκες οιονεί ιδανικής «Ακριβοδικίας», πράγμα το οποίο διασφαλίζει στην πράξη ο σεβασμός και η εμπέδωση των προταγμάτων της αναλογικής Ισότητας.

1. Ο John Rawls για την Δικαιοσύνη

Προς την κατεύθυνση αυτή ο John Rawls αντιλαμβάνεται και αναλύει την Διανεμητική Δικαιοσύνη, πάντοτε με «γνώμονα» την αρχή της αναλογικής Ισότητας:

α) Πρώτον, ως Ισότητα για την άσκηση και την απόλαυση της Ελευθερίας, υφ’ όλες της τις θεσμικές και πολιτικές εκφάνσεις.  Στο σημείο τούτο ο JohnRawls ουσιαστικώς ξεκινάει από τα θεμέλια της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, η οποία στην σύγχρονη και πιο καταξιωμένη μορφή της νοείται ως πλέγμα οργάνωσης και λειτουργίας θεσμών, που εγγυώνται την άσκηση και την απόλαυση της Ελευθερίας, όπως αυτή αποκτά ουσιαστικό νόημα και περιεχόμενο δια της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Και δη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα οποία εγγυάται εκτός από το Σύνταγμα, ως «κορωνίδα» της κάθε Έννομης Τάξης, και το Διεθνές Δίκαιο κατά τις επιμέρους εκφάνσεις του.

β)​Δεύτερον, ως Ισότητα η οποία, υπό το φως των αρχών της Διανεμητικής Δικαιοσύνης, εγγυάται στην πράξη και εξασφαλίζει, σε κάθε φορέα δικαιώματος, ισότητα ευκαιριών για την αποτελεσματικήάσκησή του.  Μια ισότητα η οποία οφείλει να καταλήγει στην διαμόρφωση ενός status «ισότητας στην αφετηρία» , από την οποία ξεκινάει κάθε φορέας δικαιώματος προκειμένου να το ασκήσει κατά τ’ ανωτέρω αποτελεσματικώς, σύμφωνα με τις επιταγές της Διανεμητικής Δικαιοσύνης.  Τούτο είναι απολύτως αναγκαίο, διότι δίχως την εξασφάλιση της ισότητας ευκαιριών και, επέκεινα, δίχως την συνακόλουθη διαμόρφωση συνθηκών «ισότητας στην αφετηρία», η άσκηση των επιμέρους δικαιωμάτων από τον φορέα τους αναιρείται κατ’ αποτέλεσμα, έρμαιο της διαλυτικής «τοξικότητας», κοινωνικής και πολιτικής, των ολοένα και περισσότερο διευρυνόμενων ανισοτήτων στην εποχή μας.  Κάτι το οποίο γίνεται αισθητό πέραν των κλασικών ατομικών-αμυντικών δικαιωμάτων, πρωτίστως στον χώρο των κοινωνικών δικαιωμάτων και του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου εν γένει.

2. Η «συνάντηση» του John Rawls με τον Αριστοτέλη

Υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα, και μέσα στην σύγχρονη «δυστοπική» συγκυρία της παρακμιακής πορείας της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, κυρίως λόγω της προαναφερόμενης ραγδαίας διεύρυνσης των ανισοτήτων, της εκ θεμελίων υπονόμευσης του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου και της εφιαλτικής κοινωνικής προοπτικής που «προοιωνίζεται» η ανεξελέγκτως εντεινόμενη Τεχνολογική Ανεργία -σύμπτωμα, το οποίο αναδεικνύει ολοκάθαρα τον κίνδυνο του να καταστεί η ανεργία ενδημικό φαινόμενο στις κοινωνίες μας όταν, για να θυμηθούμε τον John Maynard Keynes, «ακρογωνιαίος λίθος» του υγειούς καπιταλιστικού συστήματος είναι η εγγύηση μιας όσο το δυνατόν πιο ουσιαστικής «πλήρους απασχόλησης» -ο John Rawls «επιβεβαιώνει» τις θέσεις του Αριστοτέλους περί Διανεμητικής Δικαιοσύνης, στην βάση της αναλογικής Ισότητας. Τούτο συνάγεται και από τα εξής:

α)​Κατά την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, «ἐν ἀρχῇ ἤν» ο, κατά τα προεκτεθέντα, κανόνας: Ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.  Ένας κανόνας, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει -μεταξύ άλλων αλλά κατ’ εξοχήν- και την θέσπιση κανόνων συρρίκνωσης των ανισοτήτων και αποτελεσματικής σύνθεσης των αντιτιθέμενων απόψεων των μελών του κάθε κοινωνικού συνόλου, έτσι ώστε ν’ αποφεύγεται η «ρήξη» του κοινωνικού ιστού «στο όνομα» της τελικής επικράτησης της ιδέας της Δικαιοσύνης.  Εν προκειμένω δε η συμβολή της ρήτρας της Επιείκειας, ακριβώς όπως την συνέθεσε ο Αριστοτέλης, έχει καθοριστική σημασία για την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου που «στοιχίζονται»πίσω από το ιδεώδες της Δικαιοσύνης.

β)​Διόλου, λοιπόν, παράδοξο –και, συνακόλουθα, διόλου τυχαίο- ότι η Επιστημονική Κοινότητα δέχεται σήμερα ευρέως και τ΄ ακόλουθα: Κατά την αποτίμηση του έργου και της συμβολής του John Rawls, αναφορικά με την περί Δικαιοσύνης φιλοσοφική, θεσμική και πολιτική του θεώρηση, κυρίως δε κατά την ανάλυση, μέσω της οποίας ανέπτυξε την λεγόμενη θεωρία της επικράτησης του Δικαίου, ιδίως μέσ’ από την εναρμόνιση των επιμέρους απόψεων για να καταλήξουν έτσι στην αναγκαία ενότητά τους, προκειμένου να μην δημιουργούνται συνθήκες διακινδύνευσης της κοινωνικής συνοχής, οφείλουμε να υιοθετήσουμε και το συμπέρασμα:  Πρωτίστως σε ό,τι αφορά αυτή την πτυχή του έργου του περί Δικαιοσύνης, ο θεωρητικός στοχασμός του John Rawls πολλά οφείλει στην Διαλεκτική, εν γένει, μεθοδολογική «επιλογή» του Αριστοτέλους.  Και ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η Διαλεκτική «οδός» της σκέψης του Αριστοτέλους έφθασε ως τις μέρες μας αφού «γονιμοποιήθηκε» επαρκώς από τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη που, σύμφωνα με αδιάσειστα ιστορικώς στοιχεία, «γνώρισε» το έργο του Σταγειρίτη μέσω της προηγούμενης, ανεκτίμητης, «εντρύφησης» σε αυτό από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, κορυφαίο εκπρόσωπο της Βυζαντινής Γραμματείας και, κατ’ επέκταση, του Βυζαντινού Πολιτισμού.

Γ. Η Επιείκεια, ως εμβληματική ρήτρα εφαρμογής των αρχών ιδίως της Διανεμητικής Δικαιοσύνης, κατά τον Αριστοτέλη

​Από τα όσα ήδη, έστω και υπαινικτικώς, επισημάνθηκαν είναι φανερό ότι η περί Επιείκειας συνολική θεώρηση του Αριστοτέλους είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με την γενικότερη θεώρησή του περί Δικαιοσύνης.  Ιδίως δε με την έννοια ότι καθοριστικής σημασίας μέσο για την επικράτηση της Δικαιοσύνης, κατ’ εξοχήν υπό την διανεμητική και, κατά λογική ακολουθία, την διορθωτική της διάσταση, είναι η Επιείκεια.  Και μάλιστα η Επιείκεια ως αρχή που πρέπει να διέπει τόσο την διαμόρφωση των κανόνων του Δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν την καθημερινή ζωή των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου,όσο και την εν τέλει ερμηνεία και εφαρμογή τους στην πράξη.

1.​Η προ του Αριστοτέλους θεώρηση της Επιείκειας

Προκαταρκτικώς πρέπει να επεξηγηθεί ότι η έννοια της Επιείκειας, στο πλαίσιο του φιλοσοφικού στοχασμού της Ελληνικής Κλασικής Αρχαιότητας, δεν επινοήθηκε το πρώτον από τον Αριστοτέλη.

α)​Και τούτο διότι στην έννοια της Επιείκειας είχαν επικεντρωθεί, αμέσως ή εμμέσως, και ορισμένοι προγενέστεροι Φιλόσοφοι.

α1) Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του Δημοκρίτου, όπως το διέσωσε -δοθέντος ότι ελάχιστα γνωρίζουμε ευθέως από το τεράστιο έργο του Φιλοσόφου των Αβδήρων- ο Στοβαίος (Diels-Kranz, Die Fragmente deVorsokratiker, 1992, II, 195, 252 [134N]). Συγκεκριμένα, κατά τον Στοβαίο ο Δημόκριτος είχε συλλάβει την εξής διατύπωση της Επιείκειας: «Τά κατάτήν πόλιν χρεῶν τῶν λοιπῶν μέγιστα ἡγεῖσθαι, ὅκως ἄξεται εὖ, μήτε φιλονικέοντα παρά τό ἐπιεικές μήτε ἰσχύν ἑαυτῷ περιτιθέμενον παρά τό χρηστόν τό τοῦ ξυνοῦ.». Πράγμα που σημαίνει ότι, κατά τον Δημόκριτο, υπεράνω των λοιπών υποχρεώσεων έναντι της Πόλης πρέπει να θεωρούνται ως πιο σημαντικές εκείνες, οι οποίες αφενός της επιτρέπουν να διοικείται αποτελεσματικώς, κατά τρόπο ώστε να μην επικρατούν οι φιλονικίες και οι έριδες εις βάρος της Επιείκειας. Και, αφετέρου, ν’ αποτρέπεται η απόκτηση δύναμης που αντιτίθεται στο κοινό συμφέρον και, κατ’ επέκταση, στο κοινό καλό.

α2)​Ένα άλλο παράδειγμα είναι εκείνο, το οποίο έχει «παραδώσει» ο Γοργίας ο Λεοντίνος (Diels-Kranz, Die Fragmente de Vorsokratiker, όπ. παρ., ΙΙ, 285, 6 [15-16]): «Πολλά μέν δή τό πρᾶον ἐπιεικές τοῦ αὐθάδους δικαίου προκρίνοντες». Εδώ ο Γοργίας, αφήνοντας να φανεί ξεκάθαρα η επ’ αυτού επιρροή της Ελεατικής Σχολής και ειδικότερα η επιρροή από τον Ζήνωνα και τον Παρμενίδη, επισημαίνει την σημασία της Επιείκειας ως προς την αποκατάσταση της ουσιαστικής έννοιας του Δικαίου. Για να καταλήξει στο ότι προς τον σκοπό αυτό είναι επιβεβλημένο να προκρίνεται η ευεργετική για το κοινό καλό πραότητα της Επιείκειας από την αυστηρή γραμματική διατύπωση του κανόνα του Δικαίου, που μπορεί ν’ αγγίζει στην πράξη την ανυπόφορη αδικία. Συμπέρασμα, το οποίο συνέπτυξε αργότερα η Ρωμαϊκή Νομική Επιστήμη στο απόφθεγμα: «Summum jus, summainjuria», αναδεικνύοντας, ταυτοχρόνως, την ανεδαφικότητα, ως προς την  πραγμάτωση της έννοιας της Δικαιοσύνης στην πράξη, θέσεων όπως εκείνες που αντιστοιχούν στο «dura lex sed lex» ή και «fiat Justitia etpereat mundus».

β)​Εκείνο λοιπόν, το οποίο πρέπει να «πιστωθεί» εν προκειμένω στην σκέψη του Αριστοτέλους είναι ότι, όπως θα φανεί ευκρινέστερα από τα όσα έπονται, επεξεργάσθηκε φιλοσοφικώς την έννοια της Επιείκειας προσθέτοντας τις θεσμικές και πολιτικές της διαστάσεις.

β1)​Και δη με τόση μεθοδολογική αρτιότητα, ώστε να την οδηγήσει σ’ ένα επίπεδο οιονεί «τελειότητας», ιδίως για τα φιλοσοφικά δεδομένα της εποχής του.  Και αυτό το επίτευγμα του Αριστοτέλους καθίσταται πολύπερισσότερο εντυπωσιακό, αν αναλογισθούμε ότι άλλοι Φιλόσοφοι, και μάλιστα κορυφαίοι, της εποχής εκείνης εξέφραζαν μεγάλες επιφυλάξεις ως προς την αποδοχή της άποψης, κατά την οποία η Επιείκεια μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται διορθωτικώς για την ερμηνεία και εφαρμογή των θεσπισμένων κανόνων του Δικαίου, πολλώ μάλλον όταν τούτο κινδυνεύει ν’  αγγίξει τα όρια της contra legem ερμηνείας.

β2)​Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Αριστοτέλης, διαμορφώνοντας την περί Επιείκειας θεωρία του, δεν δίστασε να έλθει σε μια μορφή σύγκρουσης με την σκέψη του «δασκάλου» του, του Πλάτωνος, ο οποίος στους «Νόμους» (757d-757e) είχε «αποφανθεί»: «Τό γάρ ἐπιεικές καί σύγγνωστον τοῦ τελέου καί ἀκριβοῦς παρά δίκην τήν ὀρθήν ἔστιπαρατεθραυμένον, ὅταν γένηται». Τούτο σημαίνει ότι, κατά τον Πλάτωνα, η επίκληση της Επιείκειας και της εξ αυτής απορρέουσας «ανοχής», έναντι του πλήρους και ακριβούς νοήματος του κανόνα του Δικαίου κατά την εφαρμογή του στην πράξη, μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα είδος «θραύσης» της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης.

2. Η έννοια της Επιείκειας κατ’ Αριστοτέλη

Σε γενικές γραμμές, η σκέψη του Αριστοτέλους περί Επιείκειας, ως ρήτρας που επενεργεί για να «επικουρεί» την αποκατάσταση της έννοιας της Δικαιοσύνης, κυρίως ως προς την διανεμητική της -συνακόλουθα δε και την διορθωτική της-εννοιολογική υπόσταση, καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα.  Φάσμα το οποίο εκτείνεται, κατά βάση, από τους λόγους που καθιστούν την Επιείκεια πρόσφορη και αναγκαία κατά την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, ως τις μεθόδους, μέσω των οποίων η Επιείκεια μπορεί και πρέπει ν’ αξιοποιείται στην πράξη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου, πάντα προς την κατεύθυνση της απονομής της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τον εκ φύσεως φιλοσοφικό και θεσμικό προορισμό της.  Είναι δε επιβεβλημένο να επισημανθεί, κατ’ αρχάς, ότι μεταξύ των μεθόδων αυτών αξιοπρόσεκτη θέση, στην σκέψη του Αριστοτέλους, κατέχει η Διαιτησία.

α)​Προκαταβολικώς, πρέπει να αποσαφηνισθεί σε ποια γενικότερη φιλοσοφική κατηγορία εντάσσει ο Αριστοτέλης την Επιείκεια, αφού τούτο ασκεί καταλυτική επιρροή στον περαιτέρω εννοιολογικό της προσδιορισμό.  Το ζήτημα για τον Αριστοτέλη ήταν ότι π.χ. κατά τον Πλάτωνα, όπως προεκτέθηκε, η Επιείκεια δεν μπορούσε να καταταγεί, άνευ άλλου τινός, μεταξύ των επιμέρους εννοιών που καλύπτονται από την ευρύτερη έννοια της Αρετής, δοθέντος ότι, εκ φύσεως, ενέχει και σπέρματα αδυναμίας και υπαναχώρησης απέναντι στην ολοκληρωμένη διάσταση της Δικαιοσύνης, κατά την εφαρμογή της στην πράξη:

α1)​Απέναντι στους θεωρητικούς «κλυδωνισμούς» του Πλάτωνος, ο Αριστοτέλης είναι, ιδίως μέσ’ από τα στοιχεία των «Ηθικών Νικομαχείων», φιλοσοφικώς ξεκάθαρος: Όταν π.χ. «αποφαίνεται», « ἡ δέ ἀρετή (…) τοῦμέσου ἄν εἴη στοχαστική» (Ηθικά Νικομάχεια, 1106β, 15-17), γυρίζοντας έτσι πίσω στις ρίζες του λογισμού των Προσωκρατικών, αυτονοήτως ορίζει την Αρετή με βάση την αρχή της ισορροπίας μεταξύ δύο ακραίων καταστάσεων και την συνακόλουθη επιταγή της εναρμόνισης των αντιθέτων, όπου τούτο είναι αναγκαίο.  Με άλλες λέξεις, ορίζει την Αρετή και ως «μεσότητα» για την αντιμετώπιση ακραίων καταστάσεων, «επώδυνων» ως προς την κοινωνική συμβίωση και συνοχή.  Υπό τα δεδομένα αυτά η σκέψη του Αριστοτέλους κατατάσσει, δίχως περιθώρια παρερμηνείας, την Επιείκεια μεταξύ των επιμέρους μορφών της Αρετής.

α2) Και τούτο διότι η Επιείκεια, με αφετηρία τα συστατικά της στοιχεία που προσδιορίζονται ευκρινέστερα κατωτέρω, οιονεί εξ ορισμού υπηρετεί την «μεσότητα», ιδίως όταν λειτουργεί, εν τέλει, υπέρ της εφαρμογής της Δικαιοσύνης εν συνόλω, μέσω των «διαύλων» των ειδικότερων, σε σχέση με την συνολική έκφραση της Δικαιοσύνης, εκφάνσεων κυρίως της Διανεμητικής και, παρακολουθηματικώς, της Διορθωτικής Δικαιοσύνης.  Ειδικότερα δε η Επιείκεια, κατ’ Αριστοτέλη, ως «θεραπενίδα» της Διανεμητικής και της Διορθωτικής Δικαιοσύνης, δια της «μεσότητας»διευκολύνει την επιλογή λύσεων, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου, οι οποίες οδηγούν στην αποφυγή της de factoδημιουργίας ακραίων καταστάσεων, εντελώς αντίθετων προς την ουσία της Δικαιοσύνης εν συνόλω.

β)​Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις, ως προς την φιλοσοφική θεώρηση της Επιείκειας ως Αρετής, επιβεβαιώνονται και συγκεκριμενοποιούνται και από τις ακόλουθες θέσεις του Αριστοτέλους, αυτή την φορά σε σχέση με την θεσμική, κυρίως, λειτουργία της Επιείκειας εντός του πλαισίου της ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων του Δικαίου:

β1)​Κατά τον Αριστοτέλη -όπως και κατά την φιλοσοφικονομική σκέψη γενικώς στην Αρχαία Ελλάδα- ο νόμος οφείλει να έχει, εκ φύσεως, γενικό και αόριστο περιεχόμενο.  Ο νόμος, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι «ατομικός», ήτοι να ρυθμίζει μια ή και περισσότερες συγκεκριμένες έννομες σχέσεις.  Και τούτο διότι ο «ατομικός» νόμος, κατά την εγγενή ιδιοσυστασία του, καταλήγει, νομοτελειακώς, στην παραβίαση της αρχής της αναλογικής Ισότητας, οδηγώντας είτε σε άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων είτε σε ίση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.  Κατ’ επέκταση, ο «ατομικός» νόμος καταλήγει σε παραβίαση της ίδιας της Δικαιοσύνης, ιδίως κατά την διανεμητική της διάσταση.  Από την άλλη όμως πλευρά, ο κατ’ ανάγκη γενικός και αόριστος νόμος -άρα και ο νομοθέτης, ο οποίος τον θεσπίζει- δεν μπορεί να διαγράψει με απόλυτη ακρίβεια το σύνολο του ρυθμιστικού πεδίου που καλείται να καλύψει κανονιστικώς, δοθέντος ότι δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να προβλέψει εν προοιμίου κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία θα εμφανισθεί στο ως άνω πεδίο. Ο ρόλος της συγκεκριμενοποίησης του γενικού και αόριστου νόμου και της αντιμετώπισης των ρυθμιστικών κενών του ανήκει, κατ’ Αριστοτέλη, στην Δικαιοσύνη, ήτοι στον δικαστή ««Ὅταν[οἱ νομοθέτες] μή δύνωνται διορίσαι, ἀλλ’ ἀναγκαῖον μέν ἤ καθόλου εἰπεῖν, μή ἤ δέ, ἀλλ’ ὡς ἐπι τό πολύ» (Ρητορική, 1374α, 30-32).

β2)​Για να διαδραματίσει δε επιτυχώς τον ως άνω ρόλο του ο δικαστής οφείλει να προσφύγει και στην Επιείκεια, ως ρήτρα ερμηνείας και εφαρμογής του κανόνα του Δικαίου που αποκλείει τις ακραίες επιλογές για την κάλυψη των ρυθμιστικών κενών του, οι οποίες αντιτίθενται εξ’ ορισμού στην έννοια της Δικαιοσύνης.  Και ο Αριστοτέλης καταφεύγει στο εξής παράδειγμα: Ο κατ’ ανάγκη γενικός και αόριστος νόμος δεν μπορεί, π.χ., να προσδιορίζει, εκ προοιμίου, επαρκώς πότε κάποιος αδικεί τον άλλο αν τον χτυπήσει με το χέρι του.  Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η αοριστία και η γενικότητα του νόμου μπορεί να οδηγεί, κατά την στενή του ερμηνεία, σε καταδίκη κάποιου, αν και η συμπεριφορά του δεν είναι ουσιαστικώς άδικη.  Εδώ παρεμβαίνει η Επιείκεια, για να καλύψει το ρυθμιστικό κενό του νόμου και να διευκολύνει την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης: «Κατά μέν τόν γεγραμμένον νόμον ἔνοχος ἔσται καί ἀδικεῖ, κατά δέ τό ἀληθές οὔκ ἀδικεῖ, καί τό ἐπιεικές τοῦτο ἐστίν» (Ρητορική, 1374α,32-37).

β3) Περαιτέρω ο Αριστοτέλης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και με βάση την θέση του ότι η Επιείκεια κατατάσσεται μεταξύ των Αρετών, προβαίνει σε πιο εξειδικευμένους συλλογισμούς αναφορικά με την έννοια και την λειτουργία της Επιείκειας εντός του πεδίου της απονομής της Δικαιοσύνης.  Ιδίως δε σε συλλογισμούς, οι οποίοι οριοθετούν, μ’εντυπωσιακή σαφήνεια και οξυδέρκεια για την εποχή του, την σχέση μεταξύ του γραπτού νόμου και της Επιείκειας, ως ρήτρας ερμηνείας και εφαρμογής των ρυθμίσεών του στην πράξη.  Αρκούν οι εξής, έστω και μεμονωμένες, σκέψεις του Αριστοτέλους για να «βεβαιώσουν του λόγου το ασφαλές»: Ο Αριστοτέλης ξεκινάει από την φιλοσοφικονομική θεώρηση ότι το δίκαιο και το επιεικές -άρα το γραπτό Δίκαιο, όπως ο νόμος, και η Επιείκεια- συμπλέουν αρμονικώς κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου, με στόχο την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης.  Επέκεινα, το δίκαιο και το επιεικές είναι εξίσου σπουδαία, ήτοι κρίσιμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου.  Όμως σε τελική ανάλυση -πάντα κατ’ Αριστοτέλη- αποφασιστικής σημασίας, ως ιδιαιτέρως κρίσιμο για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, είναι το επιεικές.

β4)​Με άλλες λέξεις, εδώ ο Σταγειρίτης δείχνει ένα είδοςπροτίμησης υπέρ της ρήτρας της Επιείκειας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου, σε σχέση με την απόλυτη διατύπωση του νόμου, ο οποίος τους θεσπίζει.  Και την προτίμησή του αυτή αιτιολογεί με το να δέχεται, expressis verbis, «ὅτι τὸ ἐπιεικὲς δίκαιον μέν ἐστίν, οὐκατὰ νόμον δέ, ἀλλ᾽ ἐπανόρθωμα νομίμου δικαίου» (Ηθικά Νικομάχεια, 1137β, 13-15).  Ήτοι με το να δέχεται ότι το επιεικές ανταποκρίνεται στην έννοια του Δικαίου και της Δικαιοσύνης όχι σύμφωνα με το γράμμα του θεσπισμένου νόμου, αλλά ως μέσο που παρεμβαίνει διορθωτικώς έναντι του νόμου τούτου για την αποκατάσταση των ρυθμίσεών του, έτσι ώστε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή τους ν’ ανταποκρίνονται πληρέστεραστην έννοια της Δικαιοσύνης και στην αποστολή της αποτελεσματικής απονομής της, κατά τον προορισμό της.  Επομένως, κατ’ Αριστοτέλη η ρήτρα της Επιείκειας εντάσσεται μεν στο γενικό πλαίσιο του Δικαίου εν γένει. Πλην όμως δεν ταυτίζεται απολύτως με τον θεσπισμένο γραπτό νόμο, αλλά μπορεί και πρέπει να γίνεται χρήση της όταν ο ως άνω νόμος, λόγω των κενών και των ρυθμιστικών «αστοχιών» που γεννά, μοιραίως, η γενικότητά του, είναι ανάγκη να «διορθωθεί», μέσω της κατάλληλης ερμηνείας, ώστε ν’ ανταποκρίνεται πλέον, όσο το δυνατόν περισσότερο,στο σύνολο των προταγμάτων του Δικαίου και της Δικαιοσύνης.

β5) Με βάση τις κατά τ’ ανωτέρω διαπιστώσεις του, ο Αριστοτέληςκαταλήγει σ’ ένα είδος -έχοντας πάντως πλήρη επίγνωση, όπως φαίνεται από το σύνολο του έργου του, ότι omnis definitio periculosa est-φιλοσοφικονομικού ορισμού της Επιείκειας, ο οποίος παραμένει, και σήμερα, κλασικός: «Ἔστιν δὲ ἐπιεικὲς τὸ παρὰ τὸν γεγραμμένον νόμον δίκαιον» (Ρητορική, 1374α, 28-29). Έχει από ορισμένους συγγραφείς υποστηριχθεί η άποψη ότι στον «ορισμό» του αυτό ο Αριστοτέλης αντιπαραθέτει, εν τέλει, την Επιείκεια προς το γραπτό Δίκαιο.  Η άποψη όμως αυτή είναι εσφαλμένη και δείχνει ουσιώδη έλλειψη κατανόησης της εν προκειμένω  αυθεντικής θεώρησης του Αριστοτέλους.  Κατ’ ακρίβεια, ο Αριστοτέλης, συνεπής με όλες τις εν προκειμένω προμνημονευόμενεςαναλύσεις του, τις συνοψίζει, με άψογη λογική ακρίβεια, στο ότι το «επιεικές» δεν βρίσκεται «απέναντι» στους κανόνες του γραπτού νόμου. Αλλά βαίνει, ακολουθώντας παράλληλη πορεία ως προς την υπεράσπιση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, πέραν αυτού, εφόσον τούτο είναι επιβεβλημένο για την πραγμάτωση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης.

β6)​Χρησιμοποιώντας τα «εργαλεία» της σύγχρονης νομικής ορολογίας, μπορούμε και πρέπει να δεχθούμε ότι στο πλαίσιο του ως άνω «ορισμού» του ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η Επιείκεια, κατά την ίδια την φιλοσοφική και θεσμική ιδιοσυστασία, λειτουργεί ως ρήτρα που παράγει τα έννομα αποτελέσματά της κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου όχι contra legem, αλλά praeter legem. Με άλλες λέξεις, ηπροσφυγή στην ρήτρα της Επιείκειας δεν θέτει, κατ’ ουδένα τρόπο,«εκποδόν» τον γραπτό κανόνα δικαίου, αλλά επιτελεί, υπέρ του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, την ερμηνευτική λειτουργία της συμπλήρωσης ή και διόρθωσής του, κατά την εφαρμογή του. Και τούτο είτε για να καλύψει τα νομοθετικά του κενά είτε για να διορθώσει τις ρυθμιστικές «αστοχίες» του, όταν και όπου η αδήριτη γενικότητά του, κατά τ’ ανωτέρω, αφήνει κενά τέτοια κενά ή καταλήγει σε τέτοιες «αστοχίες».  Υπό την έννοια αυτή, άλλωστε, επισημάνθηκε προηγουμένως ότι, κατ’ Αριστοτέλη, η Επιείκεια λειτουργεί, στο πεδίο της ερμηνείας και της εφαρμογής των κανόνων του Δικαίου, ως «θεραπενίδα» της Δικαιοσύνης, επενεργώντας θεσμικώς στο ειδικότερο πλαίσιο της Διανεμητικής Δικαιοσύνης και, όπου τούτο δεν αρκεί για την ολοκληρωμένη πραγμάτωση της Δικαιοσύνης, και της Διορθωτικής Δικαιοσύνης.

γ)​Σε ό,τι, τέλος, αφορά τις μεθόδους χρησιμοποίησης στην πράξη της ρήτρας της Επιείκειας, ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί, ως προς την πρωτοτυπία της διατύπωσής της για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, η ανάλυση του Αριστοτέλους για τον θεσμό της Διαιτησίας, ως διαδικασίας απονομής της Δικαιοσύνης η οποία λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, παραλλήλως προς την δικαιοδοσία του δικαστή, ως οργάνου της Πολιτείας επιφορτισμένου «επισήμως» με την επίλυση των μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου διαφορών.  Συγκεκριμένα, εισάγοντας την ρήτρα της Επιείκειας στο θεσμικό πλαίσιο της άσκησης της πολιτειακής προέλευσης δικαιοδοτικής λειτουργίας, ο Αριστοτέλης παρατήρησε, μεταξύ άλλων: «Καί τό εἰς δίαιταν μᾶλλον ἤ εἰς δίκην βούλεσθαι ἱέναι · ὁ γάρ διαιτητής τό ἐπιεικές ὁρᾶ, ὁ δέ δικαστής τόν νόμον · καί τούτου ἕνεκα διαιτητής εὑρέθη, ὅπως τό ἐπιεικές ἰσχύη» (Ρητορική, Α, 13, 1374 β, 18-22).

γ1) Στην ως άνω παρατήρησή του ο Αριστοτέλης αποφαίνεται, σε γενικές γραμμές, ότι πέραν της «επίσημης» κρατικής δικαιοδοτικής λειτουργίαςυφίσταται και ο θεσμός της Διαιτησίας, ως διαδικασίας επίλυσης των διαφορών μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου, ύστερα από επιλογή, κατά την βούληση των αντιδικούντων μερών, της μιας ή της άλλης δικαιοδοτικής οδού. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιλογή της Διαιτησίας συνιστά μια μορφή αξιοποίησης της ρήτρας της Επιείκειας στην πράξη για την απονομή της Δικαιοσύνης.  Δηλαδή, κατ’ Αριστοτέλη, η Διαιτησία είναι, κατ’ αποτέλεσμα, θεσμός αρρήκτως συνδεδεμένος με την Δικαιοσύνη.  Και τούτο διότι στο μεν πλαίσιο της από την Πολιτεία οργανωμένης δικαιοδοτικής λειτουργίας ο δικαστής στηρίζεται πολύ περισσότερο -αν όχι αποκλειστικώς- στον νόμο, ήτοι στους θεσπισμένους από την Πολιτεία κανόνες του Δικαίου.  Ενώ στο πλαίσιο της Διαιτησίας ο δικαστής, ως δικαιοδοτικό όργανο κατ’ επιλογή των μερών, στηρίζεται κατ’ εξοχήν στις μεθόδους απόφανσης, οι οποίες απορρέουν από την χρησιμοποίηση της ρήτρας της Επιείκειας στην πράξη.  Και ο Αριστοτέλης φθάνει στο συμπέρασμα του όλου συλλογισμού του διατυπώνοντας τηνθέση, ότι ο κύριος λόγος, για τον οποίο επινοήθηκε ο θεσμός της Διαιτησίας, είναι για να επιλύονται οι μεταξύ των μελών διαφορές με βασικό γνώμονα την χρήση της ρήτρας της Επιείκειας.

γ2) Οι θέσεις του Αριστοτέλους περί Διαιτησίας, ως διαδικασίας απονομής της Δικαιοσύνης μέσω της προσφυγής στην ρήτρα της Επιείκειας, η οποία λειτουργεί, κατ’ επιλογή των αντίδικων μερών, παραλλήλως προς τους «επίσημους» δικαστικούς σχηματισμούς της Πολιτείας, αποτελεί, αναμφισβήτητα, μια ισχυρή απόδειξη των εξαιρετικά φιλελεύθερων -με τα μέτρα της εποχής- αντιλήψεών του σχετικά με την εν γένει πολιτειακή οργάνωση, όπως άλλωστε προκύπτει και από την όλη πολιτική «κοσμοθεωρία» του στο πλαίσιο των αναλύσεων της «Αθηναίων Πολιτείας».  Εξ ού και σε κάποιες περιπτώσεις υποστηρίχθηκαν απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες, κατ’ Αριστοτέλη, αφενός η δυνατότητα της επιλογής της Διαιτησίας ισχύει σε όλο το φάσμα της επίλυσης διαφορών, ανεξάρτητα από την ειδικότερη φύση τους.  Και, αφετέρου, στις περιπτώσεις επιλογής της Διαιτησίας ο διαιτητής δικάζει ως «legibussolutus», δηλαδή εντελώς πέρα και έξω από τους in concretoθεσμοθετημένους κανόνες του Δικαίου, ήτοι αποκλειστικώς κατά την σύμφωνη με την Επιείκεια κρίση του.  Με άλλες λέξεις, ο διαιτητής μπορεί να φθάσει ως το σημείο παραγωγής, πρωτογενώς, κανόνων δικαίου, ακόμη και αντίθετων με τους κατά τ’ ανωτέρω θεσμοθετημένους από την Πολιτεία κανόνες του Δικαίου.

γ3) Απλή ανάγνωση της «Αθηναίων Πολιτείας» αρκεί για να καταδείξει, ότι αυτές οι ακραίες περί Διαιτησίας και της εντός αυτής επενέργειας της ρήτρας της Επιείκειας θέσεις είναι ξένες προς την θεσμική και πολιτική «φιλελεύθερη» νοοτροπία του Αριστοτέλους, ιδίως σε ό,τι αφορά την οργάνωση και λειτουργία της απονομής της Δικαιοσύνης.  Πριν απ’ όλα είναι προφανές, ότι κατ’ Αριστοτέλη δεν είναι νοητή η υπαγωγή στην Διαιτησία, κατ’ επιλογή των μερών, σημαντικών για την επιβίωση του κοινωνικού συνόλου διαφορών, διεπόμενων από το «αυστηρό δίκαιο» που έχει θεσπίσει η Πολιτεία. Όπως είναι, κατ’ εξοχήν, οι διαφορές για βαριά εγκλήματα στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, πρωτίστως δε για εγκλήματα, τα οποία στρέφονται κατά της Πολιτείας  (πολιτικά εγκλήματα, κυρίως δε εγκλήματα καθοσιώσεως, κλπ).

γ4)​Επομένως, κατά την αντίληψη του Αριστοτέλους περί Διαιτησίας, σε αυτή μπορούσαν να υπαχθούν κυρίως εκείνες οι διαφορές, οι οποίες αναφύονταν μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου στο πεδίο του -υπό σημερινούς βεβαίως όρους, και με όλη την διακινδύνευση της εντεύθεν μη εντελώς επακριβώς οριοθετημένης περιγραφής -lato sensu Ιδιωτικού Δικαίου.  Ιδίως δε οι διαφορές που ανέκυπταν κατά τις καθημερινές κοινές ή και ειδικότερες εμπορικές συναλλαγές, με αντιπροσωπευτικότερα δείγματα γραφής τις εμπράγματες και ενοχικές συναλλαγές, φυσικά κατά την μετέπειτα επικρατήσασα ορολογία υπό το φως των δεδομένων του Ρωμαϊκού Δικαίου και της πάνω στη βάση του καλλιεργηθείσας Νομικής Επιστήμης. Επιπλέον –ίσως δε και σπουδαιότερο για τον πυρήνα του θεσμού της Διαιτησίας- είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει δεκτό πως ο Αριστοτέλης, σύμφωνα με  τις ως άνω αναλύσεις του,αποδεχόταν ένα είδος ανεξέλεγκτης «ελευθεριότητας» του διαιτητή κατά την άσκηση της ιδιόμορφης αυτής δικαιοδοσίας του. Και κατ’ ακρίβεια δε «ελευθεριότητας», η οποία θα έφθανε στα όρια της κρίσης ευθέως contralegem. Με άλλες λέξεις κρίσης που θ’ αγνοούσε εντελώς τις γενικές αρχές, οι οποίες απέρρεαν από τους θεσμοθετημένους εκ μέρους της Πολιτείας κανόνες Δικαίου, για την εκδίκαση αντίστοιχων διαφορών, αυτή την φορά όμως από τον έχοντα «επίσημη» δικαιοδοτική αρμοδιότητα δικαστή.

γ5)​Άρα η διαφαινόμενη -σε όποιο βάθος και σε όποια έκταση- στην ανάλυση του Αριστοτέλους «προτίμηση» για την Διαιτησία μάλλον πρέπει να συνδυασθεί, κατά την εξήγησή της, με την όλη αντίληψη του Αριστοτέλους ως προς την ουσία και την δικαιοδοτική εμβέλεια της ρήτρας της Επιείκειας. Πράγμα που σημαίνει ότι, κατ’ Αριστοτέλη, η Διαιτησία και ο διαιτητής δεν μπορεί να επιλέγονται από τα αντίδικα μέρη για να επιλυθεί η διαφορά τους ακόμη και contra legem. Απλώς ο διαιτητής, στο πλαίσιο της Διαιτησίας, είχε πολύ ευρύτερη διακριτική ευχέρεια από τον «επίσημο» δικαστή να κρίνει, praeter legem όμως, είτε όταν υφίσταται νομοθετικό κενό, το οποίο έπρεπε να καλυφθεί με κανόνες, τους οποίους «εμπνεόταν» και  εφάρμοζε στην πράξη ο ίδιος, με αποκλειστικό γνώμονα την ρήτρα της Επιείκειας. Είτε όταν οι in concreto εφαρμοστέοι θεσπισμένοι κανόνες του Δικαίου έπρεπε να «διορθωθούν» καταλλήλως, πάντοτε με αποκλειστικό γνώμονα την ρήτρα της Επιείκειας, ώστε ν’ ανταποκρίνονται πληρέστερα στην έννοια της Δικαιοσύνης. Ακριβέστερα δε στην έννοια της Διανεμητικής Δικαιοσύνης και της θεμελιώδους θεσμικής και κανονιστικής παραμέτρου της, της αναλογικής Ισότητας.

γ6)​Συμπερασματικώς, λοιπόν, μάλλον πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά  Αριστοτέλη, ο διαιτητής, στο πλαίσιο του θεσμού της Διαιτησίας, δικαιοδοτούσε, κατ’ επιλογή των αντιδίκων μερών, ως ένα είδος «συλλειτουργού» των θεσμικώς  οργανωμένων από την Πολιτεία δικαιοδοτικών οργάνων. Και η βασική  μεταξύ τους διαφορά έγκειται στο ότι  τα τελευταία μπορούσαν να δικαιοδοτούν κατ’ αρχήν secundum legem. Ενώ ο διαιτητής είχε την δυνατότητα να διαμορφώσει τον νομικό του συλλογισμό αξιοποιώντας όλους τους διαύλους της praeter legemερμηνείας των εφαρμοζόμενων από αυτόν κανόνων, χωρίς όμως ν’  αγνοεί εντελώς ή και να παραβιάζει το «τεθειμένο» Δίκαιο.

II.​Το σύγχρονο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο ως «προνομιακό» πεδίο εφαρμογής της ρήτρας της Επιείκειας

Η ρήτρα της Επιείκειας, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα στον χρόνο κυρίως υπό την επιρροή της κατά τα προαναφερθέντα σκέψης του Αριστοτέλους περί αυτής,  διαδραματίζει, αδιαλείπτως, σπουδαίο ρόλο στο πλαίσιο και της σύγχρονης Νομικής Επιστήμης, δοθέντος ότι «διατρέχει» τις αρχές και την μεθοδολογία ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου σε όλο το φάσμα του Δικαίου. Είτε πρόκειται για το Δημόσιο, είτε πρόκειται για το Ιδιωτικό Δίκαιο, κατά την  κλασσική και πάντα ισχύουσα, τουλάχιστον στις γενικές της γραμμές, διάκριση. Εκεί όμως όπου η εφαρμογή της ρήτρας της Επιείκειας εμφανίζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του νομικού πεδίου το οποίο καλύπτεται κανονιστικώς, είναι ο χώρος του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου και πρωτίστως ο χώρος του κλάδου του εκείνου, που αφορά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Συγκεκριμένα, σε αυτό τον χώρο και σε αυτό το  ειδικότερο πεδίο η προσφυγή στην ρήτρα της Επιείκειας, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή  των αντίστοιχων κανόνων δικαίου, καθίσταται ολοένα και πιο  συχνή και ολοένα και πιο  έντονη, και μάλιστα υπό συνθήκες και προϋποθέσεις που «αναζωογονούν» την περί Επιείκειας σκέψη του Αριστοτέλους, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, αναδεικνύοντας έτσι την διαχρονική επικαιρότητά της και, συνακόλουθα, τον αδιαμφισβήτητο «κλασσικισμό» της.

Α. Η ιδιομορφία του κανονιστικού πλαισίου των κανόνων του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου και, κυρίως, του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ

Το ότι η ρήτρα της Επιείκειας βρίσκει «προνομιακό» πεδίο εφαρμογής  κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, και ιδίως του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην κανονιστική ιδιομορφία των κανόνων τούτων, με δεδομένο το ότι, οιονεί εκ φύσεως και εκ καταγωγής, οι κανόνες αυτοί αφενός διατυπώνονται, συνήθως, με μεγάλη ευρύτητα και γενικότητα, ώστε να καταστεί εφικτή η αποδοχή τους από όσο το δυνατόν περισσότερα Κράτη, των οποίων τα συμφέροντα πολλάκις είναι  αντίθετα, και μάλιστα ριζικώς. Και, αφετέρου, οι θεσμοθετημένοι κυρωτικοί μηχανισμοί για την υπεράσπιση του κανονιστικού κύρους του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, συνακόλουθα δε και του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, όταν και εφόσον οι κανόνες τους παραβιάζονται -γεγονός διόλου σπάνιο- είναι, κατά γενική ομολογία, ελλιπείς και, εν πάση περιπτώσει, δεν λειτουργούν ικανοποιητικώς από πλευράς αποτελεσματικότητας, άρα δεν εκπληρώνουν στο ακέραιο την αποστολή, για την οποία έχουν οργανωθεί θεσμικώς.

1.​Οι κανονιστικές ελλείψεις του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, μ’  επίκεντρο το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ

Υπό τα ως άνω δεδομένα η ρήτρα της Επιείκειας, τόσο ως γενική αρχή δικαστικής ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου όσο και με την μορφή διαιτητικής επίλυσης των αναφυόμενων διαφορών, έρχεται στην εποχή μας  να «τονώσει»   και την  αμφισβητούμενη  κανονιστική ισχύ του συνόλου του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Όταν μάλιστα ιδίως στους ταραγμένους καιρούς μας, η σημασία της  αποτελεσματικής εφαρμογής του Δικαίου τούτου καθίσταται κάτι παραπάνω από πρόδηλη –ουσιαστικώς δε κυριολεκτικώς υπαρξιακή- για την συνοχή της Διεθνούς Κοινότητας εν γένει. Συγκεκριμένα, επιχειρώντας ένα στοιχειώδη ιστορικό απολογισμό, από την δημιουργία του ως σήμερα, οφείλουμε να δεχθούμε -και προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορούν αμάχητα νομικά και πολιτικά τεκμήρια- ότι το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και η εξ αυτού απορρέουσα Διεθνής Νομιμότητα αποτελούν μια από τις πιο καίριες επινοήσεις του Ανθρώπου, αναφορικά με την ρύθμιση των διακρατικών σχέσεων και την εντεύθεν ειρηνική συνύπαρξη Κρατών και Λαών.

α)​Πραγματικά, σε σχέση με την προϋπάρχουσα κατάσταση, η δημιουργία και η επέκεινα εξέλιξη του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, η οποία σημάδεψε ανεξίτηλα τις τότε εμβρυακές διακρατικές σχέσεις κατά την περίοδο της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση, στοιχειοθετεί ένα από τα πιο εμβληματικά βήματα προόδου για τον Άνθρωπο και την Ανθρωπότητα. Ως προς την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού μαρτυρεί αψευδώς το διάνυσμα, το οποίο διαγράφει το κατά τον Thomas Hobbes «πέρασμα» από την εποχή του «bellum omnium contra omnes», σ’ εκείνη του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου και του «πρωταρχικού» κανόνα του, ήτοι της αρχής «pacta sunt servanda». Υπ’ αυτό το πρίσμα το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο υπήρξε μια πραγματική θεσμική και πολιτική «επανάσταση», ως προς την υπό τον κανονιστικό θεσμικό του μανδύα εξέλιξη του διεθνούς γίγνεσθαι.

β)​Πέραν τούτων όμως, το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο δεν συνέβαλε μόνο στην εν γένει πορεία ρύθμισης των διακρατικών σχέσεων, υπό συνθήκες ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ Κρατών και Λαών. Συνέβαλε, εμμέσως πλην σαφώς, και στην οριστική διαμόρφωση των θεμελιωδών στοιχείων του σύγχρονου Κράτους. Και τούτο διότι το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, θέτοντας το πλαίσιο μιας στοιχειώδους διακρατικής συνεργασίας, κατ’ αποτέλεσμα οριοθέτησε και τις βασικές συντεταγμένες της Κυριαρχίας κάθε Κράτους. Επιπλέον δε, αλλά και κατά λογική ακολουθία, το γενικό πλαίσιο του Κράτους Δικαίου, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, εν τέλει, της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς σε βάθος την προοπτική του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου ήδη από τις απαρχές του, πρέπει να κάνει δεκτό το συμπέρασμα ότι η τάση του ήταν -αλλά και παραμένει διαρκώς- η σταδιακή και κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη μεταφορά, μέσω της Διεθνούς Νομιμότητας, των πυρήνων του Κράτους Δικαίου, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στις διακρατικές σχέσεις και στο διεθνές γίγνεσθαι.

γ)​Βεβαίως, η πορεία εξέλιξης του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου κάθε άλλο παρά δικαίωσε τις προσδοκίες για την δημιουργία ενός θεσμικού και πολιτικού μέσου αποτελεσματικής υπεράσπισης της Ειρήνης και της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ Κρατών και Λαών. Ειδικότερα, και παρά το ευοίωνο ξεκίνημα που προοιωνίσθηκε η Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648, για την δημιουργία ενός σύγχρονου και δυναμικού διακυβερνητικού -διακρατικού συστήματος Διεθνών Σχέσεων, η συνέχεια δεν υπήρξε η αναμενόμενη.

​γ1)​Κατά την περίοδο πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο -ακριβώς λόγω τη πικρής εμπειρίας του Πολέμου αυτού- παρατηρήθηκε το εξής, αντιφατικό κατά βάθος, φαινόμενο: Ναι μεν «οι φωνές» υπεράσπισης του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου και της Διεθνούς Συνεργασίας πολλαπλασιάσθηκαν και στηρίχθηκε η ιδέα της δημιουργίας κατάλληλων Διεθνών Οργανισμών. Πλην όμως, κυρίως οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, κατ’ αποτέλεσμα αντιτάχθηκαν στην κανονιστική καταξίωση του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, μη ανεχόμενες την προοπτική η πολιτική τους να τεθεί υπό την θεσμική και πολιτική εποπτεία του. Το παράδειγμα της Κοινωνίας των Εθνών, και η έναντι αυτής στάση ορισμένων από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, παρέχει το πιο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο της ως άνω μεγάλης αντίφασης εις βάρος του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου.

​​γ2)​Τα πράγματα επιδεινώθηκαν κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, όταν ιδίως η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία όχι μόνο «δυναμίτισαν», στην κυριολεξία, με την πολιτική τους τον ίδιο τον πυρήνα του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου αλλά και στήριξαν, απροκαλύπτως, την επαναφορά στο προ της δημιουργίας του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου καθεστώς της επιβολής του δικαίου του ισχυρού έναντι τις ισχύος του Δικαίου. Δυστυχώς, κατ’ εκείνη την περίοδο αυτή η κορύφωση της διεθνούς αυθαιρεσίας στηρίχθηκε και από σημαντικούς Νομικούς. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Carl Schmitt, κατά τον οποίο βασική προτεραιότητα είχε η έννοια της Λαϊκής Κυριαρχίας που δεν μπορεί, ούτε επιτρέπεται, να περιορίζεται, κατ’ ουδένα τρόπο, από τις ρυθμίσεις του φιλελευθέρου Κανόνα Δικαίου, είτε στο επίπεδο του Εθνικού είτε στο επίπεδο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου.

δ)​Την επαύριο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ύστερα από όσα άφησε πίσω το εφιαλτικό πέρασμά του, το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο φαίνεται να γνωρίζει μια εντυπωσιακή δυναμική, σ’ επάλληλα επίπεδα. Αναφέρονται, ενδεικτικώς, η κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η θέσπιση Διεθνών Συμφωνιών για τον περιορισμό των όπλων μαζικής καταστροφής, η ίδρυση Διεθνών Οργανισμών πολυμερούς εμπορικής συνεργασίας, όπως π.χ. η Gatt και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, αλλά και Διεθνών Οργανισμών νομισματικής συνεργασίας και οικονομικής βοήθειας, όπως π.χ. το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Όμως, η πρόοδος αυτή του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου αποδείχθηκε, και μάλιστα πολύ σύντομα, άκρως επιφανειακή, δοθέντος ότι ουδόλως βελτιώθηκε ο βαθμός της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων του στην πράξη. Πολλώ μάλλον όταν η «αχίλλειος πτέρνα» του, ήτοι η έλλειψη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών σε περίπτωση παραβίασης των θεσμοθετημένων κανόνων του, άρχισε να μετατρέπεται σε πραγματική «χαίνουσα πληγή», θεσμικώς και πολιτικώς.

2.​Τα «τρωτά» σημεία του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου

Η Νομική Επιστήμη έχει αρκούντως επισημάνει, σε διεθνή κλίμακα, τα τρωτά σημεία της δομής του Κανόνα Δικαίου, ως θεσμικής «μονάδας μέτρησης» του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου και του τρόπου εφαρμογής του. Σημεία, τα οποία υψώνουν σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια ως προς την επίτευξη της κατά τ’ ανωτέρω θεσμικής και πολιτικής αποστολής του στο πεδίο της Διεθνούς Κοινότητας και του διεθνούς γίγνεσθαι.

​α)​Το σπουδαιότερο από τα τρωτά αυτά σημεία, πραγματική «αχίλλειος πτέρνα» του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, ελλοχεύει στην χρόνια -ουσιαστικά από καταβολών του Διεθνούς Δικαίου- μειωμένη κανονιστική εμβέλεια και επάρκεια των κανόνων του, ανεξάρτητα από την μορφή που φέρει το κείμενο -π.χ. συμφωνία, συνθήκη κλπ.- εντός του οποίου περιλαμβάνονται.

​​α1)​Μειωμένη κανονιστική εμβέλεια η οποία μάλιστα εντείνεται, όσο οι σχέσεις μεταξύ των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας γίνονται ολοένα και πιο περίπλοκες, a priori δε ακόμη πιο «συγκρουσιακές», όσο δηλαδή η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ τους κατατάσσεται παγκοσμίως, και δυστυχώς δίχως αισιόδοξες προοπτικές, σε αγαθό «ουσιώδες εν ανεπαρκεία». Πραγματικά, οι Διεθνείς Συνθήκες, και κυρίως αυτές που απευθύνονται σε μεγάλο κύκλο Κρατών, συντίθενται από κανόνες δικαίου οι οποίοι συντάσσονται με ολοένα και μεγαλύτερη γενικότητα και, επέκεινα,  με εξ’ ίσου ολοένα και μεγαλύτερη  ασάφεια ως προς το ρυθμιστικό τους περιεχόμενο. Και τούτο συμβαίνει για να καταστεί δυνατή η ευρύτερη δυνατή αποδοχή τους από τα συμβαλλόμενα Κράτη, με το να καλύπτει τις βασικές  θέσεις ως προς τα επιμέρους συμφέροντα καθενός. Έτσι όμως το μεγαλύτερο βάρος ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους, κατ’ εξοχήν σύμφωνα με την μέθοδο τελεολογικής ερμηνείας, μετατίθενται στους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με  την εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν στο πλαίσιο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Πράγμα που σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερες είναι η γενικότητα και η αοριστία των κανόνων του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, τόσο δυσχερέστερο καθίσταται το έργο του δικαστή για την επίλυση των εντός του πλαισίου ερμηνεία και εφαρμογής των κανόνων τούτων αναφυόμενων διαφορών. Επιπλέον δε τόσο δυσχερέστερη καθίσταται και η άνευ όρων αποδοχή του δεδικασμένου των αντιστοίχων  αποφάσεών του από τα διάδικα μέρη.

​​​α2)​Τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως για το σύνολο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, ως προς το μειονέκτημα της υπερβολικής γενικότητας και αοριστίας των κανόνων του,  ισχύει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά τη Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Η τεράστια αξία –που σταδιακώς αποκαλύπτεται και αυξάνεται γεωμετρικώς-  του θαλάσσιου πλούτου κάθε μορφής, η σχεδόν χαοτική γεωγραφική ιδιαιτερότητα σε ό,τι αφορά τα πραγματικά δεδομένα των επιμέρους Θαλάσσιων Ζωνών που πρέπει να οριοθετηθούν και η εν πολλοίς κατανοητή προσήλωση των Κρατών στην αποτελεσματική υπεράσπιση  τόσο του στενού πυρήνα της Κυριαρχίας τους όσο και των λοιπών κυριαρχικών τους δικαιωμάτων –πάντοτε σε συνδυασμό με την οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών-  συνιστούν τις κυριότερες αιτίες, λόγω των οποίων οι συντάκτες της Σύμβασης του Montego Bayτου 1982 για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ προέβησαν σε σημαντικές υποχωρήσεις, αναφορικά με την επαρκή συγκεκριμενοποίηση και αντίστοιχη εξασφάλιση της σαφήνειας των κανόνων που την συνθέτουν. Και να σκεφθεί κανείς ότι παρά τις επώδυνες αυτές υποχωρήσεις πολλά και σημαντικά Κράτη –μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ- δεν έχουν επικυρώσει ακόμη,  δέσμια των δισταγμών τους ως προς την υπεράσπιση των κάθε είδους συμφερόντων τους, –την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Το μόνο παρήγορο είναι ότι, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η Σύμβαση αυτή, -άρα το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ- παράγουν γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες δικαίου οι οποίοι δεσμεύουν και τα Κράτη που δεν την έχουν ως τώρα επικυρώσει.

β)​Η ως άνω μειωμένη κανονιστική εμβέλεια και επάρκεια των  κανόνων Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου έχει ως διαβρωτική ρίζα της την, επίσης χρόνια, έλλειψη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών, ικανών να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων αυτών στην πράξη, και μάλιστα erga omnes.

​​β1)​Υπό το φως των δεδομένων τούτων, το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο βρίσκεται, από πλευράς θεσμικής και κανονιστικής «ευρωστίας», σε σαφώς πιο μειονεκτική θέση έναντι του Εθνικού Δικαίου -ήτοι του δικαίου κάθε Κράτους, όπως τούτο οργανώνει την Έννομη Τάξη του- αλλά ακόμη και έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως σαφώς καταδεικνύει η σχετικώς ικανοποιητικώς οργανωμένη θεσμική δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

​​β2)​Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του Εθνικού Δικαίου και -οπωσδήποτε σε μεγάλο βαθμό- του Ευρωπαϊκού Δικαίου, οι αντίστοιχες Έννομες Τάξεις συντίθενται από κανόνες δικαίου, οι οποίοι έχουν όλα τα κανονιστικά χαρακτηριστικά των leges perfectae, ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των κυρωτικών μηχανισμών διασφάλισης της εφαρμογής τους στην πράξη. Όλως αντιθέτως είναι, όπως ήδη τονίσθηκε, η έλλειψη αντίστοιχων κυρωτικών μηχανισμών, στο πλαίσιο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, η οποία καθιστά, σε μεγάλη κλίμακα, τους κανόνες δικαίου που το συνθέτουν σχεδόν leges minus quam perfectae ή, ακόμη χειρότερα, leges imperfectae.

γ)​Αυτό το μεγάλο μειονέκτημα του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου δεν έχει, καθ’ όλη την ιστορική διαδρομή του, θεραπεύσει -και, δυστυχώς, τίποτα δεν δείχνει ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση θ’ αλλάξει στο μέλλον, άμεσο ή και απώτερο- η παρέμβαση του Διεθνούς Δικαστή, οιαδήποτε μορφή και αν έχει το ad hoc όργανο του συστήματος Διεθνούς Δικαιοσύνης, το οποίο επιλαμβάνεται για την in concreto εφαρμογή του οικείου κανόνα δικαίου και, συνακόλουθα, για την επίλυση της οικείας δικαστικής διαφοράς.

γ1)​Για την ακρίβεια, ουδένα δικαιοδοτικό όργανο, στο πλαίσιο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, είτε πρόκειται για stricto sensu δικαστήριο είτε για διαιτητικό όργανο, έχει συμβάλει αποδοτικά σε μιαν άξια λόγου μεταστροφή αυτής της τόσο επικίνδυνης τάσης κανονιστικής απομείωσηςτου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Και σε αυτό συνέτεινε το ότι τα κατά τ’ ανωτέρω δικαιοδοτικά όργανα δεν εξοπλίζονται, από τους οικείους κανόνες του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου που καθορίζουν την οργάνωση και την λειτουργία τους, με την δικαιοδοτική εκείνη «πανοπλία», η οποία θα μπορούσε αφενός να υποχρεώσει τ’ αντιδικούντα στο διεθνές γίγνεσθαι μέρη να προστρέξουν υποχρεωτικώς σε αυτά. Και, αφετέρου, να θωρακίσει τις αποφάσεις τους με πραγματική εκτελεστή δύναμη δεδικασμένου.

γ2)​Τούτο ισχύει ακόμη και ως προς τα κορυφαία όργανα του δικαιοδοτικού συστήματος του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, όπως είναι π.χ. το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ως προς το τελευταίο, μόνος αισιόδοξος οιωνός, για το κύρος του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, εμφανίζεται η εκ μέρους του αυξανόμενη έκδοση αποφάσεων οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αναγνωρίζουν την ύπαρξη γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, που είναι δεσμευτικοί erga omnes, ήτοι ακόμη και για Κράτη τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε Συνθήκες, τους κανόνες των οποίων εφαρμόζει το Δικαστήριο τούτο. Το τελευταίο, σχετικώς, παράδειγμα του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Συνθήκη του Montego Bay του 1982, παρέχει ένα άκρως αντιπροσωπευτικό «δείγμα γραφής» προς αυτή την κατεύθυνση.

Β.​​​Επιείκεια και Διαιτησία στο πλαίσιο του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, υπό το φως της σκέψης του Αριστοτέλους

Η ανάλυση που προηγήθηκε, ιδίως σχετικά με την ιδιομορφία και τις μεγάλες κανονιστικές αδυναμίες και αριθμίες του σύγχρονου Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου –κατ’ εξοχήν δε του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ και την Σύμβαση του Montego Bay του 1982- σε ό,τι αφορά τόσο την γενικότητα και την αοριστία του όσο και τις κραυγαλέες ελλείψεις  των κυρωτικών μηχανισμών, σε περιπτώσεις παραβίασης των διατάξεών του, εξηγούν, σε σημαντικό βαθμό, ως και πόσο  παραμένει επίκαιρη στο πεδίο τούτο η σκέψη του Αριστοτέλους, αναφορικά με την εφαρμογή από την μια πλευρά της ρήτρας της Επιείκειας και, από την άλλη πλευρά του θεσμού της Διαιτησίας. Ειδικότερα:

1. Η ρήτρα της Επιείκειας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου
Η σκέψη του Αριστοτέλους περί της ρήτρας της Επιείκειας, ως μέσου κατάλληλης ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυόντων εκάστοτε κανόνων δικαίου, διατηρεί την επικαιρότητά της αν αναχθεί κανείς στον τρόπο, με τον οποίο  η νομολογία των δικαιοδοτούντων οργάνων στο πλαίσιο του ΔημόσιουΔιεθνούς Δικαίου-κυρίως δε του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης- ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 38 του Καταστατικού του Δικαστηρίου. Διατάξεις, οι οποίες προσδιορίζουν το κανονιστικό πλαίσιο των κανόνων δικαίου, με βάση τους οποίους ασκεί τη δικαιοδοσία του κατά την εκδλίκαση των ενώπιον αυτού αγόμενων από τα διάδικα μέρη διαφορών.

​​α)​Κατά τις διατάξεις, λοιπών, του άρθρου 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης: « 1.​Το Δικαστήριο, που έργο του έχει να εκδικάζει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τις υποθέσεις που υποβάλλονται σ΄ αυτό, θα εφαρμόζει:

​​​α.​τις διεθνείς συμβάσεις, γενικές ή ειδικές, που θέτουν κανόνες οι οποίοι αναγνωρίζονται ρητά από τα αντίδικα κράτη,

​​​β.​το διεθνές εθιμικό  δίκαιο, ως απόδειξη γενικής πρακτικής που γίνεται δεκτή ως κανόνας δικαίου,

​​​γ.​τις γενικές αρχές του δικαίου που αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα έθνη,

​​​δ.​με την επιφύλαξη όσων προβλέπουν οι διατάξεις του Άρθρου 59, τις δικαστικές αποφάσεις και τα διδάγματα των πιο αναγνωρισμένων δημοσιολόγων των διάφορων εθνών, ως βοηθητικά μέσα για τον καθορισμό των κανόνων δικαίου.

​​2.​Αυτή η διάταξη δεν θα θίγει την εξουσία του Δικαστηρίου να κρίνει μια υπόθεση “ex aequo et bono” , αν οι διάδικοι συμφωνούν σ’  αυτό.»

​β)​Διευκρινίζεται, ευθύς εξαρχής, ότι οι θέσεις που διατυπώνονται στην συνέχεια δεν αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 2 του ως άνω Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου τούτου να κρίνει μια υπόθεση, ύστερα από συμφωνία των διάδικων μερών, «ex aequo et bono». Και τούτο, διότι πέραν του ότι ενδεχόμενη κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στο πεδίο μιας τέτοιας, εντελώς εξαιρετικής, δικαιοδοσίας ουσιαστικώς κινείται πέραν των διατάξεων του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου εν γένει, ώστε να εντοπισθεί με αξιοπιστία εν προκειμένω η προσφυγή στην ρήτρα της Επιείκειας για την λειτουργία της εντός του κανονιστικού πλαισίου του Δικαίου τούτου, ουδέποτε ως σήμερα έχει γίνει χρήση της δικαιοδοτικής ευχέρειας της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του κατά τ’ ανωτέρω Καταστατικού του. Άρα, όποια ερμηνευτική προσέγγιση ενδεχόμενης εφαρμογής της ρήτρας της Επιείκειας, εντός αυτού του δικαιοδοτικού πλαισίου, θα ήταν από «υπόθεση εργασίας» ως  εντελώς αυθαίρετη, αφού δεν υφίσταται αντιπροσωπευτικό νομολογιακό προηγούμενο απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Επομένως, οι θέσεις που διατυπώνονται στην συνέχεια αφορούν την επενέργεια τη ρήτρας της Επιείκειας εντός του πεδίου των κανόνων δικαίου των εδ. α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, συγκεκριμένα δε το πώς η προμνημονευόμενη ρήτρα λειτουργεί, κατά τη διάταξη του εδ. γ΄ της κατά τ΄ ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου τούτου, ήτοι ενταγμένη  στις «γενικές αρχές του δικαίου που αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα Έθνη».

​γ)​Σύμφωνα λοιπόν με τις προεκτεθείσες διευκρινήσεις, πάντοτε με γνώμονα την εμπειρία της νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ως προς το εκάστοτε  in concreto εφαρμοστέο δίκαιο κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 38 του Καταστατικού του,  η ρήτρα της Επιείκειας επενεργεί, ιδίως μάλιστα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ κατά τη Σύμβαση του Montego Bay του 1982 :

​​​γ1)​Είτε στο πλαίσιο  της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων  του γραπτού και εθιμικού δικαίου καθώς και των δικαστικών  αποφάσεων και των διδαγμάτων των πιο αναγνωρισμένων δημοσιολόγων των διαφόρων Εθνών, κατά το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 1, εδ. α΄, β΄ και δ΄ του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Ακριβέστερα δε η ρήτρα της Επιείκειας είναι εν προκειμένω εξαιρετικά «λειτουργική» δικαιοδοτικώς, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή  των αντίστοιχων ως άνω διατάξεων, αποφάσεων και διδαγμάτων, δηλαδή κατά την αναζήτηση του απώτερου σκοπού, στον οποίο αποβλέπουν ρυθμιστικώς.  Με δεδομένο δε ότι ο σκοπός αυτός είναι, οιονεί εκ φύσεως, αναποσπάστως -συνδεδεμένος με την  εξυπηρέτηση του Δικαίου, επέκεινα δε  της Δικαιοσύνης, η ρήτρα της Επιείκειας στο πεδίο τούτο επιτελεί την εν  καταγωγής ερμηνευτική λειτουργία της, παρεμβαίνοντας είτε συμπληρωματικώς είτε και διορθρωτικώς άρα εμπεδώνοντας ερμηνευτικές εγγυήσεις, ικανές να συνεισφέρουν καθοριστικώς στην εν τέλει επίτευξη των στόχων τόσο της Διανεμητικής όσο και της Διορθωτικής Δικαιοσύνης, κατ’ αποτέλεσμα δε της ίδιας της Δικαιοσύνης. Τονίζεται, εκ νέου, πόσο τούτο είναι χρήσιμο και αποδοτικό κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, πρωτίστως σε πεδία του χαρακτηριζόμενα από υπερβάλλουσα γενικότητα και αοριστία,  όπως είναι, κατά τα εκτενώς προαναφερθέντα, και το πεδίο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982.

​​​γ2)​Είτε στο πλαίσιο ερμηνείας και εφαρμογής  της περί γενικών αρχών διάταξης του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. γ΄ του προαναφερόμενου Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Είναι, βεβαίως, προφανές ότι η ρήτρα της Επιείκειας μπορεί να συμβάλλει στην ερμηνεία και εφαρμογή όλων των   κατά τ΄ ανωτέρω γενικών αρχών, υπό όρους που μπορούν να ενισχύουν  την αντίστοιχηin concreto ερμηνεία και εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου υπό τις επιταγές, όπως προαναφέρθηκε, της Διανεμητικής και της Διορθωτικής Δικαιοσύνης. Κυρίως όμως η ρήτρα της Επιείκειας, σύμφωνα με την θεσμική και κανονιστική ιδιοσυστασία της, μπορεί να ενισχύει την inconcreto ερμηνεία και εφαρμογή της θεμελιώδους, και στον χώρο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, αρχής της Ισότητας, με ιδιαίτερη έμφαση στην αναλογική της διάσταση. Αυτό συνάγεται ευχερώς εκ του ότι, όπως επισημάνθηκε κατά την ανάλυση της έννοιας της Επιείκειας στην σκέψη του Αριστοτέλους, η τελευταία, σύμφωνα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της, συνδέεται στενώς με την αναλογική έννοια  της αρχής της Ισότητας, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της στην πράξη υπό το πνεύμα των προταγμάτων της Διανεμητικής και της Διορθωτικής Δικαιοσύνης, με το πρόσθετο επιχείρημα ότι η αρχή αυτή, από αμιγώς φιλοσοφική άποψη, ούτως ή αλλιώς εντάσσεται στο ευρύτερο εννοιολογικό τους πεδίο.

​​​γ3)​Τέλος, και με βάση τα όσα επισημάνθηκαν αμέσως προηγουμένως, είναι επιβεβλημένο η ρήτρα της Επιείκειας να ενταχθεί και αυτοτελώς στο πεδίο  των γενικών αρχών, κατά την  διάταξη της παρ. 1 εδ. γ΄ του άρθρου 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Ήτοι όχι μόνον ως ερμηνευτική συνισταμένη των λοιπών γενικών αρχών, τις οποίες συνάγει η νομολογία του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και ως γενική αρχή η οποία λειτουργεί ως οιονεί αυτόνομος κανόνας δικαίου εντός του ρυθμιστικού πεδίου του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, κατά την συμπλήρωση των κενών που αφήνουν να δημιουργηθούν οι γραπτοί και εθιμικοί κανόνες του, προστιθέμενη έτσι, αυτοτελώς και αυτοδυνάμως, στον «εσμό» των ως άνω γενικών αρχών.  Την ορθότητα της άποψης αυτής επιβεβαιώνει επαρκώς απλή αναφορά στις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και των Διαιτητικών Δικαστηρίων, που δικαιοδοτούν στο πλαίσιο  του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου.  Πρωτίστως δε στις αποφάσεις τους εκείνες, οι οποίες εκδίδονται  κατ΄ εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982, κυρίως επί διαφορών που αναφύονται  ως προς την οριοθέτηση των κάθε μορφής Θαλάσσιων Ζωνών, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις του. Ουδόλως δε μειώνεται η σημασία της περί αυτονομίας και αυτοτέλειας της αρχής της Επιείκειας άποψη, όπως προσδιορίσθηκε κατά τ’ ανωτέρω, εκ του ότι, αυτονοήτως, η αρχή αυτή συνυπάρχει, στα obiver dicta των  προαναφερόμενων  αποφάσεων, με άλλες, συναφείς προς αυτήν, γενικές αρχές.

2. Η ρήτρα της Επιείκειας στο πλαίσιο της Διαιτησίας κατά το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο
Ως προς τον θεσμό της Διαιτησίας -και μάλιστα εν πολλοίς υπό την έννοια και υπό τις προϋποθέσεις που, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχει «καταγραφεί» στην σκέψη του Αριστοτέλους, σε συνδυασμό με την ρήτρα της Επιείκειας- αυτός απαντάται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα πλέον στο πλαίσιο  εφαρμογής του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η Διαιτησία, με επικρατούντα γνώμονα απόφανσης επί των ενώπιών της αγόμενων διαφορών την ρήτρα της Επιείκειας, απαντάται σχεδόν αποκλειστικώς στο πεδίο εκείνο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, το οποίο απαρτίζεται από τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, πάντοτε κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Τούτο δε οφείλεται, σύμφωνα και με τα όσα προαναφέρθηκαν εκτενώς, στο ότι η πολυπλοκότητα, η γενικότητα και η αοριστία των διατάξεων της ως άνω Σύμβασης, σε συνδυασμό με την δυσχέρεια που δημιουργούν οι εν γένει προϋποθέσεις προσφυγής στην δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, οδηγούν τα εν αντιδικία ευρισκόμενα μέρη να επιλέγουν την δικαιοδοτική οδό της Διαιτησίας, με ανάλογη προτίμηση της εντός αυτής ερμηνευτικής αξιοποίησης της ρήτρας της Επιείκειας. Για την παρουσίαση μιας πιο ολοκληρωμένης εικόνας του θεσμού της Διαιτησίας εντός του ρυθμιστικού πεδίου του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, επισημαίνεται ότι η Σύμβαση του Montego Bay του 1982 εμπεριέχει δύο, σχετικώς λεπτομερή, παραρτήματα, το Παράρτημα VII και το Παράρτημα VIII, ως προς τ΄ αντίστοιχα Διαιτητικά Δικαστήρια και την δικαιοδοσία τους. Ειδικότερα εμπεριέχει:

​α)​Πρώτον, το Παράρτημα VII, υπό τον τίτλο «Διαιτησία», το οποίο θεσπίζει διατάξεις περί «Γενικής Διαιτησίας». Οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του Παραρτήματος τούτου, εφαρμόζονται μόνο με την επιφύλαξη των διατάξεων του Μέρους XV της Σύμβασης του Montego Bay του 1982 (άρθρα 279-299), τα οποία αφορούν την εν γένει επίλυση διαφορών που αναφύονται εντός του ρυθμιστικού πλαισίου της ως άνω Σύμβασης. Το προαναφερόμενο Μέρος XV εμπεριέχει διατάξεις που ισχύουν ως jus cogens, κατατασσόμενες σε τρία Τμήματα. Εκ των οποίων το μεν πρώτο (Γενικές Διατάξεις, άρθρα 279-285) καθιερώνει και οργανώνει την επίλυση διαφορών με ειρηνικά μέσα, το δε δεύτερο (άρθρα 286-296) προβλέπει υποχρεωτικές διαδικασίες –με τους περιορισμούς και τις εξαιρέσεις- του τρίτου Τμήματος (άρθρα 297-299) –συνεπαγόμενες δεσμευτικές αποφάσεις. Κατά τα λοιπά, στο προμνημονευόμενο Παράρτημα VII της Σύμβασης του Montego Bay του 1982:

​​​​α1)​Με τις διατάξεις του άρθρου 1 ορίζεται ότι «κάθε μέρος σε διαφορά μπορεί να την υποβάλλει στη διαιτητική διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος ή μέρη στη διαφορά. Η ειδοποίηση συνοδεύεται από έκθεση της αξίωσης και των λόγων στους οποίους βασίζεται». Και με τις διατάξεις των άρθρων 2-13 ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, αντιστοίχως :

• Η συγκρότηση του εκάστοτε Διαιτητικού Δικαστηρίου από κατάλογο Διαιτητών, που καταρτίζει και τηρεί ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, με παράλληλο προσδιορισμό  των δικαιωμάτων των αντίδικων μερών ως προς την επιλογή των Διαιτητών – μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
• Οι αρμοδιότητες του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η ακολουθούμενη από αυτό διαδικασία και η απαιτούμενη πλειοψηφία για την λήψη των αποφάσεων.
• Τα της απόφασης που εκδίδεται κάθε φορά από το Διαιτητικό Δικαστήριο, τα της τελεσιδικίας της και τα όσα σχετίζονται με την ερμηνεία και εφαρμογή της.
​​α2)​Σημειώνεται, ότι η «Γενική Διαιτησία» του Παραρτήματος VII της Σύμβασης του Montego Bay του 1982 συνιστά «εξ ορισμού» διαιτητική διαδικασία επίλυσης διαφορών κατά τις διατάξεις της ως άνω Σύμβασης, όταν τα αντίδικα μέρη είτε δεν έχουν επιλέξει κάποια εκ των προβλεπόμενων από την Σύμβαση αυτή διαδικασία επίλυσης διαφορών, είτε έχουν επιλέξει διαδικασία διαφορετική, σε σχέση με τις κατά τ΄ ανωτέρω καθιερωμένες διαδικασίες επίλυσης διαφορών. Στα όσα σημειώθηκαν προηγουμένως προστίθεται, για νομολογιακούς μόνο λόγους, ότι στο πλαίσιο της «Γενικής Διαιτησίας» του Παραρτήματος VII της Σύμβασης του Montego Bay του 1982, κατά τα προεκτιθέμενα, εκδόθηκε και η πρόσφατη απόφαση «Φιλιππίνες κατά Κίνας», της 12ης Ιουλίου 2016. Απόφαση εξαιρετικά σημαντική για την ερμηνεία και εφαρμογή ιδίως των διατάξεων της ως άνω Σύμβασης ως προς την έννοια και την οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών εν γένει, μ’ έμφαση στα όσα αφορούν την Αιγιαλίτιδα Ζώνη, την Υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Ένα δε από τα πιο σημαντικά ζητήματα, τα οποία έκρινε η κατά τ’  ανωτέρω απόφαση –και το οποίο σχετίζεται με τα Ελληνικά Νησιά, ιδίως στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο- είναι και εκείνο της «επήρειας» των Νησιών, αναφορικά με την έκταση της Υφαλοκρηπίδας τους και  της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης τους.

​β)​Και, δεύτερον, το Παράρτημα VIII, υπό τον τίτλο «Ειδική Διαιτησία», το οποίο, όπως προκύπτει από τον τίτλο αυτό, θεσπίζει διατάξεις περί «Ειδικής Διαιτησίας». Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του (άρθρα 1-5), μεταξύ άλλων:

​​​β1)​Προσδιορίζουν τα ειδικότερα πεδία όπου εφαρμόζεται η ως άνω ειδική διαιτητική διαδικασία, τα οποία αφορούν την αλιεία, την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, την θαλάσσια επιστημονική έρευνα και την ναυσιπλοΐα, συμπεριλαμβανομένης της ρύπανσης από πλοία και από την απόρριψη αποβλήτων.

​​​β2)​Ρυθμίζουν την συγκρότηση του εκάστοτε Ειδικού Διαιτητικού Δικαστηρίου, κατά βάση από καταλόγους εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι καταρτίζονται και τηρούνται, κατά κανόνα, από τ’  αρμόδια, για κάθε πεδίο αρμοδιότητας όργανα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με παράλληλο προσδιορισμό των δικαιωμάτων των αντίδικων μερών ως προς την επιλογή εμπειρογνωμόνων–μελών του Ειδικού Διαιτητικού Δικαστηρίου.

​​​β3)​Καθορίζουν τα της διαδικασίας λήψης απόφασης, τα του περιεχομένου της και τα της τελεσιδικίας, ερμηνείας και εφαρμογής της, κατ’ ανάλογη εφαρμογή –σύμφωνα  με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Παραρτήματος VIII- των αντίστοιχων διατάξεων των προμνημονευόμενωνάρθρων 4-13 του Παραρτήματος VII, για τις οποίες έγινε συνοπτικώς λόγος προηγουμένως.

Επίλογος

Μια από τις κυριότερες αιτίες, οι οποίες υπονομεύουν τα θεμέλια της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι και το ότι βασικοί πυλώνες της -πραγματικές «αντηρίδες» για την εκπλήρωση της εκ φύσεως αποστολής της, που συνίσταται κατ’εξοχήν στην εγγύηση της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-  έχουν αρχίσει να διαβρώνονται επικινδύνως. Μεταξύ των πυλώνων αυτών συγκαταλέγονται, δυστυχώς, το Κράτος Δικαίου και το αναπόσπαστο θεσμικό «παρακολούθημά» του, η Αρχή της Νομιμότητας. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο τουλάχιστον βαθμό, στο ότι ο ρυθμιστικός τους «πυρήνας», ο κανόνας δικαίου, ο οποίος θεσπίζεται από την Πολιτεία διαθέτοντας την απαραίτητη για το κανονιστικό του κύρος δημοκρατική νομιμοποίηση, διαβρώνεται αντιστοίχως, και μάλιστα με γεωμετρικώς αύξουσα ένταση.

Α.​Τούτο ισχύει διεθνώς, και δη σε κάθε πτυχή του ισχύοντος Δικαίου, είτε πρόκειται για το Εθνικό είτε πρόκειται για το Ευρωπαϊκό και, προεχόντως, για το Διεθνές Δίκαιο. Και προκύπτει, κατά κύριο λόγο, εκ του ότι ο κανόνας δικαίου, εκ φύσεως γενικός και αόριστος αφού πρέπει να υπηρετεί την αρχή της Αναλογικής Ισότητας και της «έννοιας γένους», της Αναλογικής Δικαιοσύνης, αδυνατεί να πλαισιώσει κανονιστικώς, με την επιβαλλόμενη για την εγγενή ρυθμιστική του επάρκεια, την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, άρα τις αντίστοιχες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις μεταξύ των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, εντός του οποίου είναι προορισμένος να εφαρμόζεται. Η  Οικονομική Παγκοσμιοποίηση και η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνολογίας μεταβάλλουν με τέτοια ταχύτητα την κοινωνικοοικονομική υποδομή, της οποίας ο κανόνας δικαίου αποτελεί θεσμικό «εποικοδόμημα» -φυσικά με αμφίδρομη μεταξύ τους κανονιστική επιρροή- ώστε ο μεν νομοθέτης, ο κάθε νομοθέτης, δεν μπορεί να προβλέψει με την απαιτούμενη «οξυδέρκεια» τις μελλοντικές εξελίξεις που το θεσμικό του δημιούργημα καλείται να καλύψει ρυθμιστικώς.  Άρα οι κανόνες δικαίου που θεσπίζει είτε είναι «θνησιγενείς», με την έννοια ότι τείνουν να ξεπερασθούν αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος τους, είτε διατυπώνονται με μεγάλη γενικότητα. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ο δικαστής, ο οποίος καλείται να τους ερμηνεύσει κα να τους εφαρμόσει στην πράξη, αναγκάζεται να δικαιοδοτεί ακόμη και «δικαιοπλαστικώς», αφενός για να καλύψει τα μεγάλα κενά τους και, αφετέρου, για να διορθώσει τις κανονιστικές «αστοχίες» τους.  Κενά και «αστοχίες» που, λόγω της αέναης μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, αναφύονται οιονεί νομοτελειακώς. Και επειδή ο δικαστής, εν γένει  -με την οπωσδήποτε σχετική, βεβαίως, εξαίρεση του πεδίου του Αγγλοσαξωνικού Δικαίου-  δεν έχει την δικαιοδοσία ν’αποφασίζει δικαιοπλαστικώς, αφού κατά κανόνα η Νομολογία δεν αποτελεί αυθεντική πηγή Δικαίου αλλά μπορεί να δράσει μόνον ως το όριο παραγωγής γενικών αρχών, εκπορευόμενων πάντοτε από τους κανόνες της οικείας Έννομης Τάξης, τα κύρια «όπλα» που διαθέτει για ν’ αντιμετωπίσει την προαναφερόμενη κανονιστική -και, επέκεινα, ρυθμιστική- ανεπάρκεια του κανόνα δικαίου είναι τα μέσα ερμηνείας του.

Β.​Η σύγχρονη δε νομική πραγματικότητα αναδεικνύει ότι η ρήτρα της Επιείκειας, ως ερμηνευτική αρχή και ανάλογο ερμηνευτικό μέσο, ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή όταν ο δικαστής την «βγάζει» από την θεσμική «φαρέτρα» του, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, για να συμπληρώσει το κανονιστικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόζει ή και για να διορθώσει τις κανονιστικές «αστοχίες» του, με στόχο την ορθή απονομή του Δικαίου, όπως απαιτούν οι επιμέρους συνιστώσες της Δικαιοσύνης.  Όλα τ’ ανωτέρω ισχύουν, στο ακέραιο, και στο μέτρο που αντί για τον δικαστή, που αντλεί την δικαιοδοσία του ευθέως από την Έννομη Τάξη στην οποία ανήκει  -Εθνική, Ευρωπαϊκή ή Διεθνή- τα αντίδικα μέρη επιλέγουν τον θεσμό της Διαιτησίας και, συνακόλουθα, επαφίενται στην κρίση διαιτητικών οργάνων. Τα όσα επισημάνθηκαν προηγουμένως αφορούν, a fortiori, τον τομέα του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, κυρίως δε του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982, για τους λόγους οι οποίοι εκτέθηκαν στο πλαίσιο των αντίστοιχων αναλύσεων αυτής της μελέτης.  Και μόνο μια τέτοια διαπίστωση αρκεί για να καταδείξει πόσο και πώς η σκέψη του Αριστοτέλους, αναφορικά με την ρήτρα της Επιείκειας, ως μεθόδου ερμηνείας του Δικαίου για την εφαρμογή του σύμφωνα με τα προτάγματα της Δικαιοσύνης -υπό την αναλογική της έννοια, που συνδέεται αρρήκτως με την έννοια της αναλογικής Ισότητας- παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Και η επικαιρότητα αυτή εκτείνεται πολύ πέραν του Εθνικού Δικαίου, αφού, όπως αποδεικνύει μ’ ενάργεια η νομολογιακή πράξη, βρίσκει, με προδήλως εντεινόμενο ρυθμό, «προνομιακό» πεδίο εκδήλωσής της στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Κατ’ εξοχήν δε στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982, κατά τ’ ανωτέρω, αφού εντός αυτής η κατ’ Αριστοτέλη ρήτρα της Επιείκειας επενεργεί ευρέως και στην νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και στην νομολογία των ad hocαποφαινόμενων Διοικητικών Δικαστηρίων.  Υπό τα δεδομένα αυτά η «αειθαλής» φιλοσοφικώς, θεσμικώς και πολιτικώς, σκέψη του Σταγειρίτηαποδεικνύει, με αμάχητα ιστορικώς και επιστημονικώς τεκμήρια, ότι το Ελληνικό Πνεύμα υφ’ όλες του τις επόψεις και εκφάνσεις, εξακολουθεί να «καταυγάζει» την πορεία, την οποία οφείλουμε ν’ ακολουθήσουμε, μ’ επίγνωση και συνέπεια, για την εμπέδωση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης -άρα της Δημοκρατίας και του σύμφωνου με τις επιταγές της Πολιτισμού μας- σε παγκόσμιο επίπεδο και, εν τέλει, για την καταξίωση του Ανθρώπου σύμφωνα με τον προορισμό του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ