Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Τὸ Νησὶ τῆς Οὐρανίτσας

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Εἶχε γηράσει πολὺ ἡ γραῖα Φωλιὼ τοῦ Ματαρώνα, χήρα τοῦ Γιάννη Καρπέτη. Καὶ ὅμως ἦτον ἀκόμη στὰ καλά της, ὁπωσοῦν ἀκμαία, καὶ ὅλαι σχεδὸν αἱ ὁμιλίαι της φρόνιμοι. Αὐτὴ μοῦ διηγήθη πρὸ δεκαετίας ―τώρα εἶναι ἀποθαμένη πρὸ πέντε ἐτῶν― αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐνθυμήθην, τέλος, νὰ γράψω σήμερον, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1902.

“Ἔτσι πλιό, παιδάκι μου, ὅταν ἐστεφανώθη ἡ μάννα μου μὲ τὸν πατέρα μου, ἦτον χήρα ἀπὸ ἄλλον ἄνδρα, κ᾽ ἐκεῖνος ἀπὸ ἄλλην γυναῖκα ἀπόχηρος. Ὁ ἀφέντης μου ―ἔτσι τὸν ἐκράζαμε τότε τὸν πατέρα― ἀπὸ τὴν πρώτη γυναῖκα εἶχε δυὸ παιδιὰ μικρά, ἕνα γυιὸν μεγαλύτερον, τὸν Κωσταντή, ποὺ τὸν ἐσκότωσαν ἄδικα οἱ Τοῦρκοι στὴν Πόλη, κ᾽ εἶπαν πὼς ἁγίασε. Σὰν ὄνειρο τὸ θυμοῦμαι. Ὅταν ἤμουν ἐγὼ ὣς πέντε χρόνων κορίτσι, πανδρεύθη ὁ Κωσταντής, κ᾽ ἔκαμ᾽ ἕνα παιδί, κ᾽ ἐπῆγε στὴν Πόλη μὲ τὸ καράβι, καὶ πλέον δὲν ξαναγύρισε.

Ἡ μητέρα μου πάλι, ἀπὸ τὸν πρῶτον ἄνδρα εἶχε μίαν κόρη, τὴν Οὐρανίτσα, ποὺ ἤμουν ἐγὼ ὣς ὀκτὼ χρόνων ὅταν ἀρραβωνίσθη. Αὐτὸ τὸ θυμοῦμαι καλύτερα.

Ἦτον ὣς δεκαὲξ χρόνων ἡ Οὐρανίτσα μας καὶ τὴν ἀρραβώνιασαν μὲ τὸν Σπύρο τῆς Μπερνίτσας. Αὐτὸ ἔγινε πέντε ἢ ἓξ χρόνια μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν Ἐπανάσταση. Καὶ σὰν ἐδέσανε τὶς πανδρειές*, κι ἄλλαξαν τὰ σημάδια*, τὴν ἄλλη μέρα ἐκάμαμε τὰ μβασίδια* καὶ τὸν ἐμβάσαμε τὸν γαμβρὸ στὸ σπίτι μας, γιὰ νά ᾽ρχετ᾽ ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι συνήθεια. Καὶ σ᾽ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, μὲ τὴν βομβάρδα* τ᾽ ἀδερφοῦ του, γι᾽ ἀπάνω, γιὰ τὰ Μπογάζια τῆς Πόλης, κι ἀποκεῖ γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἐταξίδευαν συχνὰ γιὰ κεῖνα τὰ μέρη, πότε μὲ λάδια, πότε μὲ κρασιά. Καὶ σὰν ἑτοιμάσθη νὰ μισέψῃ ὁ Σπύρος, μιὰ βραδιὰ γυρίζει καὶ λέγει τῆς μητέρας μου:

― Νὰ σοῦ πῶ, μάννα, ἐσὺ ἔχεις, μὴ πρὸς βάρος, μὲς στὸ σπίτι, τριῶν λογιῶν παιδιά. Ὅσο καὶ νὰ τὴν ἀγαπᾷ, τὴν Οὐρανίτσα, ὁ μητρυιός της, δὲν θὰ τὴν ἔχῃ σὰν τὰ παιδιά του, τὰ γκαρδιακά. Εἶναι τὸ σπίτι σας σὰν μιὰ φωλιὰ ἀπὸ λογιῶν-τῶν-λογιῶν πουλιά, ὅπου κάθε πουλὶ ἔχει καὶ τὴν λαλιά του. Δὲν ἀφήνεις τὴν Οὐρανίτσα νὰ τὴν πάρ᾽ ἡ μητέρα μου στὸ σπίτι, καλύτερα, νὰ τὴν ἔχῃ συντροφιά, ποὺ εἶναι μονάχη της, ὅσο θὰ λείπω ἐγώ, ὣς ποὺ νά ᾽ρθω, καλὸ κατευόδιο, νὰ στεφανωθῶ;

Ἡ μάννα μου, σὰν τ᾽ ἄκουσε, κούνησε τὶς πλάτες.

― Ξέρω κ᾽ ἐγώ, πλιό, εἶπε μόνον. Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ πῇ κι ὁ πεθερός σου.

―Ὁ πεθερός μου, εἶπεν ὁ Σπύρος, τί θὰ πῇ;… φθάνει νὰ θέλῃς τουλόγου σου.

Ὁ πεθερὸς ἦτον ὁ ἀφέντης μου, ὁ μητρυιὸς τῆς Οὐρανίτσας. Ἐκεῖνος δὲν εἶπεν ὄχι, ἐπειδὴ πέφταμε πολλὰ παιδιὰ μὲς στὸ σπίτι, κ᾽ ἡ μάννα μου γεννοῦσε ἀκόμα.

―Ἂς πάῃ, καλύτερα, μὲ τὴν συμπεθέρα, τὴ Μπερνίτσα, εἶπε.

―Ἂς πάῃ, πλιό, εἶπε κ᾽ ἡ μάννα μου.

Ἡ Οὐρανίτσα, κι αὐτή, σὰν νὰ τῆς ἄρεσε νὰ πάῃ νὰ καθίσῃ μὲ τὴν πεθερά της. Ἡ συμπεθέρα, ἡ Μπερνίτσα, χήρα, ἄλλο παιδὶ δὲν εἶχε, παρὰ μίαν κόρη πανδρεμένη, μὲ δυὸ παιδιά, καὶ τὸν γυιό της τὸν Σπύρο. Ὅποτε ἔλειπε ὁ Σπύρος, ἔμενε μονάχη της στὸ σπίτι. Ὥστε ἐφάνη πρόθυμη νὰ δεχθῇ τὴν νύφη της γιὰ συντροφιά.

Ἡ Οὐρανίτσα ἑτοίμασε ὅλα τὰ ροῦχά της, καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐκουβαλήθη στὸ σπίτι τῆς πεθερᾶς. Ὁ Σπύρος ἦτο ἕτοιμος νὰ μβαρκάρῃ. Τὸ ταχιὰ ἐμβαρκάρισε νὰ φύγῃ, μὰ ἐπειδὴ οἱ καιροὶ ποὺ φυσοῦσαν ἦταν βοριάδες, ἐπόδισε, κ᾽ ἦρθε πίσω, κ᾽ ἐκάθισε ἀκόμη πέντ᾽ ἓξ ἡμέρες, ἐπειδὴ ἔκαμε μιὰ ὄψιμη χιονιά, κ᾽ οἱ βοριάδες ἐθύμωσαν, καὶ δὲν μποροῦσε ἡ βομβάρδα ν᾽ ἀρμενίσῃ καταπάν᾽ τὸν ἀέρα. Ὕστερα, σὰν ἐμαλάκωσαν οἱ καιροὶ κ᾽ ἐπῆραν νοτιές, ἐμβαρκάρισε κ᾽ ἔφυγε.

Πέρασαν δυὸ-τρεῖς μῆνες, κ᾽ ἡ Οὐρανίτσα, ἡ ἀδελφή μου, ἐζοῦσε πολὺ ἀγαπημένα μὲ τὴν πεθερά της. Κ᾽ ἡ συμπεθέρα μὲ τὴν μάννα μου εἶχαν ἀγάπες, κι ὅλοι ἦσαν χαρούμενοι. Κ᾽ ἐπερίμεναν, ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα, νὰ ἔρθῃ κανένα καΐκι ἀποπάνω, νὰ τοὺς φέρῃ γράμμα ἀπ᾽ τὸν Σπύρο. Κ᾽ ἐλογάριαζαν ὣς τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἔρχονται τὰ καράβια καὶ δένουν στὴν πατρίδα γιὰ νὰ ξεχειμάσουν, νά ᾽ρθῃ κι ὁ Σπύρος μὲ τὸ καλό, καὶ τότε νὰ γένῃ κι ὁ γάμος.

Πέρασε ἡ Λαμπρή, ἦλθε κι ὁ Μάης μὲ τὰ λούλουδα, ἦλθε κι ὁ Θεριστὴς μὲ τὰ χρυσᾶ στάχυα, ἦλθε κι ὁ Ἁλωνάρης μὲ τὶς θημωνιές. Καὶ σὰν ἐμβῆκε ὁ Ἄουστος, ἔξαφνα ἕνα πρωί, ἡ συμπεθέρα ἡ Μπερνίτσα βλέπει τὴν νύφη της καὶ τῆς ἐφάνη σὰν ὕποπτη καὶ φοβισμένη… Εὐθὺς ἄρχισε νὰ τὴν ἐξετάζῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι;

Ἡ Οὐρανίτσα ἄρχισε τὰ κλάματα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι ὣς τὸν κόρφο τῆς πεθερᾶς της, τὸ ἐχαμήλωσε παρακάτω ὣς τὴν μέση της, τῆς ἐφίλησε τὰ γόνατα, κ᾽ ἠθέλησε νὰ ξομολογηθῇ. Μὰ ἡ φωνή της ἔτρεμε. Δὲν μποροῦσε νὰ βγάλῃ λόγο.

― Θὰ μοῦ πῇς;

Τῆς Οὐρανίτσας ἦτον κομμένη ἡ φωνή της. Ὣς τόσο, νά ἀπάνω κάτω τί μπόρεσε νὰ πῇ…

― Σὰν ἔφυγε… κ᾽ ἐπόδισε… κ᾽ ἦρθε πίσω… ἔλειπες τουλόγου σου… ἤσουν στὴν ἀνδραδέλφη μου… ἕνα δειλινό…

Ἤθελε νὰ πῇ ὅτι ὁ ἀρραβωνιαστικός της τὴν ηὗρε μοναχήν, τὸν καιρὸ ποὺ εἶχε μβαρκάρει τὴν πρώτη φορά, κ᾽ ἐπόδισε· καὶ τὴν ἔπιασε, καὶ τὴν κατεχράσθη.

Ἡ Μπερνίτσα δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ πιστέψῃ.

― Καὶ μοῦ τὸ κρύβεις τόσον καιρό;…

― Κι ἐγὼ δὲν ἤξερα… τώρα τὸ ἔνοιωσα, εἶπε μὲ κλάματα ἡ Οὐρανίτσα.

― Ψέματα λές! εἶπεν ἀγρία ἡ Μπερνίτσα. Εἶσαι σὲ τέτοια θέση ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπ᾽ τὸν καιρὸ ποὺ λείπει ὁ γυιός μου… Μὲ κανέναν ἄλλονε!…

Ὁ λόγος αὐτὸς τῆς πεθερᾶς ἦτον μαχαίρι δίκοπο, ἦτον ἀστροπελέκι, ἦτον θάνατος. Ἡ Οὐρανίτσα ἄρχισε νὰ τρέμῃ ὅλη, ἐκοκκίνισε, κιτρίνισε, ἔπλεε στὸν ἱδρῶτα, πιάσθηκε ὁ ἀνασασμός της.

― Ἐγώ! μπόρεσε μόνο νὰ πῇ… θὰ πιῶ φαρμάκι!…

― Νά ἐκειδὰ πάνω στὸ ἀράφι, τό ᾽χω, εἶπε σκληρὰ ἡ πεθερά της. Πάρε το καὶ πιέ το!…

Αὐτὸν τὸν λόγο εἶπε, καὶ τῆς γύρισε τὶς πλάτες…

Αὐτὸ ἦτον «ἕνα κ᾽ ἕνα», παιδάκι μου, ἐξηκολούθησεν ἡ γραῖα Φωλιώ, ἀφοῦ εἶχε διακόψει ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ τὴν ἀφήγησιν. Τὸ πρωὶ εἰπώθηκε αὐτὸς ὁ λόγος, καὶ τὸ ἀπόγευμα, κοντὰ τὸ δειλινό, ἡ Οὐρανίτσα ἡ ἀδελφή μου, βρέθηκε ξαπλωμένη κοντὰ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἀπάνω στὸ κατώφλιο, μὲ τὰ ποδάρια κατὰ μέσα στὸ σπίτι, καὶ τὸ κεφάλι κατὰ ἔξω στὴν αὐλή, χλωμή, νεκρή, ἀποθαμένη.

Ἔβαλε ἡ Μπερνίτσα τὶς φωνές, ἔτρεξαν οἱ γειτόνισσες. Σὲ λίγο ἔφθασε καὶ ἡ μάννα μου ξεμανδήλωτη, τραβώντας τὰ μαλλιά της. Ἔτρεξα κ᾽ ἐγώ, πιανόμενη ἀπ᾽ τὴν φουστάνα τῆς μητέρας μου, ὀχτὼ χρονῶν κορίτσι, κλαίοντας, χωρὶς ν᾽ ἀγροικῶ καὶ νὰ νοιώθω τὸ γιατί.

Τὴν ἐσαβάνωσαν, τὴν ἔκλαψαν σιγανά, χωρὶς μοιρολόγια. Ἡ Μπερνίτσα «ἔπιασε τὴ χάσα*». Δὲν τῆς ἐβάστα ἡ καρδιά ― δὲν κοτοῦσε νὰ πῇ τὴν ἀλήθεια τῆς μητέρας μου.

Ὕστερα, ἔπρεπε νὰ τὴν θάψουν, πρὶν βασιλέψῃ ὁ ἥλιος. Ἐκεῖνον τὸν καιρό, δὲν εἴχαμε δημάρχους, εἴχαμε δημογερόντους τοῦ χωριοῦ, πρωτόγερους. Κι ὁ πρωτόγερος τοῦ χωριοῦ, ὁ κὺρ Ἀναγνώστης, ἕνας ἄνθρωπος ὅλο μὲ συννεφιασμένο μέτωπο καὶ ζαρωμένα φρύδια, δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ ἄδεια νὰ θάψουν τὴν φαρμακωμένη στὸν ἅγιον τὸν τόπο, στὰ Μνημούρια, ἐκεῖ ποὺ ἔθαφταν τοὺς χριστιανούς. Κι ὁ παπὰς τῆς ἐκκλησιᾶς, σύφωνος, δὲν ἠθέλησε νὰ τῆς διαβάσῃ, τῆς φτωχῆς, οὔτε ἕνα τρισάγιο. Καθὼς μοῦ εἶπε ὕστερα ὁ πνεματικός, εἶχαν δίκιο, γιὰ νὰ μὴ δίνεται κακὸ παράδειγμα. Ἔπειτα ἡ ἀδερφή μου ἦτον ἡ πρώτη ψυχή, ὕστερα ἀπὸ ἀμνημόνευτα χρόνια, ποὺ σκοτώθηκε μοναχή της. Ἄλλοτε δὲν εἶχε ξαναγίνῃ αὐτὸ στὸν τόπο μας.

Μερικοὶ ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ταφῇ ἐπάνω στὸν τόπο, μὴ τυχὸν βρυκολακιάσῃ κ᾽ ἔρθῃ πίσω ― ἐπειδὴ ὁ βρυκόλακας μόνον ἁρμυρὰ νερὰ δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ. Βλέπεις ἐκεῖνα τὰ νησάκια, ποὺ εἶν᾽ ἕνα καμάρι, ἕνα στολίδι, ἐμπρὸς στὸ λιμάνι μας; Κοίταξ᾽ ἐκεῖνο τὸ νησί, ποὺ τὸ λένε Μαραγκό! Ἔτσι τὸ ἔλεγαν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἔτσι ἄρχισαν πάλι νὰ τὸ λένε καὶ τώρα. Μὰ ἕνα καιρὸ τὸ εἶχαν ὀνοματίσει ἀπ᾽ τὸ ὄνομα τῆς ἀδερφῆς μου.

Ὁ γείτονάς μας, ὁ Γιαλουγγής, μὲ τὴν βάρκα του, καὶ μὲ τὸν σύντροφό του μαζί, τὸν Φραγκούλη τῆς Μπάλιαινας, ἐπῆραν τὸ λείψανο ἐπάνω εἰς ἕνα πλατὺ μαδέρι, καὶ τὸ κουβάλησαν, τὸν βράχο τὸν κατήφορο, ὣς τὴν βάρκα. Ἡ μάννα μου ἔτρεχε κατόπιν, κ᾽ ἐγὼ μαζί της. Κόσμος πολύς, ἀπὸ περιέργεια, ἀκολούθησαν ὣς κάτω στὸ γιαλό. Μερικοὶ ἔλεγαν κι ἄσχημα λόγια.

― Σκύλα!… ψοφίμι!…

Τὴν ἐμβαρκάρισαν στὴ φελούκα, κ᾽ ἔπιασαν τὰ κουπιά, οἱ δυό τους, ἐπῆγε μαζὶ κ᾽ ἕνας ἄνθρωπος μ᾽ ἕνα σελάχι, μὲ μιὰ κουμπούρα στὴν μέση, καὶ μ᾽ ἕνα χονδρὸ ραβδὶ στὸ χέρι. Ἄνθρωπος μὲ μεγάλα μουστάκια, καὶ μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ μιὰ μαύρη σκούφια. Ἦτον ὁ καβάσης* τῆς δημογεροντίας. Τὸν εἶχε στείλει ὁ πρωτόγερος γιὰ συνοδία. Ἐπῆραν μαζί τους δύο τσάπες κ᾽ ἕνα φτυάρι. Ἄλλον δὲν ἄφησαν νὰ πατήσῃ στὴν βάρκα. Τὴν μάννα μου τὴν ἔδιωξαν μακριά.

Ἐγύρισε πίσω μὲ τὰ κλάματα.

Οἱ ἄλλες οἱ μαννάδες, ὅταν γυρίζουν ἀπ᾽ τὸ ξόδι, ἀπ᾽ τὴν ἐκφορὰ τοῦ νεκροῦ, παύουν τὰ μοιρολόγια. Ἡ μάννα μου τότες τ᾽ ἄρχισε…

Ἔκλαιε, ἀμέρωτα, ἀπαρηγόρητα, καὶ μ᾽ ἔκανε κ᾽ ἐμὲ νὰ κλαίω. Ἀνάμεσα τὴν ἐρωτοῦσα:

― Ποῦ τὴν πᾶνε, μάννα, τὴν Οὐρανίτσα μας;

Ὕστερ᾽ ἀπὸ ἕνα χρόνο, μερικοὶ ψαράδες εἶχαν ἀνεβῆ στὴν ράχη τοῦ νησιοῦ, τοῦ Μαραγκοῦ, ὅπου ἀργὰ καὶ ποῦ, ἐτύχαινε νὰ πατήσῃ ἄνθρωπος. Ἤθελαν νὰ κατεβάσουν μερικὰ ξηρόκλαδα, ἢ νὰ κόψουν ὀλίγα ξύλα γιὰ ν᾽ ἀνάψουν φωτιὰ κάτω στὴν ἄμμο, νὰ ψήσουν ψαράκια γιὰ νὰ κολατσίσουν. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὰ χαμόκλαδα, μιὰ ἀσυνήθιστη μοσχοβολιὰ τοὺς ἦρθε.

Ἐκεῖ, στὴν ρίζα ἑνὸς βράχου, εἰς ἕνα μέρος ὅπου τὸ χῶμα ἐξεῖχε ὀλίγον, εἰς ἕνα μικρὸν ὄχθον ὣς μιάμιση ὀργυιὰ τὸ μάκρος, καὶ τέσσαρες σπιθαμὲς τὸ πλάτος, ἀνθοῦσε μία ὄμορφη ἰτσιά, γεμάτη ἀπ᾽ ὡραῖα ἀσπροκίτρινα λουλουδάκια, ἴτσια, τόσα πολλὰ καὶ φουντωτὰ κι ἄφθονα, ὥστε μποροῦσαν νὰ γεμίσουν ὣς δέκα καλάθια.

Ἐκεῖ ἦταν ὁ τάφος τῆς φτωχῆς ἀδερφῆς μου. Ἀπὸ τότε τὸ Μαραγκὸ ἄρχισαν νὰ τὸ λένε «τὸ Νησὶ τῆς Οὐρανίτσας».”

(1902)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/330-03-39-to-nhsi-ths-oyranitsas-1902 ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Γλαρόκαβος Χαλκιδικής: Η Εξωτική Λιμνοθάλασσα της Σιθωνίας

Ο Γλαρόκαβος αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά αξιοθέατα της Χαλκιδικής και βρίσκεται κοντά στο Πευκοχώρι, στο νοτιότερο τμήμα της χερσονήσου της Κασσάνδρας.Η...

Λεωνίδας της Ρόδου: Ο Θρύλος των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων

Ποιος ήταν ο Λεωνίδας της Ρόδου; Ο Λεωνίδας της Ρόδου ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους δρομείς της αρχαίας Ελλάδας. Έζησε τον 2ο αιώνα π.Χ....

Αρχαίο Θέατρο Ασπένδου: Το Αρχιτεκτονικό Θαύμα του Ζήνωνα

Το θέατρο που νίκησε τον χρόνο Το Αρχαίο Θέατρο της Ασπένδου αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής και το καλύτερα διατηρημένο θέατρο...

49χρονος πατέρας στην Ορεστιάδα βρέθηκε κρεμασμένος μέσα στο σπίτι του

Νέα τραγική αυτοκτονία συγκλονίζει την Ορεστιάδα Σοκ προκαλεί στην Ορεστιάδα η αυτοκτονία ενός 49χρονου πατέρα δύο παιδιών, ο οποίος βρέθηκε κρεμασμένος σήμερα στο σπίτι του...

Δόλιχος: Το Αγώνισμα Αντοχής των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων

Τι ήταν ο Δόλιχος; Ο δόλιχος ήταν το μεγαλύτερο σε μήκος αγώνισμα δρόμου στην Αρχαία Ελλάδα. Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 720 π.Χ., αντικατοπτρίζοντας την...

Η πανέμορφη Λίμνη Μουσών: Μια απόδραση στη φύση

Η Λίμνη Μουσών είναι ένας μαγευτικός προορισμός στη Βοιωτία, στους πρόποδες του Ελικώνα, κοντά στο χωριό Άσκρη Πρόκειται για έναν καλά οργανωμένο χώρο αναψυχής και...

Λίμνη Κερκίνη: Από το φράγμα του Στρυμόνα στο εθνικό πάρκο της Μακεδονίας

Η δημιουργία της οφείλεται στην ανθρώπινη παρέμβαση και στην ανάγκη να δαμαστεί ο ποταμός Στρυμόνας Η Λίμνη Κερκίνη βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού Σερρών,...

Η Δέσποινα Μοιραρακη πούλησε χαλιά στην Κιμπερλι

Σε ανάρτηση της η Δέσποινα Μοιραρακη αναφέρει: It is a great honor and pleasure for me that the handmade carpets of the MIRARAKI enterprise decorate...

Τα Αρχαία Μυστικά του Μαύρου Κύμινου: Ιστορία, Οφέλη και Επιστημονική Επικύρωση

Μαύρο Κύμινο: Ιστορία, Οφέλη & Επιστημονική Επιβεβαίωση των Αρχαίων Μυστικών Μαύρο Κύμινο: Από τον Ιπποκράτη στη σύγχρονη επιστήμη – Όλα τα οφέλη που πρέπει να...

Αδωνις Γεωργιάδης: Στην πραγματικότητα η «Ελληνική Αγωγή» γεννήθηκε από την εκπομπή του «Νοών Νοείτω» του Ανδρέα Μαζαράκη

Σήμερα το πρωί απεβίωσε ο Ανδρέας Μαζαράκης. Είμαι πραγματικά λυπημένος που αυτός ο σπουδαίος Έλληνας μετά από μεγάλη μάχη έφυγε.Τον αγαπούσα και με αγαπούσε πολύ...

Γιατί η σοφία των αρχαίων Ελλήνων είναι ξανά επίκαιρη;

Η Αναγέννηση των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων Η Στωικότητα και ο Πλατωνισμός δεν είναι απλά φιλοσοφικά συστήματα. Πρόκειται για τεχνολογίες ζωής. Δημιουργήθηκαν για να απαντήσουν σε...

Χαμενεϊ: Ήμουν αντίθετος στη συμφωνία με τις ΗΠΑ, αλλά έδωσα την έγκρισή μου

Ο Ανώτατος Θρησκευτικός Ηγέτης του Ιράν Μοτζταμπά Χαμενεί «έσπασε» τη σιωπή του μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα επισημαίνοντας σε μήνυμά του, το οποίο δόθηκε σήμερα...

Έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος συμπρωταγωνιστής του Λάμπρου Κωνσταντάρα

"Εφυγε" απ τη ζωή ο δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός Ανδρέας Μαζαράκης Ο Ανδρέας Μαζαράκης υπηρέτησε επί δεκαετίες τη δημοσιογραφία, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα τόσο...

Κεραυνοί του Νίκου Μωραϊτη για το “Πόσο Κάνει”: Χρησιμότερη θα ήταν η εφαρμογή “Πόσα Φάγαμε”

Σε παρέμβαση του ο Νίκος Μωραϊτης αναφέρει: Για να βρεις τη λιγότερο ακριβή φέτα στο Λεκανοπέδιο, είναι χρήσιμη η εφαρμογή PosoKanei. Ακόμα χρησιμότερη, πριν ψηφίσει...

Ο λιτός και ουσιαστικός λόγος που χαρακτήριζε τη σπαρτιατική αγωγή και διαμόρφωσε τη φήμη της Σπάρτης ως σύμβολο πειθαρχίας

Γιατί Μιλούσαν Λακωνικά; Οι Σπαρτιάτες ξεχώριζαν για τον μοναδικό τρόπο που μιλούσαν. Η ομιλία τους ήταν λιτή, κοφτή και ουσιαστική. Δεν χάραζαν λόγια. Πίστευαν πως...

Μια Αρχαία Συνταγή: Η Σχέση του Κρασιού με τη Θάλασσα στην Αρχαία Ελλάδα

Η ανάμειξη με θαλασσινό νερό στο κρασί στην Αρχαία Ελλάδα Η ανάμειξη με θαλασσινό νερό στο κρασί στην Αρχαία Ελλάδα φαντάζει περίεργη σήμερα. Όμως, αυτή...

Αρχαία νανοτεχνολογία: Τα αξεπέραστα μυστικά των προγόνων μας

  Αρχαία νανοτεχνολογία: Τα αξεπέραστα μυστικά των προγόνων μας Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, όμως η νανοτεχνολογία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της σύγχρονης εποχής των...

Ηθική του Αριστοτέλη: Απόλαυση, Αρετή και Ευτυχία στα Ηθικά Νικομάχεια

Αριστοτέλης: Η Λογική και η Παρατήρηση στη Θεμελίωση της Ηθικής Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία κορυφώνεται με τον Αριστοτέλη και το έργο του, τα Ηθικά Νικομάχεια....

Σωτήρης Τσόγκας: Ο δημοφιλής ηθοποιός έφυγε από τη ζωή στα 75 του χρόνια

ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΟΓΚΑΣ (1951-2026) "Εφυγε" απ τη ζωή ξαφνικά ο ηθοποιός και θεατράνθρωπος Σωτήρης Τσόγκας. Σύζυγος της ηθοποιού Μαίρης Ραζή με την οποία δημιούργησαν αρχικά το...

Ο χαμένος Εκατόμπεδος ναός της Ακρόπολης και τα θραύσματά του

Οι Άγνωστοι Ναοί της Αθηνάς στην Ακρόπολη Οι περισσότεροι επισκέπτες της Ακρόπολης γνωρίζουν μόνο έναν ναό της Αθηνάς: τον Παρθενώνα. Ωστόσο, στον Ιερό Βράχο υπήρξαν...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ