Σαν σήμερα παραδόθηκε η Ναυπακτος από τον Αβδή Αγά στους Τζαβέλα-Μιαούλη-Χατζηχρήστο 13 Μαρτίου 1829

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Οι Ναυπάκτιοι είχαν έντονη παρουσία και στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η Ναυπακτία επαναστάτησε αρκετές φορές, όπως το 1770 μ.Χ. με τον αρματολό Κώστα Σισμάνη και αργότερα με τους Δαμιανό, Καναβό, Φαρμάκη, Ροντήρη και άλλους που είχαν έδρα την Ορεινή Ναυπακτία.
Το Κάστρο της Ναυπάκτου έγινε από την αρχή της επανάστασης βασικός στόχος για απελευθέρωση. Σε μία από τις προσπάθειες αυτές γράφτηκε με αίμα μία από τις σημαντικότερες σελίδες ηρωισμού. Στις 10 Ιουνίου 1821 ένας νεαρός από τους Παξούς ο Γεώργιος Ανεμογιάννης (23 ετών) προσπάθησε να κολλήσει πυρπολικό (μπουρλότο) σε Τουρκικό πλοίο στο λιμάνι της Ναυπάκτου.
Η προσπάθειά του όμως έγινε αντιληπτή από τους Τούρκους. Ο νεαρός μπουρλοτιέρης αψηφώντας τα βόλια του εχθρού συνέχισε την προσπάθειά του με αποτέλεσμα να συλληφθεί ζωντανός.
Μεταφέρθηκε στην Τουρκική Ναυαρχίδα, σουβλίστηκε όπως ακριβώς ο Αθανάσιος Διάκος, ψήθηκε ζωντανός, ενώ οι σπαρακτικές κραυγές του έφθαναν μέχρι τα Ελληνικά πλοία.

xroniko

Στην συνέχεια το καμένο σώμα κρεμάστηκε από τα τείχη της Ναυπάκτου για παραδειγματισμό.
Το χάλκινο άγαλμά του, σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας, στέκεται δίπλα στην Ελληνική σημαία, στο δυτικό βραχίονα του λιμανιού, παρακολουθώντας από ψηλά την πόλη, για την οποία έδωσε την ζωή του.
Ο Άγγλος συνταγματάρχης Στανχωπ γράφει: «η άλωση της Ναυπάκτου θα’ εξασφαλίσει σχεδόν την ανεξαρτησία της Ελλάδος και θα συντομεύσει τον αγώνα της, πιθανό κατά πολλά έτη».
Ο Λόρδος Βύρων επισημαίνει αμέσως την στρατιωτική αξία του ζωτικού πόστου της Ναυπάκτου, και σχεδιάζει την κατάληψή του.
Γράφει σχετικά ο Στάνχωπ: «Ο Λόρδος Βύρων έχει επίσημα τοποθετηθεί αρχηγός σώματος 3.000 οπλιτών, που προορίζεται για την εκστρατεία της Ναυπάκτου. Η κατάληψη αυτού του κάστρου θα έχει μεγάλη σημασία για την Ελληνική υπόθεση».
Στις 24 Ιανουαρίου 1824 ο Μαυροκορδάτος ανέθεσε επίσημα στον Βύρωνα τη στρατιωτική εξουσία της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου. Όμως και πάλι η μοίρα αντέδρασε πεισματικά. Ο Βύρωνας πέθανε προτού κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.
Αλλά κάποτε, η μοίρα της πολύπαθης καστρόπολης, κουράστηκε να την κρατάει αλυσσόδετη, και έδωσε την συγκατάθεσή της, να πέσουν οι αμπάρες στις σιδερόπορτες.

ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Ο Α. Καποδίστριας με την 474 από 28 Απριλίου 1829 διακήρυξη του ευχαρίστηκε από μέρους του Κυβερνήτη τους «κατά ξηρά και θάλασσα» αρχηγούς: Α. Μιαούλη ναύαρχο, Κ. Τζαβέλα χιλίαρχο, Χατζή – Χρίστο Ίππαρχο, Πιέρρη αρχηγό του τάγματος πυροβολικού, Σονιέρ(ο) διοικητή του τάγματος πεζικού, Ρούκη αρχηγό του ιππικού, Βέρη 500αρχο, Χρ. Φωτομάρα 500αρχο, Γιαννούση Πανομάρα 500αρχο και τους στρατιώτες, όπως το Γενναίο Κολοκοτρώνη με τους Πελοποννή-σιους αξιωματικούς που βοήθησαν. Πρόσφερε επίσης 45.000 γρόσια για να μοιραστούν στα στρατεύματα ξηράς, να μοιραστούν σύμφωνα με τους βαθμούς, 15.000 στους θαλασσινούς και 4.000 στους πυροβολιστές και τακτικούς «προς παρηγορίαν απέναντι των λαφύρων τα οποία ήλπιζον να απολαύσουν».

Η διακήρυξη αυτή είναι η ακόλουθη:

Ο δε Ιμπραήμ πασσάς απέστειλε στις 26 Απριλίου, μόλις έφθασε στη Πρέβεζα, την παρακάτω ευχαριστήριο επιστολή:

«Εξοχώτατε χαίρε
Μετά την ερότισιν της ποθητής μοι υγίας σε ιδοπιό ότι και εγώ με το θέλημα του Θεού έφθασα υγιής εις Πρέβεζαν καθώς επιθυμούσα και εις όλον τον δρόμον έμηνα πολύ ευχαριστημένος επειδή απέρασα με (δυσανάγνωστος μία λέξη) και με κάθε καλήν κυβέρνησιν δια την οποίαν καλοσίνην σε ευχαριστώ και δεν θέλω αλησμονίσω την άκραν φυλίαν και το αναμεταξύ μας δι’ όσο πράγμα είχαμε από μικρόν εως μεγάλον δεν ελάβαμε παραμικράν ζημίαν εις το ίδιον καράβι όπου ήμουν μέσα, θέοθεν υγίενε.
Τη 26 Απριλίου 1829 Πρέβεζα Χατζή Ιμπραήμ
Πασσάς»

Αμέσως μετά την απελευθέρωση του Φρουρίου της Ναυπάκτου ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εγκαταστάθηκε στο μεγαλύτερο κτίσμα μέσα στο Φρούριο.
Αποτελείται από δύο κτίρια τα οποία όπως αποφάνθηκε ο αρχαιολόγος Κόρλανδος, κτίστηκαν σε διαφορετικές εποχές.
Αυτό που εφάπτεται στο κάστρο του 15ου αιώνα και το άλλο του 16ου αιώνα. Από τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και στην εσωτερική δομή διηγούμεθα στην άποψη ότι εργάστηκαν τεχνίτες από την Βενετία και Φλωρεντία.
Και τα δύο τα χώριζε δρόμος. Αργότερα συνδέθηκαν μεταξύ τους με μικρό κτίσμα πάνω σε λιθόκτιστα τόξα. Ο θόλος που σχηματίζεται αποτελείται «Καμάρα».
Το Βενετσιάνικο κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του εκάστοτε Τούρκου – διοικητή (διοικητήριο).
Μετά την κατάληψη της Ναυπάκτου 29 Αυγούστου 1499 ο τούρκος πασάς μετασκεύασε και προσάρμοσε στις ανάγκες της οικογένειάς του και της αυλής του.
Έτσι πήρα την σημερινή του μορφή. Τα κτίρια αυτά διασώθηκαν όταν ο απελευθερωτικός στρατός απελευθέρωνε την Ναύπακτο (18 Απριλίου 1829). Αργότερα παραχωρήθηκε στον Στρατηγό Νότη Μπότσαρη έναντι 3.600 Δρχ.
Από το πέρασμα του χρόνου και του σεισμού του 1955 είχε υποστεί σοβαρές φθορές.
MpotsareikaΟ Στρατηγός Δημήτριος Νότης Μπότσαρης προτελευταίος κληρονόμος ξεκίνησε τα έργα αποκατάστασης και με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού το 1972 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο γνωστό ως «ΠΥΡΓΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗ».
Ταυτόχρονα με τη σύζυγό του Αίγλη συνέστησαν το κοινωφελές Ίδρυμα «Δημητρίου και Αίγλης Μπότσαρη».
Η ανακαίνιση του κτίσματος και οι ευγενείς δραστηριότητες του ιδρύματος συνεχίστηκαν από τον γιο του ζεύγους Νότη Μπότσαρη (τελευταίος απόγονος της ιστορικής οικογενείας). Από τις 7 Οκτωβρίου 2001 άνοιξε για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό τις πόρτες του τμήματος που στεγάζει μόνιμη έκθεση με θέμα: «Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571» με πίνακες πρωτότυπους και αντίγραφα διάσημων ζωγράφων εποχής γκραβούρες και άλλα κειμήλια.
Για τις στεγαστικές ανάγκες έγινε απογραφή ακινήτων και παραχωρήθηκαν σε στρατιωτικούς και πολιτικούς υπαλλήλους.

Πέραν των παραπάνω εγκαταστάθηκαν στη πόλη 127 Σουλιώτικες οικογένειες (447 άτομα) 29 οικογένειες Ηπειρωτών (86 άτομα) που εγκαταστάθηκαν στα ήδη υπάρχοντα απογραφέντα ακίνητα. Στο ψήφισμα δε της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης το 1832 αποφασίστηκε η εγκατάσταση και παραχώρηση κατοικιών – εθνικής γης.
Σε μία από τις λίγες σωζόμενες παλιές κατοικίες του Φρουρίου εγκαταστάθηκε η Σουλιώτικη οικογένεια Λάμπρου Τζαβέλλα. Έχει δύο ορόφους με πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο.
Συντηρήθηκε από τις ζημιές που είχε υποστεί και σήμερα χρησιμοποιείται ως έδρα της 22 Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

ΣΧΕΣΗ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΑΥΠΑΚΤΟ

Για τη σημασία του ιστορικού γεγονότος της απελευθέρωσης της πόλης για την εποχή εκείνη ενδιαφέρθηκε προσωπικά ο ίδιος ο κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας «Τον Έπαχτο τον έβαλε στην καρδιά του». Πιστεύει ότι με ελεύθερη την Ναύπακτο ήταν πιο ισχυρός διαπραγματευτικά στις διπλωματικές του συνομιλίες με τους ισχυρούς της Ευρώπης.
Έδειξε μεγάλη φροντίδα για τις κατασκευές και επισκευές Δημοσίων – ιδιωτικών καταστημάτων και ιδιαίτερα των ναών (Αγ. Δημητρίου – Αγίας Παρασκευής). Ίδρυσε το αλληλοδιδακτικό σχολείο.
Πραγματοποιεί πρώτη επίσκεψη στην ελεύθερη πλέον πόλη την 8 Ιανουαρίου 1830 και στη συνέχεια την 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους επισκέπτεται τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου, το σχολείο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Στο «Μουσείο Ιερού Αγώνα 1821» του Νικολάου Φαρμάκη στεγάζεται μόνιμη έκθεση με κειμήλια, λάβαρα, στολές, χάρτες, γκραβούρες, οπλισμός από τους αγώνες του 1821 μέχρι τον «Β» Παγκόσμιο Πόλεμο.
Και εκθέματα του Μουσείου ανήκουν στη συλλογή των οικογενειακών κειμηλίων και άλλων εκθεμάτων που έχουν αγοραστεί από τον ίδιο μέχρι την ημέρα των επίσημων εγκαινίων του Μουσείου τον Απρίλιο του 1979. Το κτίριο βρίσκεται δίπλα στην κεντρική πλατεία της Ναυπάκτου και ανεγέρθηκε με δαπάνες του ιδίου πίσω από την προγονική κατοικία που χτίστηκε το 1852.
Ο Ιωάννης Φαρμάκης (1801 – 1855) είναι πρόγονος του Αγωνιστή Νικολάου Φαρμάκη, ήρωας και οπλαρχηγός του Ιερού Αγώνα).
Με διάταγμα του Πληρεξουσίου Α. Καποδίστρια την 17 Απριλίου 1830 τοποθετήθηκε διοικητής του 18ου τάγματος με έδρα την Ναύπακτο και ανέλαβε την διοργάνωσή του.
Από το 1844 – 1855 εξελέγετο πανηγυρικά πληρεξούσιος Επαρχίας Κραββάρων – Βουλευτής Ναυπακτίας.

Με την ευκαιρία των επίσημων τριήμερων εορταστικών εκδηλώσεων για τα 150 χρόνια από την απελευθέρωση (18 Απριλίου 1979) χρησιμοποιήθηκε από τα ΕΛΤΑ ειδική Αναμνηστική σφραγίδα.
Με την παραπάνω σφραγίστηκε όλη η διακινούμενη αλληλογραφία της πόλης, το χρονικό και οι ειδικοί συλλεκτικοί Φάκελοι του δήμου – ιδιωτών.
Έγραψε ο Δημήτριος Υψηλάντης στον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Αν έχετε σκοπόν να κυριεύσητε την Ναύπακτο με έφοδον, δεν σας αρκούν ούτε δέκα χιλιαρχίαι ……».
Αλλά όμως «αρκέσανε πολύ λιγότερες».
Η μοίρα του Κάστρου που αρνήθηκε πεισματικά επί οχτώ χρόνια την ανάδειξή του σ’ ένα από τα ενδοξότερα ερείσματα της Εθνεγερσίας, την τελευταία στιγμή συγκατένεψε, ώστε η κατάληψή του από τα ελληνικά όπλα να ωφελήσει γενικότερα το Έθνος.
«Όταν έπεσε ο Έπαχτος έπεσαν και όλα τ’ άλλα κάστρα».

ΔΗΜΟΦΙΛΗ