Πορεία προς τις εκλογές – Σε αναζήτηση Οράματος και της χαμένης «Λαϊκής Κυριαρχίας»

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 

I

Σε κάθε περίσταση, από οράματος άρξασθαι. Έτσι, και στην προκείμενη περίσταση, που βρισκόμαστε στην πορεία προς τις εκλογές, περί ποιού «οράματος» μιλάμε; Πόσες αναφορές στη λέξη «όραμα» έχετε ακούσει; Κι αν το έχετε ακούσει, ποιο είναι το περιεχόμενο του δώσανε σ’ αυτό;

Σε αρκετούς ίσως να υπάρχει η εντύπωση πως μιλώντας για «οράματα», μιλάμε για κάτι το «θεωρητικό». Τίποτα το πιο λάθος. Όχι ότι συχνά όσοι μιλάνε για «οράματα» δεν θεωρητικολογούν χωρίς να δίνουν ένα ουσιαστικό περιεχόμενο στο όποιο «όραμα» αναφέρονται, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. στη λέξη «ηγεσία» (και συνακόλουθα «ηγέτης»), που κι αυτή έχει την τιμητική της στην κάθε προεκλογική περίοδο, το αντίθετο μάλιστα! Όμως, εδώ μιλάμε για εκείνα τα «οράματα» τα οποία απαντώνται στα σοβαρά στρατηγικά και επιχειρησιακά προγράμματα διαφόρων οργανισμών και επιχειρήσεων. Το πρώτο κεφάλαιο αυτών των προγραμμάτων, τιτλοφορείται «καθορισμός οράματος». Τούτα όμως τα «οράματα», δεν είναι πομφόλυγες, αλλά αντίθετα, αποτελούν σαφώς καθορισμένες ως προς το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις επίτευξής τους επιχειρησιακές στρατηγικές και πολιτικές, οι οποίες σκοπό έχουν να διαχύσουν στους ανθρώπους του οργανισμού που αφορά το στρατηγικό πρόγραμμα, μια δέσμευση προς κάτι που θεωρείται κοινά αποδεκτό ως στόχευση τόσο στο επίπεδο των αξιών και αρχών που ενσωματώνει, όσο και στις πρακτικές προϋποθέσεις και συνέπειες των στοχεύσεων που απορρέουν από το ίδιο το όραμα.

Οι εκλογές, οι βουλευτικές εκλογές εν προκειμένω, πάντα αποτελούν μια κρίσιμη για το έθνος και τη χώρα «διαδικασία». «Διαδικασία» όμως ως προς τι; Διαδικασία, είναι η απάντηση, αναστοχασμού για το τι πήγε καλά και τι πήγε στραβά σε σχέση με τις προηγούμενες επιλογές, εννοώ τις επιλογές του λαού, ποια οράματά του διαψεύστηκαν, ποια εκπληρώθηκαν, ποια είναι τα συμπεράσματά του, ποια οράματα επαναβεβαιώνει, ποια διαγράφει και ποια νέα προσθέτει, πόσο η πολιτική ηγεσία και κυρίως η κυβερνητική στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και των προσδοκιών του λαού και κυρίως, πώς ο λαός αποτελεί κατά το Σύνταγμα αυτός και ουδείς άλλος το θεμέλιο του πολιτεύματος αλλά και την «πηγή» εκπόρευσης όλων των πολιτικών εξουσιών που οφείλονται να ασκούνται υπέρ αυτού (και του Έθνους).

Διερωτώμαι, ο κάθε πολίτης – μέλος του ελληνικού λαού και του ελληνικού Έθνους, (στη χώρα μας ακόμα ταυτίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό οι δύο έννοιες), πόσο έχει, πράγματι, συνειδητοποιημένη αυτή την συνταγματικά προβλεπόμενη εξουσία, ότι δηλαδή αποτελεί τη μήτρα κάθε άλλης εξουσίας; Σε ό,τι αφορά την δική  μου εκτίμηση των πραγμάτων, θεωρώ πως τέτοια συνειδητοποίηση όχι μόνο δεν υπάρχει σε στοιχειωδώς ικανή τουλάχιστον έκταση (ποιες είναι εκείνες οι πολιτικές και κοινωνικές δράσεις που επιβεβαιώνουν αυτή τη «συνειδητοποίηση»), μα αντίθετα, η ίδια η εκλογική διαδικασία έχει ευτελιστεί, έχει καταντήσει (με την κυριολεκτική σημασία της «κατάντιας»), σε μια ρουτινιάρικη, μηχανιστική διαδικασία κατά την οποία ένας καθ’ υπόθεση «κυρίαρχος λαός», καλείται να αναδείξει με τη ψήφο του, ποια πολιτική δύναμη, με ποια πρόσωπα και με ποιο πρόγραμμα θα τον κυβερνήσει για την (εκάστοτε) επόμενη τετραετία. Υποτίθεται επίσης, πως αυτός ο «κυρίαρχος λαός», γνωρίζει, έχει μελετήσει (όχι απλά «διαβάσει») τα προεκλογικά προγράμματα των υποψηφίων και επίσης έχει αξιολογήσει και τα χαρακτηριστικά των ηγετών που προΐστανται των πολιτικών σχηματισμών (κομμάτων) που ζητούν την ψήφο του «Κυριάρχου».

Από τις πολλές υποθέσεις που ανωτέρω παρατέθηκαν, κρατείστε τις όλες, διότι όντως καθ’ υπόθεση ο λαός είναι «κυρίαρχος», καθ’ υπόθεση είναι γνώστης των προγραμμάτων των κομμάτων, με βάση δε την ιστορική μας εμπειρία, κι αυτά τα «κυβερνητικά προγράμματα» καθ’ υπόθεση θα εφαρμοστούν στο μεγαλύτερο μέρος τους ενίοτε δε και συνολικά, καθ’ υπόθεση ο λαός αντιλαμβάνεται πλήρως το «αληθές» περιεχόμενο των υποσχέσεων που του δίνονται, καθ’ υπόθεση πρόκειται να εκλεγούν «ηγέτες» όταν η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, μάλλον εκτιμά πως πραγματικοί ηγέτες δεν υπάρχουν, (ελάχιστοι εκ των κυβερνητών αυτής της χώρας στα 200 περίπου χρόνια ζωής της πληρούν τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν μια όντως ηγετική φυσιογνωμία, απλά, προβάλλονται από τους image makers και τη κομματική προπαγάνδα ως τέτοιοι).

Εξού, και όχι πλέον καθ’ υπόθεση η βαθειά ριζωμένη στη συνείδηση του λαού δυσπιστία αν όχι εχθρότητά του προς το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ιδίως εκείνων των κομμάτων που άσκησαν κυβερνητική εξουσία.

ΙΙ

Όμως, οι εκλογές του 2023, όπως και οι προηγούμενες του 2019 αλλά και όσες θα ακολουθήσουν στο μέλλον, είναι σημαντικό να μη μας διαφεύγει, και προσωπικά εκτιμώ πως ούτε καν μας απασχολεί, όλες τους, μικρή σχέση έχουν με όσες είχαν λάβει χώρα έως και το 2010, όταν άρχισε να εγκαθιδρύεται το Μνημονιακό Καθεστώς. Τούτο το Καθεστώς, πέραν των οικονομικών λόγων που το προκάλεσαν, χωρίς όμως να το δικαιολογούν, δεν εκπροσωπεί απλά μια έκτακτη κατάσταση συνεπεία του δημοσίου χρέους της χώρας, εκπροσωπεί, μια βαθειά αμφισβήτηση της λειτουργίας της ίδιας της Δημοκρατίας, όπως αυτή καθορίζεται στο Συνταγματικό μας Χάρτη, θέτοντας την λειτουργία της σε υποδεέστερη θέση και προτεραιότητα σε σχέση με τις απαιτήσεις των «αγορών». Αν οι απαιτήσεις των τελευταίων συγκρούονται με την συνταγματικώς καθορισμένη λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, τότε, αυτό που οφείλει να υποχωρήσει, δεν είναι οι απαιτήσεις των «αγορών», αλλά οι συνταγματικές πρόνοιες και επιταγές της Δημοκρατίας. Αυτό έγινε στη περίοδο 2010-2018, περίοδο εγκαθίδρυσης του Μνημονιακού Καθεστώτος, το οποίο και θα ισχύει ως το 2060. Ό,τι από το 2018 (έτος «εξόδου» από τα Μνημόνια) ως το 2060 θα ισχύει, προβλέπεται ρητά από τα Μνημόνια, και όπου χρειάζεται να γίνουν παρεμβάσεις πάντα στη λογική της μη απόκλισης από τις εν ισχύει μνημονιακές δεσμεύσεις, αυτό θα γίνεται (όπως με την Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη).

Η εγκαθίδρυση του Μνημονιακού Καθεστώτος, στη δική μου αντίληψη και ερμηνεία των πραγμάτων, και εκτιμώ όχι μόνο στη δική μου, ουσιαστικά κατήργησε την Ελληνική Δημοκρατία, έχοντας πλήξει ουσιώδεις συνταγματικές πρόνοιες που έχουν να κάνουν με την ίδια τη λειτουργία της, πέραν των όποιων συνταγματικά θεμελιωμένων κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων αλλά και της ίδιας της εθνικής κυριαρχίας.

Παράλληλα, το γεγονός πως ξεκάθαρα η πολιτική εξουσία ασκείται σήμερα από το Μνημονιακό Κοινοβουλευτικό Τόξο, γεγονός το οποίο δεν σημαίνει απλά αυτό που και κατά το παρελθόν ίσχυε (πριν το 2010) σε μεγάλο βαθμό για τα κόμματα εξουσίας, ότι δηλαδή είχαμε διαχειριστές της ίδιας πολυκατοικίας, αλλά, πλέον, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτό το Μνημονιακό Τόξο, ουσιαστικά, αποτελεί μια μορφή οιονεί (νεοφιλελεύθερου) μονοκομματισμού, με τα (Μνημονιακά) κόμματα εξουσίας να διαφοροποιούνται μονάχα στο πώς το καθένα αντιλαμβάνεται ως «κοινωνικά πιο δίκαιη» τη διαχείριση των Μνημονιακών ερειπίων που τα ίδια δημιούργησαν, θεωρώντας τα Μνημόνια ως «σωστικά», είτε αποδεχόμενα την νεοφιλελεύθερη ιδεολογία τους, είτε θεωρώντας τα ως το «πικρό φάρμακο» και ενίοτε το «θανατηφόρο», που παρόλα αυτά, έπρεπε να δοθεί στον «ασθενή».

ΙΙΙ

Ο κυρίαρχος λαός! Μια απλή μεγαλοστομία κενή ουσιαστικού περιεχομένου. Στερείται ακόμα και συνταγματικού περιεχομένου, διότι το Σύνταγμα ουσιαστικά, πέραν της διατυπώσεως πάνω στην οποία θεμελιώνεται όλη η περί κυριάρχου λαού θεωρία, δεν μας λέει τίποτα το ουσιαστικό, αφήνοντας απογυμνωμένη την κυριαρχία του λαού, μεταβιβάζοντας τα όποια του κυριαρχικά δικαιώματα κυρίως στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, και με το δεδομένο ότι η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία αλλά και η δικαστική (η ηγεσία της), ελέγχονται με ποικίλους τρόπους (στη περίπτωση της δικαστικής εξουσίας με τον διορισμό της ηγεσίας) της απ’ τη Κυβέρνηση, την εκτελεστική εξουσία, είναι φανερό πως οι Κυβερνήσεις όχι μόνο δεν αντλούν και ασκούν την εξουσία τους εκ του λαού και υπέρ αυτού, μα αντίθετα, η άνω λαϊκή κυριαρχία έχει ιδιοποιηθεί απ’ την εκτελεστική εξουσία με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Η Ελληνική Δημοκρατία που προέκυψε από τα Μνημόνια, φέρει στους ώμους της το δυσβάστακτο βάρος των πολιτικών των Μνημονιακών Παρακαταθηκών, εκείνων που προτάσσουν το οικονομικό και αγοραίο συμφέρον πάνω από το συνταγματικώς επιτρεπόμενο και προβλεπόμενο.

IV

Πολύ πρόσφατα, είδα μια δημοσκόπηση, τής Public Issue για τη διαφθορά στην Ελλάδα (https://www.publicissue.gr/corruption-2023/). Αναφέρεται μεταξύ άλλων : «…Στη νέα μέτρηση (2/2023), η ολοκληρωτικά απαξιωμένη εικόνα των πολιτικών, για τους οποίους η κοινή γνώμη πιστεύει, σε ποσοστό 71%, ότι οι διεφθαρμένοι στους κόλπους τους είναι «πάρα πολλοί» συμπληρώνεται με την επίσης καθολικά απαξιωμένη εικόνα των δημοσιογράφων, για τους οποίους το αντίστοιχο ποσοστό («πάρα πολλοί») καταγράφεται στο 64%, από μόλις 19% το 2005. Σε σύγκριση με το 2005, επιδείνωση της εικόνας διαφθοράς εμφανίζουν όλες ανεξαιρέτως οι κατηγορίες. Ωστόσο, μεγαλύτερη αύξηση στο μέγεθος της κοινωνικά προσλαμβανόμενης διαφθοράς καταγράφουν οι συνδικαλιστές, οι αστυνομικοί, οι δικηγόροι και οι δικαστές». Τώρα, αν προσθέσουμε στην εκτίμηση «πάρα πολλοί» και την εκτίμηση «αρκετοί», τα ποσοστά απαξίωσης για τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους και τους δικαστές είναι αντίστοιχα 93%, 94%, 75% (και 77% για τους αστυνομικούς), σύμφωνα πάντα με την ίδια έρευνα.

Τίποτα το νέο! Ουδεμία έκπληξη!

Η Εθνική μας Ανοσία στον Παλαιοκομματισμό και όσα αυτός εκφράζει, ούτε κι αυτή προκαλεί καμία έκπληξη.

Οι διαχρονικές φωνές για το «έλλειμμα» Πολιτικής Ηγεσίας στη χώρα, ούτε κι αυτές προκαλούν καμία έκπληξη. Η Μεγάλη Κρίση (της Μνημονιακής Περιόδου), που όλα έδειχναν πως οδηγούσε στο τέλος του Παλαιοκομματισμού, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της περιόδου εκείνης, όχι μόνο δεν οδήγησε στο τέλος του, όχι μόνο τον ανέδειξε ως τον αδιαμφισβήτητο μεγάλο ωφελημένο, αλλά και το ενίσχυσε με νέες πολιτικές δυνάμεις, εκείνες που από σφόδρα αντιμνημονιακές κατέληξαν να υπογράφουν νέα και πιο επώδυνα Μνημόνια.

Το πολιτικό σύστημα, με τους δημοκρατικούς θεσμούς απαξιωμένους στη συνείδηση μεγάλης μερίδας των πολιτών, ασφαλώς δεν αποτελεί χαρακτηριστικό των τελευταίων ετών. Εξ ου και η έλλειψη κάθε ίχνους «εκπλήξεως» όταν αναφερόμαστε σε ό,τι κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί την διαρκή αγωνία μας ως έθνους, διότι, τούτη η έλλειψη έκπληξης, δείχνει πως οδεύουμε προς το μέλλον εντελώς στα «τυφλά».

Από την άλλη, ο απλός πολίτης, δεν περιμένει καμία δημοσκόπηση για να επιβεβαιώσει ό,τι βιώνει στην καθημερινότητά του : τις συνέπειες αυτής της παρακμής.

Όλα τα παραπάνω «ελλείμματα», «Έλλειμμα Δημοκρατίας», «Έλλειμμα Πολιτικής Ηγεσίας» κ.λπ., αποτελούν εδώ και δεκαετίες θα έλεγα μόνιμα χαρακτηριστικά, όχι μόνο της ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

V

Η προηγούμενη δεκαετία, εγκαθίδρυσε ένα νέο πολιτικό υπόδειγμα. Η Ελληνική Δημοκρατία με την επιβολή των Μνημονίων, δεν είναι πια αυτή που ήταν πριν το 2010. Τα Μνημόνια, δεν είναι κάποιοι «επώδυνοι», «σκληροί» νόμοι προκειμένου να αντιμετωπιστεί μια σοβαρή οικονομική Κρίση. Δεν θα μείνω καν, για την οικονομία του χώρου, στο αν αποτελούσαν τον «μονόδρομο», όπως προπαγανδιζόντουσαν από τους εμπνευστές και υποστηρικτές τους, (συντριπτική μειοψηφία στο λαό), προκειμένου να αντιμετωπιστεί μια κρίση ρευστότητας των δημοσίων οικονομικών, αν και σύντομα έλαβε τον χαρακτήρα της κρίσης χρέους. Ούτε θα μείνω στο γεγονός, πως τα Μνημόνια, αν και υποτίθεται νόμοι που θα έπρεπε περιοριστικά να εστιάσουν στα δημόσια οικονομικά εν τούτοις επιδόθηκαν στην εκθεμελίωση του συνταγματικά θεμελιωμένου Κοινωνικού Κράτους, με βάση τις νεοφιλελεύθερες επιταγές.

Θα εστιάσω σε μια μονάχα πολιτική διάσταση των Μνημονίων, ανάμεσα σε άλλες, και ειδικότερα, στο πώς επιβλήθηκαν, διότι η μεθοδολογία αυτή καθαυτή, έχει μεγάλο ενδιαφέρον και αποκαλύπτει τις μύχιες επιδιώξεις των «δανειστών», που ενήργησαν ως καθαρή Κατοχική Δύναμη, που ήταν όχι απλά να επιβάλλουν κάποιους όρους προκειμένου να μας «βοηθήσουν» οικονομικά (κι εδώ, ας αντιπαρέλθουμε την ουσία αυτής της «βοήθειας» και το ποιους αφορούσε κυρίως), μα εμφανώς επεδίωξαν και πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό, να ελέγξουν την ίδια την λειτουργία των θεσμών της Ελληνικής Δημοκρατίας, κυρίως την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, μα και την Δικαιοσύνη.

Ποια ήταν αυτή η μεθοδολογία;

Ήταν πολύ απλή : η Βουλή έπρεπε να απεμπολήσει το δικαίωμα να γνωρίζει τι ψηφίζει, εν ονόματι του «γενικότερου συμφέροντος»! Κι αυτό έγινε (εκ μέρους ασφαλώς όσοι τα υπερψήφιζαν αγνοώντας το περιεχόμενό τους). Τα Μνημόνια (εδώ και το PSI αλλά και όχι μόνο), κείμενα εκατοντάδων σελίδων μαζί με τα συνημμένα τους έγγραφα, ουσιαστικά εισάγονταν στην Βουλή μια ή δύο ημέρες πριν τη ψήφισή τους, έτσι ώστε, ο χρόνος μετά βίας να επαρκούσε, αν επαρκούσε, έστω και για μια ανάγνωση, σε σχέδια νόμων (που ακολούθως ψηφίζονταν από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία -την κυβερνητική κατά κανόνα), τα οποία σε κάθε γραμμή τους, ανέτρεπαν δεδομένα και κεκτημένα δεκαετιών, ανέτρεπαν κατά τρόπο τραγικό τη ζωή ενός ολόκληρου λαού, οδηγούσαν στην ανέχεια, την εξαθλίωση και την αναξιοπρέπεια εκατομμύρια πολιτών, κυρίως της μικρομεσαίας τάξης χωρίς να αφήνει ανέγγιχτες και τις κάπως ευπορότερες, οδηγούσαν στη υποθήκευση του εθνικού πλούτου της χώρας, για να αναφερθούμε σε μερικές μονάχα συνέπειες. Κάθε παράγραφος των Μνημονίων, που θα έπρεπε να τύχει ενδελεχούς μελέτης (και όχι ανάγνωσης – η Βουλή δεν είναι αναγνωστήριο), από τον κάθε βουλευτή, ώστε να πληρωθεί η συνταγματική απαίτηση να κρίνει και ψηφίζει κατά συνείδηση, εν τούτοις, τα Μνημονιακά κείμενα, το καθένα από τα οποία μπορεί να αποτελεί και έναν ολόκληρο τόμο, ουσιαστικά ψηφίζονταν χωρίς καν να έχουν μελετηθεί σε βάθος ώστε να είναι σε θέση ο κάθε βουλευτής, να ισχυριστεί πως ψήφισε ή καταψήφισε τα παραπάνω κείμενα, έχοντας πλήρη συνείδηση του τι ψηφίζει. Αντιθέτως, οι πλειοψηφίες που υποστήριζαν τις παραπάνω «κατεπείγουσες» διαδικασίες «συζήτησης» και ψήφισης  των ούτω εισαγομένων νομοσχεδίων, πάντα επικαλούνταν το «γενικότερο» συμφέρον, διότι πάντα κάποιο «εξαιρετικό» γεγονός βρίσκονταν σε αναμονή (π.χ., ένα Eurogroup, μια Σύνοδος Κορυφής, κ.λπ.), που «επέβαλαν» η Ελληνική Βουλή να ψηφίζει νόμους υπό τις άνω συνθήκες, δηλαδή, η Ελληνική Βουλή δεν ήταν και απολύτως αναγκαίο να έχει και μια «σε βάθος» γνώση του τι ψηφίζει, αρκούσε μια ανάγνωση (κι αυτή αν το επέτρεπε ο χρόνος)! Τώρα, πως συνέβαινε και οι Κυβερνήσεις που έφερναν τα άνω νομοθετήματα προς «συζήτηση» και ψήφιση στη Βουλή, να τα έχουν έτοιμα στο παρά πέντε, και όχι στο παρά δέκα ή στο παρά τέταρτο, και όχι τέσσερις ή πέντε μέρες νωρίτερα, αυτό ασφαλώς έχει την (προφανή) εξήγησή του. Μένω σ’ αυτό το θέμα, δηλαδή των διαδικασιών «συζήτησης» των πλέον θεμελιωδών Μνημονιακών νόμων, με τη διαδικασία του «κατεπείγοντος», διότι είναι η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση υποβάθμισης της λειτουργίας του Κοινοβουλίου, ενώ η ίδια παρατήρηση για τον ίδιο λόγο ισχύει και για την κυβέρνηση. Αν τώρα προσθέσουμε κι αυτό που όλοι συζητούσαν στον δημόσιο διάλογο αλλά και μέσα στη Βουλή, πως ουσιαστικά τα Μνημονιακά κείμενα είχαν υπαγορευθεί από την Τρόικα, τότε, η άνω υποβάθμιση ενισχύεται ακόμα παραπέρα.

Δεν θα μείνω σε άλλα γεγονότα εκείνης της περιόδου, μιας και η άνω αναφορά, δεν έγινε παρά για να εξηγήσει που εδράζεται, ανάμεσα σε άλλα γεγονότα εκείνης της περιόδου, ο χαρακτηρισμός που συχνά χρησιμοποιώ στα άρθρα μου, της «Μνημονιακής Αθλιότητας» και της εντεύθεν «Κανονικοποίησής» της.

Οδεύουμε στις εκλογές, κουβαλώντας ως λαός και ως κράτος, την άνω Ύβρη, εν μέσω κοινωνικού  αναβρασμού, (ο οποίος πάντως έχει ήδη καταλαγιάσει), λόγω μιας θλιβερής συγκυρίας που συνέπεσε με την προεκλογική περίοδο,  αυτή του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών, που ανέδειξε γι’ ακόμα μια φορά τις διαχρονικές παθογένειες ευθύνες ενός Συστήματος Εξουσίας, που δίνει την εικόνα άλλοτε του θεατή των εξελίξεων και  άλλοτε του σχολιαστή τους. Και πάνω απ’ όλα ανεύθυνου για ό,τι κακό συμβαίνει στη χώρα.

Η ανευθυνότητα αφορά πάντα τους «άλλους» για το εκάστοτε κόμμα που βρίσκεται στη Κυβέρνηση. Έτσι, για το πρώτο Μνημόνιο, υπεύθυνο ήταν το κόμμα που προηγούμενα κατείχε την εξουσία. Ούτε καν «τα κόμματα», διότι αν έλεγε «τα κόμματα» θα συναντούσε και τον εαυτό του. Για το δεύτερο Μνημόνιο, υπεύθυνο ήταν το κόμμα που έφερε το πρώτο Μνημόνιο, και για το κόμμα που έφερε το τρίτο Μνημόνιο, υπεύθυνα ήταν τα κόμματα που έφεραν τα προηγούμενα δύο.

«Το από εδώ και πέρα», είναι η αγαπημένη φράση όλων των πολιτικών που όταν «στριμώχνονται» και καλούνται να λογοδοτήσουν για τα έργα και τις ημέρες τους κατά το παρελθόν, πάντα δείχνουν το «μέλλον», το οποίο είναι τόσο απαιτητικό και τόσο «επείγον» να το «προλάβουμε» μη και μας ξεφύγει, ώστε η λογοδοσία μονίμως παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες, για κάποια πολιτικά πιο «πρόσφορη στιγμή» «αργότερα», κάτι που βεβαίως κατά κανόνα δεν γίνεται.

Τίποτα το ασύνηθες μέχρις εδώ. Έτσι πορευόμαστε ως χώρα και ως λαός, με τέτοιου είδους ηγεσίες. Πόσες φορές τραγικά γεγονότα του παρελθόντος, δεν οδήγησαν τον κόσμο στους δρόμους διαμαρτυρόμενο, και με την υπόσχεση πως δεν θα «ξεχαστεί» το όποιο τραγικό γεγονός που τον οδήγησε στην όποια διαμαρτυρία; Σήμερα είναι η τραγωδία στα Τέμπη, πριν κάποια χρόνια ήταν το Μάτι, η Μάνδρα, οι Αγανακτισμένοι κατά την περίοδο εγκαθίδρυσης των Μνημονίων, για να αναφερθούμε σε λίγες μόνο περιπτώσεις από την τρέχουσα χρονική περίοδο, και να μην πάμε πίσω δεκαετίες.

Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην επισημάνω πως η νέα γενιά, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, φαίνεται να χάνει συνολικά την εμπιστοσύνη της προς το πολιτικό σύστημα. Πρόκειται για μηδενισμό; Θα δείξει. Εύχομαι μόνο, να μην πρόκειται περί αυτού, αλλά, να πρόκειται για μηδενισμό της ανοχής απέναντι στις διαχρονικές Αθλιότητες του Παλαιοκομματισμού. Το «νέο» δεν γνωρίζω πώς και από πού θα προκύψει ούτε με ποιο περιεχόμενο. Δεν προβληματίζει μόνο η κατάρρευση του «παλιού», αλλά και αν το «νέο» θα είναι όντως νέο ή το παλαιό σε νέα συσκευασία κάτι που επίσης το έχουμε βιώσει συχνά στο παρελθόν.

Με αδρό τρόπο, θα επιχειρήσω να περιγράψω, όσο το επιτρέπει ο χώρος που ένα άρθρο μπορεί να καταλαμβάνει αλλά και οι δυνατότητές μου, ορισμένα χαρακτηριστικά του άνω διακυβεύματος.

VI

Η Μνημονιακή Περίοδος, που άρχισε το 2010- για να περατωθεί τυπικά το 2018, και η οποία, από την άποψη των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί από την χώρα στο επίπεδο της δημοσιονομικής της πολιτικής, θα διαρκέσει έως το 2060, καλώς εχόντων των πραγμάτων, αποτελεί ένα ξεχωριστό, διακριτό Κεφάλαιο στην Ιστορία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ουσιαστικά η δεκαετία του 2010, θεωρώ πως χάραξε ήδη μια αδιέξοδη πορεία της Ελλάδας για τον τρέχοντα αιώνα, τόσο οικονομική όσο και πολιτική. Και θα είναι αδιέξοδη, δυστυχώς δε προβλέπω πως αυτό το «αδιέξοδο» δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες στην κοινωνική και τη κοινωνική προκοπή αλλά και ηρεμία τού Λαού, απλώς διότι ποτέ το «Σύμπαν» δεν έκανε τη χάρη στην Ανθρωπότητα να της δωρίσει τόσο μακροχρόνια περίοδο αδιατάρακτης ηρεμίας και ευημερίας ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις όποιες δεσμεύσεις της που θα της εξασφάλιζαν μια πορεία προς την πρόοδο χωρίς σημαντικά εμπόδια.

Από το 2018, την θεωρητική μας έξοδο από τα Μνημόνια έως και σήμερα, το 2022, μόλις μέσα σε τέσσερα χρόνια, μας βρήκε μια πανδημία και ένας πόλεμος μέσα στην ευρωπαϊκή μας αυλή, με οικονομικές συνέπειες, που μόνο χάρη στο γεγονός ότι δεν αφορούν μονάχα την Ελλάδα, αλλά έπληξαν εξίσου σφοδρά και την υπόλοιπη Ευρώπη (και τον υπόλοιπο κόσμο ασφαλώς, αλλά, ας εστιάσουμε εδώ στα καθ’ ημάς) ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός από τις μνημονιακές μας υποχρεώσεις δεν επέσυραν τους «αυτόματους κόφτες» προκειμένου εδώ και τώρα να ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί νέας λιτότητας και νέων περικοπών, προκειμένου η οικονομία μας να παραμείνει εντός της δημοσιονομικά «ενάρετης πορείας» της, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και ότι οι δημοσιονομικές συνέπειες δεν υφίστανται και δεν θα πρέπει να «διορθωθούν» κάποια στιγμή. Απλώς, αναστέλλονται -δεν καταργούνται- οι μηχανισμοί λιτότητας. Όμως, μένουν άλλα 36-37 χρόνια μπροστά μας μέσα στα οποία θα πρέπει να λειτουργούμε με βάση τις μνημονιακές μας δεσμεύσεις για την διατήρηση πλεονασμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό (ένας όρος που, εξ όσων γνωρίζω, ουδέποτε άλλοτε είχε τεθεί σε χώρα που είχε πέσει στην ανάγκη και των πλέον ανελέητων δανειστών) και την σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους (που παρόλα αυτά συνεχώς διευρύνεται), και ασφαλώς να διορθώσουμε και τις εν τω μεταξύ δημιουργηθείσες δημοσιονομικές «ανισορροπίες» που προσωρινά, όπως είπαμε, αυτές οι «διορθώσεις» έχουν ανασταλεί.

Δεν γνωρίζω οι Ιστορικοί του μέλλοντος πώς θα τιτλοφορήσουν την πολιτική περίοδο της χώρας από το 2010 και μετά.

Σε ό,τι με αφορά, εγώ το τιτλοφορώ ως : «Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία και ο Ελληνικός Λαός στο Μνημονιακό Απόσπασμα – Τρόμος και Αθλιότητα στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2010 (που χάραξε τον 21ο αιώνα της Ελλάδας)»

Η «Μνημονιακή Περίοδος», δεν είναι μια «περίοδος», που ήλθε και πλέον παρήλθε. Αποτελεί μια ιστορική τομή στην πορεία της Ελλάδας, με τις επιπτώσεις της να έχουν χαράξει βαθιά την ίδια την λειτουργία της ελληνικής Δημοκρατίας και τον ρόλο του Πολιτικού μας Συστήματος, ενός Συστήματος στο οποίο έχει εγκαθιδρυθεί η κυριαρχία του Παλαιοκομματισμού και του Νεοπαλαιοκομματισμού (με την προσθήκη στο πρώτο, του κόμματος της  «Πρώτης Φορά Αριστεράς» στη Κυβέρνηση της Χώρας).

Τα Μνημόνια, υπήρξαν κάτι πολύ ευρύτερο από ένα σύνολο «δημοσιονομικών» και «οικονομικών» πολιτικών. Ουσιαστικά, επαναδιαμόρφωσαν το ίδιο το Συνταγματικά καθορισμένο Κοινωνικό Κράτος, πάνω στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη των πραγμάτων. Και δεν αρκέστηκαν μονάχα σ’ αυτό, μα ο ίδιος ο τρόπος αυτής της «παρέμβασης» των Ξένων Δανειστών, έγινε κατά τρόπο ο οποίος κατάδηλα παραβίασε κάθε έννοια δημοκρατικής δεοντολογίας μα και της ίδιας της εθνικής κυριαρχίας, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι οι άνω δανειστές, αποτελούν «Δυτικούς Θεσμούς», αυτής της ίδιας «Δύσης» που κουνά το δάχτυλό της προς κάθε (μη «Δυτικό») ηγέτη που τυχαίνει να δρα έξω και ενάντια από τις «Δυτικές Αξίες», ενίοτε δε, αναλαμβάνει, αυτή η «Δύση» και καμία πολεμική εκστρατεία ώστε εκεί που δεν πίπτει λόγος να πέσει η ράβδος. Τόσο απλά.

VΙI

Από τη θέση και τη θέαση του απλού πολίτη, όπως κι όλος ο ελληνικός λαός, βίωσα τον ζόφο και τον τρόμο των Μνημονίων. (Παρακαλώ πολύ, κρατείστε καλή σημείωση αυτό το «από τη θέση του απλού πολίτη», διότι όντως, ως τέτοιος ομιλώ -και γράφω).

Βίωσα μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού την Αθλιότητά τους (των Μνημονίων).

Αυτή την Αθλιότητα που ονομάστηκε «σωτηρία» και «μονόδρομος».

Αυτή την Αθλιότητα, της οποίας το μέγεθος της σκληρότητάς της σε συνδυασμό με το μέγεθος της αδικίας της, οδήγησε, μέσω των πολιτικών της, έναν Λαό στα όρια της ψυχικής του ισορροπίας (αν δεν τα υπερέβη) αλλά και των φυσικών του αντοχών, με αποτέλεσμα χιλιάδες πολιτών, να θέτουν τέλος στην ίδια τους τη ζωή, «αυτοκτονώντας», αλλά, κατ’ εμέ να εξωθούνται πολύ πέραν των ορίων των ανθρωπίνων αντοχών τους, (εξ ου και η παρένθεση στη λέξη «αυτοκτονώντας»), ώστε, έχοντας ασφαλώς επίγνωση πως νομικά ο όρος δεν στέκει, εν τούτοις επειδή στέκει «συνειδησιακά» στη δική μου ερμηνεία των πραγμάτων, θεωρώ πως τα Μνημόνια εφάρμοσαν πολιτικές οιονεί κοινωνικά γενοκτονικές. Δεν είναι μόνο οι αυτόχειρες, αλλά είναι και όσοι επέζησαν ως ψυχολογικά ράκη, όπως και άλλοι των οποίων η υγεία κλονίστηκε σοβαρά εξαιτίας των συνεπειών των Μνημονιακών πολιτικών και όλοι οι υπόλοιποι που είδαν τη ζωή τους να λεηλατείται εν ονόματι του ιδίου τους συμφέροντος! Η ακραία οικονομική επίθεση στα εισοδήματα και τις περιουσίες πάνω σε εστιασμένες κοινωνικές τάξεις και οι φονικές συνέπειες των Μνημονίων έχουν στη δική μου αντίληψη των πραγμάτων όλα τα χαρακτηριστικά του «Εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας», όπως άλλωστε έγκριτοι νομικοί αναφερθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

Από την άλλη, ασφαλώς και υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν τα Μνημόνια «σωτηρία» και «μονόδρομο». Το πώς αντιλαμβάνεται κανείς τα πράγματα, στο επίπεδο της πρόσληψης και της ερμηνείας τους, είναι μια υπόθεση προσωπική και καθόλα σεβαστή, και εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων που έχουν να κάνουν από το επίπεδο της γνώσης, της ενημέρωσης, το πώς ερμηνεύεται τούτη η γνώση και ενημέρωση, της αναλυτικής ικανότητας αλλά και των πεποιθήσεων και των ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών του καθενός.

Όλα τούτα είναι σεβαστά.

Το πώς προσωπικά προσέλαβα και ερμήνευσα την παραπάνω «σωτηρία» και τον   «μονόδρομό» της, και επομένως, πώς αντιμετωπίζω και την τυπικά αποκαλούμενη «Μεταμνημονιακή Περίοδο», το τι συναισθήματα μου προκάλεσε, ποιες σκέψεις μου δημιούργησε, νομίζω πως προκύπτει από όσα ήδη εξέθεσα παραπάνω.

VIΙΙ

Αναφορικά με αυτό καθαυτό το περιεχόμενο των Μνημονίων, που οι υποστηρικτές του το βλέπουν ως (δημοσιο)οικονομικού ενδιαφέροντος, προσωπικά, δεν έχω έως σήμερα πεισθεί ότι ήταν πρωτίστως οικονομικό το πρόβλημα της Χώρας όταν το 2010 «έμπαινε» στα Μνημόνια, όχι μόνο διότι τα επιβληθέντα μέτρα ήταν δυσανάλογα σκληρά σε σχέση με το τότε τρέχον πρόβλημα ρευστότητας της εθνικής μας οικονομίας που πράγματι υπήρχε, όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο διότι τα μέτρα βοούσαν από μακριά, πώς ακόμα και αν έπρεπε να ήταν τόσο σκληρά, εν τούτοις, το περιεχόμενό τους και ο τρόπος που εφαρμόζονταν τα καθιστούσαν αναποτελεσματικά, όχι μόνο διότι ακόμα και η Τρόϊκα παραδέχτηκε περισσότερο από μια φορά τα «λάθη» της, όχι μόνο διότι η Τρόϊκα συμπεριφέρθηκε όχι ως μια αποστολή τεχνοκρατών μα ως μια αποστολή με αυξημένες αρμοδιότητες με  ισχυρό παρεμβατικό πολιτικό περιεχόμενο, με στόχο την ίδια τη μεταβολή του (ακόμα συνταγματικά καθιερωμένου) Κοινωνικού Κράτους, όσο διότι προκλητικά περιφρόνησε και ουσιαστικά υπονόμευσε την ίδια τη λειτουργία των Θεσμών της Ελληνικής Δημοκρατίας αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της Δημοκρατίας, όσο και διότι δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστική διερεύνηση των παραγόντων εκείνων, που θα αποκάλυπταν τις πραγματικές αιτίες των ελλειμμάτων και (κυρίως) του δημόσιου χρέους, πώς δηλαδή δημιουργήθηκαν, πράγμα που θα επιδρούσε και στην ορθολογικοποίηση των αναγκαίων μέτρων που θα έπρεπε να ληφθούν έχοντας μέσα τους και το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ στο επίπεδο της αντιμετώπισης των συνεπειών τους, θα έδιναν μια υποφερτή ερμηνεία σε ό,τι αφορά τη «λογική» και της «φιλοσοφία» των ίδιων των πολιτικών, είναι δε όλα τα παραπάνω, που ενδεικτικά παρατέθηκαν από ένα σύνολο κι άλλων παραγόντων που θα μπορούσαν να αναδειχθούν, εκείνα τα στοιχεία τα οποία ουδέποτε με έπεισαν ούτε για το «σωτήριο» χαρακτήρα των Μνημονίων, ούτε και για το ότι αποτελούσαν «μονόδρομο». Όμως, όχι μονάχα η άνω έρευνα δεν έγινε, μα αντιθέτως, έγινε το παν για να μην υπάρξει, κι αυτό από μόνο του, λέει πολλά. Διότι αν γίνονταν, θα αποδείκνυε την πλήρη αντιστροφή του άθλιου επιχειρήματος πως «όλοι μαζί τα φάγαμε», στο «εσείς και η μεγάλη διαπλοκή τα φάγατε, και τα συνήθη υποζύγια πληρώνουνε το λογαριασμό -ως συνήθως- για ένα πλιάτσικο στο οποίο δεν μετείχαν».

Ούτε είναι χωρίς σημασία, πως συχνά αναφέρονταν ο «τιμωρητικός χαρακτήρας»  των Μνημονίων. Ένα ολόκληρος λαός, έπρεπε, κατά την λογική των ιερέων της Μνημονιακής Εκκλησίας, να υποστεί τιμωρία για τα «αμαρτήματά» του, που περιγράφονταν με διάφορους χαρακτηρισμούς, εδώ και στο εξωτερικό, χαρακτηρισμοί απαξιωτικοί τόσο σε ηθικούς όσο και κοινωνικούς όρους. Ένας λαός που «σπάταλος», «αντιπαραγωγικός», και ενίοτε «διαφθαρμένος».

«Λάθη», «τιμωρητικός χαρακτήρας» : ακόμα και αν όλα τα άλλα επιχειρήματα υπέρ των Μνημονίων γίνουν δεκτά, το ελληνικό Κράτος, η Ελληνική Δημοκρατία, δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να ενημερώσει τον ελληνικό Λαό, ποιες οικονομικές συνέπειες θα επέφεραν τα Μνημόνια αυτά, ΧΩΡΙΣ τα «λάθη» και χωρίς τον «τιμωρητικό» τους χαρακτήρα, και κυρίως, δεν έπραξε αυτή την αυτονόητη υποχρέωσή του απέναντι στο Εθνικό Συμφέρον και την Νομιμότητα, ώστε να αξιώσει τις σχετικές αποζημιώσεις για τις οικονομικές ζημίες συνεπεία των ομολογημένων λαθών των Μνημονίων αλλά και τα καθαρά «τιμωρητικά» μέτρα (και επομένως αχρείαστα ακόμα και με βάση την οικονομίστικη προσέγγιση των οπαδών των Μνημονίων), εκ μέρους εκείνων που τα επέβαλαν.

Καμία Αθλιότητα από τη μεταπολίτευση κι εδώ τουλάχιστον δεν μπορεί να συγκριθεί με την Μνημονιακή Ύβρη εναντίον του Ελληνικού Λαού.

Διότι ήταν ακριβώς αυτός ο Λαός στον οποίο χρεώθηκαν οι ημέρες και τα έργα της Μεγάλης Διαπλοκής και της ανικανότητας του πολιτικού προσωπικού του Παλαιοκομματισμού.

Ήταν ΑΥΤΟΣ ο Λαός που «πληροφορήθηκε» πως ήταν ο υπαίτιος της Ελληνικής Κρίσης που αναδύθηκε το 2010 σε όλη της τη «μεγαλοπρέπεια».

ΑΥΤΟΣ ήταν που η Χώρα είχε υπερχρεωθεί και ουσιαστικά πτωχεύσει, όπως τον πληροφορούσαν.

ΑΥΤΟΣ ήταν η αδηφάγος «καταβόθρα» στην οποία κατέληγαν όλα τα δάνεια του Ελληνικού Δημοσίου.

ΑΥΤΟΣ ήταν που ζούσε με δανεικά και πέραν των δυνατοτήτων του όπως του καταλόγιζαν οι ξένοι και υπερθεμάτιζε η ντόπια Αθλιότητα.

Ποιος ήταν αυτός ο Λαός; Μα, τα Συνήθη Υποζύγια. Δηλαδή : Συνταξιούχοι, μισθωτοί του δημοσίου τομέα, μισθωτοί του ιδιωτικούτ. Σε λίγο θα ακολουθούσε και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Οι κατηγορίες απαγγέλλονταν από κατηγόρους που αρνούνταν πεισματικά να διερευνήσουν την αιτία του «εγκλήματος».

Ουσιαστικά υπήρχε κατηγορητήριο και επιβολή «ποινών» στους «κατηγορούμενους» χωρίς η Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίζει τα επιβαρυντικά στοιχεία και το Δικαστήριο να αποφαίνεται υπέρ του κατηγορητηρίου στηριζόμενο απλώς στον «λόγο» της Κατηγορούσας Αρχής. «Εγώ σας λέω ότι έγιναν έτσι τα πράγματα και τίποτα άλλο δεν απαιτείται ως απόδειξη» και το Δικαστήριο συχνά να αποφαίνεται «έτσι έχουν τα πράγματα αφού έτσι λέτε».

«Κατηγορούσα Αρχή», ήταν η ξενόφερτη Τρόικα μαζί με τις ελληνικές Μνημονιακές Κυβερνήσεις και τις Κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες που επικύρωναν τα μέτρα τους μέσω της νομοθέτησής τους.

«Δικαστήριο» ήταν, τόσο η Βουλή που νομοθετούσε τα μέτρα, όσο και η ελληνική Δικαιοσύνη η οποία τα επικύρωνε με τις αποφάσεις της απορρίπτοντας τις εναντίον τους προσφυγές.

Σίγουρα κάποιος θα θεωρήσει ότι ομιλώ (δηλαδή γράφω) «εν θερμώ». Όμως, από τη πρώτη στιγμή που ψηφίστηκε το πρώτο Μνημόνιο και τα επόμενα οκτώ τουλάχιστον χρόνια, κάθε μέρα, και όταν λέω «κάθε μέρα» το εννοώ, δεν είναι σχήμα λόγου, ήταν μια ΜΗ κανονική μέρα, ήταν κάτι παραπάνω από μια «ΘΕΡΜΗ» μέρα : ήταν ένα «καμίνι». Όλοι μας κάθε μέρα που ξυπνούσαμε, αναρωτιόμασταν ποιο θα ήταν το κακό νέο της ημέρας. Η αναμονή μιας αισιόδοξης είδησης, ήταν κάτι που με βεβαιότητα γνωρίζαμε ότι δεν θα συνέβαινε. Η «καλή είδηση», είχε να κάνει απλά με το πόσο λιγότερο θα ήταν το «κακό». Αν κανείς θα ανέμενε να «ψυχρανθεί» κάπως τούτο το «καμίνι» προκειμένου να εκφραστεί «ψύχραιμα», όλη την παραπάνω περίοδο (2010-2018) δεν θάπρεπε να υπάρχει αρθρογραφία ή βιβλιογραφία για τις συνέπειες των Μνημονίων ούτε για δείγμα, για το τι βιώναμε, όχι μονάχα στο οικονομικό μα και στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο!

ΙΧ

Έτσι κάπως φτάσαμε στο σήμερα. Ένα «σήμερα» είναι αλήθεια, ήρεμο και με τη ζωή να έχει βρει τον «βηματισμό» της.

Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, είναι η δίκη μου θέση στην παραπάνω διαπίστωση.

Διότι, ό,τι συμβαίνει, ό,τι μας συμβαίνει, δεν αποτελεί παρά την «Κανονικοποίηση της Μνημονιακής Αθλιότητας». Κι οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε, πως διαχειρίστηκε αποτελεσματικά και επιστημονικά την κρίση, ώστε απ’ αυτή, ο Παλαιοκομματισμός να αναδειχθεί ως ο κατ’ εξοχήν ωφελημένος, ο κατ’ εξοχήν νικητής. Είναι το ίδιο Σύστημα Εξουσίας που μας έριξε στα βράχια το 2010, το ίδιο Σύστημα Εξουσίας που έντρομο είχε παραδώσει τα κλειδιά, όχι μονάχα της εθνικής μας οικονομίας μα της ίδιας της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Τρόϊκα, το ίδιο Σύστημα Εξουσίας που όταν το Μνημονιακό Καθεστώς εγκαθιδρύθηκε, αναλαμβάνει τώρα να μας οδηγήσει στο «μέλλον»!

Αυτή την «ηρεμία» απολαμβάνουμε. Απλώς έχοντας πέσει στον πάτο του βαρελιού, εκεί προσπαθούμε να ισορροπήσουμε με τα νέα δεδομένα. Με μισθούς, συντάξεις και εισοδήματα της μικρομεσαίας (γενικότερα) τάξης να μην φτάνουν  «να βγει» ο μήνας, με εκατομμύρια κόσμο να έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τράπεζες, δημόσιο και ΔΕΚΟ, και με το Μνημονιακό Τόξο Εξουσίας, να είναι κυρίαρχο, απλώς, η όποια (Μνημονιακή) Κυβέρνηση δεν έχει άλλο από το να μοιράζει επιδόματα φτώχειας και ομοίως να μοιράζει προσδοκίες, πως, πάντα εντός των σφικτών δημοσιονομικών πλαισίων και της θηριώδους δέσμευσης για δημιουργία δημοσιονομικών πλεονασμάτων για τις επόμενες δεκαετίες, κάποια στιγμή, θα ξαναβρεθούμε εκεί που βρισκόμασταν πριν τα Μνημόνια. Αυτή είναι η «Κανονικότητα» που βιώνουμε.

Χ

Τι ακριβώς διακυβεύεται λοιπόν ή νομίζουμε ότι διακυβεύεται στις προσεχείς εκλογές;

Αυτό είναι το ερώτημα -και μ’ αυτό κλείνουμε το παρόν άρθρο.

Εκείνο που διακυβεύεται είναι το αν θα επιτρέψουμε να κανονικοποιηθούν οι «παρακαταθήκες» της (Μνημονιακής) Αθλιότητας, εκείνες που ευτέλισαν και εξευτέλισαν τους Συνταγματικούς Πολιτειακούς μας Θεσμούς, να παραμείνουν υπό την κυριαρχία της Ύβρεως, μιας και η Νέμεση ποτέ δεν ήρθε, εκείνες που υπήγαγαν σε καθεστώς απόλυτης αναξιοπρέπειας συντριπτικά μεγάλα τμήματα του λαού, που λεηλάτησαν εισοδήματα και περιουσίες εκατομμυρίων ανθρώπων, παρακαταθήκες οι οποίες εγκαθιδρύθηκαν από τις πολιτικές δυνάμεις που στήριξαν και υπηρέτησαν τα Μνημόνια.

Η Ελληνική Δημοκρατία, πάντα είχε τα διαρθρωτικά της προβλήματα και ποτέ δεν έλλειπαν εκείνα τα γεγονότα που την πλήγωναν.

Όμως, τα Μνημόνια, υπήρξαν κάτι το άλλο : η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία ουσιαστικά παρέδωσε τα κλειδιά των ίδιων των ίδιων των προοπτικών της σε ξένα χέρια, με δική της πολιτική βούληση, της καθεμιάς από τις μνημονιακές Κυβερνήσεις και όλων μαζί αθροιστικά. Δεν παρέδωσε τα κλειδιά μονάχα της οικονομίας της, μα όλης της χώρας. Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία αποθωρακίστηκε συνταγματικά καθόλη την περίοδο εγκαθίδρυσης του Μνημονιακού Καθεστώτος.

Η επαναθωράκιση της Ελληνικής Δημοκρατίας αποτελεί τον στόχο.

Και ευκαιρίας δοθείσης, ας επαναλάβω την άποψή μου, την οποία συχνά επαναφέρω στα άρθρα μου, αναφορικά με το ζήτημα της συμμετοχής του λαού στα κρίσιμα εθνικά ζητήματα, μέσω δημοψηφισμάτων. Συχνά επίσης έχω αναφερθεί στο ελβετικό μοντέλο, ένα μοντέλο, όμως, το οποίο ασφαλώς και αποτελεί το «πολιτισμικό κληροδότημα» της ελληνικής αρχαιότητας, ένα από τα πολλά.

Η Δημοκρατία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στα χέρια 300 ή 400 ανθρώπων (και ίσως πολλούς αναφέρω).

Επομένως : τι πρέπει να γίνει; Ας είναι η απάντηση μια πηγαία απάντηση του κάθε πολίτη και όχι δανεισμένη ή μεταφυτευμένη από τις κομματικές προπαγάνδες. Να είναι η δική του απάντηση, να είναι δική του η επιλογή.

Όχι καθ’ υπόθεση δική «του»…

ΔΗΜΟΦΙΛΗ