Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Πόσις και Δαμαρ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Φιλολογικά απομνημονεύματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

ΣΚΗΝΗ Α´

Πόσις. – Ναί, ἐγὼ ὁ Πόσις. Σοῦ ἐπλήρωσα, ὦ Δάμαρ, τὴν δεσποτείαν ἀκριβά.

Δάμαρ. – Τί μ᾿ ἐπλήρωσες;

Πόσις. – Ἔσκαψα, ὡς ἀσπάλαξ, βαθέως τὴν γῆν, διὰ νὰ ἀνακαλύψω χρυσὸν καὶ ἄργυρον, διὰ νὰ κεντήσῃς τὰ πέδιλά σου, νὰ τὰ φορῇς, νὰ πατῇς καὶ νὰ τρίζῃ ἡ γῆ ὑπὸ τοὺς πόδας σου. Ἐξεκοίλιασα τοὺς σκώληκας τῆς γῆς καὶ ἀπέσπασα τὰ ἔντερά των, διὰ νὰ ἔχῃς νὰ ὑφάνῃς μέταξαν καὶ κατασκευάσῃς πολύπτυχον ἐσθῆτα, διὰ ν᾿ ἀνεμίζωνται τὰ ἄκρα σου, καὶ ἀποτελῇ τὸ βάδισμά σου μέγαν θροῦν. Κατέβην εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς νὰ εὕρω ἀδάμαντα, διὰ νὰ ἔχῃς πόρπην, ἥτις εἴθε νὰ εἶναι ἀρκετὰ στερεὰ διὰ τὴν ζώνην σου τὴν χρυσῆν. Κατέδυν εἰς τὰ βάθη τῶν θαλασσῶν ὅπως εὕρω μαργαρίτας λευκούς, στιλπνούς, διὰ νὰ περισφίγγουν ὀφιοειδῶς τὸν τράχηλόν σου τὸν θεσπέσιον, ἄνωθεν τοῦ στέρνου σου τοῦ θαλπεροῦ καὶ τοῦ κόλπου σου τοῦ ζωηφόρου. Ἠρεύνησα νὰ εὕρω σμαράγδους καὶ σαπφείρους ὅπως κοσμήσω δακτύλιον, δεσμὸν πίστεως περὶ τὸν δάκτυλόν σου τὸν τορνευτόν. Ἔκοψα τὰς ρῖνας δύο Ἰνδῶν, ὅπως ἀποσπάσω τοὺς χρυσοῦς καὶ λιθοκολλήτους κρίκους των, διὰ νὰ κατασκευάσω ἐνώτια διὰ τὰ ὦτά σου τὰ διάτρητα, τὰ διαφανῆ, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ὡς δύο θύραι εἰσόδου καὶ ἐξόδου διὰ τοὺς λόγους τοὺς παρ᾿ ἐμοῦ. – Καὶ τώρα τί ἄλλο ἀπαιτεῖς ἀκόμη, ὦ Δάμαρ;

Δάμαρ. – Τίποτε, ὤ, τίποτε! Ἀναγνωρίζω τὰς εὐεργεσίας σου, ὦ Πόσι.

Πόσις. – Λοιπὸν εἰρήνευε, καὶ ἔσο αὐτάρκης.

Δάμαρ. – Μόνον, μοῦ ἔδωκες, χρυσοκέντητα πέδιλα εἰς τοὺς πόδας,

καὶ ἀδάμαντα εἰς τὴν ζώνην, καὶ περιδέραιον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τόσα ἄλλα πράγματα!… Ὤ! Νὰ ἔχω χρυσᾶ πέδιλα διὰ νὰ στενάζῃ ὑπὸ τοὺς πόδας μου ἡ γῆ, νὰ φορῶ πολύθρουν μέταξαν περὶ τὰ σφυρὰ καὶ τὰ σκέλη, νὰ φέρω σκληρὸν ἀδάμαντα εἰς τὴν ζώνην τὴν χρυσῆν, ὄφεις ἐκ μαργαριτῶν νὰ μοῦ περισφίγγουν τὸν ζωοποιὸν τράχηλον, νὰ φέρω κρίκους περιειλητοὺς εἰς τοὺς δακτύλους, ἄλλους κρίκους κρεμαστοὺς εἰς τὰ ὦτα, καὶ νὰ ἔχω τὴν εὐπλόκαμον κόμην γυμνήν!… Ἓν μικρὸν πρᾶγμα μοῦ χρειάζεται, ὦ Πόσι!

Πόσις. – Τὸ ποῖον; Λέγε.

Δάμαρ. – Ἓν μικρὸν διάδημα, ὦ Πόσι, διὰ τὴν κεφαλήν.

Πόσις. – Ὤ! διάδημα!… Ἀντιποιεῖσαι βασιλείαν;

Δάμαρ. – Διατί νὰ μὴ ἀντιποιοῦμαι; Δὲν εἴμεθα οἱ δύο μας ἐπὶ τῆς γῆς; Δὲν εἶσαι σὺ ὁ βασιλεὺς πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν, καὶ τῶν πετεινῶν, καὶ τῶν θηρίων; Καὶ ἂν σὺ εἶσαι βασιλεύς, ἐγὼ δὲν εἶμαι βασίλισσα; Τί εἶμαι;

Πόσις. – Σκληρὸν τὸ αἴτημά σου, ὦ Δάμαρ.

Δάμαρ. – Ἐκράτησες σὺ δι᾿ ἑαυτὸν πᾶν τὸ ἀξίωμα καὶ πᾶσαν τὴν ἀρχὴν καὶ πάσας τὰς προνομίας. Θέλω κ᾿ ἐγὼ νὰ συμμετάσχω τῶν δικαιωμάτων σου, καθὼς συμμετέχω ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων καὶ ὅλων τῶν κόπων σου καὶ ὅλων τῶν λυπῶν σου. Ἐπιθυμῶ νὰ ψηφίζω, νὰ γραμματεύω, νὰ βουλεύω, νὰ στρατηγῶ, νὰ καταδυναστεύω… Καιρὸς νὰ μοὶ δοθῇ ἰσοπολιτεία, ὦ Πόσι.

Πόσις. – Ἐπιθυμεῖς, εἶπες, νὰ στρατηγῇς. Καὶ πῶς θὰ δύνασαι νὰ στρατηγῇς, πρὶν μάθῃς νὰ θητεύῃς; Καὶ πῶς θὰ μάθῃς νὰ θητεύῃς, ὁπόταν ἔχῃς τρυφερὰ τὰ στέρνα καὶ εὐπαθῆ τὰ σπλάγχνα καὶ ἀσθενεῖς τοὺς βραχίονας; Εἶσαι ἱκανὴ νὰ τρομάζῃς τοὺς ἐχθρούς, νὰ τρέπῃς καὶ νὰ νικᾷς τούτους;

Δάμαρ. – Δὲν θὰ τρέπω τοὺς ἐχθρούς, θὰ τοὺς ἑλκύω. Θὰ τοὺς νικῶ διὰ τῶν θελγήτρων. Θὰ ἔρχωνται νὰ κύπτωσι καὶ νὰ καταθέτωσι τὰ ὅπλα εἰς τοὺς πόδας μου.

Πόσις. – Ὢ τῆς αἰσίας, ὢ τῆς μακαρίας πίστεως! ὢ τῆς καλῆς γνώμης!

Δάμαρ. – Ναί, εἰς τοὺς πολέμους ὅσους διεξάγεις σύ, ἐγὼ νοσηλεύω τοὺς τραυματίας ὅσους πληγώσῃς, ἐγὼ συστέλλω τοὺς νεκροὺς ὅσους θανατώσῃς, ἐγὼ σπείρω ἀγάπην καὶ συμπάθειαν καὶ ἔλεον. Καὶ ὅταν ἀναδήσω

τὴν κόμην μὲ διάδημα, τότε εἰρήνη θὰ βασιλεύσῃ ἀπὸ περάτων ἕως περάτων. Τ᾿ ὄνομά σου εἶναι πόλεμος, ὦ Πόσι, τ᾿ ὄνομά μου εἶναι εἰρήνη ἐπὶ τῆς γῆς.

Πόσις. – Καὶ ὅταν βασιλεύσῃς σύ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον πόλεμος;

Δάμαρ. – Οὐδαμοῦ.

Πόσις. – Καὶ οὐδεὶς ὁ πολεμῶν τὴν εἰρήνην;

Δάμαρ. – Οὐδείς.

Πόσις. – Τὸ ἐναντίον τῆς εἰρήνης δὲν θὰ ὑπάρχῃ;

Δάμαρ. – Οὐχί! Σὺ ποιεῖς τὸν πόλεμον. Ἐγὼ φέρω εἰρήνην.

Πόσις. – Ἰσχυρογνωμονοῦσα καὶ θέλουσα δῆθεν τὴν εἰρήνην, δὲν πολεμεῖς;

Δάμαρ. – Ἀγωνίζομαι κατὰ τοῦ πολέμου.

Πόσις. – Ἄρα πολεμεῖς.

Δάμαρ. – Δὲν πολεμῶ, ἀλλ᾿ εἰρηνεύω.

Πόσις. – Δὲν πολεμεῖς, ἀλλὰ ψευδωνυμεῖς. Τὸ ψευδώνυμόν σου, ὦ

Δάμαρ, εἶναι Εἰρήνη. Τὸ ἀληθές σου ὄνομα εἶναι Ἔρις, Ἐρινύς!

Δάμαρ. – Ὤ! μοῦ δίδεις τόσα ὀνόματα…

Πόσις.- Ἄ! ἔχεις πλεῖστα ὀνόματα σύ!… Καὶ διὰ τίνα ἐγὼ πολεμῶ πάντοτε, εἰμὴ διὰ σὲ καὶ ἕνεκα σοῦ καὶ χάριν σοῦ;… Σὺ εἶσαι ἡ Ἑλένη ὅλων τῶν πολέμων, ἡ Κλεοπάτρα – Ἀλκυόνη ὅλων τῶν ἐμπρησμῶν καὶ τῶν δῃώσεων, ἡ Δαλιδὰ καὶ ἡ Ὀμφάλη ὅλων τῶν ἐξανδραποδισμῶν… Καὶ ὅταν ἐγὼ πεισθῶ εἰς τοὺς λόγους σου, καὶ πιστεύσω ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον βία καὶ πόλεμος, ἄλλος μακρόχειρ θὰ ἔλθῃ γαμψῶνυξ νὰ σὲ ἁρπάσῃ καὶ σὲ ἀπαγάγῃ ἀπ᾿ ἐμοῦ τοῦ νωδοῦ τὰς ἀγκάλας, καὶ σὺ χαίρουσα θὰ προσκυνήσῃς τὴν βίαν καὶ τὴν ἀλκὴν παρ᾿ αὐτῷ, διότι ταύτην πάντοτε, μετὰ τῆς τύχης, θαυμάζεις καὶ λατρεύεις…

Δάμαρ. – Σὺ εἶσαι σκληρὸς καὶ μὲ ὀνειδίζεις.

Πόσις. – Διότι εἶσαι πείσμων καὶ ἀπειθής· φιλόνικος καὶ γλωσσώδης.

Δάμαρ. – Ἐγώ, γλωσσώδης; Ἐγὼ εἶμαι ἁβρὰ καὶ λεπτοφυής. Σὺ εἶσαι τραχὺς καὶ ἄξεστος.

Πόσις. (Κινεῖ ἀπειλητικῶς τὴν χεῖρα). Μόνον διὰ τῆς βίας δύναταί τις ν᾿ ἄρξῃ σοῦ.

Δάμαρ. – Βαβαί! Μὲ ἀπειλεῖ ὁ… μὲ ἀπειλεῖ τὴν ἄοπλον καὶ ἀσθενῆ.

Πόσις. (Ὀργίλος.) – Μὴ λέγε ὅτι εἶσαι ἄοπλος. Ἔχεις τόσας ὁπλὰς καὶ ὄνυχας καὶ ὀδόντας, καὶ γλῶσσαν τομὸν καὶ ἠκονημένην. Καὶ τὸ βλέμμα σου εἶναι ἰταμόν, καὶ τὸ ἦθός σου αὔθαδες.

Δάμαρ. – Ἀπειλεῖς σκαιῶς καὶ ὑβρίζεις κακῶς.

Πόσις. (Ἐγείρει κατ᾿ αὐτῆς τὴν χεῖρα. Ἡ αὐλαία πίπτει. Ἀκούονται ὀλολυγμοὶ τῆς Δάμαρτος.)

Πόσις. (Ὄπισθεν τῆς σκηνῆς.) – Πρὶν σὲ τύψω, ἤδη κλαίεις!

Δάμαρ. (Ὄπισθεν τῆς σκηνῆς.) – Ὤ! μὲ κτυπᾷ ὁ βάναυσος!…
ΣΚΗΝΗ Β´

Α´ Ἀγχιστεύς. – Ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη συγγενικοῦ συμβουλίου. Τὸ ἀνδρόγυνον δὲν βαίνει καλῶς.

Β´ Ἀγχιστεύς. – Διὰ τοῦτο ἤλθομεν ὅλοι. Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα.

Ἑκυρός. – Ἡ Δάμαρ πρέπει νὰ σωφρονισθῇ· ὀφείλει ν᾿ ἀναγνωρίσῃ τὸν Πόσιν ὡς κεφαλήν, καὶ ὄχι νὰ εἶναι αὐτοκέφαλος.

Κηδεστής. – Ὁ ἀνὴρ ὀφείλει ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν γυναῖκά του· καὶ τότε ἡ Δάμαρ ὀφείλει ὑπακοὴν εἰς τὸν ἄνδρα.

Πενθερά. – Πάντοτε ἡμεῖς αἱ γυναῖκες τὰ πταίομεν ὅλα· ἡ νύμφη μου ἁμαρτάνει τώρα. Δὲν βλέπω εἰς τί πταίει ὁ Πόσις.

(Συγγενής). – Ὀφείλουν αἱ γυναῖκες ὑπακοὴν εἰς τοὺς ἄνδρας.

Κηδεστής. – Κατ᾿ ἐμὴν γνώμην, ὁ Πόσις πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ κηδεμονίαν· πρὸς τοῦτο συνήλθομεν.

Γάλως. – Ὤ, ναί, σύμφημι· καίτοι ὡς κασιγνήτη συμπαθῶ…

Ἀδελφιδῆ. – Νομίζω ὅτι πταίουν καὶ τὰ δύο μέρη· ὁ θεῖος πταίει καὶ ἡ θεία ἁμαρτάνει.

Κηδεστής. (Αὐστηρῶς.) – Οἱ νεώτεροι δὲν ἔχουσι ψῆφον.

Ἀνεψιά. – Ἂς τοὺς εἰρηνεύσωμεν, διὰ νὰ μὴ μάχωνται πρὸς ἀλλήλους.

Ἀνεψιαδοῦς. – Καὶ νὰ ὑποσχεθῇ ἡ θεία ὅτι δὲν θὰ ἐπαναλάβῃ τὰ ἴδια.

Ἐξανέψιος. – Ἄλλως, ἂς διαζευχθῶσι, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς βάσανα.

Πόσις. (Εἰσερχόμενος εἰς τὴν σκηνήν.) Ἀκούσατε, ὦ ἀγχιστεῖς· ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς φροντίσῃ πρῶτον νὰ διορθώσῃ, ὅπερ δύσκολον, τὸν ἑαυτόν του, εἶτα νὰ διορθώσῃ, ὅπερ ἀπείρως δυσκολώτερον, τὴν ἰδίαν αὐτοῦ Δάμαρτα· καὶ κατὰ τρίτον λόγον πρέπει νὰ φροντίσῃ διὰ τοὺς ἀγχιστεῖς του.

Δάμαρ. (Εἰσερχομένη εἰς τὴν σκηνήν.) Ἑκάστη ἐξ ὑμῶν, ὦ Γάλωες καὶ λοιπαὶ ὁμαίμονες, ἂς φροντίσῃ πρῶτον νὰ συμμορφώσῃ τὸν ἴδιον αὐτῆς Πόσιν· καὶ εἶτα νὰ φροντίσῃ διὰ τοὺς ὁμαίμονας.
ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Πόσις. – Ὁπόσον σὲ στέργω, ὦ Δάμαρ, ὁπόσον ἔραμαι σοῦ! Ἡ ψυχή μου ἵσταται εἰς τὸ στόμα, ἐτοίμη νὰ κολλήσῃ εἰς τὰ χείλη σου τὰ κοράλλινα. Ἂς γίνῃ ἓν ἡ πνοή σου μὲ τὴν πνοήν μου. Σοὶ εἶπα κακόν τι, ὦ γύναι, σ᾿ ἐλύπησα; Ὤ, σύγγνωθι. Ἂς πίωμεν τὴν Λήθην ὁμοῦ… Διατί χαμηλώνεις τὰ ὄμματά σου, ὦ Δάμαρ;… Ὤ, πόσον μοῦ θίγεις τὰ σπλάγχνα, μοῦ νύσσεις τὴν καρδίαν… Ὁμίλει…

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δάμαρ. – Εἶπες, νὰ πίωμεν τὴν Λήθην ὁμοῦ;… Ἄκουσον· τὴν ἡμέραν καθ᾿ ἣν σ᾿ ἐφίλευσα εἰς τὸν Παράδεισον τὸν εὔχυμον ἐκεῖνον καρπόν, ἐλησμόνησα νὰ σὲ κεράσω ἓν ποτήριον διὰ νὰ τὸν χωνεύσῃς…Ἔκτοτε σοὶ τὸ ὀφείλω. Ἰδού, λάβε καὶ πίε! (Τοῦ προσφέρει ποτήριον πλῆρες ροδίνου τὸ χρῶμα ρευστοῦ.) Τοῦτο εἶναι κρᾶμα ἀπὸ ὅλα τὰ φίλτρα καὶ τοὺς χυμοὺς καὶ τ᾿ ἀρώματα… ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀναρχισμοὺς καὶ τὰς χειραφετήσεις καὶ τὰς οὐτοπίας καὶ τοὺς παραλογισμούς… ἀπ᾿ ὅλας τὰς μαγγανείας καὶ τὰς ἀλχημείας… Ὅταν ἐφάγομεν ὁμοῦ ἐκ τοῦ καρποῦ ἐκείνου, ἐμάθομεν νὰ γνωρίζωμεν τὸ πονηρὸν καὶ τὸ ἀγαθόν, καὶ συνείδομεν ὅτι γυμνοὶ ἤμεθα, καὶ τὸ πρῶτον ἐρύθημα τῆς αἰδοῦς ἐπήνθησεν εἰς τὰς παρειὰς ἡμῶν. Ὅταν πίωμεν ὁμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο θὰ μάθωμεν νὰ συγχέωμεν τὸ πονηρὸν καὶ τὸ ἀγαθόν, καὶ τὸν ἥττονα λόγον κρείττονα νὰ ποιῶμεν, καὶ θὰ φύγῃ ἀφ᾿ ἡμῶν πᾶσα συνείδησις γυμνότητος, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν γύμνωσιν ὡς καλλίστην περιβολήν, καὶ θὰ εἴμεθα ἀνώτεροι τῆς αἰδοῦς, τῆς βαναύσως κοκκινοπροσωπούσης καὶ παιδαριώδους…

Πόσις. – Ἄ! (Πίνει καὶ νυστάζει.)

Δάμαρ. – Τοῦτο τὸ ποτὸν φέρει ὕπνον. (Λικνίζει εἰς τοὺς βραχίονάς της τὴν κεφαλὴν τοῦ Πόσιος.) Τώρα πλέον ἐγὼ εἶμαι ἡ… πόσις, καὶ σὺ ὁ… πότης.

Πόσις. – (Ὀνειροπολῶν.) Πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἔγερσις!;

(1901)

http://www.papadiamantis.org/works/88-epiloipa/471-7-filologika

ΔΗΜΟΦΙΛΗ