Νίκος Φαραντούρης: Όχι στην «ιδιωτική» διπλωματία λέει ο σύμβουλος Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Στέφανου Κασσελάκη

Η λεπτή κόκκινη γραμμή – Ένα υπαρξιακό και στοχαστικό δράμα στο απόλυτο πολεμικό background. Φαινομενικά η εισαγωγή παραπέμπει στο αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ με τις επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ. Στην πραγματικότητα περιγράφει την πολυπλοκότητα του game mode στο οποίο εισήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ στη μετά-Τσίπρα εποχή.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

Ιδίως το τελευταίο τρίμηνο οι φωνές υπήρξαν αναρίθμητες. Κάποιες έμοιαζαν με κραυγές. Άλλες έτειναν να γίνουν ενοχλητικές. Μετρημένες, σε όλη αυτήν την περίοδο, οι ψύχραιμες. Αυτές που, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να υπερισχύουν και να επικρατούν σ’ έναν, εκ φύσεως, προοδευτικό και πολυσυλλεκτικό «οργανισμό» που στοχάζεται τα λάθη του παρελθόντος, δρα στο παρόν και οραματίζεται το μέλλον.

Η αμεσότητα του κ. Νικόλα Φαραντούρη δεν επιτρέπει παρερμηνείες, αντιθέτως διευκολύνει την κατανόηση του ανθρώπου. Από τη χειραψία γνωριμίας και τα εκατό μέτρα παράλληλου βαδίσματος που μεσολαβούν έως το σημείο της κουβέντας αναπτύσσεται η αίσθηση μιας αδιαμφισβήτητης, ουχί ψεύδους, αυτοκυριαρχίας μακριά από εκτροπές και αφορισμούς.

Ο αυθορμητισμός ξεχειλίζει ακόμη κι όταν παραγγέλνει ένα ζεστό τσάι «γιατί έχω ήδη πιει τρεις καφέδες» – έως τη 1 το μεσημέρι. Τόσο ευθύς και ανοικτός, συγκαταβατικός κι ανεκτικός που η συνάντησή μας είχε καθοριστεί τηλεφωνικώς μόλις μισή ώρα πριν. Εντελώς απροσδιόριστα και αυθόρμητα.

Είχε από την προηγούμενη ημέρα οριστεί, από τον Στέφανο Κασσελάκη, σύμβουλος Ευρωπαϊκής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, άρα η αφορμή για την κλήση και την πραγματοποίηση μιας συνέντευξης υπήρχε. Αμφότερες πάντως τις καθιστούσε αναγκαίες το χειμαρρώδες πολιτικό σκηνικό στη χώρα που πήγαζε -πέραν φυσικά της εσωτερικής επικαιρότητας της παράταξης- από μια στοίβα γεγονότων άξιων σχολιασμού και αναλύσεων.

Καθ’ ύλην αρμόδιος ήταν ούτως ή άλλως ο κ. Φαραντούρης, ως καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου, κάτοχος της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet, διευθυντής Μεταπτυχιακών στην Ενέργεια στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Μάλιστα με σπουδές στην Νομική Αθηνών, μεταπτυχιακά και Διδακτορικό απ’ το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, θεωρείται απ’ τους πλέον καταρτισμένους στο διεθνές πεδίο.

Απλώς τα νέα καθήκοντα του Κεφαλλονίτη πολιτικού και νομικού γέννησαν μια επιπλέον συγκυρία προκειμένου να αξιολογήσει στο «Βήμα» τη ρευστότητα ενός ευρω-status που διαρκώς μεταλλάσσεται, μέσα από το πρίσμα της μετριοπάθειας που έχει προφυλάξει -σαν ένα από τα τρία παιδιά του- σε αυτήν τη μακρά, 25ετή πια, ακαδημαϊκή και επαγγελματική πορεία, εντός (Αθήνα) ή εκτός συνόρων (Λονδίνο, Βρυξέλλες).

Η συνέντευξη που παραχώρησε στο Βήμα

Κύριε καθηγητά, αναλάβατε έναν διευρυμένο ρόλο στον ΣΥΡΙΖΑ, ως σύμβουλος Ευρωπαϊκής Πολιτικής. Ποιες είναι οι προτεραιότητες που τίθενται εκ μέρους σας εν μέσω μιας κομβικής για το μέλλον της Ευρώπης περίοδο.

Κύριε Ζωιτέ, καταρχάς χαίρομαι που θα συμβάλλω και από τη θέση αυτή στις θέσεις μας και τη δράση μας, σε μία δύσκολη και ταραχώδη περίοδο για την κοινωνία και τη χώρα μας. Τα καθημερινά προβλήματα του Έλληνα και της Ελληνίδας αλλά και ευρύτερα ζητήματα για το μέλλον της πατρίδας μας, όπως το δημογραφικό, η θέση μας στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, οι σχέσεις μας με την Τουρκία, ζητήματα ανάπτυξης και ασφάλειας, όλα περνούν μέσα απ’ τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Οι αποφάσεις στις Βρυξέλλες επηρεάζουν την καθημερινότητά μας και διαμορφώνουν το μέλλον των παιδιών μας. Λίγοι γνωρίζουν ότι πάνω από 80% της νομοθεσίας που εφαρμόζεται στη χώρα μας σε κρίσιμους τομείς, όπως η λειτουργία της αγοράς, η προστασία του καταναλωτή, ζητήματα ενέργειας, η προστασία του περιβάλλοντος, η αγροτική και αλιευτική πολιτική κ.ο.κ. είναι ευρωπαϊκό δίκαιο που είτε εφαρμόζεται άμεσα είτε ενσωματώνεται στη χώρα μας με τη μορφή ελληνικών νόμων, προεδρικών διαταγμάτων ή υπουργικών αποφάσεων. Αλλά από πίσω κρύβεται μία υποχρεωτική Ευρωπαϊκή Οδηγία, στη θέσπιση της οποίας έχει συμμετάσχει η χώρα μας και την οποία έχει υπερψηφίσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Είναι λοιπόν κρίσιμο να γνωρίζουμε και να συνδιαμορφώνουμε το μέλλον μας με καθαρές θέσεις και προτάσεις. Σήμερα στην Ευρώπη συγκρούονται δύο αντίθετοι κόσμοι: οι προοδευτικές και οι συντηρητικές δυνάμεις. Αυτές που βάζουν την κοινωνία στο κέντρο, προωθούν την προστασία του περιβάλλοντος, την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών στη ΕΕ, την κοινή αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, των δυνάμεων που πιστεύουν στη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων και στηρίζουν τα δικαιώματα των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, το κράτος πρόνοιας και το κράτος δικαίου.

Και των δυνάμεων εκείνων που ζητούν περιχαράκωση, χλευάζουν και υπονομεύουν το κράτος δικαίου, αδιαφορούν για την κοινωνική δικαιοσύνη και την προστασία του περιβάλλοντος και ανοίγουν, υποστηρίζουν ή φλερτάρουν με την ακροδεξιά. Εμείς πιστεύουμε ότι η χώρα μας πρέπει και μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην πρώτη Ευρώπη, των λαών, της αλληλεγγύης, της συνοχής, και της ευημερίας για όλους.

Η ακύρωση της συνάντησης Σούνακ – Μητσοτάκη και η… Μερκούρη

Πολιτικό θέμα των ημερών είναι, αναμφίβολα, η -με ευθύνη της βρετανικής κυβέρνησης- ακύρωση της συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Βρετανό ομόλογό του. Συνιστά διπλωματικό επεισόδιο; Ή πώς αλλιώς θα χαρακτηρίζατε την ενέργεια του κ. Σούνακ;

Η ακύρωση προγραμματισμένης συνάντησης από τον Βρετανό πρωθυπουργό αποτελεί απαράδεκτη απρέπεια κατά του Έλληνα ομολόγου του που συνιστά απαξίωση στη χώρας μας και στο πρόσωπο κάθε Έλληνα πολίτη. Την καταδικάσαμε απερίφραστα απ’ την πρώτη στιγμή, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Θέλω ωστόσο να επισημάνω ότι τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν είναι απλά ένα κορυφαίο έργο τέχνης (όπως η Mona Liza, σύμφωνα με την παρομοίωση του κ. Μητσοτάκη). Τα γλυπτά του Παρθενώνα είναι η συνομιλία του πολίτη με την πόλη του, τον «δήμο», δια της μεταφυσικής και της δημοκρατικής αρχής, όπως διαμορφώθηκε στην Αθήνα του 5ου αιώνα αλλάζοντας για πάντα τον ρου της ιστορίας. Παγκόσμιο σύμβολο πολιτισμού, αλλά και δημοκρατίας και μετεξέλιξης της ανθρώπινης συμβίωσης σε κοινωνία πολιτών.

Γι’ αυτό και η παρακαταθήκη κι ο αγώνας της Μελίνας Μερκούρη παραμένει περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. Τα γλυπτά εκλάπησαν, αποκόπηκαν, αποξενώθηκαν και καταστράφηκαν απ’ τη γη που γεννήθηκαν και ανήκουν. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους διάφορους Σούνακ του κόσμου τούτου.

«Ο κ. Μητσοτάκης θα πρέπει να μας ενημερώσει»

Θυμάστε να έχει συμβεί ποτέ στα χρονικά ανάλογη ακύρωση προγραμματισμένης συνάντησης σε επίπεδο πρωθυπουργών; Σας κάλυψε ο χειρισμός της υπόθεσης από την Ελληνική Κυβέρνηση ή θεωρείται πως υπήρξε ελλιπής;

Από τα χρόνια των σπουδών μου στην Οξφόρδη και κατόπιν της επαγγελματικής μου δραστηριότητας στο Λονδίνο, απέκτησα μία καθαρή εικόνα για τη «κουλτούρα διπλωματίας» της χώρας αυτής ανά τους αιώνες. Δεν έχει ξανασυμβεί αυτό. Το περιστατικό συνιστά ένα πρωτοφανές διπλωματικό και θεσμικό ολίσθημα εκ μέρους του Βρετανού Πρωθυπουργού, προσβλητικό και ασύνηθες, το οποίο όλοι καταδικάσαμε απερίφραστα χωρίς επιφυλάξεις και αστερίσκους.

Αντιπαρέρχομαι όσα υποστηρίζει η βρετανική πλευρά για αθέτηση των συμπεφωνημένων εκ μέρους του Έλληνα Πρωθυπουργού. Ελπίζω και πιστεύω ότι δεν υπήρξε καμία τέτοια άτυπη συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών ή των διπλωματικών γραφείων τους. Πραγματικά το εύχομαι και το πιστεύω. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην ήταν, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για τούτη την πρωτοφανή απρέπεια.

Ωστόσο, ο κ. Μητσοτάκης θα πρέπει κατά την επιστροφή του να μας ενημερώσει. Να ενημερώσει τη Βουλή ή έστω τους πολιτικούς αρχηγούς για το ταξίδι, για την πορεία των συζητήσεων και των διεκδικήσεών μας κι αυτό δεν αφορά μόνο την υπόθεση των γλυπτών του Παρθενώνα.

Αφορά κάθε θέμα στο οποίο ενωμένοι και με συνεννόηση οι Έλληνες μπορούμε να πετύχουμε πολύ περισσότερα στη βάση μίας κοινής εθνικής γραμμής. Αυτό ισχύει και για την επικείμενη συνάντηση με τον Ερντογάν και την πορεία των Ελληνο-τουρκικών συνομιλιών. Η μυστική ή «ιδιωτική διπλωματία» ποτέ δεν ωφέλησε και δυστυχώς έχουμε πολλά τέτοια κρούσματα «προσωπικής/ιδιωτικής διπλωματίας» τον τελευταίο καιρό.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και θέσεις

Η επικείμενη επίσκεψη του προέδρου Ερντογάν στην Αθήνα αποδεικνύεται εν τέλει μια fast track διαδικασία. Ποιο πιστεύετε εσείς πως θα είναι το «αποτύπωμά» της; Αλλοιώνει την ουσία της η επίσπευση των διαδικασιών; Αποδεικνύει οτιδήποτε άλλο για τους κυβερνητικούς χειρισμούς;

Ο χρόνος και φυσικά το αντικείμενο (η ατζέντα) των συνομιλιών σε τέτοιες συναντήσεις κορυφής – αλλά και σε κάθε διαπραγμάτευση – είναι κρίσιμες παράμετροι. Πιστεύουμε στους ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους γείτονές μας και ασφαλώς με την Τουρκία. Επιδιώκουμε την επίλυση των συγκεκριμένων νομικών διαφορών μας βάσει του διεθνούς δικαίου. Και ασφαλώς απευχόμαστε την όξυνση των σχέσεων μας.

Ωστόσο έχουμε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο, τον τόνο και ενδεχομένως το περιεχόμενο (ακόμη δεν το ξέρουμε) των σχετικών συνομιλιών, αρχής γενομένης απ’ την – τουλάχιστον – προβληματική διατύπωση του Έλληνα Πρωθυπουργού προ μηνών περί σχετικότητας της εθνικής μας κυριαρχίας και άλλα παρόμοια. Μας προβληματίζουν πληροφορίες περί αποδυνάμωσης της άμυνας των νησιών μας, καθώς και μία αίσθηση εφησυχασμού και κατευνασμού που αιωρείται και βαφτίζεται «εξομάλυνση». Η Τουρκία δεν έπαψε ούτε στιγμή να κραδαίνει τις αναθεωρητικές, εχθρικές της διεκδικήσεις.

«Ναι στους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, αποδυναμώνει τις θέσεις μας η διολίσθηση των σχέσεων μας σε αμιγώς διμερές ζήτημα»

Διαβάζοντας την έκθεση της ΕΕ για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, διαπιστώνεται μια τάση επαναπροσέγγισης μεταξύ Ευρώπης – Τουρκίας. Είναι πρόσφορο το έδαφος για επιβολή των πάγιων ελληνικών θέσεων που αφορούν κυρίως το κυπριακό, την ΑΟΖ στο Αιγαίο και το μεταναστευτικό;

Το 2019 η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε πετύχει το ζήτημα των τουρκικών απειλών να αποτελεί ευρωπαϊκό ζήτημα. Συζητήθηκαν κυρώσεις κατά της Τουρκίας και η Ευρώπη εμφανίστηκε απολύτως αλληλέγγυα προς την Ελλάδα, όχι θεωρητικά σε επίπεδο δηλώσεων κλπ., αλλά θεσμικά και πρακτικά.

Στη συνέχεια φοβάμαι ότι οι τουρκικές απειλές άρχισαν να διολισθαίνουν και να αντιμετωπίζονται ως διμερές ζήτημα Ελλάδας – Τουρκίας και όχι ως ευρω-τουρκικό πρόβλημα, σε μια λογική «βρείτε τα».

Αυτό διεφάνη και στην αμερικανική στάση. Κι αυτό οδήγησε στις ευθείες και απροσχημάτιστες απειλές κατά της εδαφικής μας κυριαρχίας («θα έρθουμε βράδυ»), τις πρωτοφανείς περατζάδες του τουρκικού Oruc Reis μέχρι το Σούνιο, τη μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς σε Τζαμί εκατό χρόνια μετά την ανακήρυξή της σε μουσείο απ’ τον Μουσταφά Κεμάλ χωρίς να ανοίξει μύτη.

Επαναλαμβάνω: Ναι στους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, ναι στην επίλυση των νομικών θεμάτων ΑΟΖ/υφαλοκρυπίδας βάσει του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου. Ωστόσο, οποιαδήποτε περαιτέρω διολίσθηση των σχέσεων μας με την Τουρκία σε αμιγώς διμερές ζήτημα αποδυναμώνει τις θέσεις μας.

Είναι ευρω-τουρκικά τα ζητήματα και έτσι πρέπει να τα θέτουμε και να τα αντιμετωπίζουμε, είτε πρόκειται για τις απειλές της εδαφικής μας κυριαρχίας, είτε για το μεταναστευτικό.

Το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σημασία των Ευρωεκλογών

Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται ότι θα ωφελήσει και προς ποια κατεύθυνση; Δέκα χρόνια είναι πολλά ή λίγα από την προηγούμενη διεύρυνση; Εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος θα υπερβεί τα 250 δισ. Πόσο μεγάλο στοίχημα είναι η είσοδος των χωρών των δυτικών Βαλκανίων και της Ουκρανίας;

Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί τροποποίηση της υφιστάμενης Συνθήκης και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με ομόφωνη απόφαση των Κρατών Μελών. Ελάχιστα πράγματα πλέον στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίζονται με ομοφωνία. Η (ομόφωνη εν προκειμένω) αναθεώρηση-τροποποίηση της Συνθήκης θα ήταν μία κομβικής σημασίας εξέλιξη στην Ευρώπη.

Η Ελλάδα πρέπει να είναι υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης – και εδώ εννοώ πρωτίστως την εμβάθυνση των σχέσεων, την αλληλεγγύη και την μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων μεταξύ των κρατών μελών.

Στα ζητήματα της διεύρυνσης πρέπει να επιμένουμε αυστηρά και χωρίς εκπτώσεις στη ρήτρα «αιρεσιμότητας», στην προϋπόθεση δηλαδή του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της καλής γειτονίας. Περισσότερο από οικονομικό, το ζήτημα της διεύρυνσης είναι πολιτικό και οντολογικό.

Οδεύοντας πλέον προς τις Ευρωεκλογές, εσείς προσωπικά πώς θα εμπλακείτε στη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ; Υπάρχει περίπτωση να σας δούμε υποψήφιο ευρωβουλευτή; Θα ήταν μια πρόταση που θα συζητούσατε;

Κύριε Ζωιτέ, θα με βρείτε στην πρώτη γραμμή, όπως πάντα, όπως και στο παρελθόν, όπως και τώρα, για όλα τα θέματα που μπορώ να προσφέρω με την ακαδημαϊκή μου γνώση, την επαγγελματική μου εμπειρία και τις ιδέες μου. Υπηρετώ τα ζητήματα του ευρωπαϊκού δικαίου και των ευρωπαϊκών πολιτικών πάνω από 25 χρόνια ως πανεπιστημιακός και ως δικηγόρος στις Βρυξέλλες και την Αθήνα.

Είναι όμως νωρίς να μιλάμε για υποψηφιότητες. Υπάρχουν διαδικασίες γι’ αυτά τα πράγματα. Να ‘στε σίγουρος ότι θα έχουμε ένα δυνατό και υψηλού επιπέδου ψηφοδέλτιο αντάξιο των προσδοκιών της κοινωνίας και αντίστοιχο των μεγάλων προκλήσεων μπροστά μας.

«Η ψήφος για Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντανακλά στην κοινωνία, όχι στα φαινόμενα ευρωβουλευτών που προσβάλλουν τη χώρα»

Ποιο, κατά τη γνώμη σας, θα πρέπει να είναι το προφίλ των υποψηφίων που, θα περιλαμβάνονται σ’ ένα ποιοτικό και «σύγχρονο» ψηφοδέλτιο που θα εκπροσωπεί επάξια την Ελλάδα απέναντι στις ακροδεξιές τάσεις που αναπτύσσονται διαρκώς εντός του Ευρωκοινοβουλίου;

Οι επόμενες ευρωεκλογές αποτελούν ορόσημο. Το αποτέλεσμα θα είναι κρίσιμο πρωτίστως για την κοινωνία και τη χώρα μας. Αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Οι διεθνοπολιτικές προκλήσεις είναι πολλές και τα προβλήματα του κόσμου ακόμη περισσότερα.

Η άνοδος της ακροδεξιάς ξυπνά εφιαλτικές μνήμες. Η ακρίβεια, η κλιματική κρίση, το μεταναστευτικό, το δημογραφικό είναι προβλήματα που απαιτούν στιβαρή και σοβαρή εκπροσώπηση.

Οι ευρωβουλευτές που θα επιλέξει ο ελληνικός λαός να τον εκπροσωπούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα είναι οι νομοθέτες της επόμενης μέρας στην Ευρώπη. Πρέπει να έχουν γνώσεις, φρέσκιες ιδέες, επαφή με την πραγματικότητα και τις κοινωνικές διεργασίες, αλλά και την απαραίτητη κατάρτιση, να εμπνέουν σεβασμό και να μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της νομοθετικής διαδικασίας.

Ακόμη και βουλευτές από μια μικρότερη πληθυσμιακά χώρα μπορούν να αναδειχθούν σε ύπατα αξιώματα εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κι από εκεί να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο για την κοινωνία, τη χώρα κι ολόκληρη την Ευρώπη.

Έχουμε εξαιρετικά παραδείγματα Ελλήνων ευρωβουλευτών που έπαιξαν τεράστιο ρόλο και κέρδισαν τον σεβασμό των συναδέλφων τους και μπόρεσαν από τη θέση τους να βοηθήσουν και τη χώρα τους και την κοινωνία που τους εμπιστεύθηκε.

Δυστυχώς, όμως, είχαμε και πολλά φαινόμενα ευρωβουλευτών που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, μας πλήγωσαν και πρόσεβαλαν και τη χώρα τους και την κοινωνία που τους εξέλεξε. Τέτοια φαινόμενα δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε να ξανασυμβούν.

Εν τέλει, η ψήφος μας και ανάλογα η τιμή ή η απαξία στο πρόσωπο των ανθρώπων που στέλνουμε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αντανακλά στην κοινωνία και σε καθέναν και καθεμιά από εμάς.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ