Σημειώσεις ἀπό τόν κόσμο τῶν Ἀρχαίων

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ἀπὸ τὰ γυμνασιακά μας χρόνια θυμόμαστε πάντα πόση ἐντύπωση μᾶς ἔκανε στὴ μελέτη τοῦ ὁμηρικοῦ κειμένου ἡ παρατήρηση πὼς σχεδὸν κάθε φορὰ ποὺ ἀναφερόταν ἕνας θεός, ἕνας ἥρωας, ἕνα ζῶο ἢ κι ἕνα πρᾶγμα ἀκόμα, τὸ ὄνομά του συνοδευόταν σταθερὰ ἀπὸ κάποιο ἐπίθετο, ποὺ φαινομενικὰ δὲν πρόσθετε τίποτα οὐσιαστικὸ στὴ διήγηση.

Οἱ δάσκαλοί μας ὀνόμαζαν τὰ ἐπίθετα αὐτὰ «κοσμητικά», καὶ ἡ συνηθισμένη ἐξήγηση ποὺ μᾶς ἔδιναν γιὰ τὴν παρουσία τους στὸν Ὅμηρο ἦταν ὅτι πραγματικὰ χρησίμευαν γιὰ νὰ στολίσουν τὸν λόγο. Ἂν ἔλειπαν, τὸ νόημα δὲν θ’ ἄλλαζε βέβαια, μόνο ποὺ ἡ ὁμηρικὴ φράση θὰ ἦταν λιγότερο διακοσμημένη.

Ὁ ὅρος «κοσμητικὸ» ἐπίθετο καὶ ἡ σχετικὴ ἐξήγηση ποὺ δίνεται στέκουν στὴν ἐπιφάνεια μόνο τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης, δὲν προχωροῦν στὸ βάθος της.

Ἕνας ποιητὴς ποὺ γυρεύει νὰ στολίση ἐξωτερικὰ τὴ φράση του, προσθέτοντας «ὡραῖα» ἐπίθετα, θὰ ἦταν ἀνάξιος νὰ λέγεται ποιητής. Στὴν ποίηση μορφὴ καὶ νόημα δὲν εἶναι πραγματικὰ τόσο ξεχωρισμένα, ὥστε νὰ συλλάβης πρῶτα τὸ νόημα κι ὕστερα νὰ γυρέψης νὰ τὸ ντύσης μὲ φανταχτερὰ στολίδια.

Ἡ ἐπιθυμία τοῦ ποιητῆ νὰ συνοδέψη τὸ πρόσωπο καὶ τὸ πρᾶγμα μ’ ἕνα ἐπίθετο – Ζεὺς ἀργικέραυνος ἀστραποκέραυνος, Ἀχαιοὶ χαλκοκνήμιδες, βόες εὐρυμέτωποι, νῆες κυανόπρωροι, καράβια γαλανόπρωρα πρέπει, τὸ δίχως ἄλλο, νὰ πηγάζη ἀπὸ μιὰ βαθύτερη ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του.

Ὁ Δίας ἦταν:

τερπικέραυνος= κεραυνόχαρος, ὑψιβρεμέτης= ἀψηλοβρόντης, κελαινεφὴς= μαυροσύννεφος, κι ὅταν δὲν ἔρριχνε ἀστροπελέκια, κι ὅταν δὲν σκέπαζε τὸν οὐρανὸ μὲ σύννεφα.

Ἡ Ἀφροδίτη λεγόταν:

φιλομμειδὴς= ἀχνογελόχαρη, ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ πληγωνόταν καὶ φυσικὰ δὲν εἶχε καμμιὰ ὄρεξη γιὰ γέλια.

Ὁ Ἀχιλλέας ἦταν ὅλη τὴν ὥρα:

ποδαρκής, ποδώκης= φτεροπόδαρος, καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔτρεχε ἢ ἀμύμων= ἄψεγος, θεῖος, πελώριος, θεοείκελος= θεόμορφος.

Ὁ Ὀδυσσέας:

ἀμύμων= ἄψεγος, πολύτλας= πολυβασανισμένος , πτολίπορθος= καστρομαχητής, κι ἂς μὴν εἶχε ἀκόμα ρημάξει τὸ κάστρο τῆς Τροίας, οὔτε ἀκόμα τυραννιστεῖ στὰ πέλαγα.

Οἱ Τρῶες χαρακτηρίζονται:

μεγάθυμοι= ἀντρειωμένοι, κι ὅταν τὸ βάζουν στὰ πόδια, ἱππόδαμοι= αὐτοὶ ποὺ δαμάζουν ἵππους, ἀγέρωχοι, χαλκοχίτωνες= αὐτοὶ ποὺ φορᾶνε χάλκινους θώρακες.

Οἱ Ἀχαιοὶ χαρακτηρίζονται:

χαλκοχίτωνες = αὐτοὶ ποὺ φορᾶνε χάλκινους θώρακες, φιλοπτόλεμοι= πολεμόχαροι, κάρη κομόωντες= μακρυμάλληδες.

Ἡ Ἥρα:

λευκώλενος = λευκοχέρα , χρυσοπέδιλος= ποὺ φοράει χρυσὰ πέδιλα.

Ἡ Ἀθηνᾶ:

γλαυκώπις= γαλανομάτα η ὔκομος= ὀμορφομαλλοῦσα.

Ἡ Ἀφροδίτη:

ἐστέφανος= αὐτὴ ποὺ φοράει ὡραῖο στολίδι, φιλομμειδὴς= ἁγνογελόχαρη.

Ἡ Βρησηὶς:

καλλιπάρηος= ροδομάγουλη.

Ἡ Δανάη:

καλλίσφυρος= ποὺ ἔχει ὡραίους ἀστραγάλους

Οἱ Τρωάδες:

ἑλκεσίπεπλοι = ποὺ ἔχουν μακρόσυρτα πέπλα.

Ὁ Μενέλαος εἶναι στὴν βοὴν ἀγαθός.

Ὁ Ὅμηρος μᾶς ἔδειξε μία ἱκανότητα τῆς γλώσσας μας, ποὺ δὲν βρίσκεται σὲ ὅλους τοὺς λαούς. Οἱ Ἕλληνες μπορεῖ νὰ εἶναι ὑπερήφανοι γιὰ τὴ γλῶσσα τους, εἴτε στὰ χρόνια του Ὁμήρου ἔζησαν εἴτε στὰ σημερινά.

Ἐπιμέλεια: Γεωργίου Καλυβάτση
φιλολόγου

[enromiosini.gr]

ΔΗΜΟΦΙΛΗ