O Οδυσσέας Παππος έφυγε από τη ζωή. Είναι δύσκολο να το πιστέψεις: ένα παλικαράκι 31 ετών, η χαρά της ζωής, πάντα με το χαμόγελο, πάντα με θετική διάθεση.
Τρία γραφεία πιο εκεί στην “Κ”, συνάδελφος στο διεθνές, να τρώμε σουβλάκια στις βάρδιες και να γελάμε, να μιλάμε για μουσική, να μου λέει πού βγαίνει για να κλέψω λίγο από τον κόσμο του, απλές καθημερινές καταστάσεις που χτίζουν τις σχέσεις.
Πόσο άδικο όμως.
Δεν έχω λόγια.
«Ξεν, δεν το χω σήμερα. Θα χρειαστώ ένα ρεμότε». Αυτό θα μου έγραφες κανονικά σήμερα και το ρεμοτε θα σήμαινε Παγκράτι, όχι αληθινά ρεμοτε.
«Τι να πεις για ένα αγόρι 31 ετών που πέθανε; Ότι αγαπούσε τον Μαρτιν Παρ, τη Σάμο, τον Καζαντζίδη και τους Μπιτλς;». Θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας μελό ταινίας αλλά στην αληθινή ζωή αρκεί το πρώτο μέρος της ερώτησης-είναι από μόνο του σπαρακτικό.
Ο χρόνος που δεν έζησες, τα μέρη που δεν ταξίδεψες, οι έρωτες που δεν γνώρισες. Τόση αδικία μαζεμένη δεν τη χωράει το μυαλό.
«Είναι πάουερ ο Οντι» είπε στην αρχή η Τζο. «Δεν το πιστεύω» είπε μετά η άλλη Τζο. «Του φέρνω σοκολάτες» η Σοφία. Ο Μιχάλης στο νοσοκομείο, ο Πάνος κι ο Κωνσταντινος κοιτούν τώρα το άδειο γραφείο. Όλοι τους κοντά στην ηλικία σου, προσπαθούν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι ο θάνατος στα 31 δεν είναι αδιανόητος.
Είχες ένα ανεπιτήδευτο τρόπο να τους κερδίζεις, ένα χαμηλόφωνο χιούμορ, αναπάντεχο. Πάντα άκουγες μουσική όταν σου μιλούσα. Έβγαζες το ακουστικό κι έπρεπε να επαναλάβω αυτό που έλεγα. Είχες το δικό σου ρυθμό, μια ακατανόητη βραδύτητα. Λες κι είχες πάντα άπλετο χρόνο, ενώ δεν είχες.
Εκτοξευόσουν όμως ξαφνικά από τη θέση σου κι έβγαζες φωτογραφία τα φαντασμαγορικά ηλιοβασιλέματα του Φαληρου. Ρομαντικός και κυνικός ταυτόχρονα, συχνά όταν μιλούσαμε ένιωθα ένα συγγενικό δεσμό.
Τα βιβλία του Χρήστου, οι ταινίες της Ευας, κοινοί φίλοι, κοινές αναφορές, κλαίγαμε μια βδομάδα για τον Σαββοπουλο κι ανταλλάσσαμε best of τον περασμένο Οκτώβριο. Ίδια ηλικία μας έβγαλε το Spotify: 78, νομίζω-μακάρι να έφτανες τόσο.
Η τελευταία φράση που μου είπες στο νοσοκομείο ήταν «Σ αγαπώ, να ξέρεις». Κι ήταν σαν αποχαιρετισμός. Αιφνιδιάστηκα και δεν απάντησα ή μήπως απάντησα και δεν άκουσες;
Εχω πάθει φυσικα αυτό: τύψεις για όσα δεν είπαμε, για όσα δεν κάναμε, που δεν ήμουν πιο τρυφερή, που στα ινμποξ μας ήμουν τόσο matter-of-factly αρχισυντάκτρια.
Δεν θα ξανασυναντηθούμε στον ηλεκτρικό ή το 040, να βρίζουμε τη μπίχλα. Δεν θα κάνουμε το πρότζεκτ που είχαμε πει να φωτογραφίσουμε «σπιτια-χαρτοκουτες» αστέγων, συζητώντας αν είναι ηθικό αυτό που κάνουμε ή μήπως ταξική πορνογραφια. Δεν θα με κοροϊδευεις για το καπέλο μου (Have you been to Samos?) ούτε θα μου μάθεις τα καλύτερα φαγάδικα της Αθήνας. Δεν θα σου αφήσω το μήλο που δεν έφαγα.
Σου χρωστάω ένα βιβλίο του Βέρνερ Χέρτσογκ που μου είχες δανείσει, ένα ταξίδι στο Ιράκ που δεν πρόλαβες να πας και την υπόσχεση ότι θα δω τις ταινίες του Μπελα Ταρ.
ΥΓ. Το τραγούδι του Σαββοπουλου είναι το τελευταίο που μου έστειλες, παρόλο που συμφωνήσαμε ότι είναι μάπα το «Ξενοδοχείο». «Είναι πρωτοχρονιάτικο», μου έγραψες κι ήθελες να το μοιραστείς με «ευήκοα ώτα». Το ακούν τώρα τα αυτιά μου και κλαίνε. «Αυτά είχα να σου πω» λέει ο τελευταίος στίχος.
