Διαβάζοντας την «επιστροφή» του κ. Πρωθυπουργού και την πρώτη ανασκόπηση για το 2026 πέρα από τις ευχές για τη νέα χρονιά έχω να επισημάνω τα εξής:
Οι φορολογικές πολιτικές δεν αξιολογούνται από το πλήθος των παρεμβάσεων, αλλά από το συνολικό έμπρακτο κοινωνικό τους αποτύπωμα. Όταν οι έμμεσοι φόροι και ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά παραμένουν υψηλοί, το φορολογικό βάρος παραμένει αντίστροφα προοδευτικό, πλήττοντας δυσανάλογα τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα, ανεξαρτήτως του αριθμού των επιμέρους μειώσεων που ανακοινώνονται.
Από το 2021-2024 οι φόροι έχουν αυξηθεί κατα 30% (14δις) και ο ΦΠΑ κατα 40% (7δις) με τις δαπάνες να αυξάνονται μόλις κατα 3,6δις.
Ας κοιτάξουμε όμως συγκριτικά με τον πλούτο που παράγει η χώρα. Πόσοι είναι οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι μαζί, ως ποσοστό του ΑΕΠ;
2021: 26,54% του ΑΕΠ (53,635 δις με ΑΕΠ 181,68 δις)
2025: ~28% του ΑΕΠ (74,57 δις με ΑΕΠ 247,54δις)
Με άλλα λόγια, αντί η ανάπτυξη να πηγαίνει στις τσέπες των πολιτών (και σε κατανάλωση ή επενδύσεις) πάει περισσότερο στη φορολογία. Έχουμε δηλαδή ΑΥΞΗΣΗ της συνολικής φορολογίας και όχι μειώσεις όπως αναφέρει ο Κ. Μητσοτάκης.
1,5% του ΑΕΠ έξτρα επιβάρυνση δηλαδή στον Έλληνα φορολογούμενο μέσα σε 5 χρόνια. Και μάλιστα σε μια περίοδο με τεράστια ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης.
Πέρα αυτούς τους αμείλικτους αριθμούς, οι αυξήσεις στα εισοδήματα που επικαλείται ο Κ. Μητσοτάκης είναι κατά βάση ονομαστικές και όχι πραγματικές, καθώς ο πληθωρισμός υπερβαίνει τις φορολογικές ελαφρύνσεις και διαβρώνει την πραγματική αγοραστική δύναμη — γνωστό ως «fiscal illusion» (δημοσιονομική ψευδαίσθηση).
Παράλληλα, τα μέτρα στήριξης δεν χρηματοδοτούνται από διαρθρωτική αύξηση της παραγωγικής βάσης ή από διεύρυνση του δυνητικού ΑΕΠ, αλλά από προσωρινά υπερέσοδα που προκύπτουν από τον πληθωρισμό και την αυξημένη είσπραξη έμμεσων φόρων. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος δημοσιονομικής ανακύκλωσης: πληθωρισμός → υπερέσοδα → μεταβιβαστικές παροχές → νέα πληθωριστική πίεση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που αποζημιώνει αντί να απελευθερώνει: ένα κράτος που δεν διορθώνει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και την ισχύ των ολιγοπωλίων, αλλά απλώς αναδιανέμει μέρος των απωλειών που αυτές προκαλούν. Οι τιμές παραμένουν υψηλές, τα περιθώρια κέρδους προστατεύονται και ο λογαριασμός μεταφέρεται στην κοινωνία.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες διαφορές μας.
Η Νέα Δημοκρατία επιλέγει να συντηρεί ένα σύστημα που καθιστά τους λίγους ισχυρότερους και τους πολλούς εξαρτημένους από επιδόματα. Δηλαδή έχει συνδυάσει χειρότερες πρακτικές από supply-side economics, crony capitalism, κρατισμό και επιδοματική πολιτική.
Εμείς προτείνουμε ένα εναλλακτικό σχέδιο σύγχρονης και αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής:
1. Βαθιά κοινωνικό κράτος αλλά με την ελάχιστη γραφειοκρατία και τη μέγιστη αποδοτικότητα
2. Φιλελεύθερο επιχειρηματικό περιβάλλον με χαμηλή φορολογία και παράλληλη πάταξη των ολιγοπωλίων
3. Αναδιανομή πλούτου εκεί που έχει συσσωρευτεί από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος (όπως στη μεγάλη ακίνητη περιουσία)
Εμείς επιλέγουμε να συγκρουστούμε με την αισχροκέρδεια, να ρυθμίσουμε την αγορά υπέρ της κοινωνίας και να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική μεγέθυνση μεταφράζεται σε πραγματικό εισόδημα, ασφάλεια και δικαιοσύνη για όλους.
Απέτυχε η Κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη.
Απέτυχε να προστατεύσει το εισόδημα των πολιτών, να ελέγξει την ακρίβεια και να αποδείξει ότι η ανάπτυξη μπορεί να αφορά τους πολλούς και όχι τους λίγους. Και αυτή η αποτυχία δεν είναι συγκυριακή• είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών της και ήδη κρίνεται από την κοινωνία.
