Με άρθρο του στο Himara.gr ο πρώην Πρόεδρος της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» Β. Παπαχρήστος, αναφέρεται στην ιστορία της Βορειοηπειρωτικής οργάνωσης,
με αφορμή την συμπλήρωση 35 ετών από την ίδρυσή της.
Ο Β. Παπαχρήστος, είναι εκπαιδευτικός, λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός, γεννημένος το 1943 στους Αγίους Σαράντα της Βορείου Ηπείρου. Προερχόμενος από οικογένεια που διώχθηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς, σπούδασε φιλολογία, βιολογία και χημεία, ενώ εργάστηκε για χρόνια ως εκπαιδευτικός στη μειονότητα. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, ήταν ιδρυτικό μέλος της «Ομόνοιας», διατελώντας πρόεδρος και γενικός γραμματέας. Το 1994 καταδικάστηκε, μαζί με άλλα στελέχη της οργάνωσης, από την αλβανική δικαιοσύνη για προδοσία, σε μια αμφιλεγόμενη δίκη.
Ολόκληρο το άρθρο του για την ΟΜΟΝΟΙΑ:
Εφέτος η πολιτικο-κοινωνική οργάνωση «ΟΜΟΝΟΙΑ» της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας κλείνει 35 χρόνια. 35 χρόνια αγώνα για την κατοχύρωση και διασφάλιση των Δικαιωμάτων και Ελευθεριών της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, προσπαθειών για τη διαφύλαξη και καλλιέργεια της εθνικής μας ταυτότητας, ανοδικής πορείας, συσπείρωσης όλων των Ελλήνων στους κόλπους της, αναγνώρισης εντός κι εκτός της χώρας, συνεργασίας βάσει των αρχών της ισοτιμίας, ισονομίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στις 11 Ιανουαρίου 1991 στη Δερβιτσιάνη Δρόπολης, μια ομάδα αποφασισμένων και θαρραλέων διανοουμένων, γέννημα και θρέμμα αυτού του τόπου, έκαναν το ιστορικό βήμα. Ίδρυσαν τη δική τους οργάνωση, την οργάνωση της Ε.Ε.Μ., κάνοντας πραγματικότητα έναν πόθο συγκεντρωμένο μέσα στις καρδιές όλων των Ελλήνων, όλων εκείνων που θυσιάστηκαν, που φυλακίστηκαν κι εξορίστηκαν, που εκτελέστηκαν και χάθηκαν χωρίς ίχνος, χωρίς τάφο, χωρίς όνομα.
Στις 22 Φεβρουαρίου ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Αλβανίας παραδίδει την απόφαση της ίδρυσης
Ο αντίλαλος της ίδρυσης εξαπλώθηκε σαν το πασχαλιάτικο άρωμα στον βορειοηπειρωτικό χώρο, σαν κεραυνός στους εθνικιστικούς κύκλους. Για πρώτη φορά οι Βορειοηπειρώτες κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μέσα τους ξύπνησαν τα μαθήματα των προγόνων τους, η αγάπη για τους τυραννισμένους συμπατριώτες τους, η επιθυμία για ένα καλύτερο αύριο. Έδωσαν το χέρι ο ένας στον άλλον, συσπειρώθηκαν και βροντοφώναξαν για τη δική τους οργάνωση, τη δική τους φωνή, το δικό τους όραμα και σύμβολο.
Στις 24 Φεβρουαρίου, με την παρουσία αντιπροσώπων σχεδόν απ’ όλα τα χωριά της Δρόπολης, στη Δερβιτσιάνη έγινε ο μεγαλύτερος πανηγυρισμός. Τέσσερις μέρες αργότερα στους Γεωργουτσάτες πραγματοποιείται το πρώτο ειρηνικό συλλαλητήριο. Η χαρά είναι απερίγραπτη. Η λαοθάλασσα είχε γεμίσει όλη την πλατεία. Από τους δρόμους και τα σπίτια ο κόσμος χαρούμενος και περίεργος παρακολουθούσε το τι θα γίνει. Τα μεγάφωνα ηχούσαν ελληνικά, πράγμα πρωτοφανές και θαρραλέο.
Η ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ήταν μια αναγκαιότητα. Αυτή αναπτέρωσε τις ελπίδες των πολυβασανισμένων και καταπιεσμένων, από το δικτατορικό καθεστώς, Βορειοηπειρωτών, για ένα καλύτερο μέλλον που θα εκπλήρωνε και θα δικαίωνε τους πόθους των παππούδων και προπαππούδων τους.
«Η “ΟΜΟΝΟΙΑ” ιδρύεται να εκπληρώσει ένα ιερό ιδανικό, να δυναμώσει το εθνικό και δημοκρατικό φρόνημα, να υπερασπίσει με δημοκρατικά μέσα την εθνική ταυτότητα και τα δικαιώματα των Ελλήνων της Μειονότητας, όπου κι αν βρίσκονται, τα οποία προβλέπονται στο νέο αλβανικό Σύνταγμα και στα βασικά διεθνή ντοκουμέντα για τις εθνικές μειονότητες…», αναφέρεται στην πρώτη έκκληση της Ομάδας Πρωτοβουλίας για την ίδρυση της Ομόνοιας.
«Να είμαστε πραγματικά ένα γνήσιο ελληνικό κομμάτι στον τόπο των προγόνων μας, με πλήρη επικοινωνία με το έθνος μας, κρίκος φιλίας μεταξύ του Ελληνικού και Αλβανικού λαού στα πλαίσια της διαβαλκανικής και Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Να είμαστε ελεύθεροι στην έκφραση και ανάπτυξη της ταυτότητάς μας, της θρησκείας μας, της γλώσσας μας. Ελεύθεροι να χαιρόμαστε τα δικαιώματά μας, να ανεβάσουμε την ευημερία μας, ώστε η λέξη αυτή να πάρει την πραγματική της σημασία και όχι απλά να την προφέρουμε» αναφέρεται και στο πρώτο επίσημο Ανακοινωθέν.
Μ’ αυτές τις εκκλήσεις, με αυτά τα ανακοινωθέντα, η «ΟΜΟΝΟΙΑ» με ταχείς ρυθμούς εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την Αλβανία
και μπόρεσε να συσπειρώσει γύρω της όλους τους Έλληνες, να αναζωπυρώσει μέσα τους το εθνικό τους φρόνημα.
Την 31η Μαρτίου 1991 με προεδρικό διάταγμα αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές για την 12η Νομοθετική Σύνοδο της Λαϊκής Βουλής. Παρά την αναγνώριση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ως μια πολιτικο-κοινωνική οργάνωση, που βάσει του νόμου είχε το δικαίωμα να κατεβάζει δικούς της υποψηφίους στις Κοινοβουλευτικές εκλογές, ως εκλογικό υποκείμενο, εσκεμμένα οι αλβανικές Αρχές – ξεκινώντας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας – που κουβαλούσαν την νοοτροπία του χθες, αλλά και πιο πολύ την εθνικιστική τους αντίληψη για την «Ομόνοια» και την Ε.Ε. Μειονότητα γενικά, πρόβαλλαν εμπόδια και μέχρι πιέσεις ώστε η «Ομόνοια» να μην αναγνωριστεί ως εκλογικό υποκείμενο, άρα να μην αντιπροσωπεύεται στην αλβανική Βουλή με τους δικούς της βουλευτές.
«…Στο τέλος της σύσκεψης ο Πρόεδρος Αλία μου είπε ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η απαίτηση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ να κατεβάσει στις βουλευτικές εκλογές δικούς της υποψηφίους. Δεν είναι καθόλου απίθανο, πρόσθεσε αυτός, να ζητήσει αύριο η «ΟΜΟΝΟΙΑ» να αναρτήσει και την ελληνική σημαία» γράφει ο Μενέλαος Β. Δαλιάνης, τότε μέλος του Συμβουλίου Προεδρίας, στο βιβλίο του «Οι μέρες της μεγάλης ανατροπής» για το γεγονός αυτό.
Η αντιπροσωπία της Ομόνοιας ζήτησε, εκτός από τους υποψήφιους βουλευτές στις επαρχίες της Ε.Ε. Μειονότητας, να κατεβάσει υποψηφίους και στις πόλεις του Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα. Ο Ρ. Μεϊντάνι, Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής, ανακοίνωσε ότι οι υποψήφιοι βουλευτές της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στις περιοχές της Ε.Ε. Μειονότητας εγκρίνονται. Η απαίτηση για να κατεβάσει υποψηφίους βουλευτές στις πόλεις Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα απερρίφθη.
Αποτέλεσμα της συσπείρωσης όλων, της ενότητας με την «ΟΜΟΝΟΙΑ» πυξίδα, παρά τα πολλά εμπόδια, εδραιώθηκαν οι πρώτες νίκες. Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές, που έγιναν την 31η Μαρτίου 1991, η Ε. Ε. Μ. ανάδειξε πέντε βουλευτές, όταν ο ίδιος ο Ραμίζ Αλία έχασε στην παραδοσιακή εκλογική περιφέρεια, όπου είχε ιδρυθεί το ΚΚ Αλβανίας και όπου η νίκη του εθεωρείτο δεδομένη.
Αυτή η εκπροσώπηση και αυτή η δράση της Ομόνοιας, φόβισε κάποιους και τον Ιανουάριο 1992 ψηφίζεται ο εκλογικός νόμος ο οποίος δεν επιτρέπει την Ομόνοια ως εκλογικό υποκείμενο στις δεύτερες πλουραλιστικές εκλογές, της 22ας Μαρτίου 1992, αφαιρώντας έτσι το δικαίωμα της ΕΕΜ ν’ αντιπροσωπευτεί στην αλβανική βουλή.
Παρά τη διεθνή πίεση δεν επετράπη η αλλαγή του εκλογικού νόμου, ο οποίος απέκλεισε την «ΟΜΟΝΟΙΑ» ως εκλογικό υποκείμενο και που στερούσε τη δυνατότητα να μετατραπεί σε κόμμα διότι δεν δικαιούνταν να ιδρυθούν κόμματα σε εθνικές και θρησκευτικές βάσεις.
Στις 8 Φεβρουαρίου κατατέθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Αλβανίας, ύστερα από μεγάλες προσπάθειες, αίτηση για την έγκριση πολιτικού κόμματος με την ονομασία «Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» (ΚΕΑΔ), το οποίο θα στοχεύει να συμβάλλει στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος και να διασφαλίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες για όλους τους Αλβανούς πολίτες, όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης του Διεθνούς Δικαίου.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο στις 24 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενέκρινε το κόμμα ΚΕΑΔ που στήριξαν η Ομόνοια, ο ελληνικός πληθυσμός σε όλη την Αλβανία και οι Βλάχοι και αναδείξαμε 2 βουλευτές. Ενώ στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης της ίδιας χρονιάς 3 νομάρχες, δύο δημάρχους, εννιά επάρχους και πάρα πολλούς νομαρχιακούς, δημοτικούς και επαρχιακούς συμβούλους.
Τα υπομνήματα, οι δηλώσεις, οι διαμαρτυρίες, σε τακτά χρονικά διαστήματα, εντός κι εκτός χώρας, έδειχναν τον παλμό της Ομόνοιας. Έδειχναν την σοβαρότητα, την διορατικότητα, την αγωνιστικότητα. Αποκορύφωμα αυτών το Ψήφισμα του 1993, με 12 αιτήματα για το οποίο έγιναν συναντήσεις με όλα τα αλβανικά κόμματα, την αλβανική ηγεσία και στάλθηκε σε όλους τους φορείς.
Σ’ αυτά τα χρόνια της ύπαρξής της η «ΟΜΟΝΟΙΑ» δεν έπαψε να αγωνίζεται για την εκπλήρωση των στόχων του προγράμματός της. Μπορεί αυτός ο αγώνας να ήταν πότε πιο έντονος, πότε πιο ήπιος, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε, διότι «ΟΜΟΝΟΙΑ» ίσον αγώνας για τα εθνικά μας δίκαια.
Ας θυμηθούμε: Τα τεράστια συλλαλητήρια της 13ης Οκτωβρίου 1991 και της 23ης Φεβρουαρίου 1992 στους Αγίους Σαράντα και της 10ης Αυγούστου 1992 στο Αργυρόκαστρο, για το άνοιγμα ελληνικών σχολείων στις πόλεις των Αγίων Σαράντα, Δελβίνου και Αργυροκάστρου και στα χωριά με μεικτό πληθυσμό: Εξαμίλια, Μετόχι, Μπίστρισσα και ΜΤΣ. Την αποχή μαθητών και δασκάλων από τα μαθήματα, σε όλα τα σχολεία της Ελληνικής Κοινότητάς μας, τα «άνομα» σχολεία που λειτουργούσαν στα γραφεία της Ομόνοιας των τριών νομών από εθελοντές δασκάλους, την βία των αστυνομικών κατά αυτών και τα πρόστιμαστους γονείς, οι οποίοι τ’ αντιμετώπιζαν με το κεφάλι ψηλά τονίζοντας: «Εμείς οι Έλληνες της πόλης των Αγ. Σαράντα, αποφασίσαμε ομόφωνα ώστε το μποϊκοτάρισμα των μαθημάτων να συνεχιστεί μέχρι που στην πόλη μας και στα χωριά με μεικτό πληθυσμό ν’ ανοίξουν ελληνικά σχολεία…», όπως κι απ’ αυτούς του Δελβίνου και του Αργυροκάστρου.
Ας θυμηθούμε το μέγιστο συλλαλητήριο του 1993 ως διαμαρτυρία για την απέλαση του Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Μαϊδώνη, που ήταν φυσικά κι ένα χτύπημα κατά της Ορθοδοξίας.
Τα υπομνήματα και οι διαμαρτυρίες ανάγκασαν το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον ΟΑΣΕ να επισκεφτεί το χώρο μας. Στις 23 Ιουλίου 1993 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκδωσε το Ψήφισμα για Πολιτιστική και Θρησκευτική Αυτονομία της Ελληνόφωνης Μειονότητας στην Αλβανία.
Στις 27 Αυγούστου 1993 οι Χιμαριώτες στέλνουν στον Ύπατο Αρμοστή του ΟΑΣΕ, κ. Βαν Ντε Στουλ, μια μακρά επιστολή με τα αιτήματά τους, όπου προείχε το αίτημα της εθνικότητας, αλλά οι εκάστοτε αλβανικές κυβερνήσεις είναι ανένδοτες, πράγμα που το είδαμε στην πορεία με την αναγνώριση της εθνικότητας των κατοίκων της, την μη έγκριση για την λειτουργία δημόσιου σχολείου στην ελληνική γλώσσα, την δολοφονία του Αριστοτέλη Γκούμα, τη φυλάκιση του εκλεγμένου Δημάρχου Φρέντη Μπελέρη.
Οι πιέσεις από εθνικιστικούς κύκλους διαμόρφωσαν ένα αντιομονοιακό, ανθελληνικό κλίμα στη χώρα. Προετοίμαζαν το έδαφος, διαμόρφωναν το περιβάλλον ώστε την «Ομόνοια» να την στραγγαλίσουν, να την αποστομώσουν, να την διαλύσουν.
Καταστρέφουν τα γραφεία της Ομόνοιας στους Αγίους Σαράντα και Αργυρόκαστρο, καίνε τα καταστήματα των Ελλήνων εμπόρων, για να δοθεί το μεγάλο χτύπημα, η μεγάλη βολή τον Απρίλιο Ι994. Μια βολή που είχε στο στόχαστρο την «ΟΜΟΝΟΙΑ», την Ε. Ε. Μ., την ίδια την Ελλάδα. Μια βολή που σήκωσε μέσα στη νύχτα απ’ το φαγητό και το κρεβάτι δεκάδες Έλληνες της Αλβανίας και τους οδήγησε στα κρατητήρια. Που έβαλε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δίκασε 5 ηγέτες της ΟΜΟΝΟΙΑΣ με την κατηγορία, όπως τόνισε ο αείμνηστος Θοδωρής Βεζιάνης την ημέρα της δίκης: «Σήμερα εμείς βρισκόμαστε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δικαζόμαστε όχι γιατί διαπράξαμε κάποιο έγκλημα, αλλά απλώς επειδή είμαστε Έλληνες».
Το 1997 η «ΟΜΟΝΟΙΑ» και ο Ελληνισμός ξαναδοκιμάστηκαν πάλι σκληρά, από την έξαλλη εξέγερση του Νότου. Όμως και σ’ αυτή τη στιγμή η «ΟΜΟΝΟΙΑ» έδειξε πολιτική ωριμότητα παίρνοντας από τις πρώτες ώρες υπεύθυνη και ξεκάθαρη θέση για την αποφυγή της κρίσης. Προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες μιας τέτοιας πρωτοφανούς αναρχίας, ν’ ανοίξει και δρόμο αναβαθμισμένης πολιτικής συμμετοχής.
Το 2000, βάσει των διαμαρτυριών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, γίνεται θρύψαλα η μάσκα της αλβανικής νοθείας και βίας, τοποθετείται στο τραπέζι των Ευρωβουλευτών ο φάκελος Χιμάρα. Καταπέλτης η Έκθεση των Διεθνών παρατηρητών, για πρώτη φορά το ΣΤΕΪΤ ΝΤΙΠΑΡΤΜΕΝΤ αναφέρεται στην έκθεσή του για την καταπάτηση των δικαιωμάτων της Ε. Ε. Μ. Το Συμβούλιο της Ευρώπης επισημαίνει: «Στη Χιμάρα που ζει ελληνόφωνη Μειονότητα, το τέλος της καμπάνιας σημαδεύτηκε από εθνικιστικές ρητορικές, έλαβαν χώρο σοβαρές παρατυπίες».
«Παρότι δεν υπάρχουν πρόσφατες επίσημες στατιστικές σχετικά με το μέγεθος των διαφόρων εθνικών κοινοτήτων η Ελληνική κοινότητα είναι αρτιότερα οργανωμένη και απολαμβάνει τη μεγαλύτερη προσοχή και στήριξη από το εξωτερικό…», τονίζεται στην ετήσια Έκθεση Αμερικανικού ΥΠΕΞ, για τις εθνικές και φυλετικές μειονότητες.
«Η οργάνωση «ΟΜΟΝΟΙΑ», αποτελεί τον μοναδικό φορέα έκφρασης του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Και σύστασή μου είναι να μείνετε ενωμένοι, όλοι σφιχτά με την «ΟΜΟΝΟΙΑ». Την «ΟΜΟΝΟΙΑ» και τα μάτια σας», η παρακαταθήκη του μακαριστού Σεβαστιανού. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια αποδυνάμωση της Ομόνοιας, μία ύφεση και μια υποβάθμιση.
Πάγιο αίτημά μας ήταν και πρέπει να είναι: Ν’ αναβαθμίσουμε αυτόν τον τόπο και να ξαναεπιστρέψουν οι δικοί μας άνθρωποι. Αυτό το απαιτεί ο καιρός, το απαιτεί ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός, το απαιτεί το εθνικό μας χρέος. Κι αυτό θα γίνει με μια νέα, ενιαία, ανατατική «ΟΜΟΝΟΙΑ».
