Σφοδρή ήταν η αντίδραση της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος μετά τη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη
στη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, όπου έγινε αναφορά στην «παρακαταθήκη του Κεμάλ». Η ΠΟΕ επέλεξε να μιλήσει χωρίς διπλωματικές στρογγυλοποιήσεις, ανεβάζοντας δημόσια ανάρτηση με τίτλο που δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνειών: «ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΟΡΓΗ. Δεν υπάρχουν άλλες λέξεις».
Η Ομοσπονδία συνδέει ευθέως τη συγκεκριμένη φράση με την ιστορική μνήμη της Γενοκτονίας και τη συλλογική εμπειρία του ξεριζωμού, κάνοντας λόγο για «γέφυρες “φιλίας” πάνω στους τάφους 353.000 αδικοχαμένων προγόνων». Στην ίδια ανάρτηση, η ΠΟΕ χαρακτηρίζει τον Μουσταφά Κεμάλ ως «σφαγέα» και τον περιγράφει ως τον άνθρωπο που «ξερίζωσε και εξόντωσε τους Έλληνες της Ανατολής, τους Αρμένιους και τους Ασσύριους», εκφράζοντας αγανάκτηση για το γεγονός ότι, όπως σημειώνει, «βαφτίζεται “θεμέλιο ειρήνης” από τον Έλληνα Πρωθυπουργό μέσα στην Άγκυρα».
Το ύφος της παρέμβασης είναι καταγγελτικό και στοχεύει ευθέως στην πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει ιστορικούς συμβολισμούς σε μια τόσο φορτισμένη συγκυρία. Η ΠΟΕ θέτει ρητορικά ερωτήματα με σαφές πολιτικό υπονοούμενο: «Πόση ιστορική αμνησία; Πόση εθνική μειοδοσία χωράει σε μια “διπλωματική” δήλωση;». Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι πως δεν πρόκειται για απλή «λεκτική αστοχία» ή “διπλωματική ευγένεια”, αλλά για κίνηση που εκλαμβάνεται ως νομιμοποίηση ενός ιστορικού θύτη.
Παράλληλα, η Ομοσπονδία επιχειρεί να αποδομήσει το επιχείρημα της «θετικής ατζέντας» στα ελληνοτουρκικά, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία «έναν αιώνα μετά δεν αναγνωρίζει, δεν ζητά συγγνώμη και συνεχίζει να προκαλεί». Με βάση αυτή τη θέση, η ΠΟΕ μιλά για «ξέπλυμα του θύτη» και προειδοποιεί ότι «η ειρήνη που χτίζεται πάνω στο ψέμα και την αποσιώπηση της Γενοκτονίας είναι κάλπικη και προσβλητική».
Στο πιο πολιτικά αιχμηρό σημείο της ανάρτησης, η Ομοσπονδία ξεκαθαρίζει ότι η ιστορική μνήμη δεν μπαίνει στη ζυγαριά των διπλωματικών ανταλλαγμάτων: «Το αίμα των νεκρών μας δεν είναι διαπραγματεύσιμο για καμία “θετική ατζέντα”». Και κλείνει με τριπλή, απόλυτη διατύπωση που λειτουργεί ως σύνθημα – αλλά και ως γραμμή άμυνας απέναντι σε κάθε προσπάθεια “εξωραϊσμού”: «Δεν ξεχνούμε. Δεν συγχωρούμε τους σφαγείς. Δεν ανεχόμαστε την υποταγή».
Η παρέμβαση της ΠΟΕ έρχεται να υπενθυμίσει ότι, για ένα μεγάλο κομμάτι του ποντιακού ελληνισμού, το πεδίο των ελληνοτουρκικών δεν είναι μόνο «τα τρέχοντα» και οι ισορροπίες ισχύος. Είναι και η ιστορία – και ειδικά ο τρόπος που αυτή η ιστορία λέγεται δημοσίως. Και όταν ο συμβολισμός ακουμπά τον Κεμάλ, η αντίδραση δεν είναι θέμα κομματικής ανάγνωσης. Είναι, όπως το διατυπώνει η Ομοσπονδία, θέμα μνήμης, αξιοπρέπειας και ορίων.
Αναλυτικά η ανακοίνωση:
Θεσσαλονίκη,12-2-2026
Αρ.Πρ.:13577
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Θέμα: Πρωθυπουργός για «παρακαταθήκη Βενιζέλου-Κεμάλ» – Η Ιστορία δεν προσφέρεται για διπλωματικό εξωραϊσμό.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού, με τις οποίες γίνεται επίκληση της «παρακαταθήκης Βενιζέλου και Ατατούρκ» ως πυξίδας για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δεν συνιστούν απλώς μια διπλωματική διατύπωση. Συνιστούν πολιτική επιλογή και ως πολιτική επιλογή κρίνονται.
Η Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος παρακολούθησε με έντονο ενδιαφέρον την επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Τουρκία, χωρίς αυταπάτες ότι θα τεθεί προς συζήτηση το ζήτημα της Διεθνούς Αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Είναι πλέον εμφανές ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει αποστασιοποιηθεί από ένα αίτημα που από κοινού διεκδικούν Έλληνες, Αρμένιοι και Ασσύριοι, ως απόγονοι των γενοκτονηθέντων χριστιανικών πληθυσμών της καθ’ ημάς Ανατολής.
Ο Ποντιακός Ελληνισμός δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι ο άνθρωπος υπό την ηγεσία του οποίου ολοκληρώθηκε η εξόντωση και ο ξεριζωμός των Ελλήνων του Πόντου, των Αρμενίων και των Ασσυρίων προβάλλεται από Έλληνα Πρωθυπουργό ως ιστορικό θεμέλιο ειρήνης. Δεν πρόκειται για ζήτημα ρητορικής. Πρόκειται για ζήτημα ιστορικής και ηθικής συνέπειας.
Η Ελληνική Βουλή έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Η ελληνική Πολιτεία τιμά κάθε χρόνο τη μνήμη των θυμάτων. Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, η ίδια Πολιτεία να επικαλείται ως «παρακαταθήκη» τον πρωταγωνιστή των γεγονότων που οδήγησαν σε αυτήν.
Σε ποια παρακαταθήκη αναφέρεται ο Έλληνας Πρωθυπουργός; Ο μεν Ελευθέριος Βενιζέλος αρνήθηκε πεισματικά να στείλει όπλα και να βοηθήσει το ποντιακό αντάρτικο, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις που είχε λάβει. Ο δε Μουσταφά Κεμάλ, έχει κερδίσει με το ματωμένο του σπαθί, επάξια, τον τίτλο του σφαγέα του ελληνισμού και των χριστιανών της Μικράς Ασίας.
Ας τεθεί καθαρά το ερώτημα: Θα μπορούσε ποτέ ο πρωθυπουργός του Ισραήλ να επικαλείται τον Αδόλφο Χίτλερ ως θεμέλιο συμφιλίωσης με τη Γερμανία; Θα μπορούσε να μιλά για «ιστορική παρακαταθήκη» χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση, μεταμέλεια και καταδίκη των εγκλημάτων; Η απάντηση είναι αυτονόητη. Και ακριβώς γι’ αυτό το παράδειγμα φωτίζει το μέγεθος της πολιτικής αστοχίας.
Η συμφιλίωση των λαών είναι επιθυμητή και η ειρηνική συνύπαρξη είναι εθνικός στόχος. Όμως η ειρήνη χωρίς αλήθεια είναι προσχηματική και η φιλία χωρίς αναγνώριση της ιστορικής ευθύνης μετατρέπεται σε επιφανειακή διπλωματική αφήγηση.
Η Τουρκία, έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία.
Δεν έχει ζητήσει συγγνώμη.
Δεν έχει αναγνωρίσει ευθύνη.
Δεν έχει προβεί σε καμία πράξη ηθικής αποκατάστασης.
Αντιθέτως, τιμά τον Μουσταφά Κεμάλ ως εθνικό ήρωα και θεμελιωτή του κράτους της, ενώ κάθε αναφορά στη Γενοκτονία αντιμετωπίζεται ως εχθρική πράξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική πλευρά οφείλει να θέτει ως αδιαπραγμάτευτη βάση του διαλόγου την αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας. Όχι να παρακάμπτει το ζήτημα στο όνομα μιας αφηρημένης «παρακαταθήκης».
Κύριε Πρωθυπουργέ, η διπλωματία δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος της μνήμης. Η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σε ιστορική αποσιώπηση.
Σεβασμός απέναντι σε ένα κράτος που αρνείται την ευθύνη για τη Γενοκτονία δεν μπορεί να σημαίνει σιωπή απέναντι στο αίμα 353.000 γενοκτονηθέντων Ελλήνων του Πόντου. Σεβασμός χωρίς αλήθεια δεν είναι σεβασμός — είναι υποχώρηση. Κι όλα αυτά, την ώρα που η επίσημη Ελλάδα είναι έτοιμη, υπακούοντας στα κελεύσματα της Άγκυρας, να εκδώσει τον δημοσιογράφο, αγωνιστή και ακτιβιστή Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί.
Εάν επιδιώκουμε πραγματική φιλία με την Τουρκία, ο δρόμος είναι σαφής και έντιμος:
Αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Αποδοχή της ιστορικής ευθύνης.
Ειλικρινής συγγνώμη.
Ηθική και πολιτική αποκατάσταση.
Μόνο τότε μπορεί να μιλήσει κανείς για νέα σελίδα.
Τα ευχολόγια περί «αύριο ειρήνης και ευημερίας», χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, δεν συνιστούν στρατηγική εθνικής αξιοπρέπειας. Συνιστούν παράκαμψη των ιστορικών εκκρεμοτήτων που βαραίνουν τις σχέσεις των δύο χωρών.
Η μνήμη των θυμάτων δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Η αλήθεια δεν είναι εμπόδιο στην ειρήνη — είναι η προϋπόθεσή της.
Με εκτίμηση
Για το Διοικητικό Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος Γεώργιος Βαρυθυμιάδης
Η Γενική Γραμματέας Αθηνά Σωτηριάδου
