Η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν επιβεβαίωσε την πρόθεση των δύο πλευρών να επικοινωνήσουν μια εικόνα ομαλότητας
αποφεύγοντας όμως την ουσιαστική αντιμετώπιση των κρίσιμων ζητημάτων.
Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος
Πιστεύουμε ότι κάθε άλλο πάρα κακό είναι να υπάρχει διατήρηση ανοικτών διαύλων διαλόγου, υπό την προϋπόθεση βέβαια να υπάρχει μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική με βάση το Διεθνές Δίκαιο και σαφείς «κόκκινες γραμμές». Ωστόσο, η κυβερνητική στάση στη συνάντηση μας προβληματίζει μιας και ανέδειξε σημαντικά ελλείμματα που εκθέτουν τη χώρα:
Ο Πρωθυπουργός καλώς αναφέρθηκε στο casus belli, γιατί όμως απέφυγε να θίξει το ζήτημα της παρεμπόδισης του ηλεκτρικού καλωδίου από την Τουρκία; Είναι το λιγότερο οξύμωρο η Κοινή Διακήρυξη να μιλά για ενεργειακή συνεργασία με στόχο τη σταθερότητα, και από την άλλη να μην αντιμετωπίζονται οι τουρκικές προκλήσεις στο πεδίο.
Η αναφορά σε διμερή ή τριμερή συνεργασία (με τη Βουλγαρία) για το μεταναστευτικό παρακάμπτει την κρίσιμη ευρωπαϊκή διάσταση και την Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας του 2016, την οποία η Άγκυρα φροντίζει να εφαρμόζει επιλεκτικά.
Διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά η απουσία ενός οδικού χάρτη που θα οδηγούσε στη δίκαιη επίλυση των διαφορών μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Εδώ να σημειώσουμε ότι για επίλυση διαφορών σε σχέση με ότι αφορά θάλασσα είναι το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας – (ITLOS), (ελληνικά: ΔΔΔΘ), που εδρεύει στο Αμβούργο. Είναι ένα δικαστικό όργανο που, επιλύει διαφορές σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης, όπως επίσης διαφορές από άλλες συμφωνίες που καλύπτονται από τη Σύμβαση, με τη σύμφωνη γνώμη των μερών. Γιατί η Ελληνική πλευρά επιμένει να πάει στην Χάγη με αμφίβολο αποτέλεσμα, όταν υπάρχει το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι ένα ερώτημά.
Η συνάντηση αυτή ανέδειξε μια επικίνδυνη γεωπολιτική ατολμία, καθώς η τακτική της «αποσιώπησης» των κρίσιμων διαφορών δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια στρατηγική ομηρία. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα εκχωρεί ζωτικό διπλωματικό χρόνο στην Τουρκία, επιτρέποντάς της να παγιώσει τις αναθεωρητικές της βλέψεις και να προετοιμάσει το έδαφος για μελλοντικούς εκβιασμούς, τη στιγμή που οι διεθνείς ισορροπίες θα κλίνουν υπέρ της.
Από γεωπολιτική σκοπιά, η άρνηση για μια ουσιαστική πολιτική σύγκρουση που θα έλυνε τον «γόρδιο δεσμό» των διμερών σχέσεων, υπονομεύει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντί για μια μόνιμη και έντιμη γειτονία, επιλέχθηκε η μετάθεση των προβλημάτων στις ελληνικές καλένδες, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην Άγκυρα να εργαλειοποιεί την «ηρεμία» για να ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακή δύναμη, εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Σχετικά Στοιχεία:
Στρατηγικός Χρόνος: Η αποφυγή των δύσκολων θεμάτων επιτρέπει στην Τουρκία να συνεχίσει τα εξοπλιστικά της προγράμματα, με τις στρατιωτικές δαπάνες για το 2025 να παρουσιάζουν αύξηση 25%.
Πολιτικός Διάλογος: Παρά τις τακτικές συναντήσεις, όπως ο Πολιτικός Διάλογος τον Ιανουάριο του 2026, τα θεμελιώδη ζητήματα (AOZ, υφαλοκρηπίδα) παραμένουν σε εκκρεμότητα.
Αναθεωρητισμός: Η τουρκική πλευρά συνεχίζει να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα μέσω προκλητικών NAVTEX για αποστρατικοποίηση νησιών, ακόμα και εν μέσω κλίματος «ηρεμίας»

Ο ανωτέρω χάρτης όμως μιλά από μόνος του και καταδεικνύει: 1) Τον τουρκικό στόχο για διχοτόμηση του Αιγαίου στον 25ο Μεσημβρινό, 2) την αμφισβήτηση της κυριαρχίας των ελληνικών νησιών, 3) την παρουσία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και την ισχύ τους εάν η Ελλάδα δεχτεί την τουρκική αξίωση περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, που θα δημιουργήσει συνθήκες ανάλογες, αν όχι χειρότερες με αυτές της αποχώρησης της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967.
