Η Μαριγώ Στεφάνου ή Ζαραφοπούλα γεννήθηκε στην Πόλη.
Γνώριζε πολλούς Οθωμανούς αξιωματούχους, τους ζητούσε χάρες και τους αποσπούσε πληροφορίες. Αυτή ανακάλυψε την προδοσία του Ασημάκη Θεοδώρου που αποκάλυψε μυστικά της Φιλικής.
Αυτή κατάφερε τις παραμονές του αγώνα με τις γνωριμίες της να απελευθερωθούν οι γιοι του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη που ήταν όμηροι στην Κωνσταντινούπολη και να λάβουν μέρος στον Αγώνα. Δαπάνησε την προσωπική της περιουσία για να βοηθήσει.
Μέχρι που οι Τούρκοι την οι πήραν χαμπάρι και τη συνέλαβαν. Τον αδερφό της τον κρέμασαν, αυτήν τη βασάνισαν αλλά με τις γνωριμίες της κατάφερε να διαφύγει και να φτάσει στην Ύδρα, μεταφέροντας σημαντικά χρηματικά ποσά τα οποία διέθεσε εξ ολοκλήρου για τις ανάγκες της Επανάστασης.
Στην Πελοπόννησο, η εμπειρία της αξιοποιήθηκε άμεσα από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Δημήτριο Υψηλάντη, οι οποίοι της ανέθεσαν χρέη κατασκόπου εντός των στρατηγικών κέντρων της Τριπολιτσάς και του Ναύπλιο, μάλιστα κατάφερε να μπει Τριπολιτσά και να αποκαλύψει τα μυστικά της άμυνας της.
Η οικονομική της προσφορά συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου καθώς χρηματοδότησε την εκστρατεία του Καρόλου Φαβιέρου στην Κάρυστο κι εκείνη του Χατζημιχάλη Νταλιάνη στην Κρήτη. Η Μαριγώ δεν δίστασε να εκποιήσει τα πάντα για τον εθνικό σκοπό, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση απόλυτης ένδειας τα μετέπειτα χρόνια.
Μετά την απελευθέρωση η προσφορά της αναγνωρίστηκε από κορυφαίους οπλαρχηγούς
όπως ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο Χατζηχρήστος και ο Νικηταράς. Παρά την αναγνώριση αυτή η πολιτεία δεν την αντάμειψε ποτέ.
Το 1865 σε προχωρημένη ηλικία κατέθεσε αίτηση στην «Επιτροπή Εκδουλεύσεων» ζητώντας σύνταξη για να μπορέσει να επιβιώσει καθώς ζούσε άπορη.
Η Μαριγώ Στεφάνου ή Ζαραφοπούλα πέθανε λίγο καιρό αργότερα, αποτελώντας σύμβολο της γυναίκας που θυσίασε πλούτο και οικογένεια για την ελευθερία.
