«Η Ίμβρος στην καρδιά μου, πατρίδα μου η Ελλάς»
Με αυτή τη φράση, η Άννα Κουτσομάλλη μιλώντας στο Istorima, σφραγίζει μια διαδρομή ζωής που ξεκίνησε από τον φόβο και τον ξεριζωμό, για να καταλήξει σε έναν θρίαμβο προσφοράς: την επαναλειτουργία της ελληνικής παιδείας στο νησί της, δεκαετίες μετά το «μαύρο» του τουρκικού κράτους.
Γεννημένη το 1968 στην πρωτεύουσα της Ίμβρου, η Άννα έζησε την παρακμή του ελληνισμού σε πρώτο χρόνο. Θυμάται μια παιδική ηλικία στιγματισμένη από τη λέξη «γκιαούρ» και το μίσος των Τουρκοπαίδων που φώναζαν «φύγετε, θα σας σκοτώσουμε». Η σκιά των αγροτικών φυλακών και η δολοφονία ενός εμπόρου, φίλου του πατέρα της, είχαν εμποτίσει την καθημερινότητα με τον τρόμο του θανάτου.
Η κορύφωση του δράματος ήρθε το καλοκαίρι του 1974. Με την εισβολή στην Κύπρο, επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας στους Ρωμιούς. Η Άννα θυμάται τον εαυτό της να σπάει ένα τζάμι από την ανάγκη της να βγει έξω να παίξει, ενώ ο γείτονάς τους —που μέχρι χθες βοηθούσαν— περιπολούσε οπλισμένος στα σοκάκια χωρίς να τους απευθύνει πλέον τον λόγο.
Ο δρόμος της ξενιτιάς: Από το μοναστήρι στην Πόλη και την Αθήνα
Όταν το 1964 το τουρκικό κράτος έκλεισε τα ελληνικά σχολεία, ο πατέρας της πήρε μια σκληρή απόφαση: η Άννα έπρεπε να φύγει για να μάθει γράμματα στη γλώσσα της. Την άφησε εσωτερική στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στην Πρίγκηπο. «Ο μπαμπάς σου θα πάει στην τουαλέτα», της είπαν ψευδώς για να μην κλάψει την ώρα του αποχωρισμού. Ο πατέρας της επέστρεψε στην Ίμβρο με κατάθλιψη, ενώ η Άννα έμεινε εκεί τρία χρόνια, μέχρι που οι Τούρκοι έκλεισαν και αυτό το σχολείο το 1976.
Ακολούθησε η Κωνσταντινούπολη και το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, όπου τα «χωριατόπαιδα» από την Ίμβρο αντιμετωπίζονταν υποτιμητικά από τις Πολίτισσες συμμαθήτριές τους. Τελικά, η οικογένεια κατέληξε στην Αθήνα. Εκεί, η Άννα βίωσε το παράδοξο της ταυτότητας: σε ένα αστυνομικό τμήμα της Κυψέλης, μια υπαστυνόμος την αποκάλεσε «Τουρκάλα» επειδή γεννήθηκε στην Ίμβρο. «Πού να ήξερε αυτή ότι εγώ θα άνοιγα το ελληνικό σχολείο!», σχολιάζει σήμερα.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε το 2011. Μετά από ένα σοβαρό τροχαίο στην Καβάλα, από το οποίο βγήκε ως εκ θαύματος αλώβητη, η Άννα ένιωσε πως ο Θεός τη φύλαξε για έναν σκοπό. «Πού θα φανώ χρήσιμη; Στην πατρίδα μου», σκέφτηκε.
Όταν ο Έλληνας πρόξενος της πρότεινε να αναλάβει τον ρόλο του ιδρυτή για το νέο σχολείο, δεν δίστασε. Επί τρία χρόνια έμεινε στην Ίμβρο «χωρίς να κουνήσει ρούπι», παλεύοντας με τη γραφειοκρατία και την καχυποψία των Τούρκων υπαλλήλων που δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι οι Ρωμιοί επέστρεφαν. «Μου κρύβανε τους φακέλους», λέει, αλλά η επιμονή της νίκησε.
Τον Σεπτέμβριο του 2013, το κουδούνι του ελληνικού Δημοτικού σχολείου στην Ίμβρο χτύπησε ξανά
Το 2015 ακολούθησαν το Γυμνάσιο και το Λύκειο.
Σήμερα, η Άννα Κουτσομάλλη δηλώνει πως έχει συγχωρήσει το παρελθόν. «Αν δεν τα είχα ξεχάσει, δεν θα επέστρεφα». Για εκείνη, η ζωή έχει νόημα μόνο μέσα από την προσφορά. Έχοντας εκπληρώσει το χρέος της προς την Ίμβρο, ετοιμάζεται ήδη για το επόμενο βήμα της, σε κάποιο ίδρυμα, πιστή στην αρχή ότι η πατρίδα είναι εκεί που προσφέρεις.
