Στο στόχαστρο των αμερικανικών διωκτικών αρχών βρίσκεται ένας Τούρκος υπήκοος
ο οποίος κατηγορείται για απόπειρα τρομοκρατικής επίθεσης με εκρηκτικά στο κέντρο του Μανχάταν. Σύμφωνα με ομοσπονδιακά έγγραφα που παρουσιάζει το Nordic Monitor, ο Εμίρ Μπαλάτ φέρεται να επιχείρησε να πυροδοτήσει αυτοσχέδιους μηχανισμούς κοντά στην επίσημη κατοικία του δημάρχου της Νέας Υόρκης, σε μια ενέργεια που οι εισαγγελείς χαρακτηρίζουν ως εμπνευσμένη από την ιδεολογία του Ισλαμικού Κράτους (ISIS).
Το περιστατικό συνέβη κατά τη διάρκεια δύο ταυτόχρονων διαδηλώσεων έξω από το Gracie Mansion, την επίσημη κατοικία του δημάρχου της Νέας Υόρκης, όπου μια διαμαρτυρία αντιτάχθηκε στη δημόσια προσευχή των μουσουλμάνων, ενώ μια αντιδιαμαρτυρία κατήγγειλε ακροδεξιές ομάδες. Ο Μπαλάτ φέρεται να έριξε έναν εκρηκτικό μηχανισμό προς το συγκεντρωμένο πλήθος και στη συνέχεια επιχείρησε να χρησιμοποιήσει και δεύτερη βόμβα, την οποία έλαβε από τον συνεργό του, Ιμπραήμ Καγιούμι, στοχεύοντας αυτή τη φορά αστυνομικούς. Οι αρχές κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν μετά από καταδίωξη, ενώ η ανάλυση των μηχανισμών αποκάλυψε πως περιείχαν το εξαιρετικά επικίνδυνο εκρηκτικό TATP, γνωστό και ως «Μητέρα του Σατανά», ενισχυμένο με μεταλλικά αντικείμενα για τη μεγιστοποίηση των θυμάτων.

Μετά τη σύλληψή του, ο ύποπτος προέβη σε προκλητικές δηλώσεις, υποστηρίζοντας πως η δράση του ήταν απαραίτητη και προαναγγέλλοντας νέες επιθέσεις από άλλους υποστηρικτές
Μέσα στο αστυνομικό τμήμα, ο Μπαλάτ υπέγραψε γραπτή δήλωση πίστης στο Ισλαμικό Κράτος, ενώ εξέφρασε στους ερευνητές τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η επίθεση στον Μαραθώνιο της Βοστώνης είχε «μόνο» τρεις νεκρούς, δηλώνοντας πως ο ίδιος επεδίωκε ένα ακόμη πιο πολύνεκρο χτύπημα. Στην κατοχή του βρέθηκε τουρκική ταυτότητα, ενώ σε όχημα της οικογένειάς του εντοπίστηκαν υλικά κατασκευής βομβών και χειρόγραφες οδηγίες.
Η Τουρκία ως κεντρικός κόμβος τζιχαντιστικών δικτύων
Η υπόθεση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ερευνών που αναδεικνύουν τον ρόλο προσώπων με τουρκικές διασυνδέσεις σε τρομοκρατικές δραστηριότητες επί αμερικανικού εδάφους. Οι αμερικανικές αρχές υπενθυμίζουν την πρόσφατη περίπτωση του Jimenez-Guzel, η οποία αποκάλυψε πώς διεθνή δίκτυα νεοσύλλεκτων χρησιμοποιούν την Τουρκία ως την «ευκολότερη διαδρομή» προς τα εδάφη του ISIS. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Άγκυρας για τον έλεγχο των συνόρων, οι υπηρεσίες πληροφοριών εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν πόλεις όπως το Ντιγιαρμπακίρ και το Γκαζιαντέπ ως κρίσιμα σημεία υλικοτεχνικής υποστήριξης και διακίνησης μαχητών προς τη Συρία και το Ιράκ.
Οι δύο κατηγορούμενοι βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με ένα βαρύ κατηγορητήριο που περιλαμβάνει την παροχή υλικής υποστήριξης σε τρομοκρατική οργάνωση, τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής και την παράνομη κατοχή εκρηκτικών συσκευών. Εάν καταδικαστούν, η ομοσπονδιακή νομοθεσία προβλέπει πολυετείς ποινές κάθειρξης, καθώς η υπόθεση αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τη δράση «μοναχικών λύκων» που καθοδηγούνται από εξτρεμιστικά κέντρα της Μέσης Ανατολής μέσω τουρκικών διαύλων.
