Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η Ελληνική Επανάσταση δεν είναι αυτό που νομίζουμε
Ή μάλλον, δεν είναι μόνο αυτό που μας έμαθαν να θυμόμαστε. Είναι κάτι πιο σύνθετο, πιο ανθρώπινο και κυρίως πιο άβολο.
ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ Γ.
Μας αρέσει να την αφηγούμαστε σαν μια καθαρή ιστορία ηρωισμού. Σαν ένα έθνος που σηκώθηκε ενωμένο και, με το «Ελευθερία ή Θάνατος», νίκησε μια αυτοκρατορία. Ωραία αφήγηση. Συγκινητική. Αλλά μισή. Γιατί η άλλη μισή είναι γεμάτη αντιφάσεις.
Η αρχή δεν έγινε στα βουνά με καριοφίλια, αλλά σε γραφεία και σαλόνια της διασποράς. Προηγούμενες λαϊκές εξεγέρσεις απέτυχαν, είτε ήταν τοπικές είτε είχαν έξωθεν υποσχέσεις στήριξης.
Η Φιλική Εταιρεία, στην Οδησσό, δεν ήταν λαϊκή εξέγερση, ήταν σχέδιο. Μεθοδικό, πολιτικό, σχεδόν συνωμοτικό. Δηλαδή, όχι αυθόρμητο ξέσπασμα, αλλά οργανωμένη πράξη ανθρώπων που πίστευαν ότι μπορούσαν
Και αυτό είναι κρίσιμο: οι Έλληνες δεν επαναστάτησαν μόνο επειδή υπέφεραν. Επαναστάτησαν επειδή ένιωσαν ότι υπερέχουν. Στην παιδεία, στο εμπόριο, στη γλώσσα. Όχι από απελπισία μόνο, αλλά και από αυτοπεποίθηση.
Αυτή η αυτοπεποίθηση δεν κράτησε πολύ
Μέσα σε λίγους μήνες από τα πρώτα κατορθώματα τη φλόγα της Μάχη της Αλαμάνας με τον Αθανάσιο Διάκο, το στρατήγημα στο Χάνι της Γραβιάς από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τη νίκη στα Δερβενάκια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη οι Έλληνες έκαναν κάτι που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου.
Οι εμφύλιοι του 1823–1825 δεν είναι υποσημείωση. Είναι κεντρικό κεφάλαιο. Την ώρα που η Επανάσταση παιζόταν, οι ίδιοι οι επαναστάτες τη διέλυαν εκ των έσω. Και μάλιστα για κάτι πολύ γνώριμο: εξουσία.
Εδώ αρχίζει η πιο άβολη αλήθεια
Δεν υπήρχαν μόνο ήρωες. Υπήρχαν και εγωισμοί. Δεν υπήρχε μόνο αυτοθυσία. Υπήρχε και μικροπολιτική. Δεν υπήρχε μόνο ενότητα. Υπήρχε βαθιά διχόνοια μεταξύ «πολιτικών» και «στρατιωτικών», «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων», νησιωτών και στεριανών.
Η Επανάσταση δεν κατέρρευσε. Γιατί; Όχι μόνο λόγω των Ελλήνων.
Η διεθνής διάσταση ήταν καθοριστική. Ο φιλελληνισμός, η εικόνα της Ελλάδας ως κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, συγκίνησε την Ευρώπη.
Στο τέλος, δεν ήταν μόνο τα καριοφίλια και τα γιαταγάνια που έκριναν την έκβαση, αλλά τα κανόνια των Μεγάλων Δυνάμεων στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Εκεί ουσιαστικά τελείωσε ο πόλεμος.
Αυτό επίσης δεν μας αρέσει να το λέμε. Όπως δεν μας αρέσει να μιλάμε για τις σκιές: τη Σφαγή της Χίου που συγκλόνισε την Ευρώπη, αλλά και τη σφαγή στη Τριπολιτσά από τους ίδιους τους επαναστάτες. Ο πόλεμος δεν ήταν αγνός. Ήταν σκληρός, βίαιος και συχνά ανεξέλεγκτος.
Και μετά την ελευθερία; Ήρθε η εξάρτηση
Δάνεια, προστάτιδες δυνάμεις, ξένος βασιλιάς. Η Συνθήκη του Λονδίνου δημιούργησε κράτος, αλλά όχι πλήρη αυτονομία με τη σύγχρονη έννοια. Το νέο ελληνικό κράτος γεννήθηκε ελεύθερο, αλλά και δεσμευμένο.
Άρα τι μένει τελικά;
Μένει ένα παράδοξο: μια Επανάσταση που πέτυχε παρά τα λάθη της. Όχι επειδή ήταν τέλεια οργανωμένη, αλλά επειδή άντεξε τις αδυναμίες της.
Αυτό είναι το πιο ουσιαστικό μάθημα. Ότι η Ιστορία δεν γράφεται από αγίους. Γράφεται από ανθρώπους. Με πάθη, αντιφάσεις, φιλοδοξίες και λάθη.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ξεχνάμε τα γεγονότα. Το πρόβλημα είναι ότι διαλέγουμε ποια θα θυμόμαστε και για αυτό επαναλαμβάνουμε πολλά από τα μεγάλα λάθη μας. Δυστυχώς οι εμφύλιοι σπαραγμοί δεν έγιναν μάθημα.
Γιατί είναι πιο εύκολο να τιμάς έναν μύθο, παρά να αντέχεις μια αλήθεια.
Υ.Γ. Σε κάθε επέτειο της 25η Μαρτίου επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: μιλάμε για το «διαχρονικό μήνυμα» και καταλήγουμε σχεδόν πάντα στην ίδια λέξη, ελευθερία. Μια λέξη τόσο χρησιμοποιημένη, που κινδυνεύει να αδειάσει από περιεχόμενο.
Αν αφήσουμε τα λόγια στην άκρη, μένει μια άβολη διαπίστωση: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αντέχουν πραγματικά την ελευθερία. Δεν τη γνωρίζουν, ούτε θέλουν να τη γνωρίσουν. Προτιμούν την ασφάλεια, ακόμη και αν αυτή μοιάζει με ήσυχο περιορισμό. Το παρατηρούμε συνεχώς.
Η εικόνα είναι απλή: ένα κλουβί ανοίγει. Τα περισσότερα πουλιά δεν φεύγουν. Κάποια δεν καταλαβαίνουν καν ότι η πόρτα άνοιξε. Άλλα διστάζουν. Λίγα πετούν. Και κάποια, τα πιο παράξενα, δοκιμάζουν τον ουρανό για λίγο και επιστρέφουν πίσω.
Ίσως τελικά η ελευθερία να μην είναι δικαίωμα που χαρίζεται, αλλά βάρος που σηκώνεται. Και αυτό δεν είναι για όλους.
