Σαφές μήνυμα ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ελέγξουν το πετρέλαιο του Ιράν έστειλε ο Ντόναλντ Τραμπ
ενώ επιμένει ότι είναι στα σκαριά «συμφωνία» με τους «νέους» ηγέτες στην Τεχεράνη. Την ίδια ώρα, ωστόσο, η σύγκρουση μαίνεται χωρίς σημάδια αποκλιμάκωσης, με επιθέσεις να επεκτείνονται σε όλη τη Μέση Ανατολή και τον κίνδυνο ενεργειακής ασφυξίας να μεγαλώνει, καθώς εκτοξεύονται οι τιμές του πετρελαίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, μιλώντας χθες το βράδυ σε δημοσιογράφους, υποστήριξε ότι οι αλλεπάλληλες εξοντώσεις Ιρανών ηγετών, αρχίζοντας με τον ανώτατο ηγέτη της χώρας Αλί Χαμενεί, που σκοτώθηκε την πρώτη ημέρα του πολέμου, είχε αποτέλεσμα de facto «αλλαγή καθεστώτος». «Συνδιαλλασσόμαστε με ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς από οποιονδήποτε είχαμε συνδιαλλαγεί προηγουμένως», διαβεβαίωσε, μιλώντας για συνομιλητές «πολύ πιο λογικούς» από προκατόχους τους – χωρίς να αναφερθεί σε κανέναν ονομαστικά.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι το Ιράν θα επιτρέψει τις προσεχείς ημέρες την ασφαλή διέλευση 20 δεξαμενόπλοιων με πετρέλαιο από τα Στενά του Ορμούζ
θαλάσσια οδό στρατηγικής σημασίας από όπου διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες το ένα πέμπτο των υδρογονανθράκων που προορίζονται για τις διεθνείς αγορές.
Οι τιμές του πετρελαίου ανέβαιναν στις ασιατικές αγορές πριν από τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου.
Εξάλλου, σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε χθες Κυριακή το βράδυ στην ψηφιακή έκδοση των Financial Times, ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε πως ο στρατός των ΗΠΑ θα μπορούσε να πάρει «πολύ εύκολα» τον έλεγχο της νήσου Χαργκ, όπου βρίσκονται πετρελαϊκές υποδομές στρατηγικής σημασίας για το Ιράν – μέσω του οποίου γίνεται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών αργού, σύμφωνα με πρόσφατο σημείωμα της αμερικανικής τράπεζας JP Morgan. Το νησί αυτό είχε βομβαρδιστεί από αέρος στα μέσα Μαρτίου, χωρίς να χτυπηθούν οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Η ενεργειακή κρίση μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω με την είσοδο στον πόλεμο των ανταρτών Χούθι της Υεμένης, συμμάχων του Ιράν, που ανακοίνωσαν ότι εξαπέλυσαν δυο επιθέσεις το Σάββατο εναντίον το Ισραήλ: θα μπορούσαν να εμποδίσουν την κυκλοφορία στο στενό του Μπαμπ αλ Μάντεμπ, από τα πιο πολυσύχναστα στον κόσμο.
Υπό το φόντο αυτό, η Γαλλία φιλοξενεί αργότερα σήμερα συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών και Ενέργειας της G7, για να συζητηθούν οι επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία.
Το Πακιστάν διατεθειμένο να φιλοξενήσει συνομιλίες
Στην Τεχεράνη ακούστηκε σειρά εκρήξεων χθες Κυριακή το βράδυ, σύμφωνα με δημοσιογράφο του Γαλλικού Πρακτορείου. Το ιρανικό υπουργείο Ενέργειας έκανε λόγο για διακοπές ρεύματος στην πρωτεύουσα και στα περίχωρά της εξαιτίας «επιθέσεων» εναντίον υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας.
Από την πλευρά του το Ισραήλ, που ανακοίνωσε χθες βράδυ πως εξαπέλυσε πλήγματα εναντίον διαφόρων στόχων στο Ιράν, έκανε λόγο για «θραύσματα» πυραύλου που κατέπεσαν σε βιομηχανικό συγκρότημα το νότιο τμήμα του, αφού έγινε στόχος των Φρουρών της Επανάστασης.
Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις συνεχίζουν να εξαπολύουν πλήγματα εν είδει αντιποίνων εναντίον αμερικανικών συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων ιδίως οικονομικών, στη περιοχή του Κόλπου.
Στο Κουβέιτ, εργοστάσιο αφαλάτωσης και ηλεκτροπαραγωγής υπέστη ιρανική επίθεση με αποτέλεσμα «τον θάνατο Ινδού εργαζομένου και μεγάλες υλικές ζημιές», σύμφωνα με την κυβέρνηση του μικρού εμιράτου. Χθες, δέκα στρατιωτικοί τραυματίστηκαν σε επίθεση εναντίον εγκατάστασης των ενόπλων δυνάμεων, σύμφωνα με το γενικό επιτελείο της χώρας.
Το υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε τις πρώτες πρωινές ώρες την αναχαίτιση πέντε βαλλιστικών πυραύλων που κατευθύνονταν προς το ανατολικό τμήμα του σουνιτικού βασιλείου.
Παράλληλα συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες με σκοπό να εξευρεθεί τρόπος να τερματιστεί ο πόλεμος που πλέον έχει μπει στον δεύτερο μήνα του.
Η κυβέρνηση του Πακιστάν δήλωσε χθες διατεθειμένη να «υποδεχτεί και να διευκολύνει, τις επόμενες ημέρες, σημαντικές συνομιλίες» ανάμεσα σε αξιωματούχους της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης ώστε να υπάρξει «συνολική και διαρκής επίλυση της σύγκρουσης», με την υποστήριξη του ΟΗΕ και της Κίνας. Ο Πακιστανός υπουργός Εξωτερικών Ισάκ Νταρ έκανε τη δήλωση αυτή αφού υποδέχθηκε τους ομολόγους του της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας στο Ισλαμαμπάντ.
Στο μεταξύ συνεχίζεται η σεναριολογία για την πιθανή ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων επί του πεδίου στο Ιράν, κάτι που ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ αφήνει ανοικτό
Την Παρασκευή ανακοινώθηκε η άφιξη στην περιοχή του σκάφους USS Tripoli. Το ελικοπτεροφόρο-αεροπλανοφόρο (είναι σε θέση να μεταφέρει είκοσι F-35, ικανά για κάθετες αποπροσνηώσεις) και αποβατικό έχει τεθεί επικεφαλής ομάδας κρούσης με «περίπου 3.500» άνδρες του πολεμικού ναυτικού και των πεζοναυτών.
«Ο εχθρός στέλνει δημόσια μηνύματα για διαπραγμάτευση και διάλογο, ενώ απεργάζεται μυστικά σχέδια για χερσαία επίθεση», κατήγγειλε ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ. «Οι άνδρες μας περιμένουν την άφιξη των Αμερικανών στρατιωτικών» και θα τους «τιμωρήσουν», όπως και «όλους τους συμμάχους τους στην περιφέρεια μια για πάντα» προειδοποίησε.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν Μοτζταμπά Χαμενεί, διάδοχος του πατέρα του, που δεν έχει κάνει δημόσια εμφάνιση αφού αναδείχτηκε στη θέση, ευχαρίστησε τη θρησκευτική ηγεσία και τον λαό του Ιράκ για την υποστήριξή τους μπροστά στην αμερικανοϊσραηλινή «επίθεση».
Ο Μοτζταμπά Χαμενεί εκφράστηκε με γραπτό μήνυμά του που μεταδόθηκε από ιρανικά ΜΜΕ. Η απουσία του από το προσκήνιο τροφοδοτεί σενάρια με τον Τραμπ να έχει φθάσει στο σημείο να αμφισβητεί το κατά πόσον είναι ζωντανός.
Στο μεταξύ στον Λίβανο, το δεύτερο μέτωπο του πολέμου, όπου το Ισραήλ βομβαρδίζει και δίνει μάχες με τη Χεζμπολάχ, που πρόσκειται στο Ιράν,κυανόκρανος του ΟΗΕ σκοτώθηκε όταν εξερράγη βλήμα «άγνωστης» προέλευσης στον νότο.
Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει διατάξει τον στρατό του Ισραήλ να επεκτείνει τη «ζώνη ασφαλείας» υπό την κατοχή του στο νότιο τμήμα του Λιβάνου.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο Νετανιάχου εξασφάλισε την έγκριση από την Κνέσετ, την ισραηλινή Βουλή, νέου σχεδίου κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 που αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες κατά 30 δισεκατομμύρια σέκελ (κάπου 8,3 δισεκ. ευρώ), στα 850 δισεκ. σέκελ, ή περίπου 235 δισεκ. ευρώ.
