Ο θεός Απόλλων συνιστά αναμφίβολα την πλέον σύνθετη, πολυδιάστατη και ενδεχομένως την κατεξοχήν ιδιοσυγκρασιακά «ελληνική» θεότητα του αρχαίου ολύμπιου πανθέου
Ανήκοντας στη δεύτερη γενιά των Ολύμπιων θεών, ως γιος του Δία και της Λητούς, και δίδυμος αδελφός της Άρτεμης, ενσαρκώνει το υπέρτατο ιδεώδες του κούρου —της αιώνιας, αγένειας νεότητας, της αθλητικής ρώμης και της σωματικής τελειότητας. Εντούτοις, πίσω από την ακτινοβόλο και δομημένη επιφάνεια κρύβεται μια σειρά από βαθιές αντιφάσεις και ισχυρές δυαδικότητες, οι οποίες διατρέχουν το σύνολο της αρχαιοελληνικής σκέψης. Είναι ο θεός του φωτός, της μουσικής, της προφητείας, της ίασης και της ποίησης, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως ο σκοτεινός φορέας του λοιμού, της καταστροφής, της ανίατης ασθένειας και του αναπόδραστου, αιφνίδιου θανάτου.
Απο το arxaiaellinika.gr
Η λατρεία του, η οποία φέρει εμφανή ίχνη δωρικών, μινωικών, αλλά και ανατολιακών καταβολών, ενσωματώθηκε πλήρως στον πυρήνα του ελληνικού κόσμου και της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας (όπου λατρεύτηκε ως Apulu στους Ετρούσκους, ενώ ταυτίστηκε με τον κελτικό θεό Grannus και τον ρωμαϊκό Sol ή Apollo Helios). Τα αργυρά ή χρυσά βέλη του επιφέρουν τον θάνατο και τις επιδημίες, ωστόσο ο ίδιος επικαλείται αδιαλείπτως ως «Αλεξίκακος» (ο αποτρέπων το κακό) και «Παιάν» (ο θεραπευτής), διαμορφώνοντας ένα θεολογικό συνεχές όπου η οντότητα που προκαλεί την ασθένεια είναι ταυτοχρόνως και η μόνη που διαθέτει την ικανότητα να την αναστρέψει. Μέσα από την ιστορική του εξέλιξη, ο Απόλλων καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν νομοθέτης και ιδρυτής πόλεων, ο αυστηρός επιτηρητής της αστικής και κοινωνικής τάξης, ο ρυθμιστής της τελετουργικής κάθαρσης από το μίασμα και ο αποκλειστικός δίαυλος αποκάλυψης της βούλησης του Δία στους θνητούς μέσω των μαντείων του. Η παρούσα έρευνα αναλύει εξαντλητικά την παρουσία του θεού στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ιχνηλατώντας τη μετάβασή του από τα αρχαϊκά έπη και τη λυρική ποίηση έως την αττική τραγωδία και τη μεσοπλατωνική φιλοσοφική θεολογία.

Η Κοσμική Ενσωμάτωση: Γενεαλογία, Γέννηση και η Εδραίωση της Ολύμπιας Τάξης
Ο μύθος της γέννησης του Απόλλωνα δεν αποτελεί απλώς μια γενεαλογική καταγραφή, αλλά ένα θεολογικό αφήγημα μετάβασης από το τιτανικό χάος στην οργανωμένη ολύμπια νομοτέλεια. Η μητέρα του, Λητώ, προερχόταν από την προγενέστερη γενιά των θεοτήτων, ούσα κόρη των Τιτάνων Κοίου και Φοίβης, και αποτελούσε την αρχέγονη ενσάρκωση της μητρότητας. Η ένωσή της με τον ύπατο θεό Δία προκάλεσε την ανελέητη οργή της νόμιμης συζύγου του, της Ήρας. Η τελευταία επέβαλε μια τρομακτική κατάρα: κανένα μέρος της γης που βλέπει τον ήλιο και διαθέτει σταθερά θεμέλια να μην προσφέρει καταφύγιο στη Λητώ προκειμένου να γεννήσει.
Η εγκυμονούσα Λητώ, βιώνοντας τον απόλυτο κοσμικό διωγμό, περιπλανήθηκε σε ολόκληρη την αρχαία Ελλάδα, αντιμετωπίζοντας την άρνηση και τον τρόμο των κατοίκων που φοβούνταν την εκδίκηση της Ήρας. Η σωτηρία προήλθε από την Αστερία (η οποία μετονομάστηκε σε Δήλο), ένα νησί το οποίο, σύμφωνα με την κυρίαρχη μυθολογική παράδοση, επέπλεε ελεύθερα στα ύδατα του Αιγαίου, μη όντας αγκυροβολημένο στον βυθό, και συνεπώς απαλλασσόταν από τους περιορισμούς της κατάρας της Ήρας. Η Λητώ υπέγραψε έναν ιερό όρκο με το νησί, υποσχόμενη πως, σε αντάλλαγμα για την αποδοχή της, ο τόπος θα μετατρεπόταν στο ιερότερο λατρευτικό κέντρο του νέου θεού. Ο Δίας, σύμφωνα με τον Πίνδαρο (Παιάνας VIIb και απόσπασμα 33c-d), παρενέβη προκειμένου να στερεώσει τη Δήλο στον θαλάσσιο πυθμένα με τέσσερις κίονες-άγκυρες, διασφαλίζοντας την απαραίτητη σταθερότητα για τον τοκετό.
Οι αρχαίες πηγές, και πρωτίστως ο Ομηρικός Ύμνος στον Δήλιο Απόλλωνα, περιγράφουν τις δραματικές στιγμές του τοκετού. Η Λητώ υπέφερε από τις ωδίνες για εννέα ημέρες και εννέα νύχτες, περιστοιχισμένη από τις σπουδαιότερες θεές του πανθέου (όπως η Διώνη, η Ρέα, η Ιχναία Θέμις και η Αμφιτρίτη), με εξαίρεση την Ήρα και την Ειλείθυια (τη θεά του τοκετού), η οποία κρατούνταν σκόπιμα σε άγνοια στον Όλυμπο. Μόνο κατόπιν της μυστικής αποστολής της Ίριδας, η οποία προσέφερε στην Ειλείθυια ένα χρυσό περιδέραιο, η τελευταία κατέβηκε στη Δήλο, επιτρέποντας στον τοκετό να ολοκληρωθεί.Σύμφωνα με ορισμένες τοπικές παραδόσεις, η Άρτεμις γεννήθηκε πρώτη (πιθανότατα στο παρακείμενο νησί Ορτυγία) και αμέσως μετατράπηκε σε βοηθό-μαία της μητέρας της για τη γέννηση του δίδυμου αδελφού της, ένα γεγονός που της προσέδωσε διαχρονικά την ιδιότητα της προστάτιδας των εγκύων και των λεχώνων, αν και η ίδια παρέμεινε αιώνια παρθένος.
Κατά τη στιγμή της γέννησης, η φύση αντέδρασε με εκστατική χαρά: η Δήλος άνθισε ολόχρυση και ιεροί κύκνοι πέταξαν κυκλικά γύρω από το νησί. Ο μύθος λειτουργεί ως ισχυρό σύμβολο της επιβολής της θεϊκής τάξης έναντι του φυσικού χάους. Αμέσως μετά την έλευσή του στον κόσμο, το θεϊκό βρέφος αποτίναξε τα χρυσά του σπάργανα, αποκτώντας ακαριαία την πλήρη και τρομακτική θεϊκή του υπόσταση, και διακήρυξε τις τρεις αιώνιες επικράτειές του ενώπιον των παριστάμενων θεοτήτων: το καμπύλο τόξο, την αρμονική λύρα και το αποκλειστικό προνόμιο να αποκαλύπτει στους θνητούς την αλάνθαστη βουλή του Δία (προφητεία).
