Δικαιοσύνη, Κάθαρση και Θεϊκή Αμφισημία στην Αττική Τραγωδία
Στα έργα των τριών μεγάλων τραγικών του 5ου αιώνα π.Χ. (Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη), ο Απόλλων συνιστά τον θεολογικό πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα ζητήματα της συλλογικής μοίρας, της ατομικής ευθύνης και της σύγκρουσης μεταξύ ανθρώπινης και θεϊκής ηθικής.
Απο το arxaiaellinika.gr
Αισχύλος: Το Δίλημμα του Ορέστη και ο Νέος Νόμος
Στην τριλογία της Ορέστειας (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες), η παρέμβαση του Απόλλωνα είναι απόλυτη και, για τα ανθρώπινα δεδομένα, τρομακτική. Στις Χοηφόρους, ο Ορέστης εξηγεί ότι ο Απόλλων τού έδωσε έναν ρητό, αμείλικτο χρησμό: πρέπει να δολοφονήσει τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα, και τον εραστή της, Αίγισθο, προκειμένου να εκδικήσει τον φόνο του πατέρα του (Αγαμέμνονα).Ο θεός απείλησε τον Ορέστη με φρικτές, φθοροποιές ασθένειες, λέπρα, ψυχική κατάρρευση και ισόβια εξορία από κάθε ανθρώπινη κοινότητα εάν αρνιόταν να υπακούσει. Η πράξη της μητροκτονίας εκτελείται υπό θεϊκό καταναγκασμό.
Εντούτοις, ο Ορέστης αμέσως στιγματίζεται από το μίασμα και κυνηγιέται ανηλεώς από τις Ερινύες (τις πανάρχαιες θεότητες του αίματος). Στις Ευμενίδες, καταφεύγει ικέτης στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο θεός, ως ο κατεξοχήν προστάτης της κάθαρσης (Αποτρόπαιος), ρίχνει τις Ερινύες σε ύπνο, καθαρίζει τον Ορέστη και τον παραπέμπει στην Αθήνα, ζητώντας από τον Ερμή να τον συνοδεύσει. Στην περίφημη δίκη στον Άρειο Πάγο, ο Απόλλων εμφανίζεται ως συνήγορος υπεράσπισης του Ορέστη απέναντι στις Ερινύες (οι οποίες απαιτούν το αίμα του, αρνούμενες οποιαδήποτε έννοια ελαφρυντικών ή δικαστικής λογικής). Η σύγκρουση αυτή συμβολίζει το τέλος του αρχέγονου, τυφλού νόμου της αντεκδίκησης (βεντέτας) και την εγκαθίδρυση μιας νέας, ορθολογικής (και πατριαρχικής, καθώς ο Απόλλων υποστηρίζει ότι η μητέρα είναι απλώς ο «φορέας» του σπόρου του πατέρα) νομικής τάξης.
Σοφοκλής και Ευριπίδης: Ο Σκοτεινός Θεός και η Ανθρώπινη Κριτική
Στον Σοφοκλή (Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα), ο ρόλος του Απόλλωνα είναι λιγότερο φυσικός και περισσότερο δομικός. Είναι η αόρατη δύναμη που, μέσω των χρησμών της, διαπλέκει το πεπρωμένο του Οιδίποδα με τρόπο αδυσώπητο. Ο θεός της γνώσης και της αλήθειας αποκαλύπτει σταδιακά τα γεγονότα, φέρνοντας την ολοκληρωτική καταστροφή, καταδεικνύοντας πως το ανθρώπινο μεγαλείο δεν είναι τίποτα μπροστά στο σκοτεινό, πολύπλοκο θεϊκό σχέδιο.
Ο Ευριπίδης, ως στοχαστής του ύστερου 5ου αιώνα π.Χ., προχωρά σε σκληρότερη διερεύνηση. Στο έργο Ίων, η κριτική ενάντια στον Απόλλωνα αγγίζει τον ανοιχτό αντικληρικαλισμό. Ο μύθος του έργου έχει ως εξής: ο Απόλλων βίασε την πριγκίπισσα της Αθήνας Κρέουσα σε ένα σπήλαιο στην Ακρόπολη.Ενδίδοντας στον τρόμο της κοινωνικής κατακραυγής και στις πατριαρχικές απαιτήσεις περί παρθενίας (με έμφαση στον φόβο της προς τη μητέρα της), η Κρέουσα εξέθεσε το βρέφος της (τον Ίωνα) στοιχείο στο οποίο ο Ευριπίδης αναδεικνύει την απελπισία της γυναικείας θέσης. Ο Απόλλων ζήτησε από τον Ερμή να σώσει το παιδί και να το μεταφέρει στους Δελφούς, όπου μεγάλωσε ως νεωκόρος του.
Χρόνια αργότερα, η Κρέουσα—παντρεμένη πλέον με τον Ξούθο και άτεκνη—επισκέπτεται τους Δελφούς. Το έργο ξεδιπλώνει μια τρομερή αντιπαράθεση: η Κρέουσα θρηνεί το (όπως νομίζει) νεκρό παιδί της και κατηγορεί ευθέως τον Απόλλωνα για αναισθησία και θεϊκή κατάχρηση εξουσίας, αρνούμενη να δεχθεί ότι ο θεός της αλήθειας ενήργησε ως κοινός εγκληματίας. Το έργο έχει αίσιο, «κωμικό» τέλος (αναγνώριση μητέρας και γιου), αλλά η ηθική βλάβη παραμένει: οι θεοί παίζουν με τις ζωές των ανθρώπων. Ο Ευριπίδης τονίζει την «απούσα παρουσία» του Απόλλωνα (που λειτουργεί πάντα από το παρασκήνιο, αρνούμενος να αντιμετωπίσει την Κρέουσα πρόσωπο με πρόσωπο).
Στην Άλκηστη, ο Ευριπίδης προβάλλει μια άλλη, πιο ανθρώπινη όψη του: ο Απόλλων λειτουργεί ως προστάτης του φίλου του, του θνητού βασιλιά Άδμητου. Ο θεός υπηρετεί ως βοσκός του Άδμητου (υπό την επίκληση Νόμιος) ως τιμωρία από τον Δία, επειδή—προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του, Ασκληπιού, από τον κεραυνό του Δία—ο Απόλλων είχε δολοφονήσει τους Κύκλωπες που σφυρηλάτησαν τον κεραυνό. Εδώ ο θεός αποδεικνύεται αφοσιωμένος φίλος, ωστόσο ενδεικνύεται ότι ακόμη και οι θεϊκές δυνάμεις υπόκεινται σε νόμους και τιμωρίες (κάθαρση).

Λυρική Ποίηση: Πίνδαρος, Βακχυλίδης και ο Απολλώνιος Χορός
Η λυρική ποίηση του 5ου αιώνα π.Χ. λειτούργησε ως το κατεξοχήν μέσο δημόσιας, συλλογικής εξύμνησης του θεού στο πλαίσιο πανελλήνιων εορτών. Η σύνθεση Παιάνων (ασμάτων υπέρ της νίκης, της ελπίδας ή της ίασης, τραγουδισμένων από χορούς με συνοδεία λύρας και αυλού) ήταν συνώνυμη της απολλώνιας λατρείας.
Ο Πίνδαρος, του οποίου τα έργα διασώθηκαν αποσπασματικά (και ενοποιήθηκαν από τους λογίους της Αλεξάνδρειας στους παπύρους της Οξυρύγχου), θεωρούσε εαυτόν υπερασπιστή της πατροπαράδοτης θρησκείας (παρομοιάζοντας εαυτόν με «αετό»). Στον Παιάνα VI, περιγράφει με επικό βάθος τον ρόλο του Απόλλωνα στη δολοφονία του Αχιλλέα (και την καριέρα του Νεοπτόλεμου στους Δελφούς), ενώ στους Παιάνες II (που αναφέρεται στον ήρωα Άβδηρο και τη νίκη των Αβδηριτών έναντι των Θρακών), IV (για τον ευβοϊκό μύθο του Εύξαντιου), και V (για την αποίκηση της Εύβοιας από τους Αθηναίους), ο θεός λειτουργεί ως το ευρύτερο θρησκευτικό υπόβαθρο της δράσης. Στον Παιάνα VIII, περιγράφεται ο περίπλοκος μύθος της διαδοχικής κατασκευής των τεσσάρων ναών των Δελφών, ενώ στους Πυθιόνικους (και στην Ισθμιόνικη 1.7-9 για την Κέα) και στις Ολυμπιακές ωδές (όπως η 3η), ο Πίνδαρος τονίζει τη μυστική διασύνδεση του θεού με τους Υπερβόρειους και την απόλυτη αρμονία της λύρας του που γαληνεύει ακόμη και τον αετό του Δία.
Ο Βακχυλίδης («το αηδόνι της Κέας»), σύγχρονος και ανταγωνιστής του Πινδάρου, προσέγγισε τους μύθους με πιο διηγηματικό, οικείο στο ευρύ κοινό ύφος. Στη διάσημη Ωδή 16, η οποία παραδοσιακά θεωρείτο ότι περιγράφει την αναμονή των Δελφών για την επιστροφή του θεού από τους Υπερβόρειους, νεότερες ερευνητικές μελέτες προτείνουν ότι ίσως συντέθηκε για τα Θαργήλιατης Αθήνας. Επίσης, η Ωδή 18 του Βακχυλίδη, που είναι γραμμένη με τη μορφή διαλόγου μεταξύ του χορού και του βασιλιά Αιγέα (για τον Θησέα), καταδεικνύει την επιρροή της απολλώνιας και διονυσιακής διθυραμβικής μορφής στη γέννηση της αττικής τραγωδίας. Ο Βακχυλίδης, ακόμη, υμνεί (όπως και ο Ηρόδοτος) το πώς ο Απόλλων έσωσε τον Κροίσο από την πυρά, αρπάζοντάς τον την τελευταία στιγμή και μεταφέροντάς τον στους Υπερβόρειους.
