Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακούει φωνές
Για να μην παρεξηγηθώ, ακούει φωνές κατ’Αντζελα ∆ημητρίου, η οποία έχει τραγουδήσει την ουσία της διλημματικής απόγνωσης με τους εξής στίχους:
Του Κώστα Βαξεβάνη από το Κυριακάτικο Documento
«∆υο φωνές μου φωνάζουν,
να φύγω… να πάω, πού;
∆υο φωνές μου φωνάζουν
δυο φωνές με τρομάζουν,
να μείνω… να κάνω, τι;»
Ποια είναι η λύση για τον πρωθυπουργό ο οποίος έχει φτάσει σε αδιέξοδο δρόμο, αλλά την ίδια ώρα θεωρεί ότι θα σωθεί επειδή προηγείται με απόσταση στη διαδρομή; Η επίκληση του ανύπαρκτου αντιπάλου είναι μια κάποια λύση αλλά δεν είναι λύση για πολύ ακόμη. Ο πόλεμος (Ισραήλ και ΗΠΑ) κατά του Ιράν, τον οποίο τόσο αγάπησε και υπηρέτησε ο Μητσοτάκης, τον φέρνει μπροστά στις επιπτώσεις του. Η οικονομία είναι βομβαρδισμένη, οι πολίτες αισθάνονται ανυπεράσπιστοι ενώ τα σκάνδαλα γίνονται κομμάτι της καθημερινότητας.

∆ύο δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν μπει στην ημερήσια διάταξη και ο πρωθυπουργός προσπαθεί να ξεφύγει μέσω ενός αντισυνταγματικού νομικισμού
Θα αποφασίσει, λέει, ανάλογα με τα στοιχεία για ποιους θα ψηφίσει να αρθεί η ασυλία τους και για ποιους όχι. Η άρση όμως της ασυλίας των βουλευτών με βάση το σύνταγμα και το άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής δεν σχετίζεται με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών και τα τερτίπια του. Οταν ο εισαγγελέας διαβιβάζει στη Βουλή μία δικογραφία για βουλευτή είναι κατόπιν έρευνας. ∆εν διαβιβάζει αμελλητί κενό φάκελο για να αποφασίσει η ολομέλεια αν υπάρχουν στοιχεία όπως συμβαίνει με τους υπουργούς. Η διαβίβαση της δικογραφίας με το αίτημα της άρσης ασυλίας σημαίνει ότι ύστερα από εισαγγελική έρευνα έχουν προκύψει ενδείξεις για την τέλεση του αδικήματος και ο εισαγγελέας ζητά από τη Βουλή να άρει την ασυλία για να ασκηθεί η δίωξη. Η Βουλή απαγορεύεται να υπεισέλθει στην ουσία της δικογραφίας, αλλά πρέπει να ψηφίσει για να αρθεί η ασυλία αφού εξετάσει τη μία και μοναδική περίπτωση που έχει δικαίωμα να μην το κάνει: το αδίκημα για το οποίο ζητείται η άρση της ασυλίας να αφορά έκφραση γνώμης στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ρόλου.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αφού επί επτά χρόνια έχει μετατρέψει κάθε κοινοβουλευτική διαδικασία, από τις επιτροπές έως τις προανακριτικές της Βουλής, σε «αποφασίζω και διατάζω» της κυβερνητικής πλειοψηφίας, δημιουργεί τη δική της εκποιημένη δημοκρατία των συσχετισμών. Κανένας νόμος, καμιά δημοκρατική παράδοση και πολιτική αξιοπρέπεια δεν έχουν θέση στις αίθουσες της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Αν αποφασίσει ο Μητσοτάκης ότι αλλάζουν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες ή ερμηνείες, αλλάζουν.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι πώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που φιλοδοξούν μάλιστα να απαλλάξουν τη χώρα από τον Μητσοτάκη, δεν έχουν καταδείξει αυτό που συμβαίνει. Πώς είναι δυνατόν να βγαίνουν βουλευτές της Ν∆ στα πάνελ και να υπερασπίζονται τα «μη στοιχεία» για τους βουλευτές που εμπλέκονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όταν υπάρχει εισαγγελική βεβαιότητα βάσει στοιχείων για δίωξη, και να μην υπάρχει ένας βουλευτής άλλου κόμματος να απαντήσει ότι υπάρχουν στοιχεία; Πώς εξηγείται το να φεύγει η πολιτική αντιπαράθεση από το πεδίο των πραγματικών στοιχείων και να πηγαίνει στη σφαίρα του αφηγήματος του κάθε πολιτικάντη; Ποιος θα υπερασπιστεί τελικώς τον κοινοβουλευτισμό; Ο Μητσοτάκης που τον έχει στον γύψο; Ο Ανδρουλάκης που τον θεωρεί stage; Ο Φάμελλος που έχει γίνει ο πρώτος ηγέτης κόμματος που ανήκει σε άλλο κόμμα; Ή μήπως ο επανακάμψας Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος αφού τον απαξίωσε με δύο χρόνια σιωπής στο κοινοβούλιο, ζήτησε από όποιον νυν βουλευτή θέλει να τον ακολουθήσει να παραιτηθεί από τον κοινοβουλευτικό ρόλο; Μα τότε ποιος θα υπερασπιστεί τι μέσα στη Βουλή; Οι απόντες ή οι «ωσεί παρών»;
Σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα μια κυβέρνηση με τόσα σκάνδαλα, που σφίγγουν κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής, δεν θα μπορούσε να σταθεί. Ποια ευρωπαϊκή κυβέρνηση θα παρέμενε στη θέση της ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραπέμπει να δικαστούν έντεκα βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος με βάση στοιχεία;
Αυτό το «Μένουμε Ευρώπη» μητσοτακικά επικρατεί για δύο λόγους. Ο ένας αφορά το πώς εκπαίδευσε το σύστημα Μητσοτάκη την κοινή γνώμη. Στο παρελθόν, ύστερα από κάποιο σκάνδαλο που αφορούσε στελέχη των κομμάτων, τα κόμματα είχαν τη θεωρία του «μεμονωμένου περιστατικού». Αυτό που συνέβαινε δήθεν δεν εξέφραζε το κόμμα και την πολιτική του, αλλά ήταν τυχαία εκτροπή. Σήμερα ολόκληρη η κυβέρνηση αποτελεί περιστατικό. Από την ώρα που πήρε την εξουσία, το μισό κόμμα της Ν∆ πηγαινοέρχεται στα εισαγγελικά γραφεία. Παρ’ όλα αυτά ο Μητσοτάκης κατάφερε να δημιουργήσει την πεποίθηση στην κοινωνία ότι έτσι είναι η ζωή, η πολιτική και τα κόμματα. Επί της ουσίας ο Μητσοτάκης κατάφερε να εκμεταλλευτεί προς όφελός του την παγίωση της άποψης ότι τα κόμματα είναι βρόμικα. Οχι επιδεικνύοντας τιμιότητα, αλλά το αναπόφευκτο.
Η συγκατοίκηση της κοινωνίας με τη διαφθορά και τα σκάνδαλα αφορά όμως και τους αντιπάλους του Μητσοτάκη
Η αντιπαράθεση με την επικρατούσα διαφθορά έπαψε να είναι πολιτικό ζητούμενο. Στην Αριστερά, που υπήρξε μάλιστα κυβερνώσα, η αντιπαράθεση με τη διαφθορά και τα σκάνδαλα θεωρήθηκε σκανδαλολογία και λαϊκισμός. Στο ιδεατό αριστερό σύμπαν η Αριστερά έπρεπε να ασχολείται με τη γενική θεωρία, τις αποχρώσεις της και τις συνιστώσες της και όχι με την ποταπότητα των σκανδάλων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο κόσμος εξοικειώθηκε με τη μαυρίλα της κανονικότητας. Επαψε να θεωρεί λύση την αντιπαράθεση για το πρόβλημα και στο τέλος την ίδια την πολιτική. Ο Μητσοτάκης αυτήν τη στιγμή έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Οσα σκάνδαλα κι αν αποκαλυφθούν, δεν υπάρχει η δυνατότητα να υπάρξει κάποια πολιτική έκφραση που να υπόσχεται λύση και να τον απειλεί. Κανένα κόμμα δεν βάζει θέμα εκλογών, ενώ είναι βέβαιο πως η «γαλάζια» κυβέρνηση δεν έχει πλέον καμιά κοινωνική νομιμοποίηση. Οι πολιτικές ηγεσίες παίρνουν απλώς θέση γύρω από τον Μητσοτάκη, φιλοδοξώντας να μαζέψουν κάποια από τα κομμάτια του.
Το πολιτικό σκηνικό αποτελείται από τον Μητσοτάκη και κόμματα που προσπαθούν να μοιράσουν τα ιμάτια της ξεσκισμένης πολιτικής. Το θεωρητικό ζητούμενο για να φύγει ο Μητσοτάκης, που ωστόσο κανένας δεν εκφράζει πρακτικά με τον μοναδικό τρόπο που υπάρχει –με εξαίρεση τις τελευταίες ώρες το ΠΑΣΟΚ–, να ζητήσει εκλογές, απλώς του δίνει τη δυνατότητα να κάνει χειρισμούς.
Το αδιέξοδο στο επόμενο διάστημα θα είναι σχιζοφρενικό. Ο Μητσοτάκης θα προσπαθεί να ξεφύγει από την αναποτελεσματικότητα έχοντας τον φόβο ότι αργά ή γρήγορα θα παραδοθεί στη μοίρα του. Οι φωνές που ακούει για το αν θα φύγει ή θα μείνει και πώς ή για το αν θα κάνει εκλογές και πότε δεν μπορούν να φέρουν πολιτική λύση. Ο Μητσοτάκης κατάφερε να εκπαιδεύσει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα στον τακτικισμό και στη δημοσκοπική λαγνεία. Με την έννοια αυτή, πλείστοι από όσους τον αντιστρατεύονται, φιλολογικά και χωρίς πολιτικό έρμα, είναι σύμμαχοι.

Στο χέρι της αντιπολίτευσης είναι να τον εξαναγκάσει σε παρετηση !