Στα 40 του χρόνια, ο Φραντς Κάφκα (1883-1924)
που δεν παντρεύτηκε ποτέ ούτε απέκτησε παιδιά, περπατούσε σε ένα πάρκο του Βερολίνου όταν συνάντησε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε επειδή είχε χάσει την αγαπημένη του κούκλα. Μαζί έψαξαν για την κούκλα, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο Κάφκα της είπε να ξανασυναντηθούν εκεί την επόμενη μέρα και να την ψάξουν ξανά.

Την επόμενη μέρα, ενώ ακόμα δεν είχαν βρει την κούκλα, ο Κάφκα έδωσε στο κοριτσάκι ένα γράμμα «γραμμένο» από την κούκλα που έλεγε: «Παρακαλώ, μην κλαις. Έκανα ένα ταξίδι για να δω τον κόσμο. Θα σου γράψω για τις περιπέτειές μου».
Έτσι ξεκίνησε μια ιστορία που συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του Κάφκα
Κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους, ο Κάφκα διάβαζε προσεκτικά τα γράμματα της κούκλας, γεμάτα περιπέτειες και συνομιλίες που φαίνονταν στο κοριτσάκι αξιολάτρευτες.
Τελικά, ο Κάφκα επέστρεψε την κούκλα (την είχε αγοράσει). «Δεν μοιάζει καθόλου με την κούκλα μου», είπε το κοριτσάκι.
Ο Κάφκα της έδωσε άλλο ένα γράμμα στο οποίο η κούκλα έγραφε: «Τα ταξίδια μου με έχουν αλλάξει». Το κοριτσάκι αγκάλιασε τη νέα κούκλα και την πήγε ευτυχισμένο σπίτι.
Έναν χρόνο αργότερα, ο Κάφκα πέθανε
Πολλά χρόνια μετά, το κοριτσάκι, πια ενήλικη, βρήκε ένα γράμμα μέσα στην κούκλα. Στο μικρό γράμμα, υπογεγραμμένο από τον Κάφκα, έγραφε:
«Πιθανότατα θα χάσεις ό,τι αγαπάς, αλλά στο τέλος, η αγάπη θα επιστρέψει με άλλον τρόπο.»

Το «κρυμμένο γράμμα μέσα στην κούκλα που βρέθηκε χρόνια αργότερα» δεν υπάρχει σε καμία πρωτογενή πηγή — είναι λογοτεχνικό στόλισμα μεταγενέστερων αφηγήσεων.