Αποκριάτικη Νυχτιά, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Αποκριάτικη Νυχτιά» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών.

Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.
Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρη δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της ,της Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιας ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογή την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέση το φουστάνι της», κι έλεγε· «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!». Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρίον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Άλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.
Την εσπέραν πάλιν, ο Σπύρος ο Βεργουδής θα εύρισκε δουλειάν, αν ήθελε, με σβηστήν την λάμπαν, να μένη εις το ανώγειων δωμάτιόν του και να ίσταται όπισθεν του ανατολικού παραθύρου, κατασκοπεύων τους εισερχομένους, ή να κολλά το ούς εις την κλειδότρυπαν, ακροώμενος λόγους και κρότους και ψιθυρισμούς. Αύτη ήτο η κυρία είσοδος της οικίας, δι’ ης εισήρχετο και αυτός εις το πενιχρόν δωμάτιόν του, είσοδος επίσημος, δια της οποίας έμβαιναν όλοι οι συγγενείς, φίλοι και γνώριμοι της οικίας, κατά εκατοντάδας αριθμούμενοι. Και αν ήθελε να μεταβή προς στιγμήν εις το άλλο παράθυρον του δωματίου του, προς μεσημβρίαν βλέπον, απ’ εκεί θ’ αντίκρυζε την άλλην, την μικράν είσοδον, συνεχομένην με το μαγειρείον, όπου διημέρευε συνήθως η κυρία Ζαχαρού, η μήτηρ της οικογενείας, καπνίζουσα ανέτως τα σιγαρέττα της. Ήτο οικία όπου ηδύνατό τις να παίξη εν ανέσει το κρυφτάκι, και άλλας παιδιάς. Δύο άνθρωποι, ο πρώτος κυνηγούμενος υπό του δευτέρου, ή αδιακρίτως κυνηγούντες αλλήλους, χωρίς να φαίνεται τις ο διώκων και τις ο φεύγων, ηδύναντο να εισέρχονται και να εξέρχονται αλλεπαλλήλως δια των δύο θυρών, επί ημέρας και νύκτας, χωρίς ο εις να φθάση ποτέ ή ν’ αντικρύση τον έτερον.
Και αν επέστρεφε πάλιν προς το παράθυρον το ανατολικόν, ή προς την μικράν του θύραν, και επεσκόπει την κυρίαν είσοδον, εκεί ήκουεν, άμα ενύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, να κρούεται η θύρα, και εισήρχοντο οι επισκέπται, και τότε ήκουε καλησπέρες και χαιρετισμούς και προσρήσεις, κι ενίοτε φιλήματα… μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν’ ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας. Σπεύδω να είπω, προς καθησύχασιν του αναγνώστου, ότι τα ήθη της οικογενείας, περί ης ο λόγος, ανειμένα κατά το φαινόμενον, πράγματι ήσαν αυστηρά. Αλλ’ η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέση, αλλ’ αναγκαίως θα υποχωρήση εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ. Ήσαν ομολογουμένως άνθρωποι αισθηματίαι, φιλόφρονες, ανοικτόκαρδοι. Γνωρίμους είχαν το ήμισυ της πόλεως και αν ημέρα παρήρχετο χωρίς ν’ αυξήσωσι κατά μίαν τουλάχιστον τας γνωριμίας των, αι δύο κόραι θα εθεώρουν ως χαμένην την ημέραν εκείνην.
Επειτα, ήσαν αι ημέραι της Απόκρεω, και ο κόσμος έξω διεσκέδαζε. Μόλις ενύκτωνε, και ο νέος, ο μονάζων εν τω δωματίω του, ήκουε φωνάς, άσματα, κιθαρισμούς, έξω της αυλής. Και αν επ’ ολίγα λεπτά έμενεν έρημος εισερχομένων επισκεπτών ο μικρός πρόδρομος, και ο άγριος νέος ετόλμα να εξέλθη έως τον εξώστην με την παλαιάν λιθίνην κλίμακα, τον ζευγνύοντα την οικίαν με τον τοίχον της αυλής, και προέκυπτε την κεφαλήν δια της αυλείου θυρίδος, της φραγμένης με σίδηρα, ως θυρίδος ειρκτής, δια να κοιτάξη εις την οδόν, θα έβλεπε, κατά ζεύγη, κατά τετρακτύας, κατά εξάδας, ισταμένους τους κιθαρωδούς της νυκτός κάτωθεν της θυρίδος, επί του όχθου της ανωφερούς οδού, εξαγγέλοντας εν χορδαίς και οργάνω τα αιώνια παράπονά των κατά της σκληρότητος των δύο νεανίδων. Διότι όλοι οι νέοι της γειτονιάς, και όχι ολίγοι από άλλας συνοικίας ήσαν ερωτευμένοι με τας δύο αδελφάς. Τούτων τινές ηγάπων μάλλον την Μέλπω, άλλοι μάλλον την Κούλαν· οι δε πλείστοι τας ηγάπων και τας δύο. Πολλοί αυτών ήσαν εκ των γνωρίμων της οικίας, αλλ’ εάν ήσαν προς καιρόν, εκ μικράς παρεξηγήσεως, εις δυσμένειαν, ή εάν εκ του πλήθους των επισκεπτών, δεν υπήρχε δι’ αυτούς χώρος εν τη συναναστροφή μιας εσπέρας, έπαιρναν την κιθάραν των, τα μανδολίνα των, τες φυσαρμόνικες των, και με τους φθόγγους της μουσικής εζήτουν ν’ αποκοιμίσωσι τον πόνον της καρδίας.
Την ημέραν εκείνην, μεσοβδόμαδα της Τυρινής, είχον αυξήσει, ως πάντοτε, κατά μονάδας τινάς, αι γνωριμίαι της οικίας. Μεταξύ άλλων είχεν έλθει ανθυπασπιστής νεαρός, ξανθός, με αγκιστροειδή μύστακα, όν είχε εισαγάγει είς των τριτεξάδελφων της οικογενείας. Δυστυχώς αι δύο νεαραί κόραι έλειπαν. Είχον εξέλθει συνοδευόμεναι υπό δύο ανεψιάδων της μητρός των δια να κάμωσιν οψώνια εις την οδόν Ερμού. Εις την οικίαν ευρίσκετο μόνη η γραία, ήτις εκάπνιζεν το σιγαρέττον της εις το μαγειρείον, η υπηρέτρια, ήτις εσκούπιζε τας δύο κλίμακας, και το μέρος της αυλής, το έξω της δικαιοδοσίας των τριών πλυντριών, και ο κυρ Ζαχαρίας, ο οικοδεσπότης, ιδιότροπος γέρων, ζων από τα ολίγα εισοδήματα των δύο οικιών και τριών μαγαζιών του, τον οποίον, αν ήκουε τις, αιωνίως μεμψιμοιρούντα, φωνάζοντα, επιπλήττοντα, θα έλεγε, «Να αυστηρός πατέρας!», και όμως, τα της οικίας εκυβέρνων η γραία και αι δύο κόραι, όλαι δ’ αι φωναί του γέροντος ήσαν μόνον ήχος και πάταγος δια ν’ ακούεται. Οι τέσσαρες νέοι δεν εμαζεύοντο ποτέ εις την οικίαν. Ο τριτότοκος είχε νυμφευθή ήδη, δεκαοκταετής, άνευ της αδείας των γονέων του, ο δε υστερότοκος είχε σχέσεις με μίαν οικογένειαν, όπου διημέρευε, προτιμών να φοιτά εκεί μάλλον παρά εις την β’ του γυμνασίου· ο πρωτότοκος ήτο υπάλληλος μιας των Τραπεζών, τρεφόμενος από την οικίαν και δαπανών αλλού τους μισθούς του, ο δευτερότοκος ήτο λοχίας του πεζικού. Ως και ο κουμπάρος, ο μόνος, όστις είχεν εγκαθιδρυθή εις την οικίαν, ως εις οικίαν του, επί τη προφάσει ότι δεν είχεν οικογένειαν ιδικήν του, ενώ είχε τρία νόθα τέκνα εκ τινος απατηθείσης πτωχής, ο ασυνείδητος, δεν ευρέθη παρών, ήτο εις τας εργασίας του, κατά την ώρα της επισκέψεως του ανθυπασπιστού. Με πολλήν του δυσαρέσκειαν, ο κυρ Ζαχαρίας, ηναγκάσθη να δεχθεί αυτός την επίσκεψιν του τριτεξάδελφου, του οδηγούντος τον νεαρόν στρατιωτικόν.
Ο ξανθός σπαθοφόρος είχεν ιδεί εις εμπορικόν τας δύο αδελφάς, όπου εις των φίλων του τού τας έδειξε, λέγων περί αυτών πολλούς αμφιβόλους επαίνους. Αι δύο νεάνιδες του ήρεσαν. Είτα πάλιν τας επανείδεν εις τον περίπατον, ότε ο μετ’ αυτού συμπεριπατών τας εχαιρέτισεν, εξηγήσας αυτώ ότι ήσαν εξαδέλφαι του. Ο ανθυπασπιστής του είπεν: «Έμαθα ότι είναι πολύ κοινωνικές, ότι έχουν ανοικτό σπίτι». «Θέλεις να σε συστήσω; του είπεν ο εξάδελφος· όρεξη νάχης, θα ευχαριστηθούν πολύ, γιατί έχουν κι’ αυτές έναν αδελφό λοχίαν». Και την επαύριον τον ωδήγησεν εις την οικίαν.
Ο ανθυπασπιστής, περιμένων να ιδή ενώπιον του τας δύο ανθηράς μορφάς και ευρεθείς αίφνης ενώπιον της σκυθρωπής όψεως και της λευκής γενειάδος του κυρ Ζαχαρία, περιήλθεν εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε πως ν’ αρχίσει την ομιλίαν. Εν τούτοις ο γέρων, οφείλων κάτι να είπη, έδειξε διά του παραθύρου την ευρείαν έκτασιν μέρους της πόλεως και του ελαιώνος, λέγων·
– Έχουμε από δω κύριε ανθυπασπιστά, ωραίαν θ έ α ν.
– Μάλιστα, είπεν ο ανθυπασπιστής, και μέσα του εμορμύρισεν: «έχετε, μάλιστα, δύο θ ε ά ς».
Είτα επ’ ολίγα λεπτά, όλοι εσιώπησαν.
– Έμαθα ότι έχετε κι ένα υιόν εις τον στρατόν, είπεν ο ανθυπασπιστής.
– Ναι, είπεν ο κυρ Ζαχαρίας, όστις ηπόρησε πώς δεν εσυλλογίσθη να το αναφέρη πρώτος. Αυτός δεν ηθέλησε να πάη κατά το έ ν θ ι μ ο ν, και άμα έληξε η θητεία του, έμεινεν εις τον στρατόν. Να περιμένη τώρα προβιβασμόν! αν έχη τύχη, όπως τον εκατήντησαν τον στρατόν με τα κόμματά τους! Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι β ο υ λ ε π τ α ί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμα τους! Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Εγώ γίνομαι μπόγιας εις αυτουνούς. Εγνώρισα εγώ, στα χρόνια μου,
λ ο χ ί ο υ ς και δ ε κ α ν ε ί ς, οπού είναι, έως αυτής της η μ ε ρ ό ς,
σ υ ν τα γ μ α τ α ρ χ α ί ο ι και τ α γ μ α τ α ρ χ α ί ο ι! Πόσο εμετάγνοιωσα που δεν επήγα στον στρατό, στα χρόνια του Οθωνος! Θα ήμουν τώρα συνταγματάρχης!
– Και βλέπω ότι έχεις τουλάχιστον εν προσόν, θείε, είπεν ο τριτεξάδελφος αινιττόμενος τας μεταμφιέσεις των λέξεων του γέροντος.
– Όλοι αυτό λέγουν, κύριε, είπε μειδιών ο ανθυπασπιστής. Βέβαια, όλοι οι εξηντάρηδες θα ήσαν από τότε, συνταγματάρχαι, και όλοι οι εβδομηντάρηδες θα ήσαν αντιστράτηγοι. Μόνον, ποιος θα εδούλευε για να πληρώνη φόρους, δια να βγαίνουν οι μισθοί… Βέβαια, ο στρατός, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, είχε, και έχει ακόμα τα καλά του, δεν σας λέγω. Μόνον τα καλά του αυτά, προσέθηκε φιλοσοφικώς, είναι όσα φαίνονται κακά, κι εκείνα ίσα-ίσα τα οποία ο Ρωμιός δύσκολα συνηθίζει, και δι’ αυτό βλέπουμε όλους να φεύγουν τον στρατόν, και να νομίζουν ως ημέραν εορτής την ημέραν που θα πάρουν την άφεσίν των. Και δια τούτο τόσον ολίγοι είναι οι έχοντες την υπομονήν και την θέλησιν ν’ ακολουθήσουν το στρατιωτικόν στάδιον.
– Και ποία είναι αυτά τα καλά, ημπορούμεν να σας ερωτήσωμεν; είπεν ο κυρ- Ζαχαρίας.
– Αυτά τα καλά είναι η τακτική ζωή, η πειθαρχία, η σκληραγωγία, τα γυμνάσια, αι αγγαρείαι, η στρατιωτική τραχύτης εν γένει, η σκαιότης… από καμμιά φορά πέφτει και κανένας φούσκος… οι ά γ ρ α φ ο ι κ α ν ο ν ι σ μ ο ί, οι οποίοι ισχύουν περισσότερον από τους γραπτούς.
– Και οι ά γ ρ α φ τ οι κανονισμοί ποίοι είναι; ηρώτησεν ο οικοδεσπότης.
– Άγραφος κανονισμός είναι, όταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανέναν λιποτάκτην… να τον σπάζουν στο ξύλο…
– Α! έτσι; είπεν ο κυρ Ζαχαρίας… αγκαλά και το μέσον μ ο υ φ α ί ν ε τ α ι βάρβαρον, δεν είμαι όμως και πολύ ε ν ά ν τ ι ο ς. «Το ξύλο βγήκε απ’ την Παράδεισο».
Και λέγων εστέναξεν, ενθυμηθείς ίσως τους τέσσαρας υιούς του.
– Έπειτα είναι, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, και άλλα βασανιστήρια… Τα ελληνικά ζωύφια, το νοσοκομείον, η β ε λ ό ν α, τ ο μ ά ρ μ α ρ ο… Το πειθαρχείον, οι οχτάρες, οι δεκαπεντάρες, οι μηναρέδες…
– Οι μηναρέδες!… όχι να μην είναι χοτζάδες! είπεν ο οικοδεσπότης.
– Οι μ η ν α ρ έ δ ε ς, ναι… σας φαίνεται παράξενο, κυρ Ζαχαρία;
– Θείε, είπε γελών ο τριτεξάδελφος, μ η ν α ρ έ εις τον στρατόν ονομάζουν την μηνιαίαν φυλάκισιν.
– Α! έκαμεν ο κυρ Ζαχαρίας. Τότε ε ν δ ι α φ έ ρ ε ι.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις τον πρόδρομον. Ήσαν αι δύο νέαι, επιστρέψασαι από της οδού Ερμού, συνοδευόμεναι υπό των δύο ανεψιάδων. Εισήλθον ελαφραί, χαρίεσσαι, μετ’ ιδιορρύθμου κομψότητος ενδεδυμέναι, με αλλόκοτους το σχήμα πίλους και με κόκκινα πτερά, η Μελπομένη καστανή, κοντούλα, ευτραφής, χλωμή, αισθηματική, ρωμαντική, η Κυριακούλα, στακτερόξανθος, υψηλή, λιγνή, ισχνή, με ζωηροτάτους ηδυπαθείς οφθαλμούς, οίτινες ήσαν απροσδιορίστου χρώματος κι εφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ιστορίας. Πονηρά, άστατος, είρων, γοητεύουσα με τον τρόπον και απογοητεύουσα με τον λόγον, θωπεύουσα με το βλέμμα και σχίζουσαν με την γλώσσαν, είχε πολλάς δωδεκάδας εργολάβων, εις όλους έδιδεν ελπίδας, και όλους τους επερίπαιζε. Τοιαύτη ήτο η χαϊδεμένη Κούλα.
Έγινεν η παρουσίασις. Ο ανθυπασπιστής εμαγεύθη από τας δύο νεάνιδας και δεν ήξευρε ποίαν να πρωτοαγαπήσει. Απήλθεν μετά ημίσειαν ώραν, αιχμαλωτισμένος, λαβών πρόσκλησιν να έλθη μίαν των νυκτών τούτων της τελευταίας εβδομάδος της Απόκρεω, ότε κατά πάσαν εσπέραν εγίνετο συναναστροφή και χορός.
Την τελευταίαν εσπέραν της Τυρινής του έτους 1889 εχόρευσαν τόσον εις του κυρ- Ζαχαρία, ώστε ήτο φόβος μη πέσει το σαθρόν σκωληκόβρωτον πάτωμα της παμπαλαίου οικίας επί των κεφαλών της κυρα-Κατίγκως της Χρίσταινας, της γραίας Βασιλικής της Λεμονούς και της Σταματούλας της Γεμενίτσας, το μόνο μέσον δι’ ου αι τρεις αύται θα έπαυον διά πάντοτε τους καθημερινούς καυγάδες των.
Η ανατολική θύρα της οικίας δεν επρόφθανε ν’ ανοίγη και να κλείη. Εισήρχοντο κατά ζεύγη, κατά ομάδας, άνδρες, γυναίκες, μετημφιεσμένοι και άλλοι, προσωπίδες και πρόσωπα. Έτριζεν η θύρα με τους στροφείς, εστέναζε το πάτωμα, αντήχει ο διάδρομος, εβόμβει η αίθουσα από το πλήθος των προσκεκλημένων. Αι δύο νεάνιδες δεν επρολάμβανον να τρέχωσιν ανά παν δεύτερον ή τρίτον λεπτόν εις την θύραν, προϋπαντώσαι τους ερχομένους, ή προπέμπουσαι τους τυχόν απερχομένους, να επιστρέφωσιν εις την αίθουσαν, περιποιούμεναι τους μένοντας, να μεταβαίνωσιν εις τα δωμάτια, ανταλάσσουσαι ομιλίας με τους οικειοτέρους. Και ο χορός έπαυε και ανενεούτο κάθε δέκα λεπτά. Η Κούλα εχόρευεν ως να είχε πτερά εις τους πόδας, εκλέγουσα αυτή δια νεύματος τους συγχορευτάς της, επιτρέπουσα ως βασίλισσα να την παρακαλέσωσι να χορεύση. Η Μέλπω εδέχετο πάσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μη θέλουσα ν’ απορρίψη κανενός την παράκλησιν. Και η αυλή και η κλίμαξ εφεγγοβόλει, και από όλα τα παράθυρα εξήρχοντο ήχοι μουσικής, ως να ήτο η οικία όλη γιγαντιαίον κύμβαλον εναρμονίως ηχούν εκεί εις το ανασηκωμένον κράσπεδον της παλαιάς πόλεως. Και όταν επί μίαν στιγμήν έπαυον τυχόν οι τόνοι της μουσικής, τότε, έξωθεν της αυλής ηκούετο μελαγχολική καντάδα των κιθαρωδών της γειτονιάς, όσοι διά τινα αφορμήν δεν ήσαν δεκτοί ν’ ανέλθωσιν εις την πολυθόρυβον και φιλόκοσμον οικίαν. Τότε η Κούλα ύψωνε αορίστως το υγρόν όμμα εις το κενόν, ενώ η Μέλπω ηκούετο ψιθυρίζουσα με τους οδόντας της: «Οι καημένοι!»
Ερρέμβαζεν εξηπλωμένος επί της κλίνης του, ο Σπύρος ο Βεργουδής, πτωχός σπουδαστής, πρωτοετής της φιλοσοφικής σχολής, όστις και αν ήθελε να εισέλθη εις τον κόσμον δεν είχε τα μέσα.
Είναι αληθές, ότι αι δύο κόραι τον είχον προσκαλέσει να μετάσχη της εσπερινής διασκεδάσεως, αλλά πώς να υπάγη αυτός, δειλός, άπειρος του κόσμου, κακοφορεμένος, εν μέσω τόσων αγνώστων; Έπειτα προς την μίαν αυτών, την Κούλαν, έτρεφε αβρόν συναίσθημα ερωτικόν, και ήτο ζηλιάρης· δεν θα ηνείχετο να την βλέπη να χορεύη με τόσους και τόσους… και αυτός να μην ηξεύρη ευρωπαϊκόν χορόν! Είχε δειπνήσει την εβδόμην ώραν κι επειδή την εσπέραν εκείνην ενωρίς τα καφενεία έκλεισαν, ησθάνετο δε και ελαφρόν πόνον εις τους οδόντας, απεσύρθη από της ογδόης εις το δωμάτιόν του με το παράπονον εκείνο, οίον ο ξένος έχει μέσα του εις τοιαύτας ημέρας. Αλλ’ άμα έφθασεν εις το δωμάτιον, η λύπη του διεσκεδάσθη, και τώρα εξηπλωμένος επί της κλίνης του ερρέμβαζε κι επαρηγορείτο, σκεπτόμενος ότι αυτός ήτο αναμφιβόλως ο ευδαιμονέστερος, διότι χωρίς να παρευρίσκεται εις καμμίαν διασκέδασιν, μετείχε τριών η τεσσάρων συγχρόνως. Ήκουε τον απερίγραπτον θόρυβον της οικίας, όστις μόνος του ήξιζε δια τρεις ή τέσσαρας εορτάς, κι εχόρευε μετά της κλίνης του ακουσίως νανουριζόμενος από τα άσματα, την μουσικήν και τας ορχήσεις. Είτα κατά το διάλειμμα του χορού, ήκουσε το μελαγχολικόν άσμα και την κιθάρα εις την οδόν, και λησμονήσας εαυτόν, ηρώτα μέσα του· «Δεν έχουν τάχα πού ν’ αποκρέψουν, οι δυστυχισμένοι;» Είτα πάλιν εσκέφθη: «Αναμφιβόλως θα έχουν πού ν’ αποκρέψουν, αλλά προτιμούν να βλέπουν τα φωτισμένα παράθυρα». Έπειτα ήκουε και άσμα και χορόν εντόπιον εις δύο γειτονικάς οικίας. Ιδού, όλων αυτών των διασκεδάσεων μετείχε, χωρίς να είναι παρών. Έλεγε δε καθ’ εαυτόν· «Χωρίς άλλο, διά να εκτιμήση τις μουσικήν και χορόν, πρέπει να είναι ακροατής μακρόθεν. Από σιμά ο γινόμενος θόρυβος εκκωφαίνει τα ώτα και εκπτοεί την κρίσιν». Αίφνης ησθάνθη παραδόξως εις τους αλγούντας οδόντας του κάτι ως αιμωδίασιν, και ενθυμηθείς τον μύθον εψιθύρισεν: «Όμφακές εισί».
Αλλ’ ιδού ακούει κάτω από τας πόδας το και άλλον θόρυβον και άλλην διασκέδασιν. Εχόρευον τον συρτόν ή τον καλαματιανόν, κι ετραγουδούσαν το «Μαύρο γεμενί» και το «Μύλο της θειας μου της Κοντύλως».
Υπό τους πόδας του ακριβώς, κατώκει εις το ισόγειον η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της, της Μαρουσώς. Φαίνεται ότι την εσπέραν εκείνην είχαν κάμει αγάπην και αι τρεις, με την Λεμονού και την Χρίσταιναν, μετά της Φρόσως και της Γεώργαινας και του συζύγου της, και είχαν αποφασίσει «ν’ αποκρέψουν» ομού. Τώρα δε, αφού έφαγαν, είχαν στήσει και αυταί τον χορόν, είς ανήρ και πέντε γυναίκες, με τρία μικρά παιδία. Ενωρίς ακόμη, όταν ο Σπύρος είχεν έλθει από το μαγειρείον, όπου έφαγε, μόλις ανέβη εις το δωμάτιον του, και ήναψε την λάμπαν, ακούει ελαφρόν κτύπον εις την θύραν του. Ο πρόδρομος ήτο ακόμη γαλήνιος, διότι δεν είχαν αρχίσει να επέρχονται τα κύματα των προσκεκλημένων. Ο Σπύρος ενόμισεν, ότι θα ήτο η κυρία Ζαχαρού, και ότι θα ήλθε δια να επαναλάβη προς αυτόν την πρόσκλησιν, ήν του είχαν κάμει ήδη αι κόραι της. Εσπευσε ν’ ανοίξη. Ηπατάτο, δεν ήτο η γραία. Ήτο η Μαρούσα, η ψυχοκόρη της Σταματούλας, δεκατεσσάρων ετών κορασίς, μελαχροινή, νόστιμη, με μαύρα όμματα, με λευκόν μανδήλιον περί την κεφαλήν, την οποίαν προ δύο ετών, όταν ήτο μαθητής του γυμνασίου και κατώκει εις γειτονικόν δωμάτιον, ενθυμείτο μικράν άσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, αληθές «γυφτοκόνισμα», και ήτις τώρα είχε «ξετρίψει» κι εγίνετο ωραία. Ήτο δευτέρα ή τρίτη φορά καθ’ ην η μικρά ανέβαινεν εις το δωμάτιόν του. Είχεν έλθει άλλας δύο φοράς δια να λάβη τα προς πλύσιν ενδύματα του, ή δια να φέρη πλυμένα δια των χειρών της θετής μητρός της. Και την φοράν ταύτην, ο Σπύρος ενόμισεν ότι ήλθε να του ζητήση ρούχα, και ήτο έτοιμος να την ερωτήση· «Θα πλύνη αύριο η μάννα σου, Καθαρή Δευτέρα;» Αλλ’ η κορασίς, προλαβούσα, του λέγει·
– Κύριε Σπύρο, είπ’ η μητέρα μου, δεν κοπιάζεις κάτω, ν’ αποκρέψουμε, αν αγαπάς;…
Ο Σπύρος δεν επερίμενε την πρόσκλησιν ταύτην, και, χωρίς να σκεφθή απήντησεν·
– Ευχαριστώ, κορίτσι μου, έφαγα εγώ, απόκρεψα, να μου την χαιρετάς.
Η παιδίσκη επανέλαβε·
– Κι αν έφαγες είπ’ η μητέρα μου, να κοπιάσεις ύστερα, που θα χορέψουμε…
– Μπράβο, έχω ευχαρίστησιν, είπε μειδιών ο νέος· ποιοι και ποιοι θα είσθε;
– Θάμαστε η μητέρα μου κι εγώ κι η κυρα Χρίσταινα κι η Φρόσω κι η κυρα Βαγγελή κι η κυρα Γιώργαινα με τον κυρ – Γιώργη, κι ο Νίκος κι ο Τάσος κι ο Αντωνάκης της κυρα-Γιώργαινας.
– Κάτι πολλοί! είπε μετά θαυμασμού ο Σπύρος. Και τα έχετε καλά τώρα με την κυρα Χρίσταινα και με την κυρα Βαγγελή;
– Δεν έχουμε τίποτα…
– Τόσο καλύτερα… Χαιρέτα μου τη μητέρα σου, θα είχα μεγάλη ευχαρίστηση… μα έχω πονόδοντο και θα κοιμηθώ νωρίς.
Ήθελε να είπη ναι, και έλεγεν όχι. Δεν του εφαίνετο αξιοπρεπές να υπάγη «ν’ αποκρέψη» με την πλύστραν του, άλλως δε θα τον έτυπτεν η συνείδησις, διότι ο μετά τόσων γυναικών, ων τινες ήσαν νέαι, συγχρωτισμός δεν θα ήτο ακίνδυνος δι’ αυτόν, και η πρόθεσίς του, αν εδέχετο την πρόσκλησιν, αδύνατον να ήτο αθώα. Μάλλον θα επροτίμα να φιλήση εκεί εις τα κρυφά την μικράν κορασίδα, την οποίαν απερισκέπτως έστελλε προς αυτόν η ψυχομάννα της, αλλά δεν ήτο τολμηρός, ούτε απολύτως διεφθαρμένος.
Απέπεμψε την παιδίσκην αλώβητον, και αυτός εξηπλώθη φιλοσοφικώς επί της σκληράς μαθητικής στρωμνής του.
Ευχαριστήθη, διότι ενίκησε τον πειρασμόν, ήτο ήσυχος τώρα, σχεδόν ευτυχής. Ιδού λοιπόν ότι τα τρία εμπόλεμα μέρη του ισογείου είχαν ειρηνεύσει, και συνήλθον ομού να εορτάσωσι την τελευταίαν νύκτα της Τυρινής. Καλά που το επήραν πονηρά, εσκέπτετο ο Σπύρος, κι εξέλεξαν ως τόπον της διασκεδάσεώς των το οίκημα της Σταματούλας, ακριβώς υπό το δωμάτιον το ιδικόν του, διότι αν κατέρρεεν αίφνης το πάτωμα του ανωγείου υπό το βάρος των χορευτών, εκεί ήτο ελπίς να γλυτώσουν, εκτός αν έπιπταν και οι τοίχοι, και τότε ψυχή δεν θα εσώζετο. «Τι ωραία, τι αφελή έθιμα έχει ο ελληνικός λαός, διενοείτο ο Σπύρος. Ιδού ότι τρεις οιονεί οικογένειαι, ενώ όλον τον χρόνον ήσαν εις διάστασιν, απεφάσιζαν την τελευταίαν ημέραν της Απόκρεω να φιλιωθώσι, δια να εορτάσωσι ομού την νύκτα της τυροφαγίας. Δια τους μεν (τι το θέλετε;) ο βίος αυτός είναι διηνεκής Απόκρεως, δια τους δε είναι μακρά και θλιβερά σαρακοστή. Ευτυχώς λαμβάνει πέρας! Ως όασις εν τη ερήμω ας είναι τουλάχιστον διά τους δευτέρους η νύξ αύτη της Απόκρεω!» Και αυτός οδοιπόρος ήτο εις την ματαιότητα του κόσμου. Και δι’ αυτόν η ζωή ήτο ανήφορος ατελείωτος, και οδός τραχεία και μακρά τεσσαρακοστή. Πότε θα έφθανεν εις το τέρμα; Ισως να εδειματούτο από μορμολύκεια της φαντασίας του, αλλ’ εμαντεύετο δυσοίωνα περί του μέλλοντός του• το μόνον καλόν ήτο ότι εφιλοσόφει εκ προκαταβολής δια πάν το αποβησόμενον ως προς αυτόν.
Εκ των ρεμβασμών του τον απέσπασε τραχεία φωνή γέροντος, αναμειχθείσα εις τον χορόν τον υποκάτω των ποδών του, εις το οίκημα της Σταματούλας.
Η φωνή βραχνή και μετά ιδιαζούσης προφοράς, έψαλλε·
Πως το τρίβουν το πιπέρι,
του διαβόλου οι καλογέροι!
Την φωνήν ταύτην ανεγνώρισε πάραυτα ο Σπύρος. Ήτο του μπάρμπ’ – Αντώνη, του συζύγου της γραίας Βαγγελής, τον οποίον αύτη είχε προ πολλού διωγμένον. «Α! ήρθε λοιπόν ο μπάρμπ’- Αντώνης πίσω;» εσκέφθη ο νεαρός σπουδαστής. Ενθυμείτο ότι, προ τινων μηνών, όταν ο γέρων ήτο άρρωστος, η γρια-Βαγγελή παραπονούμενη περί αυτού έλεγε·
– Τι-σου-κάμει δα κι αυτός ο καμέναρος! Έχει και το σύναχό του… έχασε και τις παπούτσες του… θέλει και τον τσίγαρο!…
Αλλ’ όταν ανέρρωσεν ολίγον, και δεν ήθελε να δουλεύη, η γραία τού έδωκε τα δικά της τα πασουμάκια να φορέση, και τον απέπεμψε λέγουσα: «Ας πα ναύρη τσωμί να φα!». Αλλ’ ιδού ότι ο γέρων, αφού εκυλίσθη επί τόσους μήνας, τις οίδε πού εργαζόμενος δια να ζη, ενεθυμήθη κατά την Απόκρεων να έλθη προς την γραίαν του, όπως κάμη αγάπην μετ’ αυτής… ίσως μάλιστα να της έφερε και ολίγα κερμάτια.
Το αποκριάτικον δίστιχον του μπάρμπ’- Αντώνη, το επανέλαβεν ευθύς ύστερον δροσερά γλυκεία φωνή νεάνιδος, την οποίαν ο Σπύρος ανεγνώρισε επίσης. Ήτο η φωνή της Φρόσως, της αδελφής της κυρα-Χρίσταινας. Την είχε ερωτευθή πρό τινος χρόνου την χλωμήν, λεπτοφυή κόρην, την πτωχήν κι εργατικήν, την είχεν ερωτευθή ως ηρωτεύετο σήμερον την Κούλαν, με πλατωνικόν έρωτα. Τόσον ολίγον μάλιστα την επλησίασεν, ώστε κατ’ αρχάς ηγνόει και τ’ όνομά της. Ήκουεν εις το ακρινόν διαχώρισμα του ισογείου δύο ονόματα γυναικών, Φρόσω και Κατίναν, Κατίναν και Φρόσω. Αυτός Φρόσω ενόμιζε την κυρα-Χρίσταινα και Κατίναν ενόμιζε την αδελφήν της. «Επήρε την Φρόσω για Κατίγκω», ως έλεγεν αργότερα ο ίδιος. Και εις τους στίχους τους οποίους έγραψε δι’ αυτήν (διότι έγραφε, φεύ! και στίχους, τους οποίους ευτυχώς δεν εδημοσίευε) την ωνόμαζε, καλή τη πίστει, Κατίναν.
Ειπέ μου, τι τους έκαμες, Κατίνα ρημασμένη!
Πώς κάθε όμμα βάσκανον εσένα μόνο βλέπει,
και κάθε γλώσσα διά σε λαλεί φαρμακωμένη;
Α! όχι τούτο διά σε, Κατίνα μου, δεν πρέπει…
Αν υπανδρεύθης, έκαμες κακόν; Θεός φυλάξοι!
Ομοίως υπανδρεύονται όλοι οι φτωχοί, Κατίνα,
κι οι μαύρες σου γειτόνισσες, η τύχη σαν αλλάξη,
που λέγουν τόσα διά σε, κι εβόιξ’ η Αθήνα.
Την συμφορά που πέρασες και την ζωή που ζούσες
την μέτρησες με βάσανα, την πλήρωσες με μίση
σκυμμένη πάντα προς την γην, ως να παρακαλούσες
την Μοίραν να σε σπλαχνισθεί και να σε βοηθήση.
Στον δρόμον χθες της μάμμης μου, μ’ αντάμωσεν η φίλη,
μία καλή νοικοκυρά, κι ετάνυσε το στόμα,
και δια σέν’ αγλύκαντα και διαστρεμμένα ωμίλει.
Χαίρε, Κατίνα! κι οι γριές σ’ εζήλεψαν ακόμα…
Εις το τρίτον τετράστιχον υπηνίσσετο το επάγγελμα της κόρης, βοηθούσης εις την πλύσιν την αδελφήν της. Εις το τελευταίον απόσπασμα η γραία, περί ης γίνεται λόγος, ήτο ίσως αυτή η Βαγγελή η Λεμονού. Σημειωτέον ότι η κόρη δεν είχε υπανδρευθή, αλλ’ είχεν αρραβωνισθή πρό τινος χρόνου μικροκάπηλον τινα, όστις πληροφορηθείς ότι δεν είχε μετρητά, την παρήτησεν, αφού δωρεάν την εξέθεσεν εις τας κακολογίας των φιλοψόγων γυναίων. Αλλ’ ο Σπύρος, όστις εθεώρησε κατ’ αρχάς τον γάμον βέβαιον κι έγραφεν εις τους στίχους του ότι η κόρη «υπανδρεύθη», ελυπήθη διά την διάλυσιν του συνοικεσίου όσον εθλίβη κατ’ αρχάς διά τον αρραβώνα, διότι, εν τω μεταξύ, έπαυσε πλέον να την αγαπά, και ηρωτεύθη αντ’ αυτής την Κούλαν, ήτις άδηλον αν ηγάπα τινά, αλλ’ αυτόν βεβαίως όχι… Και όμως, την νύκτα ταύτην, η φωνή της νεάνιδος, με όλον το σατιρικόν του άσματος, τον συνεκίνησε… Και έπλαττε κατά φαντασίαν ολόκληρον ειδύλλιον, ουδέποτε μελλούσης να πραγματοποιηθή συμβιώσεως μετά της νεαράς πλυντρίας, ήτις δεν εφαίνετο άμοιρος αισθημάτων τρυφερών.
Εκ της οπτασίας ταύτης τον εξήγειραν αποτόμως άγριαι φωναί, ακουσθείσαι εν μέσω βόμβου ψιθυρισμών, και διακοπέντος αίφνης του άσματος και του χορού, εν τη αιθούση του κυρ – Ζαχαρία. Ήκουσεν ευκρινώς δύο λέξεις, αίτινες με αγανάκτησιν και με πάθος βροντοφωνηθείσαι, επεκράτησαν όλου του θορύβου, και εγέννησαν μακράν σιωπήν· τας λέξεις: «ανάγωγε» και «αφιλότιμε».
Έτεινε το ους. Αλλά δεν ήκουε πλέον τίποτε. Μετά τινά δευτερόλεπτα μόνον ήκουσεν εσπευσμένα βήματα δύο ή τριών ανθρώπων, κατερχομένων την κλίμακα την μεσημβρινήν, της μικράς εισόδου. Ανεπήδησε διά μιάς και έτρεξεν εις το παράθυρον. Αλλ’ οι κατελθόντες την κλίμακα είχαν κάμψει την γωνίαν του νοτίου τοίχου και μετ’ ολίγας στιγμάς ήκουσε μόνον τον κρότον της ανοιχθείσης και κλεισθείσης αυλείας θύρας, δι’ ης εξήλθον οι φεύγοντες.
Εντός της αιθούσης ήκουε μόνον ομιλίας, εξ ων ουδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Επανήλθεν εις την κλίνην του και εξηπλώθη. Τι να συνέβαινε άρα γε; Δεν ήτο και πολύ περίεργος, και δεν τον έμελεν. Εν τούτοις έκαμε ποικίλας εικασίας περί της αιτίας του γενομένου θορύβου, και με τας εικασίας απεκοιμήθη, διότι αρκετά είχε βαυκαλισθεί ήδη από τα άσματα και τους χορούς. Ούτε η μήτηρ του δεν τον είχε ναναρίσει ποτέ τόσον ηδυπαθώς, ότε ήτο παιδίον, όσο τον ενανάρισαν την εσπέραν εκείνην αι κραυγαί και αι διαχύσεις της γειτονιάς.
Μόνον μετά πολλάς ημέρας συνέβη να μάθη από την Σταματούλαν, την πλύστραν του, ήτις τα ήξευρε όλα, ότι «εκείνος ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, είχε θυμώσει, στο χορό απάνου, με έναν που φορούσε προσωπίδα… που είχε πειράξει μιά κόρη… ξαδέρφη των κοριτσιών, καλέ!… ανιψιά της κυρα-Ζαχαρούς! … που είχε ρθη στον μπάλο μαζί με τ’ αδέρφι της… και μ’ έναν άλλον κύριον, που λεν πως θα την πάρη… Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω, δεν είναι σαν εμάς… Πώς θα γεννοβολήσουν, να πληθύν’ η πλάση;».
Σημειωτέον ότι, όσον αφορά την Σταματούλαν, ήτο μυστήριον διατί είχε χωρίσει τον άνδρα της. Αλλ’ αυτή ηγάπα πάντοτε να ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν είχεν υπανδρευθή. Ήτο τριανταπέντε ετών, υψηλή, ισχνή, οστεώδης. Αλλά δεν ωμολόγει ποτέ ότι ήτο παραπάνω από εικοσιπέντε ετών. Η Σταματούλα εξηκολούθησε·
«Κι ένας άλλος, που δεν θέλησε να βγάλη την προσωπίδα του, την είχε πειράξει, φαίνεται στο χορό απάνου… και τότες ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, εξεσπάθωσε, και ήθελε να τον κόψη, και τον είπε αφιλότιμο… κι εκείνος που δεν ήθελε να βγάλη την προσωπίδα, τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα… και το ‘στριψε μαζύ με άλλους δύο φίλους του, που είχαν έρθει μαζί… μα η διαγωγή του αξιωματικού του ξανθομούστακου έκαμε μία εντύπωση… κι’ έδωκε εις όλους νάμι… κι οι δυο κόρες της σπιτονοικοκυράς τον αγαπήσανε… κι εκείνος δεν ξέρει ποια να πάρη ποια ν’ αφήση… Μα να σου πω, ως τη Λαμπρή θαρρώ πως θα έχουμε γάμους της Κούλας με τον αξιωματικό τον ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω!…».
Την αυτήν εσπέραν, καθ’ ην η Σταματούλα διηγείτο ταύτα εις τον Σπύρον, ο νέος ωνειρεύθη, ότι του έπεσεν εις των οδόντων του, εκείνος όστις προ πολλού του επόνει. Και έως το Πάσχα, ότε ετελούντο οι γάμοι της Κούλας μετά του νεαρού αξιωματικού, έπαυσαν οριστικώς να του πονούν οι οδόντες.
sansimera

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ