Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Τὸ Πνίξιμο τοῦ παιδιοῦ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Ὁ Κωνσταντὴς ὁ Τσιτσούκας ἦτον ὁ τρόμος ὅλων τῶν ἀγυιοπαίδων, τῶν ἀτακτούντων ἀγωγιατῶν, τῶν κλεπτῶν καὶ τῶν κλεπτριῶν τῶν ὀπωρικῶν. Πότε ὡς ἀγροφύλαξ, πότε ὡς κλητὴρ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, πότε ὡς παιδονόμος τοῦ σχολείου, ποτὲ δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπηρετῇ τὸν Δῆμον ἀντὶ τριάκοντα κατὰ μῆνα δραχμῶν.

Εἰς τὴν ἐξοχήν, ὅταν διετέλει ἀγροφύλαξ, ἡ δραγασιά, ἡ ἰδιόρρυθμος ἐκείνη ἐπὶ ὑψηλοῦ λόφου καλύβη, ἦτον τὸ σκιάζουρο, ὄχι τῶν ὀρνέων, ἀλλὰ τῶν παιδίων, ὅσα ἔτρεχαν ἔξω στ᾽ ἀμπέλια διὰ νὰ κλεφτολογήσουν. Ἀπὸ τὸν Μάιον, ὅταν ἀρχίζουν τὰ μοῦρα, τὰ κεράσια, τὰ τζάνερα, ἕως τὸν Ὀκτώβριον, ὅταν ἔχῃ τελειώσει ὁ τρύγος, καὶ συλλέγουν τὰ κυδώνια, διότι «δὲν φυλάγονται πλέον», ἀπὸ τὶς κυδωνιές, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις τέσσερα μάτια τοὐλάχιστον, δύο ἔμπροσθεν καὶ δύο ὄπισθεν τοῦ κρανίου, διὰ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ τὸν ἰδῇ ὁ Τσιτσούκας νὰ κλέπτῃ. Μόνον τὸ μπαϊράκι του, τὸ κόκκινον ἐκεῖνο μανδήλιον, τὸ ὁποῖον ἐκυμάτιζεν ὑψηλὰ ἄνω τῆς στέγης τῆς δραγασιᾶς, μόνον ἐκεῖνο ἤρκει νὰ τρέψῃ εἰς φυγὴν τοὺς κλέπτας.

Ἐπὶ τοῦ λόφου ἵστατο ἡ καλύβη, καὶ γύρω-γύρω ἁπλώνετο ὁ κάμπος, ποὺ ὁμαλὸς καὶ ἐπίπεδος, ποὺ κοῖλος καὶ κυρτούμενος, ὁλοπράσινος ἀπὸ τ᾽ ἀμπέλια. Καὶ ὅλα τ᾽ ἀμπέλια τὰ ἔβλεπεν ὁ Τσιτσούκας, ὅλα τὰ ἔσκεπε τὸ μπαϊράκι του.

Ἠκούετο ἔξαφνα μία κραυγή:

―Ἔ, ἔ!… ἀλάργ᾽ ἀπ᾽ τ᾽ ἀμπέλια!

Καὶ ἡ φωνή του ἦτον μεγάλη, δυνατή, καὶ ἦτον ἀνδρώδης καὶ τραχεῖα. Καὶ τὴν ἔτρεμον ὄχι μόνον τὰ παιδία, ἀλλὰ καὶ ἡλικιωμένοι ἄνθρωποι. Τὴν νύκτα, καθήμενος εἰς τὴν δραγασιάν του ἤκουε μακρόθεν κουδούνια καὶ πατήματα ἡμιόνων, καὶ φωνὰς ἀγωγιατῶν νὰ τραγουδοῦν. Τότε ἐφώναζεν ἔ! ἔ! καὶ ἀπὸ τὴν φωνὴν ταύτην, καὶ μόνην, μὲ δεισιδαίμονα φόβον, πᾶς ὀνηλάτης ἐνόει ὅτι δὲν θὰ ἦτο εὐκαιρία διὰ νὰ κλέψῃ σταφύλια τὴν νύκτα ἐκείνην.

Ἓξ ἢ ἑπτὰ φορὰς εἶχεν ὁδηγήσει εἰς τὴν Δημαρχίαν τὴν Κατσούλα τὴν Κλεφτρού, μίαν ἀλλόκοτον γραῖαν, ἡ ὁποία δυσκόλως ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τὴν νόσον της. Ἐγνώριζε «μὲ τὸ νούμερο» ὅλας τὰς ἐκ συστήματος κλεπτρίας. Δύο γυναῖκες, μητέρα καὶ κόρη, καλούμεναι κοινῶς ἡ Φράγκα καὶ τὸ Τσουλούφι, ἦσαν «τὸ πρῶτο νούμερο», ποτὲ δὲν τὰς εἶχεν εὕρει νὰ μαζώνουν ἐλιὲς εἰς τὸν ἐλαιῶνά των, ἀλλὰ πάντοτε εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς γειτόνισσας, ποτὲ δὲν τὰς εἶχεν ἰδεῖ νὰ ἁπλώνουν τὰ σῦκα εἰς τὴν λιάστρα των, ἀλλὰ τὰς εἶδε πολλάκις νὰ μαζώνουν τὰ σῦκα τῆς ξένης λιάστρας. Ἄφηναν τὰ σῦκα ἀπὸ τὶς συκιές των νὰ πέσουν, γνωρίζουσαι καλῶς ὅτι ἔπιπτον εἰς τὸ ἰδικόν των ἔδαφος, κ᾽ ἐγέμιζαν κατὰ προτίμησιν ὀλίγα καλάθια ἀπὸ τὴν συκῆν τῆς γειτόνισσας.

Μίαν τῶν ἡμερῶν, περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, μετὰ τὸν τρύγον καὶ τὸ τράβηγμα τοῦ μούστου ἠσχολοῦντο αἱ δύο νὰ βγάλουν τὰ στέμφυλα εἰς ἕνα κῆπον συγγενοῦς των. Ὁ κῆπος ἐχωρίζετο ἀπὸ ἄλλου γειτονικοῦ κήπου δι᾽ ἁπλοῦ χαμηλοῦ φράκτου. Βλέπουσαι ὅτι εἰς τὸν γειτονικὸν κῆπον ὑπῆρχον σωροὶ στεμφύλων, τὰ ὁποῖα οἱ ἰδιοκτῆται ἀμελοῦσαν νὰ βγάλουν, ἄφησαν τὰ στέμφυλα τὰ ἰδικά των, καὶ ἤρχισαν νὰ κουβαλοῦν τὰ τοῦ γειτονικοῦ κήπου.

Ἡ κόρη ἐγέμιζε μὲ βίαν τὸ καλάθι κ᾽ ἔτρεχε. Ἡ μήτηρ τῆς ἔλεγε νὰ μὴ βιάζεται, ἀλλὰ «νὰ σιάζῃ λιγάκι τὸ σωρό», ἐννοοῦσα ν᾽ ἀραιώνῃ τοιουτοτρόπως τὰ στέμφυλα, ὥστε νὰ φαίνεται κάπως ἄθικτος ὁ σωρός.

― Νά, κοίταξέ μ᾽, ἐμένα! εἶπεν.

Ἡ γραῖα ἔλαβε τὸ κοφίνιον, ἐπήδησε τὸν φράκτην, ἔτρεξε, κι ἀφοῦ τὸ ἐγέμισε καλά, μ᾽ ἕνα ξύλο ἀνακάτωνε καὶ ἠραίωνε τὰ στέμφυλα, ὥστε νὰ μὴν εἶναι πατημένα πολύ, διὰ νὰ φαίνεται ὄγκος. Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἡ νεωτέρα, ὠφεληθεῖσα ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς μητρός, ἔλαβε ποτήριον, κ᾽ ἐδοκίμαζε τὸ πρωτόβγαλτο ρακί, τὴν «σούμα»*, ἴσως διὰ νὰ ἰδῇ «πόσα γράδα εἶναι». Ἐρρόφησε βιαστικὰ ἕνα ποτήρι, κοιτάζουσα συγχρόνως νὰ μὴν τὴν ἰδῇ ἡ μάννα της, εἶτα ἐσηκώθη ἀπὸ πλησίον ἀπὸ τὸ ρακοκάζανο, κ᾽ ἐκοίταζε πρὸς τὸ μέρος τοῦ φράκτου, ὁπόθεν θὰ ἐπανήρχετο ἡ γραῖα.

Πῶς εὑρέθη ἐκεῖ ὁ Τσιτσούκας! Ἄδηλον. Ἔξαφνα ἀκούεται φωνή:

―Ἔ, τὸ Τσουλούφι! μὴν τὸ πίνῃς μονάχη, ἄφησε καὶ λίγο γιὰ τὴ μάννα σου!

Στραφεὶς πρὸς τὴν γραῖαν ἐφώναξε:

― Μπράβο, γρια-Φράγκα! καλὰ τόνε σιάζεις τὸ σωρό…

*
* *

Νέα τις γυνή, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος εἶχε ξενιτευθῆ πρώιμα εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὁπόθεν δὲν ἐπανέκαμψε πλέον, ἐξηκολούθει νὰ φορῇ συχνὰ κόκκινον φουστάνι παρὰ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, ὅπου αἱ γυναῖκες τῶν ἀπόντων ναυτικῶν δὲν νομίζεται πρέπον νὰ στολίζωνται. Μὲ τὸ κόκκινον τοῦτο φόρεμα ἐπήγαινεν ἐπιδεικτικῶς εἰς τὴν ἐξοχήν, εἰς τὸ ἀμπέλι της. Μία γραῖα γειτόνισσα ἀρχαϊκή, βλέπουσα αὐτήν, ἐσταυροκοπεῖτο κ᾽ ἔλεγε:

― Σὰν ὄξ᾽ ἀποδῶ μοῦ φαίνεται, Θέ μ᾽ σχώρεσέ με! Ἄμ᾽ δά!… «Σοῦσες Μαροῦσες οὗλες κοκκινοφουστανοῦσες»*.

Μὲ τὸ κόκκινον φόρεμα ὁ Τσιτσούκας τὴν εὗρε μίαν τῶν ἡμερῶν ἀνεβασμένην εἰς πελωρίαν βερυκοκκιάν, κτῆμα αὐτῆς ἐκείνης τῆς γειτόνισσας ἥτις ἐσταυροκοπεῖτο εἰς τὴν θέαν της, καὶ ἀσχολουμένην νὰ γεμίζῃ τὸ καλάθι της μὲ τὰς κιτρίνας εὐχύμους ὀπώρας.

― Ἄ! ἀνέκραξεν ὁ Τσιτσούκας, κ᾽ ἐγὼ ἔλεγα πὼς μονάχα τὸ δικό μου τὸ κόκκινο μπαϊράκι ἀνεμίζει τόσο ψηλά!…

*
* *

Ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη, περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἑβδόμης δεκάδος, ὁ Κωνσταντὴς ὁ Τσιτσούκας ἦτον διωρισμένος παιδονόμος εἰς τὸ σχολεῖον. Ποτὲ ὁ γιαλός, ἀπὸ μίαν ἄκρην εἰς ἄλλην, δὲν ἦτον ἐλευθερώτερος ἀπὸ μικρὰ παιδιά, καὶ οἱ βράχοι καὶ οἱ κολπίσκοι τῆς ἀκρογιαλιᾶς δὲν ἦσαν ἐρημότεροι ἀπὸ φυγάδας τοῦ δημοτικοῦ καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Τὰ καημένα τὰ καβουράκια καὶ τὰ γρινιάτσα* καὶ τὰ κοχύλια, ὅλα εἶχαν εὕρει τὴν ἡσυχίαν των. Τὸ θέρος, μόνον πρωὶ καὶ βράδυ ἐπέτρεπε τὸ κολύμβημα εἰς τὰ παιδία. Εἰς κανένα μικρὸν μοσχομάγκαν δὲν ἐπέτρεπε νὰ κολυμβᾷ ὀκτὼ ἢ δέκα φορὰς τὴν ἡμέραν. Ἀλλὰ καὶ κανὲν παιδίον δὲν συνέβη νὰ πνιγῇ ἐπὶ Τσιτσούκα παιδονόμου, τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν χρονιάν.

Ἐπετρέπετο νὰ βουλιοῦν, καθὼς συνηθίζουν, τὶς βάρκες, ἀλλὰ μόνον μὲ τὴν ἄδειαν τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἰς κανένα δὲν ἐπετρέπετο νὰ «δίνῃ βούτη»* ἤτοι νὰ πηδᾷ μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω, ἀλλὰ μόνον «νὰ δίνῃ παλούκια»* δηλ. νὰ πηδᾷ ὄρθιος, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ τρίγκου* ὅπως καὶ τοῦ μπαμπαφίγκου*, τῶν εἰς τὸν λιμένα ἀραγμένων κατὰ καιροὺς γολετῶν καὶ βρικίων. Μόνον ἀπὸ τὴν κωπαστήν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄκρην τοῦ μπαστουνιοῦ* τῆς πλώρης, ἐπετρέπετο νὰ δίνουν βουτιά. Τοιοῦτος ἦτον ὁ ἄγραφος κανονισμὸς τοῦ Τσιτσούκα, τὸν ὁποῖον ὑπεχρεοῦντο ν᾽ ἀποστηθίσουν καὶ «νὰ τὸν ξέρουν, νεράκι, ἀπ᾽ ὄξου», ὅλα τὰ παιδιά, «τὰ δασκαλούδια, καθὼς καὶ τὰ ξυπόλυτα τοῦ δρόμου, τ᾽ ἀγυιόπαιδα».

Τὴν δευτέραν χρονιάν, τῆς παιδονομίας τοῦ Τσιτσούκα, ἕνα παιδί, τέκνον ἑνὸς πρῴην χερσαίου καὶ νῦν θαλασσινοῦ, Δημητρίου Δαλαπούλια, εὑρέθη ν᾽ ἀτακτῇ μίαν ἡμέραν εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ μάθῃ κολύμβι, εἰς ὥρας ἀπηγορευμένας. Ὁ Τσιτσούκας τὸ ἐκυνήγησε, τοῦ ἔδωσε δυὸ τρεῖς ξυλιὲς εἰς τὰ νῶτα, καὶ τὸ ἔστειλε νὰ πάῃ στὴ μάννα του. Τὸ παιδίον ἔφυγε κλαῖον.

Ὀλίγον παραπέρα, εὑρίσκει τὸν πατέρα του. Καθὼς τὸν εἶδε, ἔβαλε κλαυθμηροτέραν φωνήν, χωρὶς ὁρατὰ δάκρυα.

― Τί ἔχεις;

― Νά, ὁ Τσιτσούκας μ᾽ ἔδειρε!

Ὁ Δαλαπούλιας ἐθύμωσεν. Ἔτρεξε νὰ προφθάσῃ τὸν Τσιτσούκαν. Καθὼς τὸν ηὗρεν, ἤρχισε νὰ τὸν ὀνειδίζῃ σκληρῶς. Νὰ μὴν τρομοκοτήσῃ* ἄλλη φορὰ καὶ πειράξῃ τὸ παιδί του! Αὐτὸς δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ Τσιτσούκαν παιδευτήν. Εἶναι ἱκανὸς νὰ παιδέψῃ τὸ παιδί του, καὶ μὴν ηὗρε τὰ στραβὰ κομμάτια τῆς Δημαρχίας, κ᾽ εἶναι τεμπέλης, καὶ δὲν πάει νὰ δουλέψῃ. Καὶ γιὰ νὰ φαίνεται πὼς κάτι κάνει κι ὁ Τσιτσούκας, γιὰ νὰ βρίσκεται σὲ δουλειὰ κι αὐτός, θέλει τάχα νὰ παιδέψῃ τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου. Ἂς πάῃ καλύτερα νὰ σαρώνῃ τὴν αὐλὴ τῆς κυρα-Δημαρχίνας, γι᾽ αὐτὸ καὶ μόνο εἶναι ἄξιος, κι ἄλλη φορὰ νὰ προσέχῃ, γιατὶ…

Ὁ Τσιτσούκας δὲν ἀπήντησε τίποτε. Ἔσεισε τὴν κεφαλήν. ᾘσθάνθη πικρίαν ν᾽ ἀνέρχεται ἀπὸ τὴν χολήν του εἰς τὸν οὐρανίσκον. Εὕρισκε τῷ ὄντι ἄδικα τὸν μπελά του, μ᾽ αὐτὰ καὶ μ᾽ αὐτά. Κ᾽ ἦταν ἴσα-ἴσα ὁ μόνος ποὺ δὲν ἐσκούπισε ποτὲ τὴν αὐλὴ τῆς κυρα-Δημαρχίνας, ὄχι τώρα ποὺ ἦτον παιδονόμος, ἀλλ᾽ οὔτε ἀρχύτερα, ὅταν ἦτον κλήτορας ἢ δραγάτης, κι ὅσο γιὰ τὰ στραβὰ κομμάτια τῆς Δημαρχίας, ἄξιζε τῷ ὄντι τὸν κόπον νὰ γίνεται κακὸς μὲ τὸν κόσμον γιὰ τριάντα τὸν μῆνα ψωροδραχμές! Δύο χρονιὲς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶχε προτείνει τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ του εἰς 380 καὶ εἰς 400 δραχ. τὸν χρόνον. Ἀλλ᾽ ὁ νομάρχης, καθὼς τὸν ἐπληροφόρησαν, ἔσβηνε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, κ᾽ ἔγραφεν ἀναλλοιώτως 360. Καὶ ηὔξανε κάθε χρόνον τὸν μισθὸν τοῦ «δημολογιστοῦ παρὰ τῇ Β. Νομαρχίᾳ», κ᾽ ἐξώγκωνε, καθὼς τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ὁ γραμματικὸς τῆς Δημαρχίας, ὅλα τὰ κονδύλια ὅσα ἀπέβλεπον εἰσφορὰς προωρισμένας διὰ τὴν μεγάλην καταβόθραν, διὰ τὸ Κέντρον, κ᾽ ἐσμίκρυνε κ᾽ ἐψαλίδιζεν ὅλα τὰ ποσὰ τὰ προωρισμένα διὰ μικρόν τι δημοτικὸν ἔργον ἢ διὰ νὰ ψωμοζῇ μικρός τις ἄνθρωπος ὑπηρέτης τοῦ Δήμου.

Ἀπὸ τότε ὁ Τσιτσούκας ἤρχισε ν᾽ ἀπογοητεύεται. Δὲν ἦτο πλέον τόσον δραστήριος καὶ αὐστηρὸς ὅσον πρῶτα.

*
* *

Τὴν τρίτην χρονιάν, ἕνα δειλινόν, τὸν Ἰούλιον μῆνα, κραυγὴ ἀγωνιῶντος παιδίου ἠκούσθη εἰς τὸν αἰγιαλόν, εἰς τὸ ἴδιον ἐκεῖνο μέρος, εἰς τὴν ἄκρην τῆς πολίχνης, ὅπου ἐκολυμβοῦσαν συνήθως πολλὰ ἀνήλικα παιδιά. Δύο κραυγαὶ γυναικῶν, ἀπὸ ἕνα παράθυρον ἀντικρύ, καὶ ἀπὸ ἕνα λιακωτὸν παραπέρα, ἀπήντησαν εἰς τὴν κραυγὴν τὴν πρώτην.

― Γλυτῶστέ το!… Γλυτῶστέ το!

― Τρεχᾶτε!… Πνίγηκε τὸ παιδί!

Ἔτρεξαν οἱ εὑρεθέντες ἐκεῖ πλησίον. Δύο νέοι ἐθαλάσσωσαν, ἕνας τρίτος ἐπῆγε μὲ τὴν βάρκαν, κρατῶν τὸν γάντζον ἕτοιμον καὶ τὴν ἀπόχην, ἀνέσυραν τὸ ἀγωνιῶν παιδίον, καὶ τὸ ἔφεραν εἰς τὴν ξηράν.

Τὸ ἔτριψαν, τὸ ἐκρέμασαν ἀνάποδα. Μετῆλθον ὅλα τὰ συνήθη ἐμπειρικὰ ἢ πρόχειρα μέσα… Ἦτον ἀργά. Τὸ παιδίον ἦτο πνιγμένον, ἐντελῶς πνιγμένον.

Ἦτον αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ παιδίον τοῦ Δαλαπούλια. ― Ὁ γερο-Τσιτσούκας εἶχεν ἀπογοητευθῆ.

(1900)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/319-03-28-to-pniksimo-toy-paidioy

ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Γλαρόκαβος Χαλκιδικής: Η Εξωτική Λιμνοθάλασσα της Σιθωνίας

Ο Γλαρόκαβος αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά αξιοθέατα της Χαλκιδικής και βρίσκεται κοντά στο Πευκοχώρι, στο νοτιότερο τμήμα της χερσονήσου της Κασσάνδρας.Η...

Λεωνίδας της Ρόδου: Ο Θρύλος των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων

Ποιος ήταν ο Λεωνίδας της Ρόδου; Ο Λεωνίδας της Ρόδου ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους δρομείς της αρχαίας Ελλάδας. Έζησε τον 2ο αιώνα π.Χ....

Αρχαίο Θέατρο Ασπένδου: Το Αρχιτεκτονικό Θαύμα του Ζήνωνα

Το θέατρο που νίκησε τον χρόνο Το Αρχαίο Θέατρο της Ασπένδου αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής και το καλύτερα διατηρημένο θέατρο...

49χρονος πατέρας στην Ορεστιάδα βρέθηκε κρεμασμένος μέσα στο σπίτι του

Νέα τραγική αυτοκτονία συγκλονίζει την Ορεστιάδα Σοκ προκαλεί στην Ορεστιάδα η αυτοκτονία ενός 49χρονου πατέρα δύο παιδιών, ο οποίος βρέθηκε κρεμασμένος σήμερα στο σπίτι του...

Δόλιχος: Το Αγώνισμα Αντοχής των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων

Τι ήταν ο Δόλιχος; Ο δόλιχος ήταν το μεγαλύτερο σε μήκος αγώνισμα δρόμου στην Αρχαία Ελλάδα. Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 720 π.Χ., αντικατοπτρίζοντας την...

Η πανέμορφη Λίμνη Μουσών: Μια απόδραση στη φύση

Η Λίμνη Μουσών είναι ένας μαγευτικός προορισμός στη Βοιωτία, στους πρόποδες του Ελικώνα, κοντά στο χωριό Άσκρη Πρόκειται για έναν καλά οργανωμένο χώρο αναψυχής και...

Λίμνη Κερκίνη: Από το φράγμα του Στρυμόνα στο εθνικό πάρκο της Μακεδονίας

Η δημιουργία της οφείλεται στην ανθρώπινη παρέμβαση και στην ανάγκη να δαμαστεί ο ποταμός Στρυμόνας Η Λίμνη Κερκίνη βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού Σερρών,...

Η Δέσποινα Μοιραρακη πούλησε χαλιά στην Κιμπερλι

Σε ανάρτηση της η Δέσποινα Μοιραρακη αναφέρει: It is a great honor and pleasure for me that the handmade carpets of the MIRARAKI enterprise decorate...

Τα Αρχαία Μυστικά του Μαύρου Κύμινου: Ιστορία, Οφέλη και Επιστημονική Επικύρωση

Μαύρο Κύμινο: Ιστορία, Οφέλη & Επιστημονική Επιβεβαίωση των Αρχαίων Μυστικών Μαύρο Κύμινο: Από τον Ιπποκράτη στη σύγχρονη επιστήμη – Όλα τα οφέλη που πρέπει να...

Αδωνις Γεωργιάδης: Στην πραγματικότητα η «Ελληνική Αγωγή» γεννήθηκε από την εκπομπή του «Νοών Νοείτω» του Ανδρέα Μαζαράκη

Σήμερα το πρωί απεβίωσε ο Ανδρέας Μαζαράκης. Είμαι πραγματικά λυπημένος που αυτός ο σπουδαίος Έλληνας μετά από μεγάλη μάχη έφυγε.Τον αγαπούσα και με αγαπούσε πολύ...

Γιατί η σοφία των αρχαίων Ελλήνων είναι ξανά επίκαιρη;

Η Αναγέννηση των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων Η Στωικότητα και ο Πλατωνισμός δεν είναι απλά φιλοσοφικά συστήματα. Πρόκειται για τεχνολογίες ζωής. Δημιουργήθηκαν για να απαντήσουν σε...

Χαμενεϊ: Ήμουν αντίθετος στη συμφωνία με τις ΗΠΑ, αλλά έδωσα την έγκρισή μου

Ο Ανώτατος Θρησκευτικός Ηγέτης του Ιράν Μοτζταμπά Χαμενεί «έσπασε» τη σιωπή του μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα επισημαίνοντας σε μήνυμά του, το οποίο δόθηκε σήμερα...

Έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος συμπρωταγωνιστής του Λάμπρου Κωνσταντάρα

"Εφυγε" απ τη ζωή ο δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός Ανδρέας Μαζαράκης Ο Ανδρέας Μαζαράκης υπηρέτησε επί δεκαετίες τη δημοσιογραφία, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα τόσο...

Κεραυνοί του Νίκου Μωραϊτη για το “Πόσο Κάνει”: Χρησιμότερη θα ήταν η εφαρμογή “Πόσα Φάγαμε”

Σε παρέμβαση του ο Νίκος Μωραϊτης αναφέρει: Για να βρεις τη λιγότερο ακριβή φέτα στο Λεκανοπέδιο, είναι χρήσιμη η εφαρμογή PosoKanei. Ακόμα χρησιμότερη, πριν ψηφίσει...

Ο λιτός και ουσιαστικός λόγος που χαρακτήριζε τη σπαρτιατική αγωγή και διαμόρφωσε τη φήμη της Σπάρτης ως σύμβολο πειθαρχίας

Γιατί Μιλούσαν Λακωνικά; Οι Σπαρτιάτες ξεχώριζαν για τον μοναδικό τρόπο που μιλούσαν. Η ομιλία τους ήταν λιτή, κοφτή και ουσιαστική. Δεν χάραζαν λόγια. Πίστευαν πως...

Μια Αρχαία Συνταγή: Η Σχέση του Κρασιού με τη Θάλασσα στην Αρχαία Ελλάδα

Η ανάμειξη με θαλασσινό νερό στο κρασί στην Αρχαία Ελλάδα Η ανάμειξη με θαλασσινό νερό στο κρασί στην Αρχαία Ελλάδα φαντάζει περίεργη σήμερα. Όμως, αυτή...

Αρχαία νανοτεχνολογία: Τα αξεπέραστα μυστικά των προγόνων μας

  Αρχαία νανοτεχνολογία: Τα αξεπέραστα μυστικά των προγόνων μας Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, όμως η νανοτεχνολογία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της σύγχρονης εποχής των...

Ηθική του Αριστοτέλη: Απόλαυση, Αρετή και Ευτυχία στα Ηθικά Νικομάχεια

Αριστοτέλης: Η Λογική και η Παρατήρηση στη Θεμελίωση της Ηθικής Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία κορυφώνεται με τον Αριστοτέλη και το έργο του, τα Ηθικά Νικομάχεια....

Σωτήρης Τσόγκας: Ο δημοφιλής ηθοποιός έφυγε από τη ζωή στα 75 του χρόνια

ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΟΓΚΑΣ (1951-2026) "Εφυγε" απ τη ζωή ξαφνικά ο ηθοποιός και θεατράνθρωπος Σωτήρης Τσόγκας. Σύζυγος της ηθοποιού Μαίρης Ραζή με την οποία δημιούργησαν αρχικά το...

Ο χαμένος Εκατόμπεδος ναός της Ακρόπολης και τα θραύσματά του

Οι Άγνωστοι Ναοί της Αθηνάς στην Ακρόπολη Οι περισσότεροι επισκέπτες της Ακρόπολης γνωρίζουν μόνο έναν ναό της Αθηνάς: τον Παρθενώνα. Ωστόσο, στον Ιερό Βράχο υπήρξαν...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ