Η θρυλική ιστορία του Μεγάρου Μαξίμου και το τέχνασμα του Δημάρχου Κοτζιά το 1951, για να αποτραπεί η κατεδάφισή του !

Αναπόσπαστα συνδεδεμένο με σπουδαίες ιστορικές και πολιτισμικές μνήμες, δεσπόζει το Μέγαρο Μαξίμου – σήμερα πρωθυπουργική κατοικία – στην Ηρώδου Αττικού, υπομνίζο-ντας την παλιά αισθητική ταυτότητα της Αθήνας, με τα ατίμητα νεοκλασικά της κτίρια, του Τσίλερ, του Κλεάνθη, του Μεταξά, του Καυτατζόγλουκαι άλλων μεγάλων μας αριχτεκτό-νων, μεγάλα γεγονότα και δη εθνικά στην ιστορική μας εκπόρευση, αλλά και την τρικυμιώ-δη του πορεία, αφού πολλές φορές το μέγαρο φλερτάρισε με τον «θάνατο» – κατεδάφιση και γλύτωσε ως εκ θαύματος την τελευταία στιγμή.
Άλλα επίσης δημοσιεύματα καταχερίζανε τον Δημήτριο Μάξιμο, για την στυγνή οικονομικί-στικη συμπεριφορά του. Ήτοι : «Ο κ. Μάξιμος εννοεί ν΄ αξιοποιήσει το προνομιούχον οικόπεδόν του. Δεν ακούει τίποτε. Φιλοδοξεί ν΄ απέλθη από τον κόσμον τούτον από το υψηλότατον ρετιρέ μιας μοντέρνας οικοδομής. Το κλασικής λιτότητος περιστύλιον του σημερινού σπιτιού του εστάθη πολύ στενόν για την δίοδόν του προς το υπερπέραν» !!! Όμως στο αλγεινό σκηνικό που έχει δημιουργηθεί για το μέγαρο Μαξίμου, μπαίνει για να το προστατεύσει δυναμικά και ο Δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Κοτζιάς. Συναντάται με τον Μάξιμο και προσπαθεί να τον μεταπείσει. Συμφωνούν τελικά να ξανασυναντηθούν μετά από δέκα ημέρες, ώστε να μπορέσει ο Δήμος Αθηναίων, να εξεύρει τα χρήματα εξαγοράς του μεγάρου. Σε δήλωσή του στην «Ακρόπολη» της 15-ης Νοεμβρίου του 1951, ο Δήμαρχος δηλώνει, ότι έχουν αλλάξει θεαματικά τα δεδομένα ως προς τις αξιώσεις του Μαξίμου, αφού δεν θα μπορούσαν ποτέ ούτε το κράτος, ούτε και ο Δήμος, να συζητήσουν επάνω «εις τα Ιμαλάια των 110.000 χρυσών λιρών, που είχαν άλλοτε προσφερθή από την οικογένειαν Βενιζέλου». Ο Κοτζιάς μάλιστα προσπάθησε και χαριτολογώντας να εγγίσει τις ευαίσθητες χορδές του Μαξίμου και να τον υποκινήσει να δωρήσει το μέγαρο στο Δήμο λέγοντάς του «πρέπει να σας πω κάτι, αλλά βλέπω την πόρτα κλειστή και δεν ξέρω πως θα φύγω» !!! Προκειμένου μάλιστα και στην νέα κατά πολύ χαμηλότερη – αλλά πάντα πολύ υψηλή τιμή πώλησης – να ανταπεξέλθει ο δραστήριος Δήμαρχος Κοτζιάς, αποτάθηκε στον τότε υπουρ-γόΠαιδείας Ι. Μιχαήλ και του ζήτησε βοήθεια. Ακολούθως από τους Διοικητές Τραπεζών Εθνικής και Ελλάδος, από το Τεχνικό Επιμελητήριο, αλλά και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτε-χνείο, κηρύσσοντας πανστρατιά, για να αποτραπεί η κατεδάφιση του καλλιμάρμαρου μεγάρου Μαξίμου. Και μηχανεύτηκε εν τέλει το εξής τέχνασμα. Κατά την διάρκεια του Δημοτικού Συμβουλίου της 21-ης Νοεμβρίου 1951, παρακάλεσε να εγκριθούν τα παρακάτω : «Η εκ δημοτικών συμβούλων επιτροπή του Σχεδίου Πόλεως να συνέλθει εκτάκτως και σε ειδική συνεδρίαση ν΄ αποφασίσει την μετατροπή του Σχεδίου Πόλεως με χαρακτηρισμό ως κοινοχρήστου χώρου, ολοκλήρου της ιδιοκτησίας Μαξίμου. Επίσης το Συμβούλιο εγκρίνο-ντας αμέσως την πράξη της Επιτροπής του Σχεδίου Πόλεως αποφασίσει την απαλλοτρίωση της εν λόγω ιδιοκτησίας, η τιμή της οποίας θα καθορίζετο από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών». Μ αυτή την μεθόδευση-απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, θα ικανοποιείτο και ο Μάξιμος, που θα ελάμβανε μια δίκαια αποζημίωση, αλλά και θα εδίδετο ο απαραίτητος χρόνος, για να εξευρεθεί το ποσό της εξαγοράς του μεγάρου. Και το Δημοτικό Συμβούλιο σύσσωμο, απεδέχθη και υλοποίησε την πρόταση του δαιμόνιου Δημάρχου – αλλά και αμφιλεγόμενου για τις φιλομοναρχικές του τάσεις – Κώστα Κοτζιά ! Μερικές μέρες αργότε-ρα κυκλοφόρησε μια φήμη, η οποία εκρίθη αβάσιμος, ότι το υπουργικό συμβούλιο προσανατολίζονταν, στο να χρησιμοποιείται το μέγαρο Μαξίμου, ως κατοικία του εκάστοτε πρωθυπουργού, ότι δηλαδή συμβαίνει στις μέρες μας. Τελικά ακόμα μερικές μέρες υστερό-τερα, γνωστοποιήθηκε ότι ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας, είχε δώσει οδηγία στον τότε υφυπουργό Παιδείας Ευάγγελο Αβέρωφ, να χαρακτηριστεί από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου το Μέγαρο Μαξίμου, ως «κειμήλιοννεοελληνικής τέχνης» και συνεπώς να παρεμποδιστεί νομοθετικά, η πώληση και κατεδάφισή του.
Αλλά και ο ίδιος ιδιοκτήτης Δημήτριος Μάξιμος, ακούγοντας την κλαγγή των καιρών και την μήνη της κοινωνίας εναντίον του, είχε υποχωρήσει θεαματικά από τις αρχές αξιώσεις του, το ποσό δηλαδή των 110.000 χρυσών λιρών, που είχε προσφέρει η οικογένεια Βενιζέ-λου. Τώρα πλέον, κάτι που εξάλλου δήλωνε και στις εφημερίδες, με 35.000 χρυσές λίρες θα πωλούσε το ιστορικό μέγαρο Μαξίμου. Εν τέλει το 1952 το ελληνικό κράτος αγόρα-σε το μέγαρο, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως επίσημο ξενώνα. Από τους πρώτους υψηλούς προσκεκλημένους που υπεδέχθη το ιστορικό Μέγαρο ήσαν, ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας ΧαϊλέΣελασιέ, ο τούρκος Πρόεδρος Τζελάλ Μπαγιάρ, ο Ιταλός πρωθυπουργός Ντέ Γκάσπε-ρι, ο βασιλιάς του Ιράκ Φεϊζάλ, ο Καγκελάριος της Δυτικής – προ ένωσηςΓερμανίας – Κόνραντ Αντενάουερ κ.α. Το μέγαρο μετά την αρχική του λειτουργία από το δημόσιο ως ξενώνας, θα μείνει για αρκετό διάστημα κλειστό και θα ξανανοίξει τις φιλόξενες πόρτες του το 1954, για να υποδεχθεί τώρα τον ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας στρατάρχη Τίτο και κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, που το είχαν καταστήσει φρούριο. Σχετικά με τα έξοδα λειτουργίας του, το μέγαρο δεν ήταν δαπανηρό. Την εποχή εκείνη για την λειτουργία του απαιτούσε περί τις 10.000 δρχμηνιαίως. Μισθοδοτούσε έναν κηπουρό, έναν καμαριέρη, έναν θαλαμηπόλο και έναν διευθυντή.Βεβαίως όταν υποδέχονταν έναν επίσημο απαιτού-ντανμερικά επιπρόσθετα έξοδα, για μια στοιχειώδη διακόσμηση με λουλούδια, αλλά και ένα πρωινό, τα οποία τον καιρό εκείνο τα κατέβαλε το υπουργείο Εξωτερικών.
Περαίνοντας την εξιστόρηση του βίου, του θρυλικού Μεγάρου Μαξίμου, αναφέρουμε μερικά στοιχεία και για τον ιδιοκτήτη του Δημήτριο Μάξιμο, τ. πρωθυπουργό, που είχε προξενήσει το μίσος της κοινωνίας, με την πρόθεσή του, να γκρεμίσει το καλλιμάρμαρο αυτό νεοκλασικό κτίριο και να ανεγείρει πολυκατοικία. Κατήγετο από την Πάτρα. Το 1891 είχε προσληφθεί στην Εθνική Τράπεζα και διήνυσε σε αυτήν μια μακρά πορεία, φθάνοντας το 1914 στην θέση του υποδιοικητή και το 1921-23 στην θέση του διοικητή της τραπέζης.Στα 1933 εξελέγη Γερουσιαστής αριστίνδην και ανέλαβε τον θώκο του υπουργείου εξωτερικών. Μεταπολεμικά το 1947, ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός, με υπουργούς τους : Σοφοκλή Βενιζέλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Γεώργιο Παπανδρέου και Κωνσταντίνο Τσλδάρη. Αυτή ήταν εν σπέρματι η ιστορία του αρχιτεκτονικού αυτού στολιδιού της Αθήνας μας, που γλύτωσε πολλές φορές τον «θάνατο» από την ανθρώπινη απληστία, για να φιλοξενεί τις τελευταίες δεκαετίες τους πρωθυπουργούς της Ελλάδος και να μας υπομνίζει πάντα μύριες γλυκές και πικρές συνάμα αναμνήσεις !!!
*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι υποψήφιος Περιφερειακός Σύμβουλος Κεντρικού Τομέα Αττικής, με τον Γιάννη Σγουρό.