Τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Τό Γιαλόξυλο

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Που θραύεται μέ αφρούς λύσσης τό κυμα, καί οργώνει τό πέλαγος άγριος ο βορρας;

Εκει, όπισθεν της χαμηλης ράχης, οπού κορυφουται εις υψηλήν ακτήν πρός τά βασίλεια του πόντου, απλώνεται μέγας, αχανής ο κηπος του Σαγρη του Γιώργη. Οι φράκται του ειναι από κυδωνιές, εις τήν μίαν πλευράν, από καλαμωνα καί πυκνούς θάμνους εις τήν άλλην. Όλη η εργασία του Γιώργη έχει τήν σφραγιδα της φιλοκαλίας. Οι γείτονές του όλοι τόν εζηλοφθονουσαν.

Απο το papadiamantis.org

Αυτων τά χωράφια καί τά ιδιόκτητα, καί όσα ως κολληγαι έπαιρναν ως μισακά, ποτέ δέν εκαρπουσαν. Του Γιώργη απέδιδαν εκατονταπλάσιον καρπόν. Τήν άλλην χρονιάν ο Γιώργης, διά νά τούς ευχαριστήση, παρητειτο από τήν κολληγιάν, καί παρέδιδεν εις αυτούς τά χωράφια. Πλήν του κάκου, δέν εκαρπουσαν. Ειχε κάποιαν ευλογίαν ο Γιώργης. Ητο αληθινός, αρχαϊκός, λείψανον του παρελθόντος. Σπάνιον δειγμα ανθρώπου εις τάς ημέρας μας.

Ανατολικως του κήπου, εσχίζετο η χθαμαλή ακτή πρός τόν αιγιαλόν, καί ητο χείμαρρος, καί ητο χαράδρα, τήν οποίαν ειχαν σχηματίσει οι όμβροι άνωθεν, καί τά κύματα του Γραίου κάτωθεν. Εις τό μέσον της χαράδρας, ολίγας οργυιάς από τό κυμα, ητο η βάρκα του μπαρμπα-Γιώργη, συρμένη έξω διαρκως. Εις τά νιατά του, καίτοι χωρικός, ηγάπα ο Σαγρης νά γιαλεύη* ενίοτε, καί νά βγαίνη στό πυροφάνι τάς ασελήνους νύκτας.

Δίπλα εις τήν βάρκαν τήν συρμένην ητο έν γιαλόξυλο, τεράστιον ξύλον, όμοιον μέ κορμόν γίγαντος, μέ κολοβά άκρα χελώνης, χωρίς βραχίονας καί σκέλη.

Πρό αμνημονεύτων χρόνων ευρίσκετο εδω, μισοχωμένο στήν άμμον, τό γιαλόξυλο αυτό. Διά νά τό σηκώσουν εχρειάζετο η δύναμις διπλου ζεύγους βοων. Καί κανείς δέν εφρόντισε νά τό μετακινήση, διότι θά ητο ακριβόν μετάλλευμα, άν επρόκειτο νά μετακομισθη πρός χρησιν εις τήν πολίχνην. Από πολλων λησμονημένων χρόνων, τό βωβόν ξύλον, διηγειτο τήν άφωνον ιστορίαν του, ιστορίαν ναυαγίου καί φρίκης, από της ημέρας καθ᾿ ήν ο υλοτόμος τό ειχε ρίψει μέ στιβαρούς κτύπους πελέκεως εις τό βουνόν, μέχρι της ημέρας καθ᾿ ήν, αφου ο ναυπηγός τό επελέκησε, καί τό ετοποθέτησεν εν αρμονία μετ᾿ άλλων ξύλων εις τό σκάφος, τό πλοιον συνετρίβη εις τούς υπό τό κυμα υπούλους βράχους, καί αυτό αποσπασθέν έπλευσεν, εβούλιαξε, καί η σύρτις τό έφερε καί τό έρριψεν εις τόν αιγιαλόν, όμοιον μέ φύλλον φθινοπώρου, βαρύ φύλλον της αιωνιότητος ― λευκήν σελίδα μέ μυστηριώδη γράμματα, της ιστορίας του πόνου…

*
* *

Ο Νάσος ο Κοψίδας ητο τριακοντούτης, μεγαλόσωμος, μέ ηλιοκαές, πλατύ πρόσωπον. Ητο γείτων του Γιώργη του Σαγρη. Έσπερνε χωράφια, έβοσκε πρόβατα, καί προκοπήν δέν έβλεπεν. Έκλεφτε γίδια. Ολίγα τινά έρμαια του ετύχαιναν κάποτε εις τόν έρημον εκεινον αιγιαλόν. Συντρίμματα ναυαγίων, όχι πελώρια, όπως τό γιαλόξυλον εκεινο τό μοναδικόν, έφερνεν έξω τό κυμα. Όχι σπανίως, κατά τάς φοβεράς εκείνας τρικυμίας των αρχων του χειμωνος, συνέβαινε να εκβράση η θάλασσα ζαλισμένους αστακούς, κ᾿ ένα πελώριον ορφόν, ζωντανόν καί ασπαίροντα, δώδεκα οκάδων τό βάρος. Τοιαυτα ησαν τά τυχηρά του Νάσου του Κοψίδα.

Που η μακαρία εκείνη εποχή, ―δέν ησαν πολλά χρόνια έκτοτε, αλλά πόσον γρήγορα τά παρόντα γίνονται παρελθόντα!― οπόταν, εις τόν καιρόν του τρύγου, από χρονιάν εις χρονιάν, ο Νάσος έκλεφτεν ―ή μαλλον εδανείζετο αναρώτα*― τήν βάρκαν τήν συρμένην του καλου γείτονός του, τήν έρριπτε μέ τούς ηρακλείους βραχίονάς του εις τήν θάλασσαν, τήν εφόρτωνε μέ πέντε ή έξ μεγάλες κόφες σταφύλια κλεμμένα, έμβαινε κι αυτός μέσα, εγύριζε τήν πλώρην πρός τό πέλαγος, καί κάμνων γουργούλαν* μέ τό κωπίον εις τήν πρύμνην, νύκτα, εις τόν αιγιαλόν του αντικρυνου χωρίου, τήν Πλατάναν, επωλουσε τό εμπόρευμά του εις τούς πελάτας πού ήξευρε, (ησαν οινοποιοί, έχοντες τούς ληνούς των εις τήν παραθαλασσίαν*, καί αυτός τούς εξύπνα μεσάνυχτα), εγύριζεν εις τήν βάρκαν του, καί μέ τήν γουργούλα πάλιν, εις επτά μιλίων πλουν, νύκτα ακόμη, κατέπλεεν εις τήν μικράν ακτήν, καί πάλιν έσυρε τήν βαρκούλαν εις τήν θέσιν της, δίπλα στό γιαλόξυλον!…

Τώρα οι καιροί ειχον αλλάξει πλέον. Κάπως τόν ειχον μάθει, καί δέν ημπορουσε πλέον νά κάμη τέτοια αλαφρεμπόρια*. Περίεργον ότι καί χωρίς νά τόν ιδη κανείς, φήμη αόριστος γενναται, καί τό πραγμα «μαθεύεται». Η θάλασσα «τό λέγει του κουπιου», καί τό κουπί τό λέγει… εις όλον τόν κόσμον.

Μίαν των ημερων, ο Γιώργης ο Σαγρης, θέλων νά νουθετήση κάπως τόν γείτονά του, ειπε:

— Κοίταξε καλά, Νάσο· η βάρκα πάλιωσε πλέον· κάνει νερά.

Ο Νάσος απήντησε:

—Ησύχασε, γείτονα· ξέρω κολύμπι.

Ο Γιώργης ητο επόμενον εκ της κοινης φήμης καί αυτός νά μάθη ότι ο Κοψίδας του ειχε κλέψει επανειλημμένως τήν βάρκαν. Αλλ᾿ όμως δέν ήθελε νά προσβάλη αποτόμως τόν Νάσον, άν καί δι᾿ αυτοψίας ειχε βεβαιωθη ότι η συρμένη βάρκα ειχε πλεύσει.

*
* *

Άν ήξευρε καλό κολύμπι ο Νάσος ο Κοψίδας, τό απέδειξεν εσχάτως, τό φθινόπωρον. Ειχε κλέψει δύο ή τρεις φοράς ερίφια από τούς βοσκούς του βουνου, τούς οδηγουντας κάποτε κάτω εις τόν αιγιαλόν τά κοπάδια των, διά ν᾿ αρμυρίσουν*.

Αλλά τί νά τά κάμη τά κλεμμένα ερίφια ο Νάσος; Δέν ητο μεγάλη στεριά, όπως δυνηθη νά τά κάμη άφαντα εν τω άμα. Από τόν ένα γιαλόν της νήσου εις τόν άλλον ητο μόνον τεσσάρων ωρων δρόμος.

Πρός τ᾿ ανατολικά της μικράς ακτης, της χαράδρας, ητο τό Ασπρόνησον, βραχωδες λευκόν νησίον, έρημον καί άγονον, τό οποιον ασπρίζει εις τόν ήλιον ως νά ειναι χιονισμένον. Εκει ειν᾿ αι φωλεαί των γλάρων καί άλλων θαλασσίων ορνέων, κατά καιρούς δέ έχουν ριγμένα επάνω κουνέλια· ενίοτε ακούονται αίγαγροι νά βελάζουν θλιβερως πρός τό κυμα, όταν βλέπουν κανένα ψαράν μέ τήν βάρκαν του νά παραπλέη. Τό νησίον απέχει από τήν ακτήν υπέρ τάς εκατόν οργυιάς τόπον.

Ο άξιος Νάσος, νύκτα καί σκότος εγυμνώθη, εφορτώθη τά κατσίκια εις τούς πλατεις ώμους του, ασφαλίσας αυτά διά σχοινίου περί τόν τράχηλόν του, ερρίφθη εις τό κυμα, καί κολυμβων μέ απίστευτον τόλμην, έφθασεν εις τό Ασπρόνησον. Τόν αθλον τουτον φαίνεται ότι έπραξε δύο ή τρεις φοράς. Εκει ενεπιστεύθη τά κλεμμένα ερίφιά του. Καί από τήν ράχην αντικρύ, καθώς έβοσκε καθ᾿ εκάστην τά πρόβατά του, τά εθώπευε μέ τό όμμα, καί ηπείλει νά πετροβολήση μέ πελώρια κοτρώνια κάθε ψαράν ή πορθμέα ο οποιος θά ετολμουσε νά του τά διαμφισβητήση. Ησαν ιδικόν του θήραμα.

Τέλος, ηλθαν τά Χριστούγεννα, καί ο Νάσος εσκέφθη, άν έκαμνε νερά ή όχι η συρμένη δίπλα εις τό γιαλόξυλον παλαιά βάρκα του Σαγρη του γείτονός του, ότι έπρεπε νά τήν χρησιμοποιήση μίαν φοράν ακόμη.

Καί τήν βαθειαν νύκτα, όταν τό δρέπανον της σελήνης ητο εις ακμήν* νά κρυβη όπισθεν των δυτικων βουνων, εξέσκαψε γύρω-γύρω τήν άμμον, έστησε τήν μικράν σκάφην, καί τήν έσπρωξε πρός τήν θάλασσαν. Εμβηκε, καί μέ τό μοναδικόν κωπίον ελαύνων έφθασεν εις τό Ασπρόνησον. Εξησφάλισε τήν βάρκαν, ανέβη εις τήν απότομον ράχην του νησιου, έκραξε τά ερίφιά του, καί τά συνέλαβε. Ειχε ρίψει πέντε επάνω εις τό ερημόνησον. Τά τέσσαρα έπιασε μέ τούς βραχίονάς του, τό έν έλειπε. Τό ανεζήτησε, τό εκάλεσεν· απήντησε μόνη η ηχώ των θαλασσίων άντρων, καί οι πτερυγισμοί των φευγόντων γλάρων. Τό ερίφιον δέν εφάνη. Ή τό ειχεν αρπάσει ο θαλασσαετός, ή τό ειχαν ξεφαντώσει οι θαλασσινοί… άνθρωποι.

Τέλος, επεβίβασε τά τέσσαρα ερίφια, καί απηλθε. Εις ολίγα λεπτά θά έφθανεν εις τήν ακτήν.

Πλήν τότε ειδεν ότι η φελούκα έκαμνε νερά πράγματι. Εις τόν ανάπλουν δέν τό ειχε ψηφίσει, επειδή ητο μικρόν τό κακό. Εις τήν σπουδήν καί ανυπομονησίαν του, ειχε ξεχάσει νά πάρη μαζί του μίαν φλάσκαν ποιμενικήν, διά νά βγάζη τά νερά. Πλήν τώρα, ειχε παραγίνει. Η φελούκα ητον μισοβουλιαγμένη τω όντι.

Τά ερίφια έπλεον μέσα εις τό νερόν, καί αυτός ητον πνιγμένος ώς τό γόνα. Ο δρόμος της βάρκας εκόπτετο από τό βάρος. Η θάλασσα ήθελε τό ιδικόν της, διεξεδίκει τό θυμά της.

Τέλος, χωρίς νά βουλιάξη όλως διόλου ακόμη, κατώρθωσε νά φθάση μέχρι βολης λίθου από της ακτης. Τότε αγκάλιασε τά τέσσαρα ερίφια, άφησε τήν βάρκαν νά βουλιάξη, κ᾿ ερρίφθη εις τό κυμα. Μετά μίαν ή δύο οργυιάς αφου έπλευσε, εβίασε τό φορτίον του νά πλέη, έφθασεν εις τά ρηχά. Τά ερίφια εβέλαζον θλιβερως. Ητο ευτυχής διότι δέν εβιάσθη νά κάμη αβαρίαν.

Από τήν άμμον του αιγιαλου, τόν εχαιρέτισε μέ ειρωνείαν η φωνή του Γιώργη του Σαγρη:

— Δέ σου ειπα, Νάσο, πώς η βάρκα έκανε νερά;

Ο Νάσος, μισοπνιγμένος, αποστάζων αφρούς καί άρμην, σφίγγων μέ τάς χειρας τά τέσσαρα ερίφια, απήντησε:

— Δέν έπαθε τίποτα η βάρκα Γιωργο, τό πρωί τήν ξεβουλιουμε… Νά γλυτώσουμε πρωτα τά ζωντανά, η μέρα πού ᾽ναι αύριο.

Εξημέρωνε Χριστούγεννα.

(1905)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αριστοτελική Έννοια της Φύσης: Μορφή, Ψυχή και Βιολογική Διαφορετικότητα

Τι Είναι η Φύση για τον Αριστοτέλη; Η έννοια της φύσης, όπως τη διατύπωσε ο Αριστοτέλης, κυριάρχησε στη δυτική σκέψη και τον ισλαμικό κόσμο από...

Ο γεμάτος χαρά, αυθορμητισμό και αυθεντική ελληνική ψυχή, χορός της Δανάης Μπάρκα στον γάμο της

Στον γάμο της Δανάης Μπάρκα με τον Φάνη Μπότση στη Μάνη, η νύφη και ο γαμπρός έκλεψαν την παράσταση με έναν αληθινά ξέφρενο χορό! Το...

Πώς αντιλαμβάνονταν το κάλλος οι αρχαίοι Έλληνες και ποιες οι διαφορές με τη σύγχρονη αντίληψη

Τα πρότυπα ομορφιάς στην Αρχαία Ελλάδα Στα πρότυπα ομορφιάς στην αρχαία Ελλάδα οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία. Πίστευαν ότι η εξωτερική ομορφιά αντανακλούσε την...

Γίγαντας Πάλλας: Ο Σκοτεινός Μύθος και ο Σκληρός Θάνατος από την Αθηνά

Η Σκοτεινή Σύγκρουση με την Αθηνά, τα Αρχαία Κείμενα και οι Άγνωστοι Μύθοι της Γιγαντομαχίας Στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, ο Πάλλας (αρχ. Πάλλας, γενική: του...

Ο Αρισταίος στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία: Η Σχέση του με τη Γαία

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, όταν αναφερόμαστε στον Αρισταίο, πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διευκρίνιση για να είμαστε απόλυτα ακριβείς με τις πηγές, καθώς υπάρχουν...

Αιγιο: Στη φυλακή ο 65χρονος Ιταλός για το διπλό φονικό

Τον δρόμο για τη φυλακή πήρε ο 65χρονος Ιταλός υπήκοος, καθώς κρίθηκε προφυλακιστέος με ομόφωνη απόφαση ανακρίτριας και εισαγγελέα για τη διπλή δολοφονία της συντρόφου...

Οπλάδαμος: Ο Άγνωστος Γίγαντας της Αρκαδίας που Έσωσε τον Δία

Ο Οπλάδαμος (ή Οπλόδαμος) αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αν και λιγότερο γνωστή, μορφή της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας Ως γιος της Γαίας(της προσωποποίησης της Γης), ανήκει...

Ο λαμπερός γάμος της Δανάης Μπαρκα

Παντρεύτηκε η Δανάη Μπάρκα με τον Φάνη Μπότση! Η δημοφιλής ηθοποιός και παρουσιάστρια Δανάη Μπάρκα ενώθηκε με τα ιερά δεσμά του γάμου με τον σύντροφό...

Τον εκτέλεσαν στη συμβολή Καλλιδρομίου και Εμμανουήλ Μπενάκη πυροβολώντας τον στο Κεφάλι – Η αστυνομία βρήκε 5 κάλυκες

Ένοπλη επίθεση με απολογισμό έναν νεκρό σημειώθηκε το βράδυ του Σαββάτου (13/6) στην περιοχή των Εξαρχείων Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ένας 35χρονος άνδρας (πιθανότατα...

Μεγανήσι και μύθος Τάφιου: Παράδοση και θρύλος

Ένα νησί με δύο πρόσωπαΤο Μεγανήσι, το μεγαλύτερο από τα Τηλεβοίδες νησιά στο Ιόνιο, ξεχωρίζει για τη φυσική του ομορφιά και την ήρεμη ατμόσφαιρα....

Εφυγε από τη ζωή στα 68 του χρόνια ο καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης, η «ψυχή» της ιστορικής ακτοπλοϊκής σύνδεσης των νησιών μας

Έφυγε ο Καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης Υπάρχουν νέα που τα διαβάζεις και νιώθεις ότι έφυγε κάτι από την Ελλάδα που αγαπάς. Για τους κατοίκους των Μικρών...

Δεινοκράτης: Ο αρχιτέκτονας της Αλεξάνδρειας και η αληθινή του ιστορία

Ο Δεινοκράτης, γνωστός και ως Στασικράτης, ήταν διακεκριμένος αρχιτέκτονας της ελληνιστικής εποχής Έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το όνομά του εμφανίζεται σε πολλές...

Μυστικά του Παρθενώνα και της Ακρόπολης: Αλήθειες που Δεν Γνωρίζαμε

Λίγοι γνωρίζουν πως ο Παρθενώνας δεν δημιουργήθηκε μόνο από διάσημους αρχιτέκτονες Περίπου 500-600 εργατοτεχνίτες δούλεψαν σκληρά για να μεταφέρουν το μάρμαρο από την Πεντέλη.Άλλοι 150...

Ο Σπαρτιατικός Στρατός: Δομή, Οργάνωση και Τακτικές

Η σύνθεση του Σπαρτιατικού Στρατού Οι Σπαρτιάτες «όμοιοι» αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του σπαρτιατικού στρατού. Ο Σπαρτιατικός στρατός είχε οργάνωση και τακτικές που βασίζονταν στην αυστηρή...

Η ιστορία του τζόγου και των τυχερών παιχνιδιών στην αρχαία Ελλάδα, από τα ζάρια και τους αστραγάλους έως τα πρώτα επιτραπέζια

Η αγάπη των αρχαίων Ελλήνων για τα παιχνίδια Από τις ομηρικές μαρτυρίες καταλαβαίνουμε πως οι αρχαίοι Έλληνες απολάμβαναν τα παιχνίδια τύχης και τον τζόγο. Παιχνίδια...

Από το Τίποτα στο Πρώτο Τρισεκατομμύριο: Πώς ο Elon Musk Έγινε ο Πλουσιότερος Άνθρωπος στην Ιστορία!

 Ο Elon Musk μόλις έγραψε ιστορίαΣτις 12 Ιουνίου 2026, με το θρυλικό IPO της SpaceX, έγινε ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος (trillionaire) του πλανήτη. Η περιουσία...

Ακτή Κοβιού – Ένας κρυμμένος παράδεισος στη Σιθωνία Χαλκιδικής

Η Ακτή Κοβιού αποτελεί μία από τις πιο όμορφες παραλίες της Σιθωνίας και συγκαταλέγεται στα καλά κρυμμένα διαμάντια της Χαλκιδικής Βρίσκεται ανάμεσα στην Καλογριά και...

Σαν σήμερα το 2017 έφυγε από τη ζωή η Καίτη Παπανίκα

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή η Καίτη Παπανίκα (14 Ιουνίου 1942 – 12 Ιουνίου 2017) 75 ετών. ήταν Ελληνίδα ηθοποιός. Η ίδια είχε μιλήσει σε...

Σοβαρό περιστατικό απρεπούς συμπεριφοράς Μητροπολίτη στα Πετράλωνα αποκαλύπτει ο Πέτρος Κουσουλος

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εκπομπής «Αποκαλύψεις» του ΑΝΤ1: ένας Μητροπολίτης φέρεται να προκάλεσε έντονη αναστάτωση στην περιοχή των Πετραλώνων, καθώς κυκλοφορούσε με απρεπή εμφάνιση,...

Σάλος με την φωτογραφία του Κώστα Βαξεβάνη για “τα αδέσποτα της πολιτικής”

Σε παρέμβαση του ο Κώστας Βαξεβάνης αναφέρει:  Αυτό το καλοκαίρι που προβλέπεται δύσκολο και καυτό, να σκέφτεστε με αγάπη τα αδέσποτα που ταλαιπωρούνται και ψάχνουν...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ