Ο θάνατος του Γιώργου Βασιλείου (το βράδυ της 13ης Ιανουαρίου 2026, σε ηλικία 94 ετών) ενεργοποίησε το γνώριμο κυπριακό τελετουργικό:
σχεδόν όλα τα κόμματα και οι θεσμοί εκφράζουν συλλογική θλίψη και υιοθετούν τη ρητορική της «εθνικής ενότητας», σαν να έφυγε ένας Άγιος και όχι ένας Πρόεδρος με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και ευδιάκριτο αποτύπωμα.
Παύλος Παύλου από το simerini.sigmalive.com
Ακόμη και η ΕΔΕΚ –παρά την εντύπωση ότι «δεν τον επαίνεσε»– στην ανακοίνωσή της τον χαρακτηρίζει «πρωτοπόρο» και αναγνωρίζει την προσπάθειά του για επίλυση του Κυπριακού. Επομένως, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση. Αναπαράγεται ξανά το γνώριμό μας μοτίβο. Θλίψη χωρίς λογοδοσία, δημόσια μνήμη χωρίς κριτικό απολογισμό.
Και αυτό είναι το ουσιώδες πρόβλημα. Aν κάθε φορά που ένας πολιτικός φεύγει από τη ζωή, η κοινωνία αποσιωπά την κριτική «από σεβασμό», τότε λανθασμένες στρατηγικές μετατρέπονται σε «παρακαταθήκη» και συνεχίζουν να καθορίζουν την πορεία μας. Η πολιτική κληρονομιά δεν είναι μόνο οι καλές προθέσεις ή τα ευγενικά λόγια. Ακούσαμε από πολλούς τι μέντορας ήταν ο Βασιλίου. Είναι και οι δεσμεύσεις που διαμορφώνουν, για δεκαετίες, το μέλλον ενός τόπου.
Για την ελληνική κοινότητα –και ιδιαίτερα για τους πρόσφυγες– ο Γιώργος Βασιλείου δεν ήταν μόνο «ο άνθρωπος του εκσυγχρονισμού». Ήταν και ο Πρόεδρος επί των ημερών του οποίου κλείδωσε, σε διεθνές επίπεδο, το πλαίσιο που μετέτρεψε τα θεμελιώδη δικαιώματα σε διαπραγματευτικό πακέτο: το Ψήφισμα 649 του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Το Ψήφισμα 649 (1990): είναι Πλαίσιο, Συμφραζόμενα και Περιεχόμενο το Ψήφισμα 649 υιοθετήθηκε στις 12 Μαρτίου 1990, έπειτα από τη συνάντηση των ηγετών των δύο κοινοτήτων στη Νέα Υόρκη (26 Φεβρουαρίου – 2 Μαρτίου 1990), υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Προηγήθηκε προεδρική δήλωση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 22 Φεβρουαρίου, με την οποία καλούνταν οι δύο πλευρές να επιδείξουν καλή θέληση και ευελιξία, ενώ ζητείτο από τον Γ.Γ. να υποβάλει έκθεση μετά τη συνάντηση.
Το Ψήφισμα εκδόθηκε ακριβώς επειδή η διαδικασία δεν κατέληξε σε συμφωνημένο περίγραμμα συνολικής λύσης. Το Συμβούλιο αποφάσισε να ενισχύσει το πλαίσιο και να προωθήσει την « πάντα επείγουσα» ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην Επιχειρησιακή Παράγραφο 3: το Συμβούλιο Ασφαλείας «καλεί» τους ηγέτες να επιδιώξουν λύση που να οδηγεί σε «ομοσπονδία», η οποία θα είναι «δικοινοτική» ως προς τη συνταγματική της δομή και «διζωνική» ως προς τη γεωγραφική. Επίσης, απαιτεί από τους ηγέτες να συνεργαστούν με τον Γ.Γ. «σε ίση βάση» για την ολοκλήρωση του πλαισίου συμφωνίας.
Αν κάποιος θέλει να είναι έντιμος –όχι βολικός– πρέπει να παραδεχτεί δύο πράγματα ταυτόχρονα:
Το Ψήφισμα 649 δεν ήταν αυθύπαρκτο δημιούργημα του Βασιλείου. Εδράζεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και 1979 και σε προηγούμενες αποφάσεις του ΟΗΕ. Επομένως, η ευθύνη δεν είναι αμιγώς προσωπική.
Ωστόσο, επί Βασιλείου, η γλώσσα του ΟΗΕ εδραιώνει με σαφήνεια και αυξημένη ένταση τη δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία ως διεθνώς αναγνωρισμένο πλαίσιο λύσης, με ρητή αναφορά στην «ίση βάση» συμμετοχής των δύο κοινοτήτων. Αυτή είναι η πολιτική του κληρονομιά — είτε αρέσει είτε όχι.
Οι επιπτώσεις για τους πρόσφυγες και την ελληνική κοινότητα το Ψήφισμα 649 δεν αναφέρει ρητά τον περιορισμό στην επιστροφή των προσφύγων. Όμως η ζημιά που προκαλεί είναι έμμεση και, ακριβώς γι’ αυτό, βαθύτερη. Μετατοπίζει το επίκεντρο της λύσης: από την αρχή της κατοχής και της παραβίασης δικαιωμάτων προς ένα συνταγματικό παζάρι ανάμεσα σε «δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες» με χωριστή εδαφική βάση.
Η αναφορά στη «διζωνικότητα» ως εδαφικό χαρακτηριστικό, ενσωματώνει ουσιαστικά τη δημογραφική και γεωγραφική διάκριση ως δομικό στοιχείο της λύσης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επιστροφή των προσφύγων δεν εκλαμβάνεται πλέον ως αυτονόητο, ατομικό δικαίωμα, αλλά ως μεταβλητή που πρέπει να ενταχθεί σε ένα σχήμα ποσοστώσεων, ζωνών και πολιτικών ισορροπιών.
Από τη στιγμή που το διεθνές πλαίσιο προεξοφλεί τη διζωνικότητα, η αποκατάσταση περιουσιών και η επιστροφή των προσφύγων εντάσσονται σε ένα διαπραγματευτικό «πακέτο», το οποίο συνδυάζεται με εδαφικές αναπροσαρμογές. Το επιβεβαιώνουν και μετέπειτα κείμενα του ΟΗΕ, όπου οι εκκρεμότητες για «εδαφικές ρυθμίσεις και εκτοπισθέντες» αντιμετωπίζονται ως ενιαίο κεφάλαιο που πρέπει να ολοκληρωθεί «ως συνολική δέσμη». (πηγή ΟΗΕ) Ακόμη πιο προβληματική είναι η έννοια της «ίσης βάσης». Όταν δεν συνοδεύεται από σαφή ιεράρχηση (ως προς τον εισβολέα, την κατοχή και το διεθνές δίκαιο) η έννοια αυτή καθιστά ασαφή την απόδοση ευθύνης. Η διπλωματική γλώσσα, ιδίως μετά το 1990, παρουσιάζει το Κυπριακό ως «αποτυχία συνεννόησης μεταξύ δύο πλευρών», όχι ως πρόβλημα κατοχής. Και αυτή η μετατόπιση εξηγεί γιατί επί πέντε δεκαετίες η κατοχή επιβιώνει μέσα σε «διαδικασίες».
Το Ψήφισμα 649 ενίσχυσε επίσης την ιδέα μιας λύσης με «αδιαίρετη κυριαρχία», αλλά μοιρασμένη εξίσου ανάμεσα σε δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες. Από αυτή τη σύλληψη γεννιούνται έννοιες όπως «θετική ψήφος», «αποτελεσματική συμμετοχή», «εκ περιτροπής προεδρία» και άλλοι μηχανισμοί που σίγουρα, με την εμπειρία του 1963, να καταστήσουν το κράτος δυσλειτουργικό ή ευάλωτο σε εξωτερικές παρεμβάσεις.
Η Θάτσερ, οι Βάσεις και οι Πραγματικές Ιεραρχήσεις Υπάρχει ένα στοιχείο ιστορικής μνήμης που πολλοί αποφεύγουν, γιατί χαλάει την ωραιοποιημένη εικόνα. Σε έγγραφο από το αρχείο της Μάργκαρετ Θάτσερ, καταγράφεται συνομιλία με τον Βασιλείου στις 31 Μαρτίου 1988, κατά την οποία ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας διαβεβαιώνει τη Βρετανίδα Πρωθυπουργό ότι όσο βρίσκεται στην εξουσία, οι Κυρίαρχες Βάσεις «είναι απολύτως ασφαλείς και μπορούν να παραμείνουν».
Ίσως κάποιος το ερμηνεύσει ως «ρεαλισμό». Ένα μικρό κράτος, υπό πίεση, δεν μπορεί να ανοίγει μέτωπα. Όμως, για την ελληνική κοινότητα, αυτή η τοποθέτηση έχει πικρή χροιά. Ενώ οι πρόσφυγες κουβαλούν ακόμα το 1974, ο Πρόεδρός τους, αυτός που θα περιμέναμε να διεκδικεί τα δικαιώματά τους, δίνει διαβεβαιώσεις για τα στρατηγικά συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου.
Αυτό δεν είναι ούτε «πατριωτισμός» ούτε «εκσυγχρονισμός»
Είναι απλώς πολιτική ιεράρχηση. Και όταν η ηγεσία ιεραρχεί έτσι, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που και οι τρίτοι μας κατατάσσουν ανάλογα.
Αν είμαστε ειλικρινείς, η βρετανική προτεραιότητα «πρώτα οι βάσεις» δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Υπάρχουν κοινοβουλευτικά πρακτικά από το 1974 στη Βουλή των Κοινοτήτων, που δείχνουν ότι οι βάσεις θεωρούνταν «ασφαλές σημείο» για τις βρετανικές δυνάμεις. Η γεωστρατηγική εξίσωση του Λονδίνου είναι ξεκάθαρη — δεν χρειάζεται να πλάσουμε μύθους.
Ένα σοβαρότατο ακόμα σημείο κριτικής είναι ότι δεν αξιοποίησε την ευρωπαϊκή πορεία ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης για τα δικαιώματα των προσφύγων και της ελληνικής κοινότητας. Αυτή είναι μια πιο δύσκολη, αλλά πιο ακριβής, τοποθέτηση.
Το σύστημα που αγιοποιεί είναι το ίδιο που υπέγραψε τις υποχωρήσεις. Εδώ μπαίνουν στο κάδρο τα κόμματα που σήμερα εκφωνούν επικήδειους: ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ και λοιποί «θεσμικοί» παράγοντες. Δεν τους ενοχλεί ότι μια μερίδα της κοινωνίας βλέπει τον Βασιλείου ως Πρόεδρο διαρκών μετακινήσεων εις βάρος των δικαιωμάτων μας – διότι αυτή η μνήμη τούς εμπλέκει όλους.
Το ΑΚΕΛ, που στήριξε την εκλογή του, σήμερα έχει κάθε λόγο να τον παρουσιάζει ως δικαίωση της «προοδευτικής γραμμής». Ο ΔΗΣΥ, που συγκρούστηκε μαζί του κατά καιρούς, προτιμά σήμερα τη σιωπηρή αγιοποίηση – γιατί η αφήγηση «όλοι οι Πρόεδροι ήταν πατριώτες» είναι το τέλειο άλλοθι για την απουσία στρατηγικού απολογισμού.
Αν αποδεχτούμε ότι ο Βασιλείου «δεν πρέπει να κριθεί επειδή πέθανε», τότε δεν πρέπει να κριθεί ποτέ κανείς. Και τότε, το μόνο που μένει στους πρόσφυγες είναι να γερνούν μέσα σε μνημόσυνα, ενώ η πολιτική συνεχίζει να παράγει «ρεαλιστικά» κείμενα που διαβρώνουν, σταθερά, την ουσία. Που είναι η αποκατάσταση των δικαιωμάτων μας.
Το συμπέρασμα που δεν θα ειπωθεί στους επικήδειους, ο Γιώργος Βασιλείου ήταν μια σύνθετη προσωπικότητα. Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει θετικά στοιχεία –οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκό προσανατολισμό– και ταυτόχρονα να παραδεχτεί ότι, στο Κυπριακό, υπηρέτησε μια σχολή σκέψης που αποδέχτηκε ως «μονόδρομο» ένα πλαίσιο, το οποίο μετατόπισε την επιστροφή και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των προσφύγων από αφετηρία σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο.
Το πολιτικό σύστημα που σήμερα τον αποχαιρετά με ενιαία, εξωραϊσμένη φωνή δεν το κάνει από ωριμότητα. Το κάνει γιατί φοβάται την αλήθεια. Αν ανοίξει ο φάκελος Βασιλείου με πραγματικούς όρους, θα πρέπει να ανοίξουν και οι φάκελοι όλων των διαδόχων του. Και τότε θα τεθεί το μοναδικό ερώτημα που έχει σημασία για έναν πρόσφυγα: ποια δικαιώματα μας κατοχύρωσαν σε πενήντα ένα χρόνια “διαδικασιών και συνομιλιών” και ποια παραχώρισαν σιωπηλά, σταδιακά, με μικρές υπογραφές και μεγάλα λόγια.
Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τους νεκρούς ηγέτες, τιμή δεν είναι το λιβάνι. Τιμή είναι η αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι το Ψήφισμα 649 και το πλαίσιο που καθιέρωσε, κόστισαν πολιτικά στην ελληνική κοινότητα: διότι μετέτρεψαν τα ανθρώπινα δικαιώματα από νομική υποχρέωση σε εργαλείο ισορροπίας.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία
