Το μοτίβο είναι γνώριμο. Ξεκινάς δυναμικά. Βάζεις στόχους, κάνεις σχέδια, νιώθεις ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Για λίγο, όλα κυλούν καλά. Και μετά, κάτι αλλάζει. , απομακρύνεσαι και τελικά αφήνεις άλλη μία προσπάθεια στη μέση.
- Γράφει η Κέλλυ Χολέβα (MSc),Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Το μοτίβο αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε επιφανειακό. Πίσω του κρύβεται ένας συνδυασμός προσδοκιών, συναισθημάτων και συνηθειών που λειτουργούν σχεδόν αυτόματα. Πάμε να δούμε αναλυτικά τους λόγους πίσω από αυτό.
Η εκκίνηση ενός στόχου έχει μια ιδιαίτερη ψυχολογική ένταση. Δεν αφορά μόνο το ίδιο το εγχείρημα, αλλά και την εικόνα του εαυτού σου που το συνοδεύει: «ποιος θα γίνεις αν τα καταφέρεις».
Αυτό δημιουργεί μια φούσκα ενέργειας που όμως δεν είναι σταθερή. Σε κάνει να πιστεύεις ότι θα έχεις την ίδια ενέργεια σε όλη τη διαδρομή. Στην πραγματικότητα, όμως, το κύμα αυτό είναι προσωρινό. Όταν αυτό υποχωρεί, δεν έχεις απαραίτητα χτίσει ακόμη κάτι πιο ουσιαστικό για να σε κρατήσει. Και εκεί εμφανίζεται το πρώτο ρήγμα.
Η ανάγκη για άμεσα αποτελέσματα
Ένας από τους βασικούς λόγους που εγκαταλείπεις είναι η απόσταση ανάμεσα στην προσπάθεια και στην ανταμοιβή. Όταν δεν βλέπεις γρήγορα αποτέλεσμα, αρχίζεις να αμφιβάλλεις.
Το μυαλό σου έχει μάθει να λειτουργεί με άμεση ικανοποίηση. Όταν, λοιπόν, η προσπάθεια δε συνοδεύεται από άμεση επιβεβαίωση, αρχίζει να δημιουργείται ένα αίσθημα ματαιότητας. Σαν να επενδύεις χωρίς να παίρνεις πίσω, με αποτέλεσμα σταδιακά να διαβρώνεται η διάθεση για συνέχεια.
Ο φόβος της αποτυχίας
Δεν είναι πάντα προφανές, αλλά πολλές φορές δεν εγκαταλείπεις, επειδή δεν μπορείς. Εγκαταλείπεις, επειδή φοβάσαι τι σημαίνει αν δεν τα καταφέρεις. Έτσι, προκύπτει μια εσωτερική στρατηγική: στα πλαίσια προστασίας της αυτοεικόνας σου, σταματάς πριν εκτεθείς πλήρως.
Γιατί αν προσπαθήσεις μέχρι τέλους και αποτύχεις, δεν υπάρχει πλέον δικαιολογία. Αν όμως σταματήσεις νωρίς, μπορείς να κρατήσεις μέσα σου την ιδέα ότι θα μπορούσες να τα καταφέρεις.
Με αυτόν τον τρόπο, διατηρείς, έστω και θεωρητικά, ανοιχτό το ενδεχόμενο της επιτυχίας.
Η τελειομανία που μπλοκάρει την πρόοδο
Η ιδέα του «να γίνει σωστά» συχνά γλιστράει αθόρυβα στο «να γίνει τέλεια». Κι εκεί ξεκινά η παγίδα. Όταν ο πήχης ανεβαίνει υπερβολικά, κάθε μικρό λάθος μοιάζει τεράστιο. Αντί να προχωρήσεις, κολλάς, απογοητεύεσαι και τελικά σταματάς.
Κι όμως, η τελειομανία σπανίως φέρνει καλύτερα αποτελέσματα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων συνοδεύεται από αναβλητικότητα, καθυστερήσεις και μισοτελειωμένες προσπάθειες.
Γιατί η πρόοδος δεν χρειάζεται τελειότητα. Χρειάζεται κίνηση, δοκιμή και διόρθωση στην πορεία.
Η δυσκολία διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων
Κάθε ουσιαστική αλλαγή φέρνει μαζί της στιγμές αβεβαιότητας, αμφιβολίας, εκνευρισμού ή και απογοήτευσης. Τα συναισθήματα αυτά δεν είναι σημάδι αποτυχίας. Αντίθετα, είναι μέρος της διαδικασίας.
Αν όμως δεν έχεις μάθει να συνυπάρχεις με αυτά, θα προσπαθήσεις να τα αποφύγεις. Και η πιο άμεση διέξοδος είναι να απομακρυνθείς από αυτό που τα προκαλεί.
Δεν εγκαταλείπεις τον στόχο. Αποφεύγεις το βάρος που τον συνοδεύει.
Το «όλα ή τίποτα» που σε μπλοκάρει
Όταν η σκέψη σου κινείται σε απόλυτα σχήματα, όπως επιτυχία ή αποτυχία, σωστό ή λάθος, κάθε μικρή απόκλιση παίρνει υπερβολικές διαστάσεις.
Ένα λάθος, μια καθυστέρηση ή μια μέρα χωρίς απόδοση μπορεί να ερμηνευτεί ως συνολική αποτυχία. Αυτό δημιουργεί αποθάρρυνση που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά είναι αρκετή για να σε σταματήσει.
Η έλλειψη ρεαλιστικού πλάνου
Όταν δεν υπάρχει ένα ρεαλιστικό και σταθερό πλαίσιο που να υποστηρίζει τη συνέπεια, ένα πλαίσιο με καθαρά χρονοδιαγράμματα και δομή, τότε ακόμη και μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα αρκούν για να σε βγάλουν εκτός πορείας.
Κι αυτό μπορεί να συμβεί εύκολα σε μια καθημερινότητα που σχεδόν συνοδεύεται από απρόβλεπτες απαιτήσεις.
Η σύγκριση που σε αποδυναμώνει
Παρατηρείς άλλους να προχωρούν πιο γρήγορα, πιο αποτελεσματικά και αρχίζεις να αμφισβητείς τον εαυτό σου.
Η σύγκριση αυτή δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είσαι πίσω ή ότι δεν έχεις αυτό που χρειάζεται. Αντί να σε κινητοποιεί, σε αποθαρρύνει και σε κάνει να εγκαταλείπεις πριν δεις τι πραγματικά μπορείς να κάνεις.
Η συνήθεια της εγκατάλειψης
Η εγκατάλειψη δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο γεγονός. Είναι μια συμπεριφορά που μαθαίνεται. Κάθε φορά που σταματάς κάτι στη μέση, ενισχύεις ένα μοτίβο. Το μυαλό μαθαίνει ότι η δυσκολία οδηγεί σε αποχώρηση.
Σταδιακά, αυτή η αντίδραση γίνεται σχεδόν αυτόματη. Δεν χρειάζεται πια μεγάλη πίεση ή σοβαρό εμπόδιο για να εγκαταλείψεις. Αρκεί μια μικρή δυσκολία, μια στιγμιαία ενόχληση ή αμφιβολία, για να ενεργοποιηθεί η ίδια γνωστή και πιο εύκολη διαδρομή: «σταματάω».
Ως εκ τούτου, δεν αλλάζει μόνο η συμπεριφορά σου. Αλλάζει και η αντοχή σου στη συνέπεια. Και όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται αυτό το μοτίβο, τόσο πιο δύσκολο είναι να μένεις στη διαδικασία, όταν αυτή δεν είναι άνετη.
Μπορεί να αλλάξει το μοτίβο αυτό;
Φυσικά και μπορεί. Αρκεί να το δεις από μια άλλη οπτική.
Το θέμα δεν είναι ο ενθουσιασμός της αρχής, αλλά η εξάρτηση από αυτόν. Γιατί η συνέπεια δεν στηρίζεται στην έμπνευση, αλλά στην ικανότητα να συνεχίζεις όταν πέφτει η διάθεση, όταν εμφανίζονται οι πρώτες δυσκολίες, όταν δενυπάρχουν άμεσα αποτελέσματα και όταν γεννιούνται αμφιβολίες.
Και όσο πιο καθαρά αναγνωρίζεις αυτό το μοτίβο της εγκατάλειψης, τόσο περισσότερο αποκτάς έλεγχο πάνω σε αυτό.
Παύεις να αντιδράς μηχανικά. Πλέον επιλέγεις.
