ΕΚΤΑΦΕΣ: Το Δικονομικό Παράδοξο της «Δικαίωσης» παραμένει στα Χαρτιά Γιατί το Βούλευμα 208/2026 Κινδυνεύει να Μείνει ανεκτέλεστο;

ΕΚΤΑΦΕΣ: Το Δικονομικό Παράδοξο της «Δικαίωσης» παραμένει στα Χαρτιά – Γιατί το Βούλευμα 208/2026 Κινδυνεύει να Μείνει ανεκτέλεστο;
Του Βασίλη Κοκοτσάκη
Ειδικού Δικαστικού Πραγματογνώμονα – Τεχνικού Συμβούλου
Μη νομικού….
Η αναζήτηση της αλήθειας σε υποθέσεις με τεράστιο κοινωνικό και εθνικό αποτύπωμα, όπως αυτή της τραγωδίας των Τεμπών, δεν είναι μόνο ζήτημα επιστημονικής-τεχνικής επάρκειας, είναι δυστυχώς, και ένας διαρκής αγώνας δρόμου ενάντια στον χρόνο, τη γραφειοκρατία και τις θεσμικές αγκυλώσεις.
Η πρόσφατη έκδοση του Βουλεύματος υπ’ αριθμόν 208/2026 από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας αποτέλεσε (σε θεωρητικό επίπεδο) μια σημαντική δικαίωση για τις οικογένειες των θυμάτων. Στην πράξη όμως, αποκαλύπτει κατά την γνώμη μου κι ένα δικονομικό παράδοξο που κινδυνεύει να μετατρέψει μια δικαστική εξέλιξη σε αδιέξοδο.


Η διαφωνία ανέκυψε στο πλαίσιο της δικογραφίας Α.Β.Μ.:
Ε2024/153, η οποία δεν αφορά την κύρια ανάκριση για τα αίτια του δυστυχήματος των Τεμπών, αλλά μια στοχευμένη έρευνα για τυχόν τέλεση παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ) και ψευδούς βεβαίωσης (242 ΠΚ) από τους ιατροδικαστές που διενήργησαν τις αρχικές νεκροψίες-νεκροτομές.
Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών περιόρισε τις εργαστηριακές εξετάσεις μόνο σε όσες μπορούν να εκτελεστούν από ημεδαπά εργαστήρια (ειδικότερα από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ). Υποστήριξε ότι η αναζήτηση εκρηκτικών υλών και πτητικών ουσιών (όπως υδρογονάνθρακες, προϊόντα καύσης, υδραζίνη, θερμίτης κ.λπ.) εκ φεύγει του αντικειμένου της συγκεκριμένης δικογραφίας περί ευθύνης των ιατροδικαστών, θεωρώντας ότι μια τέτοια έρευνα θα «εκτρεπόταν» σε νέα έρευνα για τα αίτια της έκρηξης.
Οι προσφεύγοντες συγγενείς ζήτησαν τη διενέργεια εξειδικευμένων αναλύσεων για επιταχυντές, υδρογονάνθρακες και προϊόντα καύσης σε εργαστήρια του εξωτερικού, δεδομένου ότι το ΑΠΘ δήλωσε ρητά εγγράφως αδυναμία διεκπεραίωσης αυτών των αναλύσεων λόγω έλλειψης εξοπλισμού και εξειδικευμένης τεχνογνωσίας σε ανθρώπινο υλικό μετά από εκταφή.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας προχώρησε σε μια μερική αποδοχή της προσφυγής των συγγενών, υιοθετώντας μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα νομική προσέγγιση. Με το Βούλευμα 208/2026 έκρινε ότι ο περιορισμός που έθεσε η Εισαγγελέας για διενέργεια εξετάσεων αποκλειστικά σε ελληνικά εργαστήρια ήταν αναιτιολόγητος και αντιφατικός.
Από τη στιγμή που το ίδιο το Εργαστήριο του ΑΠΘ βεβαίωσε ότι δεν διαθέτει τον εξοπλισμό και την εμπειρία για τις αιτούμενες εξειδικευμένες αναλύσεις (και ότι δεν γνωρίζει να υφίσταται αντίστοιχο κατάλληλο εργαστήριο στην Ελλάδα), ο περιορισμός της έρευνας εντός των συνόρων καθιστούσε την επιπλέον προσπάθεια ανεύρεσης της αλήθειας πρακτικά αδύνατη.
Το Συμβούλιο αποφάνθηκε επίσης ότι όλες οι αναγκαίες εξετάσεις, καθώς και τα κατάλληλα εργαστήρια (είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό), πρέπει να υποδειχθούν από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα (ΑΠΘ).
Επειδή ο δικαστής ή ο εισαγγελέας δεν διαθέτουν τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις, ο ίδιος ο πραγματογνώμονας του ΑΠΘ, βάσει του άρθρου 186 περ. ε΄ ΚΠΔ, οφείλει να υποδείξει «ειδικό πραγματογνώμονα» ή κατάλληλο εργαστήριο της αλλοδαπής που διαθέτει την τεχνική υποδομή για να εκτελέσει τις εξετάσεις που ο ίδιος αδυνατεί να φέρει εις πέρας. Η εκταφή και η δειγματοληψία πρέπει να γίνουν ΜΟΝΟ αφού έχουν εξασφαλιστεί τα εργαστήρια υποδοχής, ώστε να μην αλλοιωθούν τα δείγματα.
Το Συμβούλιο επίσης απέρριψε το αίτημα των συγγενών να λάβει ο τεχνικός τους σύμβουλος «αντίδειγμα» από τις σορούς για ανεξάρτητες επαληθευτικές εξετάσεις. Στηριζόμενο στα άρθρα 207-208 ΚΠΔ και στη σχετική νομολογία (Γνωμ.Εισ.ΑΠ 7/2008), το Συμβούλιο υπενθύμισε ότι ο ρόλος του τεχνικού συμβούλου στην ποινική διαδικασία είναι αυστηρά παρακολουθητικός και ελεγκτικός.
Ο τεχνικός σύμβουλος σύμφωνα με την Ποιν.Δικονομία, βοηθά τον διάδικο με τις επιστημονικές του γνώσεις, αλλά δεν μπορεί να υποκαθιστά τους διορισμένους κρατικούς πραγματογνώμονες διενεργώντας αυτόνομες επεμβάσεις ή δειγματοληψίες επί των πειστηρίων.
Μια εξαιρετικά σημαντική από επιστημονικής και μεθοδολογικής άποψης επισήμανση του Συμβουλίου, αφορά τη χρονική αλληλουχία των ενεργειών:
«…καθίσταται αναγκαίο πρώτα να βρεθούν τα εργαστήρια που θα διενεργήσουν τις απαιτούμενες εξετάσεις και αναλύσεις και εν συνεχεία να ακολουθήσει η εκταφή και δειγματοληψία από τις σορούς».
Η παρατήρηση αυτή είναι απόλυτα ορθή διότι αν γινόταν η εκταφή χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλιστεί τα εργαστήρια υποδοχής στο εξωτερικό, τα ληφθέντα δείγματα θα κινδυνεύαν με επιμόλυνση, αλλοίωση ή καταστροφή λόγω ακατάλληλης συντήρησης και αποθήκευσης, καθιστώντας άκυρη οποιαδήποτε μετέπειτα προσπάθεια ανίχνευσης πτητικών ή παραγώγων αυτών ουσιών.
Το Βούλευμα 208/2026 αποτελεί ένα θετικό βήμα προς την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς σπάει το στεγανό του «εντός των τειχών» περιορισμού που είχε επιβάλει η εισαγγελική αρχή. Αναγνωρίζει την πραγματικότητα ότι η ελληνική επιστημονική κοινότητα, παρά το υψηλό της επίπεδο, στερείται εξειδικευμένου εξοπλισμού για τόσο ειδικές και σπάνιες αναλύσεις σε δείγματα εκταφής.
Ωστόσο, η λύση που δίνει παρουσιάζει μια λειτουργική εξάρτηση διότι μεταθέτει την ευθύνη της επιλογής και της υπόδειξης των ξένων εργαστηρίων στον ήδη διορισμένο πραγματογνώμονα (το ΑΠΘ).
Αυτό σημαίνει ότι η πρόοδος της έρευνας εξαρτάται πλέον από την ετοιμότητα και τη βούληση του επίσημου κρατικού πραγματογνώμονα να αναζητήσει, να αξιολογήσει και να προτείνει επισήμως συγκεκριμένα εξειδικευμένα κέντρα του εξωτερικού.
Για τους συγγενείς και τους τεχνικούς τους συμβούλους, το βούλευμα αυτό αποτελεί μια νομική νίκη ως προς την αρχή της διεξαγωγής των εξετάσεων στο εξωτερικό, αλλά ταυτόχρονα τους στερεί τη δυνατότητα να έχουν άμεσο έλεγχο επί των δειγμάτων (μέσω αντιδείγματος), διατηρώντας την αποκλειστική διαχείριση των πειστηρίων στα χέρια των κρατικών αρχών.
Τρεις Μήνες Αδράνειας (Απρίλιος – Ιούλιος 2026):
Ο Χρόνος που Χάνεται, η Αλήθεια που «Εξατμίζεται»
Από την έκδοση του βουλεύματος τον περασμένο Απρίλιο μέχρι σήμερα, στα μέσα Ιουλίου, έχει μεσολαβήσει ένα διάστημα «σιωπής» για το θέμα, τουλάχιστον δημόσια. Τρεις ολόκληροι μήνες χάθηκαν και δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική καθυστέρηση, είναι μια απειλή για την ίδια την υπόθεση που ούτως ή άλλως είναι πολύ δύσκολη (στην διερεύνηση της) μετά την παρέλευση 3 και πλέον ετών.
Οι χημικές ενώσεις και οι υδρογονάνθρακες που αναζητούνται είναι εξαιρετικά πτητικές ύλες. Όσο ο καιρός περνά, η πιθανότητα ανίχνευσής τους στο βιολογικό υλικό φθίνει δραματικά, ίσως και οριστικά. Η φυσική φθορά των σορών κάνει το ούτως ή άλλως δύσκολο έργο των ξένων πλέον επιστημόνων ακόμη πιο δύσκολο.
Τι Πρέπει να Γίνει Έστω και Τώρα;
Για να μην μετατραπεί η σωστή κατά τα άλλα δικαστική απόφαση σε άλλοθι αδράνειας, πρέπει να γίνουν άμεσα τα εξής:
● Να απαιτηθεί να εκδοθεί άμεσα Διάταξη που να υποχρεώνει τον πραγματογνώμονα του ΑΠΘ να υποδείξει άμεσα τα εξειδικευμένα και αποδεδειγμένα κατάλληλα εργαστήρια του εξωτερικού με τα οποία θα συνεργαστεί για την πραγματοποίηση των εξετάσεων.
● Να αποσταλούν αμέσως τα πρωτόκολλα λήψης δειγμάτων από τα ξένα αυτά εργαστήρια, ώστε η εκταφή και η λήψη δειγμάτων (όταν γίνει) να ακολουθήσει διεθνή εγκληματολογικά πρότυπα, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα επιμόλυνσης.
● Να αναλάβουν οι δικαστικές αρχές την αυτεπάγγελτη αναζήτηση μέσω διεθνών δικαστικών διαύλων και δικαστικής συνδρομής, εάν τα ημεδαπά ιδρύματα δηλώσουν αδυναμία επικοινωνίας.
● Να αναλάβει η Πολιτεία τα τεράστια έξοδα της όλης διαδικασίας, τόσο σε επίπεδο πρώτης εξέτασης, όσο και για τυχόν επανεξέταση που θα χρειαστεί.
Το Βούλευμα 208/2026 έδειξε τον δρόμο.
Οι οικογένειες των θυμάτων και η κοινωνία απαιτούν απαντήσεις, τις οποίες όμως κάποιοι πρέπει να αναζητήσουν.