Γιάννης Σπάρτακος: Ο Έλληνας βασιλιάς της Τζαζ

Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Ο ΜΑΓΟΣ ΤΩΝ ΠΛΗΚΤΡΩΝ, Ο ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ!!!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ
Ο ΜΑΓΟΣ ΤΩΝ ΠΛΗΚΤΡΩΝ, Ο ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ!!!
[Αθήνα, 7 Ιαν.1914 – Αθήνα 31 Ιουλ. 2001]
«Ο Γιάννης Σπάρτακος, με την εμφάνισή του
στην Ελληνική μουσική σκηνή, άλλαξε τη μορφή
του Ελληνικού τραγουδιού, υποτάσσοντας το ρυθμό,
που μέχρι τότε κυριαρχούσε, στη μελωδία»
[Χρήστος Χαιρόπουλος]
Μουσική ιδιοφυϊα, θρύλος της μουσικής, γοητευτική παρουσία, που μαγνήτιζε και ενθουσίαζε, μέγιστος τζαζ πιανίστας, εμπνευσμένος συνθέτης, κορυφαίος διευθυντής ορχήστρας, φυσιογνωμία ευγενική, με έκδηλη τη χαρά της ζωής, κοσμοπολίτης, άνετος, απλός, προσιτός, σεμνός, αξιαγάπητος.
Πολυγραφότατος, έδωσε τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες και ερμηνεύτηκαν από μεγάλους ερμηνευτές, η δε μουσική του από το τραγούδι «Θα σε πάρω να φύγουμε», πέρασε τα ελληνικά σύνορα και έγινε παγκόσμια επιτυχία, που παίχτηκε και δισκογραφήθηκε από μεγάλες ορχήστρες ανά τον κόσμο.
Η συνεργασία του, με την Ρένα Βλαχοπούλου, υπήρξε «καρμική» και απογείωσε την καριέρα και των δύο. Επάξια κέρδισαν από τον Τύπο, τον τίτλο του «Βασιλιά» και της «Βασίλισσας» της τζαζ στην Ελλάδα.
Ο ίδιος, σε συνέντευξή του στον Φρ. Γερμανό (1973), είχε πει: «Η τζαζ μουσική κυλάει στο αίμα μου. Είναι το πιστεύω μου».
Γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1914. Το πλήρες όνομά του ήταν Σπάρτακος-Ιωάννης Αναστασίου (με επιθυμία της συζύγου του αργότερα, μετέτρεψε σε επώνυμο το ένα από τα δύο ονόματα και έκανε καριέρα και παρέμεινε γνωστός, ως Γιάννης Σπάρτακος).
Από μικρός, έδειξε την κλίση του στη μουσική. Από την ηλικία των 6 ετών, έπαιρνε μαθήματα από την δασκάλα του πιάνου, Καίτη Τζαμαρέλου. Βλέποντας την έφεσή του και την ευκολία του στη μουσική, η αδελφή του Βικτωρία (μετέπειτα σύζυγος Χρήστου Κερέλλα), πρότεινε να γραφτεί στο Ωδείο και έτσι γράφτηκε στο Ελληνικό Ωδείο, όπου σπούδασε με καθηγήτρια του πιάνου την Σοφία Σπανούδη και καθηγητή θεωρητικών τον Αλέκο Κόντη.
Από την ηλικία των 13 ετών, άρχισε να εργάζεται ως επαγγελματίας μουσικός, για να συνδράμει οικονομικά την οικογένειά του. Η εργασία ήταν καθημερινή και πολύωρη. Εργαζόταν σε κινηματογράφους που πρόβαλαν ταινίες χωρίς ήχο (βωβός κινηματογράφος), συνοδεύοντας ως πιανίστας τις ταινίες, αυτοσχεδιάζοντας σύμφωνα με την πλοκή και τα δρώμενα της ταινίας, παράγοντας ακατάπαυστα μελωδίες, δηλαδή πρωτότυπο συνθετικό υλικό, που δυστυχώς δεν υπήρξε τρόπος καταγραφής του.
Ο ίδιος, για κείνη την εποχή, είχε πει: «…Ξεκίνησα ως πιανίστας στο σινεμά, σε ταινίες του βωβού. Η εμπειρία ήταν εκπληκτική, διότι δεν χρειαζόταν να σκεφτώ τίποτα. ΄Εβλεπα την ταινία και ανάλογα με τη σκηνή, αυτοσχεδίαζα εκείνη τη στιγμή. Αν είχα τότε το μηχάνημα, να πατήσω και να ηχογραφήσω αυτά που έπαιζα, θα είχα υλικό. Διότι άλλη μουσική έπαιζα 8-10 και άλλη 10-12. Το πρώτο σινεμά που έπαιξα ήταν στην οδό Μαυρομιχάλη, κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στην ταινία “Ο γιός του Σεϊχη”, με τον Ροδόλφο Βαλεντίνο…»
Ακολούθησε ένα μεγάλο διάστημα, που εργαζόταν σε Χοροδιδασκαλεία (συνοδεία πιάνου) ή συμμετέχοντας ως πιανίστας σε ορχήστρες. Τότε άρχισε να ασχολείται, πιο συνειδητά, με την ελαφρά μουσική.
Η πρώτη του εμφάνιση στο αθηναϊκό κοινό, έγινε το 1933 στην «Αίγλη» του Ζαππείου. ΄Ηταν ο πιανίστας της ορχήστρας του Θ. Παπαδόπουλου (μεγάλος βιολιστής) και ακορντεονίστας, ήταν ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο μετέπειτα συνθέτης μεγάλων επιτυχιών.
Η ευχέρειά του στο πιάνο και η αυτοσχεδιαστική του ικανότητα, του επέτρεψαν να συνοδεύσει, με εξαιρετικό αποτέλεσμα και τον βιρτουόζο βιολονίστα Βασίλη Σκατζουράκη.
Το 1934, συγκρότησε ορχήστρα, την οποία και διηύθυνε στην «΄Οαση» του Ζαππείου. Τότε έγραψε και το τραγούδι «Θα γυρίσεις ξανά» (στ. Αιμ. Σαββίδη), που το τραγούδησε, η γνωστή την εποχή εκείνη τραγουδίστρια Σούλα Καραγιώργη. Το τραγούδι έγινε αμέσως επιτυχία και φωνογραφήθηκε λίγο αργότερα, με τη φωνή της νέας τότε στο χώρο του τραγουδιού, Σοφίας Βέμπο.
Αμέσως μετά, ο Σπάρτακος μεταπήδησε στα γνωστά «Καμπαρέ» (έτσι ονομάζονταν τότε, κοσμικά κέντρα, όπου το κοινό απολάμβανε γνωστούς και ανερχόμενους νέους τραγουδιστές), όπως «Φέμινα», «Αρζεντίνα» κ.α., μετέχοντας ως πιανίστας στην ορχήστρα του Ευάγγ. Ευαγγελίου (πρώτη τρομπέτα της συμφωνικής ορχήστρας).
Στους χώρους αυτούς, εμφανίζονταν συχνά και μεγάλοι ξένοι καλλιτέχνες, τραγουδώντας το δικό τους ρεπερτόριο και έτσι ο Σπάρτακος, απέκτησε ιδιαίτερη εμπειρία, συνοδεύοντάς τους στο πιάνο.
Την εποχή εκείνη, έγραψε μια ακόμα επιτυχία του, που είχε Πανελλήνια απήχηση. Πρόκειται για το τραγούδι «Πιτσιρίκα μη σε μέλει» (στ. Ηλία Βραχνά), ένα τραγούδι που αργότερα, με αλλαγμένους τους στίχους, συνδέθηκε με τον τορπιλισμό του καταδρομικού του Πολεμικού Ναυτικού «΄Ελλη», στο λιμάνι της Τήνου (15.8.1940). Οι νέοι στίχοι ήσαν: «Πιτσιρίκα μη σε μέλει/ Κι΄αν σου βούλιαξαν την ΄Ελλη / Τον ιταλικό στο στόλο / Θα τους τον βουλιάξουμε όλο…».
Η ενασχόληση του Σπάρτακου με την τζαζ μουσική, χρονολογείται από την δεκατία του ΄20. ΄Ακουγε τη μουσικη αυτή, από ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς, την αγάπησε και την έκανε κομμάτι του εαυτού του. ΄Αρχισε να επεξεργάζεται τα ακούσματα, προσθέτοντας ελληνικά στοιχεία, δημιουργώντας σιγά-σιγά, ένα ολόδικό του μουσικό είδος.
Το 1940, ο Σπάρτακος εργαζόταν ως πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας στην «΄Οαση». ΄Ηταν τότε που γνωρίστηκε με την Ρένα Βλαχοπούλου και αμέσως εντυπωσιάστηκε από την φωνή της. Είχαν τότε μια σύντομη συνεργασία, η οποία διεκόπη, διότι ο Σπάρτακος έφυγε για το Μέτωπο. Οι δυό τους, συναντήθηκαν ξανά, κατά την διάρκεια της Κατοχής (1942) στο θέατρο «Πάνθεον»(οδός Πανεπιστημίου, έναντι REX), όπου παιζόταν η Ρεβί-Επιθεώρηση «Στο ρυθμό της τζαζ» (κείμενα Χρ.Γιαννακόπουλου-Αλ. Σακελλάριου, μουσική Μιχ. Σουγιούλ και Μ. Κατριβάνου) από τον θίασο των: Μ. Κρεββατά, Μ.Φιλιππίδη, Μ. Νέζερ κ.α. και όπου εμφανιζόταν η ορχήστρα τζαζ του Σπάρτακου, με τραγουδίστρια την Ρένα Βλαχοπούλου. Στην παράσταση αυτή η Βλαχοπούλου τραγουδούσε και το τραγούδι «΄Όταν σκοτεινιάζει» του Σπάρτακου, σε στίχους Σακελλάριου.
Οι Γερμανοί κατακτητές, ακούγοντας την μουσική, θεώρησαν ότι στο θέατρο παίζεται Αμερικάνικη μουσική, που ήταν απαγορευμένη. Ο Σπάρτακος όμως τους εξήγησε (και ως φαίνεται τους έπεισε, γιατί έκτοτε δεν ξαναενόχλησαν), ότι η μουσική ήταν δική του: «Είναι μοντέρνα, αλλά όχι αμερικάνικη, είναι Σπάρτακος….».
Αυτό το είδος μουσικής, το οποίο εξ αρχής ενθουσίασε το κοινό, που το αγκάλιασε, ήταν πρωτόγνωρο στην Ελλάδα. Κανείς πριν δεν είχε ασχοληθεί. ΄Ετσι, σε μικρό διάστημα ο Τύπος, έδωσε στον Σπάρτακο τον τίτλο του «Βασιλιά της τζαζ» και στην Βλαχοπούλου, που ερμήνευε μοναδικά αυτά τα τραγούδια, τον τίτλο της «Βασίλισσας της τζαζ».
Το ρεπερτόριο αρχικά, περιελάμβανε ιταλικά τραγούδια, διασκευασμένα από τον Σπάρτακο και με ελληνικούς στίχους, που έγραψαν οι Α.Σακελλάριος και Χρ. Γιαννακόπουλος, όπως «Νάνι-νάνι», «Βρέχει, πόσο μ΄αρέσει όταν βρέχει», «Το Μπουμπούκι πούχεις βάλει στα μαλλιά» κ.α., στη συνέχεια όμως, ο Σπάρτακος άρχισε να προσθέτει και δικά του τραγούδια, όπως τα: «΄Όταν σκοτεινιάζει», «΄Ένα φιλάκι να σού΄δινα ένα φιλάκι» κ.α. (Όλα τα τραγούδια, έγιναν μεγάλες επιτυχίες, με την φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου)
Η νεολαία της εποχής, διασκέδαζε ιδιαίτερα μ΄αυτό το είδος της μουσικής, που έγινε μόδα και γρήγορα εμφανίστηκαν ορχήστρες τζαζ, σε όλα τα θέατρα.
Επόμενη καλλιτεχνική του στέγη, το θέατρο REX, που ανέβαζε μουσικές κωμωδίες («Ταξείδι του γάμου», «Αλάτι και πιπέρι»). Την εποχή εκείνη, ανέβηκε και «Το φάντασμα του Μετροπόλ», με μουσική Σπάρτακου, σκηνοθεσία Ρενάτο Μπόρντο και στίχους των τραγουδιών, γραμμένους από τον Δημ. Μυράτ [η συνεργασία με το REX και η παρουσίαση μουσικών κωμωδιών, προέκυψε, διότι ο Γ. Χέλμης (θεατρικός επιχειρηματίας, σύζυγος της Μ. Κοτοπούλη), ήθελε να κρατήσει ανοικτό το θέατρο, μετά την άρνηση της Κοτοπούλη, να εμφανίζεται σε παραστάσεις της Αθήνας, η οποία τελούσε υπό γερμανική κατοχή].
Στις παραστάσεις αυτές στο REX, για πρώτη φορά η ορχήστρα αντικαταστάθηκε από δύο πιάνα (Γ. Σπάρτακος και Γ. Κατσαρός).
Στη συνέχεια, ο Σπάρτακος συνεργάστηκε με Επιθεωρησιακούς θιάσους, στα θέατρα «Περοκέ» και «Μοντιάλ». Μάλιστα, το 1944, έγινε και συνθιασάρχης με την Ηρώ Χαντά στο «Μοντιάλ» (με την διάσημη ηθοποιό, ο Σπάρτακος, εκείνη την εποχή ήταν ζευγάρι).
΄Όμως, όλοι οι επιχειρηματίες, διέκριναν ότι πόλος έλξης των θεατών, ήταν το ανεπανάληπτο δίδυμο Σπάρτακος-Βλαχοπούλου και επεδίωκαν συνεργασία μαζί τους.
Ο Σπάρτακος, πνεύμα ανήσυχο, με ιδέες που ανέτρεπαν συνεχώς παγιωμένες καταστάσεις στον χώρο, υλοποίησε κάτι, που κανείς μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί. Μετέτρεψε τον κινηματογράφο «Σινέ Νιους»της οδού Σταδίου (μετέπειτα «΄Αστορ»), σε μουσική σκηνή. Μετά το τέλος της ταινίας που προβαλόταν, άνοιγε η αυλαία και ο Σπάρτακος, με μόνιμη συνεργάτιδα την Βλαχοπούλου, παρουσίαζε την μεγάλη τζαζ ορχήστρα του και τα τζαζ τραγούδια. Η απήχηση αυτής της καινοτομίας, ήταν πολύ μεγάλη. Το κοινό αγκάλιασε τον καινούργιο αυτό τρόπο διασκέδασης και το ενδιαφέρον ήταν τόσο μεγάλο, που οι υπεύθυνοι του χώρου, αναγκάστηκαν να προσθέσουν και πρωϊνή παράσταση.
Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, γιατί υπήρξε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον και τόσος ενθουσιασμός γι΄αυτό το είδος μουσικής στην κατεχόμενη Αθήνα.Και αρκετοί ήσαν αυτοί που έψαξαν για μια απάντηση. Κάποιοι αποδίδουν το γεγονός στο ότι, οι ΄Ελληνες, παρακολουθώντας παράνομα τις εξελίξεις του πολέμου, από ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς, είχαν συνδεθεί συναισθηματικά με ΄Αγγλους και Αμερικάνους, στους οποίους έβλεπαν τους συμμάχους τους, στην αποτίναξη του γερμανικού ζυγού και τον τερματισμό του ολέθριου πολέμου και των δεινών του. Μ΄αυτή την έννοια «λειτούργησε» και σαν μια μορφή αντίστασης, κάτω από τη μύτη των γερμανών. Από την άλλη, η επιτυχία οφειλόταν και στο γεγονός ότι ο Σπάρτακος, δεν μιμήθηκε την τζαζ μουσική της Αμερικής, αλλά την προσάρμοσε στα ελληνικά δεδομένα, την ενίσχυσε με ελληνικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα προσωπικό μουσικό είδος.
Ο Κώστα Μυλωνάς (συνθέτης και συγγραφέας, που μεταξύ άλλων έγραψε και την τετράτομη «Ιστορία του Ελληνικού τραγουδιού», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1984), αναφέρει: «Το καινούργιο που φέρνει ο Σπάρτακος στο τραγούδι, είναι η μουσική μεταγλώττιση της αμερικάνικης τζαζ, στα Ελληνικά μέτρα, δημιουργώντας ένα ιδίωμα, που στέκεται στο μετέχμιο της αμερικάνικης και της ελληνικής μουσικής νοοτροπίας»
■ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ «ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ»
΄Ηταν λίγο πριν από την έναρξη του πολέμου, που οι συνεργάτες του Σπάρτακου, Αλ. Σακελλάριος και Χρ. Γιαννακόπουλος, ευρισκόμενοι μαζί του κάποιο μεσημέρι, κάτω από το θέατρο «Βρεττάνια» (Πανεπιστημίου), του έδωσαν ένα χαρτάκι με στίχους και του είπαν: «Αν σου κάνει και αν σου πάει, γράψτο».
Ο Σπάρτακος το πήρε και ώσπου να πάει με το τραμ σπίτι του, στην Καλλιθέα, το είχε γράψει.
΄Ηταν το τραγούδι «Θα σε πάρω να φύγουμε», που στη συνέχεια αποτέλεσε και το κύριο μουσικό μοτίβο της Επιθεώρησης “Welcome” (κείμενα Σακελλάριου και Χρ. Γιαννακόπουλου), που ανέβηκε από τον θίασο ΄Αννας και Μαρίας Καλουτά, Μ. Κοκκίνη, Ο. Μακρή, Μ. Νέζερ, το χειμώνα του 1944, στο θέατρο «Διονύσια». Το τραγούδι ερμήνευσε, η Ρένα Βλαχοπούλου (πρώτη φορά το τραγούδι, ερμηνεύτηκε από την Βλαχοπούλου, στις παραστάσεις του «Σινέ Νιους»).
΄Ηταν το τραγούδι, που επρόκειτο να αναδείξει και τους δύο και που η μελωδία του, πέρασε τα σύνορα της Ελλάδος και ως «Greek Bolero», έγινε διεθνής, διαχρονική επιτυχία (Ο Σπάρτακος μπήκε αργότερα στο βιβλίο Γκίνες, ως ο πρώτος ΄Ελληνας συνθέτης, που η μουσική του ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας).
Η μελωδία του τραγουδιού, παίχτηκε από τις μεγαλύτερες ορχήστρες σε Ευρώπη και Αμερική, με εμπνευσμένες διασκευές των μαέστρων τους. Ανάμεσα στις ορχήστρες αυτές ήταν και η ορχήστρα του διάσημου Κουβανο-ισπανού Xavier Cugat, ο οποίος το παρουσίασε το 1961 σε ραδιοφωνική εκπομπή και έκτοτε έγινε παγκόσμιο σουξέ. Εκτός από την “Columbia” που το δισκογράφησε, ηχογραφήθηκε με τις μεγαλύτερες ορχήστρες της εποχής (των: Τζέϊ Όγκουστ, Χοζέ Μελίς, ΄Εντι Μπάρκλεϊ, Φρανκ Παρσέρ, κ.α.), ενώ αποτέλεσε και την μουσική υπόκρουση, στην ταινία “Cicago Candicate”.
Με το τραγούδι αυτό, συνδέθηκε και η πιο όμορφη ανάμνηση του Σπάρτακου, όπως την περιέγραψε, σε συνέντευξή του (1998) στον Θέμη Λιβεριάδη: «Το ΄60 με ‘ 61, είμαστε με τη Ρένα Βλαχοπούλου στη Ν.Υ. Εμείς τότε παίζαμε μόνο σε Αμερικάνικα μέρη. ΄Ημαστε booked, πλασαρισμένοι ως continental team. Παίζαμε βέβαια και ελληνικά, αλλά κυρίως αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Κάποια μέρα ταξιδεύαμε με το αυτοκίνητό μου για να πάμε στο Οχάϊο, όπου είχαμε συμβόλαιο. Είχαμε ανοικτό το ραδιοφωνο, όταν ξαφνικά μου κάνει με το χέρι η Ρένα “Γιάννη σταμάτα, σταμάτα! ΄Ακου…”. Κάνω αμέσως δεξιά. Τί τρέχει; της λέω. Είχα τρομάξει….΄Ηταν ο Xavier Cugat που έπαιζε το “Θα σε πάρω να φύγουμε”. Αυτή ήταν μια πολύ έντονη στιγμή….»
Ο Σπάρτακος γνώρισε τον Cugat και περιέγραψε την γνωριμία αυτή, στον φίλο του, τον μεγάλο συνθέτη Χρήστο Χαιρόπουλο:
«Τον γνώρισα στο κέντρο που έπαιζε με την ορχήστρα του, σ΄ένα ξενοδοχείο του Μπροντγουαίη. ΄Ηταν μαζί του και η πολύ νεώτερή του, πανέμορφη σύζυγός του Abbe Lane. Ο μάνατζέρ του, μου είπε: “Μαέστρο, θα τον ειδοποιήσω ότι είσαι εδώ, αλλά πρόσεξε πως θα κοιτάζεις την Abbe Lane”. ΄Ηταν πανέμορφη και αυτός ήταν ζηλιάρης… Ο Cugat έπαιξε το “Greek Bolero” και μάλιστα, το προλόγισε ως εξής: Σας παρουσιάζω ένα καινούργιο κομμάτι που ενορχήστρωσα και μαζί μας έχουμε τον ίδιο τον δημιουργό, τον Mr Spartacos. Μόλις τελείωσε, ήρθε στο τραπέζι μας και με συνεχάρη. ΄Ηρθε και η Abbe Lane και τη σύστησε. “How do you do” της λέω και σκύβω το κεφάλι μέχρι το πάτωμα. ΄Ετσι έγινε η γνωριμία μας….Ο Cugat ήταν ένας συμπαθέστατος και έξυπνος άνθρωπος. Δεν ήταν τόσο καλός μουσικός ως βιολονίστας, αλλά ήταν καλός αρχηγός, ήξερε να κουμαντάρει τους μουσικούς του».
■ Η ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ (1946-1951)
Ξεκίνησαν στις 15 Ιουλίου 1946, με πρώτο σταθμό την Κωνσταντινούπολη. Η υποδοχή που τους έγινε ήταν συγκινητική, με τους ομογενείς, να τραγουδούν το τραγούδι του «Θα σε πάρω να φύγουμε».
Εμφανίστηκαν στο «Σαράϊ Σινεμασίκ» και στο «Καζίνο» του Ταξίμ. Η παρουσία τους στην Πόλη, καλύφτηκε με εκτενείς αναφορές και κολακευτικές κριτικές από τον Τύπο.
Επόμενος σταθμός, ήταν η Σμύρνη, η φορτισμένη με μνήμες μιας τραγωδίας. Η συγκίνησή τους ήταν μεγάλη, που πάτησαν τα ιερά χώματα αυτής της μαρτυρικής πόλης και ζήτησαν από τις αρχές που τους υποδέχθηκαν, να τους ξεναγήσουν σε κάθε γωνιά.
Στην Τουρκία, έμειναν συνολικά 3 ½ μήνες και ύστερα αναχώρησαν για τον Λίβανο και στη συνέχεια για το Κάϊρο, όπου έκαναν πρεμιέρα στο ξακουστό κέντρο “L’ Auberge des Pyramides”. O Τύπος τους υποδέχθηκε με διθυράμβους. Η ελληνική εφημερίδα «Ταχυδρόμος»της Αιγύπτου, μεταξύ άλλων έγραψε: «Μόλις έφτασαν στο Κάϊρο τα δύο μεγάλα αστέρια της τζαζ, ηλεκτρίσθηκε όλος ο κόσμος των απείρων θαυμαστών τους…». Στο κέντρο ήρθε να τους ακούσει και ο Βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου, που τόσο ενθουσιάστηκε, που τους γέμισε δώρα.
Επόμενος σταθμός ήταν η Αλεξάνδρεια, και η εμφάνισή τους στο μεγαλύτερο ξενοδοχείο της πόλης, το «Κάρλτον». Ο χώρος είχε γεμίσει από νωρίς και πολλοί ήσαν αυτοί που δεν κατάφεραν να μπουν για να τους απολαύσουν. Στην Αλεξάνδρεια εμφανίστηκαν και σε κάποιους άλλους χώρους και στη συνέχεια επέστρεψαν στο Λίβανο, διότι το 20ήμερο που είχαν μείνει εκεί, δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις τόσες προσκλήσεις που είχαν δεχθεί. Στο Λίβανο, εμφανίστηκαν στο κοσμικό κέντρο «Gardenia».
Επόμενος σταθμός η Συρία και στη συνέχεια η Περσία, με εμφάνιση στην Τεχεράνη, στο «Cabaret Pars». Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, που ο Σάχης της Περσίας Ρεζά Παχλαβί, τους κάλεσε να εμφανιστούν σε μια δεξίωση των ανακτόρων. ΄Ηταν εκεί που ο Σάχης, θαμπώθηκε από την Βλαχοπούλου και σε ένδειξη εκτίμησης και σεβασμού (ίσως και να την ερωτεύτηκε) της δώρησε ένα αμύθητης αξίας διαμαντένιο περιδέραιο, το οποίο ανήκε στην γυναίκα του, που ειχε πεθάνει και που κατ΄αυτόν η Βλαχοπούλου της έμοιαζε.
Η επιτυχία που γνώριζε το δίδυμο των καλλιτεχνών, όπου εμφανιζόταν, επέφερε και μια ανέλπιστη πρόσκληση. Να εμφανιστούν στο «Κάρνεγκι Χολ» της Νέας Υόρκης, έναν χώρο-άβατο, που συνδεόταν με εμφανίσεις μεγάλων καλλιτεχνών.
Έφυγαν από την Περσία με υπερωκεάνιο και ταξίδεψαν στην Αμερική. Το κοινό στην Αμερική τους λάτρεψε.
΄Όχι μόνο οι ομογενείς, αλλά και οι αμερικάνοι. Κάθε τους εμφάνιση και ένας θρίαμβος. ΄Ηταν τότε που τους πλησίασαν παραγωγοί και ατζέντηδες, για περιοδείες σε ολόκληρη την χώρα. Τελικά δέχθηκαν την πρόταση του Lou Leslie, που τους φάνηκε πιο δελεαστική, διότι θα εμφανίζονταν στο Μπρόντγουαίη με δικό τους σόου, το «Rena and Spartacos Show». O Leslie όμως, δεν εύρισκε χρηματοδότες, αλλά δεν ήθελε να παρατήσει τις προσπάθειες, γιατί ήταν ερωτευμένος με την Βλαχοπούλου.΄Ετσι συνεχίζονταν επί μήνες οι πρόβες, αλλά δεν υπήρχε φως στον ορίζοντα. Είχαν «ακινητοποιηθεί» και ξόδευαν τα χρήματα που είχαν βγάλει στην Μ. Ανατολή. Τελικά ο Σπάρτακος ζήτησε πίσω το συμβόλαιο και ο Leslie, αναγκάστηκε να του το δώσει και το έσκισε. Με έναν νέο ατζέντη, ξεκίνησαν περιοδείες σε Πολιτείες της Αμερικής (Αστόρια, Ατλάντικ Σίτυ, Οχάϊο, Φλώρινα κ.α.), εμφανιζόμενοι όχι μονο σε ελληνικές παροικίες, αλλά και σε αμερικάνικα κέντρα (Coctail lounge και Jazz clubs), έχοντας στο πρόγραμμα, εκτός από τα τραγούδια του Σπάρτακου και τραγούδια ξένου ρεπερτορίου και κυρίως, αμερικάνικα. Με την ματαίωση όμως του show, χάθηκε και η ευκαιρία, μιας διεθνούς καριέρας και για τους δύο.
΄Οπου και αν εμφανίζονταν, συγκέντρωναν τον θαυμασμό και την λατρεία του κοινού και του Τύπου,ο οποίος ήταν πρόθυμος να αφιερώσει ακόμα και ολοσέλιδα γι΄αυτούς, οι δε κριτικές δεν έπαψαν ποτέ να είναι διθυραμβικές. Τον αποκαλούσαν μάλιστα «΄Ελληνα Irving Berlin» [o Irving Berlin,είναι αμερικανός συνθέτης και στιχουργός, θεωρούμενος, ως ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς της αμερικανικής ιστορίας]
Είχαν ήδη περάσει 4 χρόνια, αδιάκοπης, επίπονης δουλειάς.
Η Βλαχοπούλου κουράστηκε. Της έλειπαν τα αδέλφια της, οι φίλοι της, οι συνάδελφοι, η Κέρκυρα, η Ελλάδα. Αποφάσισε να γυρίσει (επέστρεψε το Μάϊο του 1951). Ο Σπάρτακος παρέμεινε στην Αμερική, και επέστρεψε στην Ελλάδα λίγο αργότερα (1952), όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο της μητέρας του. Και αυτή υπήρξε και η πλέον δυσάρεστη στιγμή της ζωής του. Ανέφερε σε συνέντευξή του στον Θ. Λιβεριάδη: «Η πιο δυσάρεστη στιγμή ήταν, όταν ήμουν στη Ν.Υ. ΄Ημουν διευθυντής ορχήστρας στο “Chateau Madrid”. Παίρνω τηλεγράφημα από τον γαμπρό μου, τον Χρίστο Κερέλλα, ότι πέθανε η μανούλα μου….Ε΄, αυτό ήταν….Τα παράτησα όλα και γύρισα πίσω, από τον μεγάλο πόνο και τη νοσταλγία».
■ Το 1952, βρέθηκε στο αθηναϊκο Καμπαρέ «Αρζεντίνα», της οδού Φιλελήνων (Σύνταγμα), να συνοδεύει στο πιάνο, την διεθνούς φήμης Χιλιανή τραγουδιστρια Ροζίτα Σεράνο, που αποκαλείτο και «αηδόνι της Χιλής» (απ΄αυτήν πήρε το όνομά της η γνωστή πάστα «Σεράνο», την οποία προς τιμήν της δημιούργησε ο Κάρολος Ζωναράς, ομογενής από την Αμερική, ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου “Zonars”,στο οποίο σύχναζε ο πολιτικός και καλλιτεχνικός κόσμος της εποχής. Κατ΄ άλλους, η πάστα είναι δημιουργία του ιδιοκτήτη του ζαχαροπλαστείου “Σελέκτ” της Φωκίωνος Νέγρη)
Η Ροζίτα Σεράνο, εξασφάλισε ένα συμβόλαιο και βάσει αυτού ξεκίνησαν μαζί μια μεγάλη τουρνέ στην Ευρώπη, που κράτησε μέχρι το 1957 (Σκανδιναυϊκές χώρες, Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία κ.α.)
΄Όταν ο Σπάρτακος βρισκόταν στο Αμβούργο (1954), συναντήθηκε με τον Α. Ωνάση και την αδελφή του. Τόσο πολύ τους γοήτευσε, που ο Ωνάσης τον κάλεσε στην παρθενική κρουαζιέρα της θαλαμηγού «Χριστίνα». Μετά μάλιστα την κρουαζιέρα, που κράτησε 3 εβδομάδες, ο Ωνάσης τον φιλοξένησε, για ολόκληρο το καλοκαίρι, στον πύργο του στην Γαλλική Ριβιέρα.
Το 1957, επέστρεψε στην Αθήνα και έφυγε ξανά για την Ν.Υ. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Ν.Υ., ο εφοπλιστής Igor Rosa, θέλησε να επενδύσει στον μεγάλο μουσικό και πρότεινε στον Σπάρτακο, να αγοράσει δικό του night club, τα κεφάλαια αγοράς του οποίου, θα έβαζε εκείνος. Ο κατάλληλος όμως χώρος δεν βρέθηκε και ο Σπάρτακος, επέστρεψε στην Ελλάδα, σκοπεύοντας να κάνει την αγορά στην Αθήνα. Τελικά δεν υπήρξε ευόδωση του σκοπού και ο Σπάρτακος, δέχθηκε πρόταση να εργαστεί στα «Αστέρια» της Γλυφάδας (1957-58). Η πρόταση απέβλελε στην τόνωση της επιχείρησης, και την διαφήμισή της, εξ ου και παραχωρήθηκε το δικαίωμα στο Σπάρτακο, μέσω του Συμβολαίου, να έχει πλήρη ελευθερία επιλογής προγραμμάτων και συνεργατών.
΄Ετσι, ο Σπάρτακος, συγκρότησε μια μεγάλη ορχήστρα τζαζ (14 μουσικοί) και επέλεξε ως τραγουδιστές, την Νάνα Μούσχουρη (που ήταν η πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση) και τον Νίκο Αντωνίου.
΄Όπως έγραψε η εφημ. «Τα Νέα», η Ρένα Βλαχοπούλου επισκέφτηκε το χώρο στις 23 Αυγούστου 1957, ανέβηκε στο πάλκο, όπως της ζητήθηκε και τραγούδησε τις επιτυχίες τους.
Τον Σεπτέμβριο 1959, Σπάρτακος και Βλαχοπούλου, συνεργάστηκαν για τελευταία φορά στην Ελλάδα, στο κέντρο «Χαβάη» της Θεσσαλονίκης, κατά την διάρκεια της ΔΕΘ. Την ίδια χρονιά, η Βλαχοπούλου, ηχογράφησε και τον πρώτο της δίσκο με τραγούδια του Σπάρτακου (παρά την πολυετή, επιτυχή συνεργασία τους, η Βλαχοπούλου δεν είχε δισκογραφήσει τραγούδια του, αφ΄ενός διότι την περίοδο της κατοχής, οι εταιρίες δίσκων δεν λειτουργούσαν και αφ΄ετέρου, γιατί δεν φρόντισαν, ευρισκόμενοι στην Αμερική, να το πράξουν). Ο δίσκος αυτός, περιείχε τα τραγούδια: «Τι κρίμα αγάπη μου» (στ. Αιμ. Σαββίδη) και «Κάποιο ρεφραίν»(στ. Κ. Πρετεντέρη)
Το 1959 ήταν η χρονιά που ο Σπάρτακος, πήρε μέρος και στο Α΄Φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), με το τραγούδι «Εσένα»(στ. Αλ. Λιδωρίκη), που ερμήνευσε ο πρωτόβγαλτος Γιάννης Βογιατζής, αποσπώντας το Γ΄Βραβείο.
Ο Γιάννης Βογιατζής, χρόνια μετά, σε αφιερωματική εκπομπή για τον Σπάρτακο, είχε πει: «…Ο Λιδωρίκης δεν με ήξερε και του πρότεινε κάποιους άλλους τραγουδιστές, που ήσαν πολύ επώνυμοι την εποχή εκείνη, ο Σπάρτακος όμως αντέδρασε λέγοντας “΄Η τον Βογιατζή ή το αποσύρω το τραγούδι”. Το τραγούδι αυτό, υπήρξε η απαρχή της καριέρας μου…Στον Σπάρτακο οφείλω τα πάντα…΄Ολοι του οφείλουμε».
Γεγονός είναι ότι ο Σπάρτακος, βοηθούσε πάντα τους νέους καλλιτέχνες, μη καταφεύγοντας σε γνωστούς τραγουδιστές για να τραγουδήσουν τα τραγούδια του, αν και του ήταν πολύ εύκολο κάτι τέτοιο. Πίστευε στους νέους ανθρώπους!!!
Το 1960, με δύο σουαρέ ντε γκαλά, εγκαινίασε το “King Palace Hotel” και συνέχισε για όλη τη χειμερινή σαιζόν, να παρουσιάζει το πρόγραμμά του, στο “Coronet” του ίδιου ξενοδοχείου. Εκεί πρωτοπαρουσίασε μια μαθήτριά του στο Ωδείο, την Γιοβάνα, ανοίγοντάς της το δρόμο, για μια λαμπρή καριέρα και δίνοντάς της και την ευκαιρία, να δισκογραφήσει. Λίγο αργότερα, βρέθηκε να παίζει πιάνο στο κέντρο «Ωμπέρζ»(Βαρυμπόμπη), που ανήκε στον φίλο του εφοπλιστή Κ. Βερνίκο.
Το 1962, πήγε ξανά στην Αμερική με την Ρένα Βλαχοπούλου. Επιστρέφοντας το 1964, εγκαινίασε το κέντρο «κάστρα» στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε μαζί του, η Αλέκα Κανελλίδου, κόρη του Γιάννη Κανελλίδη, που επί χρόνια ανήκε στην ορχήστρα του Σπάρτακου (βιολί), η οποία τραγούδησε και ένα νέο τραγούδι του συνθέτη, τον «Μικρό Βασιλιά», που έγινε αμέσως επιτυχία, και άνοιξε το δρόμο για την καριέρα της.
Είχε φτάσει η εποχή, που το ελαφρό τραγούδι, άρχισε να αλώνεται από άλλα μουσικά ακούσματα και να παρακμάζει.
Ο Σπάρτακος όμως, δεν το έβαζε κάτω. Συνέχισε να εμφανίζεται σε επιλεγμένους χώρους και να ψυχαγωγεί με τη μουσική του, τους λάτρεις της ελαφράς μουσικής. ΄Ετσι, το 1964, εμφανίστηκε στο «Αθηναϊκό Σαλονι» του «Acropole Hotel» (οδός Πατησίων, έναντι Πολυτεχνείου) και στη συνέχεια, για τα επόμενα χρόνια, στην οδό Κεφαλληνίας (Κυψέλη), διευθύνοντας μεγάλη ορχήστρα και με συνεργάτες τον Τάκη Μωράκη, την Νάντια Κωνσταντοπούλου, την Εύα Στυλ, την Κρύσταλ και τη Μήνα.
Ακολούθησε συνεργασία του, με τον ποιητή Φίλωνα Αρία στο κέντρο «Επιστροφές». Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, που οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου “Hilton” ( το οποίο είχε εγκαινιαστεί το 1962), επεδίωξαν και εξασφάλισαν συμβόλαιο μαζί του, το οποίο ανανεωνόταν εφεξής για τα επόμενα 11 χρονια (εκτος από το «Hilton» Αθηνών, εμφανίστηκε και στο «Hilton» της Κύπρου).
Στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου 1984, γιορτάστηκαν πανηγυρικά, με δύο sold-out συναυλίες, που πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο Λυκαβηττός, που παραχώρησε ο ΕΟΤ, τα 50 χρόνια προσφοράς του στην μουσική.
Συνθέσεις του ερμήνευσαν: η Ρένα Βλαχοπούλου (που αποθεώθηκε), ο Γιάννης Βογιατζής, η ΄Αντζελα Ζήλεια, η Κλειώ Δενάρδου και η Αλέκα Κανελλίδου.
Το θέατρο ήταν κατάμεστο και το μεγαλύτερο μέρος του κοινού, αποτελείτο από νεολαία. Υπήρξαν μάλιστα και πολλοί, που δεν κατάφεραν να βρουν εισιτήριο, αλλά δεν έφυγαν, παρά κάθισαν στους γύρω βράχους και παρακολούθησαν τις συναυλίες.
Από τις πιο «δυνατές» στιγμές της βραδυάς, που προκάλεσε συγκίνηση και ιδιαίτερο ενθουσιασμό, ήταν το σμίξιμο στη σκηνή, των δύο ιερών τεράτων της μουσικής, του ανεπανάληπτου διδύμου των μεγάλων επιτυχιών, της Βλαχοπούλου και του Σπάρτακου, που έδωσαν και μια εικόνα, στους νεώτερους, του πως ήταν η μεταξύ τους συνεργασία. Η Βλαχοπούλου, με το μπρίο, με την τεράστια ερμηνευτική εμπειρία της, με το χιούμορ, τη φινέτσα της, την μοναδική σκηνική της παρουσία και την δυνατότητά της να έρχεται σε επαφή με το κοινό και να το αιχμαλωτίζει, τραγούδησε όλες τις επιτυχίες του Σπάρτακου από τα χρόνια της συνεργασίας τους και κάποιες ιταλικές επιτυχίες, με ελληνικούς στίχους του Α. Σακελλάριου (ο οποίος και την παρουσίασε στη σκηνή), καθώς και ένα καινούργιο τραγούδι του συνθέτη το : «Τα μάτια σου τα γαλανά», σε στ.Α. Σακελλάριου, με τελευταίο τραγούδι της βραδυάς, το «Θα σε πάρω να φύγουμε», που το τραγούδησε μαζί της, όλος ο κόσμος.
Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε από τη ΕΡΤ, αλλά….όχι ολόκληρη, ενώ και ο ήχος δεν είναι και ο καλύτερος [Μια τέτοια μοναδική στιγμή για το τραγούδι, μια ιστορική στιγμή, που βρέθηκαν στην ίδια σκηνή Σπάρτακος, Βλαχοπούλου και Σακελλάριος, είναι απορίας άξιο, ποιος αποφάσισε να …κάνει περικοπές και να αποφασίσει ο ίδιος, τι πρέπει να διαφυλαχτεί και τι πρέπει να πεταχτεί, θεωρώντας ότι η προσωπική του κρίση, είναι αυτή που μπορεί να καθορίζει τα σπουδαία και τα μη σπουδαία!!! Μ΄αυτή την νοοτροπία και αυτή τη λογική, πόσα άλλα σπουδαία πράγματα έχουν χαθεί!!!]
Παρ΄ότι ο Σπάρτακος, ποτέ δεν σταμάτησε να συνθέτει και η ευλυγισία των δαχτύλων του πάνω στα πλήκτρα, ποτέ δεν τον πρόδωσε, μετά από την εμφάνισή του, το 1991, στο κέντρο Precieux(οδός Ακαδημίας), δεν ξαναδούλεψε νύχτα. ΄Επαιρνε εφεξής μέρος, μόνο σε συναυλίες και σε φιλανθρωπικού σκοπού εκδηλώσεις, ενώ σε κάθε ευκαιρία, όποτε του το ζητούσαν, έπαζε πιάνο, συνηθίζοντας να λέει: «το αίμα, νερό δεν γίνεται», γιατί πάνω απ΄όλα ήταν και ένοιωθε πιανίστας.
Αυτό άλλωστε έκανε και στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Πάντα καθόταν μπροστά από ένα πιάνο, έτοιμος να παίξει μελωδίες, να αυτοσχεδιάσει (τελευταία του τηλεοπτική εμφάνιση στη ΝΕΤ, λίγους μήνες πριν πεθάνει).
■ Με την δισκογραφία δεν είχε ασχοληθεί, σχεδόν ποτέ και δεν εκμεταλλεύτηκε τα χρόνια της περιοδείας του στην Αμερική για να κάνει δίσκους. Εκτός από τον δίσκο με την Βλαχοπούλου, που γυρίστηκε το 1959, με δύο τραγούδια του, όπως προειπώθηκε, σε δίσκους 45 στροφών κυκλοφόρησαν κάποια από τα κατοχικά τραγούδια του, ερμηνευμένα από τις Ζ. Κουρούκλη, Γιοβάνα και Αλ. Κανελλίδου και τρεις δίσκοι, με ορχηστρική μουσική (δικά του τραγούδια και άλλων συνθετών, Ελλήνων και ξένων), όπου αναδεικνύεται και η μεγίστη δεξιοτεχνία του, ως πιανίστας [Στην δεξιοτεχνία του αυτή, είχε αναφερθεί παλαιότερα και ο συνθέτης των μεγάλων επιτυχιών Χρ. Χαιρόπουλος, καταθέτοντας με γλαφυρό και ποιητικό τρόπο, μια δική του εμπειρία, από τις εμφανίσεις του Σπάρτακου στο κέντρο Μονμάρτη της οδού Κοδριγκτώνος,όταν βρισκόταν στην αρχή της καριέρας του: «Ημίφως, καπνοί από τσιγάρα, ένα βιολί μαστιγώνει τον έρωτα με το εκφραστικό του δοξάρι (σόλο βιολί ο Θ. Παπαδόπουλος, στην ορχήστρα του οποίου εργάστηκε αργότερα ο Σπάρτακος).΄Ένα ακορντεόν κλαίει διακριτικά (σόλο ακορντεόν, ο Μιχάλης Σουγιούλ). ΄Ένα πιάνο σκορπίζει κρύσταλλα από θριματισμένο αίσθημα (στο πιάνο ο Σπάρτακος)…Εμείς που πηγαίναμε στη “Μονμάρτη”, είχαμε προσέξει αυτό το μεγαχρινό παιδί με τα ευκίνητα, τα αεικίνητα δάχτυλα, που έκαναν ιλιγγιώδεις ακροβασίες πάνω στα πλήκτρα και δεν ήταν δύσκολο να μαντέψουμε ότι ο νεαρός πιανίστας, θα γινόταν βεντέτα»].
Η δισκογραφική εταιρεία “Polygram”, σε αναγνώριση των 50 ετών προσφοράς του στη μουσική και το τραγούδι, αποφάσισε και δισκογράφησε 12 από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του (1934-1984) σε ένα δισκο 33 στροφών (με ενορχήστρωση του Κ. Κλάββα), που ερμήνευσαν οι: Μαρινέλλα, Τ. Τσανακλίδου, Κ. Χατζής, Δάκης και Μπ. Αργυράκη. Από την ίδια ως άνω εταιρεία, με την επιμέλεια του Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη, κυκλοφόρησε cd, όπου ο Σπάρτακος, ερμηνεύει στο πιάνο, δική του μουσική και μουσική διεθνούς ρεπερτορίου.
Τελευταίος δίσκος «Τα καινούργια του Γιάννη Σπάρτακου»(1994), με βασική ερμηνεύτρια την Κρύσταλ. Στο δίσκο ερμηνεύει ο ίδιος το τραγούδι του «Σ΄αγάπησα για δεύτερη φορά» (στ. Κ. Κοφινιώτη).
Δυστυχώς, από την πολυετή, μαγική συνεργασία του με την Ρένα Βλαχοπούλου, σχεδόν τίποτα δεν έχει διασωθεί, που να μαρτυρά την καλλιτεχνική πορεία και την λάμψη αυτών των δύο προικισμένων ανθρώπων, που δούλεψαν μαζί και κυριολεκτικά μεγαλούργησαν.
Θα μπορούσαν βεβαίως να έχουν υπάρξει καταγραφές, αν όχι δισκογραφικές, τουλάχιστον από το κρατικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με σωστό ήχο και σωστή σκηνοθεσία. Οι ευκαιρίες όμως αυτές, δημιουργίας αξιόλογου αρχειακού υλικού, αφέθησαν να χαθούν. Και ο Σπάρτακος βεβαίως, μόνο τυχαίος δεν ήταν, έχοντας μάλιστα βγάλει εκτός ελληνικών συνόρων, πρώτος αυτός, ελληνική μουσική. Και το δίδυμο, ασφαλώς, μόνο τυχαίο δεν ήταν, έχοντας γνωρίσει παγκόσμια αναγνώριση και καταξίωση!!! ΄Όλα αυτά χάθηκαν από την ανικανότητα αυτών που είχαν ευθύνη και υποχρέωση να τα διαφυλάξουν, ως κομμάτια της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Το 1983, ο Σπάρτακος είχε παρουσιάσει μια σειρά εκπομπών στο κρατικό ραδιόφωνο. Σε μια από τις εκπομπές αυτές, κλήθηκε και η Ρένα Βλαχοπούλου και ερμήνευσε, με τον ίδιο στο πιάνο, μεγάλες επιτυχίες του αλλά και τραγούδια άλλων συνθετών, ελλήνων και ξένων, καθώς και νέες συνθέσεις του («Σ΄ένα ουϊσκι», «Τα μάτια σου τα γαλανά», στ. Α.Σακελλάριου). Στην εκπομπή αυτή, επίσης τραγούδησε το “How Deep in the Ocean” του Irving Berlin και το τραγούδι “Les Feuilles Mortes” (τραγούδι που ερμήνευσε η Edith Piaf και που η Βλαχοπούλου, το είχε συμπεριλάβει στο ρεπερτόριο της, στην περιοδεία τους στην Αμερική και επαινέθηκε ιδιαίτερα για την ερμηνεία της από τον Τύπο)
Η εκπομπή αυτή, θα έπρεπε να έχει αποτελέσει Life δισκογραφία της ΝΕΤ (ευτυχώς που υπάρχει και το youtube, που διέσωσε κατά κάποιο τρόπο, όσα ΟΦΕΙΛΑΝ να έχουν διασώσει κάποιοι άλλοι!!!).
■ Από τον μεγάλο κατάλογο των τραγουδιών του Σπάρτακου, ενδεικτικά αναφέρουμε τα: «Θα σε πάρω να φύγουμε» (στ.Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου), «Τι κρίμα αγάπη μου» (στ.Σπάρτακου), «΄Αν είχατε τα μάτια τα δικά μου» (στ. Κ. Κοφινιώτη), «Είσαι ο κλέφτης της καρδιάς μου» (στ. Δ. Μυράτ), «Τόσα λόγια τι τα θέλεις» (στ. Δ. Μυράτ), «Θα γυρίσεις ξανά» (στ. Αιμ. Σαββίδης), «Αχ αγάπη μου, που να΄σαι» (στ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου), «Πιτσιρίκα» (στ. Ηλ. Βραχνά), «Καμπαρέ» (στ. Χρ. Γιαννακόπουλου), «Μούπες κι΄άλλο ψέμμα» (στ. Σπάρτακου), «Σ΄άφησα να φύγεις» (στ. Γ. Βρούβα), «΄Ονειρα κοριτσιών» (στ. Αλ. Λιδωρίκη), «Μπολέρο ιν Μπλου» (στ. Δ. Ιατρόπουλου), «Μικρός βασιλιάς» (στ. Σπάρτακος) κ.α.
΄Ένα από τα τραγούδια που αγαπούσε πολύ, ο Σπάρτακος, ήταν ο «Μικρός Βασιλιάς»,συνδεδεμένο με μια ιστορία, που ο ίδιος διηγήθηκε στη συνέντευξή του στον Θ. Λιβεριάδη: «…Είχα αρχίσει να γράφω την πρώτη φράση το 1935, ήμουνα διευθυντής ορχήστρας στην “΄Οαση”: “Θυμήσου όταν ήμασταν παιδιά….”. Σταμάτησα. Το εγκατέλειψα χρόνια…Γύρισα εδώ, εκεί….Μέση Ανατολή….μετά με τη Ροζίτα Σεράνο σ΄όλη την Ευρώπη, Αμερική….Ωστόσο αυτή η φράση, δεν έφευγε από το μυαλό μου. Κάποτε γύρισα.΄Ημουνα στο πρώτο σπίτι που ειχα αγοράσει, πάλι εδώ στη Ν. Σμύρνη, στην οδό Εφέσου. Κυριακές προς μεσημέρι, συνήθως μαζευόντουσαν οι γειτόνοι, που απολάμβαναν μουσική, μερικοί και με καλές φωνές….Μια Κυριακή λοιπόν, σκαλιζοντας τα πλήκτρα, παίζω τη φράση αυτή και βρίσκω τη συνέχεια, δηλαδή: “πίστευα πάντα σε σένα…”. Το θεώρησα σημαδιακό αυτό….Μετά από 30 χρόνια. Από μια σύμπτωση τάχα;;; Και όταν μου ζήτησε ο Κανελλίδης τραγούδια για την κόρη του, του λέω: Γιάννη, η κόρη σου έχει ωραίο τέμπο φωνής. Θα την ξεκινήσουμε μ΄ένα γνωστό μου τραγούδι, το “θα ξεχαστείς από τη λήθη” και μ΄ένα, που μόλις τώρα τελείωσα, το “Μικρό βασιλιά”….»
▓ Την προσωπική του ζωή, την κράτησε πάντα μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας.
΄Εκανε έναν γάμο και χώρισε το 1967.
Στα νιάτα του, υπήρξε ζευγάρι με την ηθοποιό Ηρώ Χαντά, για την οποία έγραψε και το τραγούδι: «Το φιλί που χθες μου έδωσες στο στόμα».
Σ΄αυτό τον έρωτα, αναφέρθηκε στο βιβλίο του «Τα πρώτα χρόνια» ο Θ. Κρίτας (μέγιστος καλλιτεχνικός ιμπρεσάριος, συνδεδεμένος με σημαντικά πολιτιστικά γεγονότα, που έφεραν σε επαφή το ελληνικό κοινό, με το διεθνές καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, ενώ παράλληλα ενεργούσε για την προβολή της ελληνικης δημιουργίας στο εξωτερικό), που θυμόταν την Χαντά, να ανεβαίνει στη μοτοσυκλέτα του Σπάρτακου και να διασχίζουν αγκαλιασμένοι την οδό Πατησίων, μέχρι το τέρμα της, όπου ήταν το σπίτι της Χαντά.
Ζευγάρι υπήρξε και με τη μεγάλη Χιλιανή ντίβα, Ροζίτα Σεράνο, κατά το διάστημα της συνεργασίας τους και της περιοδείας τους.
Οι φήμες της εποχής έλεγαν πως ήταν ζευγάρι και μάλιστα είχαν τελέσει και γάμο στην Αμερική, με την Ρένα Βλαχοπούλου. Τις φήμες αυτές τις διέψευσαν και οι δύο. Για τον Σπάρτακο η Βλαχοπούλου, την οποία και λάτρευε, δεν ήταν παρά η πολύτιμη φίλη της καρδιάς του και η ιδανική ερμηνεύτρια των τραγουδιών του.
Ο Σπάρτακος δεν απέκτησε παιδιά. Αγαπούσε όμως πολύ τους νέους και πάντα ήταν πρόθυμος να τους βοηθήσει και με την βοήθειά του,στα πρώτα τους βήματα, αναδείχτηκαν στη συνέχεια μεγάλα ονόματα του τραγουδιού (Γ. Βογιατζής, Γιοβάνα, Ν. Μούσχουρη, Κανελλίδου κ.α.).
Ο Σπάρτακος ήταν απλός και προσιτός, ευγενής και περιποιητικός, αγαπούσε τους ανθρώπους και πάντα του άρεσε να βρίσκεται ανάμεσά τους και να τους διασκεδάζει με τη μουσική του. Είχε δημιουργήσει στενές σχέσεις με τους γείτονές του, που κάθε Κυριακή, τους δεχόταν στο σπίτι του, τους έφτειαχνε καφέ, συζητούσαν και ύστερα καθόταν στο πιάνο και τραγουδούσαν.
΄Ηταν λάτρης, αποκλειστικά της ελαφράς και της τζαζ μουσικής και ποτέ δεν αγάπησε το λαϊκό τραγούδι και απεχθανόταν το μπουζούκι, σε αντίθεση με την Βλαχοπούλου, που αγαπούσε τη λαϊκή μουσική και κάθε φορά που αυτός δυσανασχετούσε, του έλεγε: «΄Όλα χρειάζονται Γιάννη μου. ΄Όλα».
Θεωρούσε ότι, τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό τραγούδι είχε υποστεί υποβάθμιση, κάτι που τον πίκραινε και τον εξοργιζε. Στη συνέντευξη που έδωσε στον Θ. Λιβεριάδη, είχε πει: «Δεν ξέρω πότε και αν θα ξεφύγουμε απ΄αυτή την κατάντια. Είμαι πολύ πικραμένος. Είναι χρόνια πολλά, που χάσαμε το σωστό δρόμο.Πιστεύω ότι υπεύθυνοι είναι οι εταιρίες δίσκων, οι ιθύνοντες που κρατούν δυστυχώς λάθος τα γκέμια…Και κυρίως οι κρατικοί σταθμοί, ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί, που κι΄αυτοί υποθάλπουν και προωθούν τα ίδια…Κάποτε πρέπει να δώσουμε λόγο οι υπεύθυνοι, για την κατάντια του Ελληνικού τραγουδιού…Και αυτό είναι ντροπή για την Ελληνική μουσική. Μετά την εποποιϊα του Αττίκ, του Χαιρόπουλου, του Γιαννίδη, του Μουζάκη, του Μωράκη, του Σπάρτακου και τόσων άλλων και να μην παίζουν σχεδόν τίποτα απ΄αυτά….Αλλά και με τους ενδιάμεσους και τους νεώτερους της ελαφράς παράδοσης, τα ίδια γίνονται και αρκετοί είναι καλοί: ο Σπανός, ο Χατζηνάσιος κ.α. Αρχίζουν τώρα και δεν έχουν πέραση ούτε αυτοί, δεν έχουν εμπορικότητα…»
[Αν ζούσε σήμερα ο Σπάρτακος, θα διαπίστωνε ότι όλα αυτά τα συνθετικά και τραγουδιστικά κακέκτυπα, που προωθούσαν εμμονικά οι εταιρίες, δημιουργώντας «καλλιτέχνες» αναλώσιμους, που τους έκανε αναγνωρίσιμους για κάποια φεγγάρια η επίμονη διαφήμιση και όχι το αισθητήριο του λαού, όπως άλλοτε (το αισθητήριο τώρα διαμορφωνοταν από τις εταιρίες με όρους εμπορίου), ότι όλα αυτά τα ….πειράματα, για προσχώρηση των νέων, σε κουλτούρες έξω από τις ρίζες τους και την αφομοίωσή τους από ξένα μουσικά ακούσματα, δεν έχουν πια την ίδια αποδοχή. ΄Όχι βεβαίως γιατί οι εταιρίες και οι ιθύνονες των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών πραγμάτων, ανένηψαν και άλλαξαν τακτική (οι περισσότεροι εξακολουθούν να προωθούν και να προβάλουν συγκεκριμένα άτομα –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- στηριζόμενοι εν πολλοίς στην μουσική απαιδευσία που καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες από το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, στη χώρα μάλιστα που διατηρεί την πατρότητα του όρου «μουσική», διεθνώς), αλλά γιατί οι ίδιοι οι νέοι, μένοντας ουσία, ψυχικά ακάλυπτοι από τέτοιου είδους διασκέδαση (για ψυχαγωγία, δεν γίνεται λόγος), αναζήτησαν τον μουσικό βηματισμό τους, στον μουσικό πλούτο παλαιότερων εποχών, φέρνοντας στην επιφάνεια, το καλό ελαφρό και λαϊκό τραγούδι, που διαχρονικά εκφράζει τον έλληνα και ο έλληνας το αναγνωρίζει μέσα στο κύτταρό του και στην κοινωνική ιστορία του. Και γιατί, πολλοί καλλιτέχνες με δυνατότητες φωνητικές και ερμηνευτικές, ενέταξαν στο ρεπερτόριο τους αυτά τα τραγούδια (αυτοί που μπορούν να το κάνουν βεβαίως και έτσι ξεκαθάρισε και το τοπίο των πραγματικών τραγουδιστών), ενώ παράλληλα άρχισαν να αναδεικνύονται και συνθέτες και στιχουργοί, με συνθέσεις και τραγούδια που έχουν κάτι να πουν και να προσφέρουν]
▓ Ο Σπάρτακος, ήταν ένας ακόμα, από τους μεγάλους δημιουργούς, που η Πολιτεία δεν τον τίμησε κατά την αξία και προσφορά του.
Στην πανηγυρική συναυλία στο Λυκαβηττο, για τα 50 χρόνια του στο τραγούδι (Σεπτ.1984), του απονεμήθηκε το «Κορφιάτικο»βραβείο.
Για την προσφορά του στην ελληνική μουσική και το τραγούδι, του απονεμήθηκε Αναμνηστικό Μετάλλιο, στο 14ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Στις 29 Μαϊου 1985, σε ειδική βραδυά, το Δ.Σ. της Εστίας Ν. Σμύρνης, του απένειμε το «Χρυσό Μετάλλιο Εστίας Ν. Σμύρνης» για την πολυετή προσφορά του στην ελλάδα και το εξωτερικό (η εκδήλωση έγινε στην κεντρική πλατεία, παρουσία 15.000 θεατών).
▓ Πέθανε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, την Τρίτη 31 Ιουλίου 2001. ΄Ηταν 86 ετών (Τρία χρόνια αργότερα, την επέτειο του θανάτου του, κηδευόταν το άλλο μέλος του ανεπανάληπτου μουσικού διδύμου. Η Ρένα Βλαχοπούλου! Με κάποιο τρόπο, έγινε πραγματικότητα η υπόσχεση του τραγουδιού του και την …πήρε και έφυγαν…)
Η κηδεία του έγινε στο νεκροταφείο Καλλιθέας.
► Με το πλήρωμα του χρόνου, τα αεικίνητα δάχτυλα του Σπάρτακου, έπαψαν να δονούν τα πλήκτρα. Η κίνησή τους όμως, έμεινε αποτυπωμένη στις μελωδίες του, ο παλμός της ψυχής του, φτερουγίζει με την μουσική του, σε μια αέναη κίνηση, που διασχίζει το χρόνο και το χώρο, συγκρατώντας το συναίσθημα, δυναμιτίζοντας τα όνειρα, απλώνοντας στο άπειρο την ελπίδα.
Το έργο του Γιάννη Σπάρτακου, είναι η επισήμανση ενός προικισμένου ανθρώπου, ενός λαμπερού και ευλογημένου ταλέντου, πως η ζωή είναι ένα ταξείδι και μεις μελωδικές προτάσεις στο ρυθμό του σύμπαντος.
Ερχόμαστε και φεύγουμε, ακουμπώντας στη μουσική, με την ελπίδα να την νοιώσουμε, να την κάνουμε όχημα ανάτασης, να ξεφύγουμε μαζί της, να μας «πάρει, να φύγουμε, σ΄άλλη γη σ΄άλλα μέρη», εκεί που η λύτρωση από τις σκιές, κάνει την ουσία να λάμπει και μας, πραγματικούς πολίτες του κόσμου.