Έσβησε αθόρυβα στα 89 του χρόνια ο ακαδημαϊκός και μεγάλος διανοητής Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

Οδηγούσα για τη θάλασσα.
Χτύπησε το τηλέφωνο.
«Πέθανε ο μπαμπάς».
Σταμάτησα σε μια στροφή.
Αντίκρυ το πέλαγος. Μου πήρε ώρα να συνέλθω. Παρότι το περιμέναμε.
Θα πουν πολλά. Ήταν σπουδαίος.
Η διανόησή του άνοιξε πλατιούς ορίζοντες. Επηρέασε βαθιά την κοινωνιολογική σκέψη. Στις διατριβές μας υπήρξε οπωσδήποτε αναφορά στο έργο του. Είχε μια μακρά και λαμπρή σταδιοδρομία.
Όμως για μένα ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν ήταν παρά ο μπαμπάς του Άγγελου, του καρδιακού μου φίλου, του κολλητού μου εδώ και δεκαοχτώ χρόνια.
Τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά τον θαύμασα μέσα από τον Άγγελο. Θαύμασα πως ο γιος ενός διεθνούς φήμης ακαδημαϊκού διάλεξε να μη χρησιμοποιήσει καμία επαφή και να κάνει πανεπιστημιακή καριέρα στο εξωτερικό.
Και θαύμασα πως κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν συντάχθηκε με τα συμφέροντα της τάξης του. Γιος μεγαλοαστικής οικογένειας, αυτομόλησε στον σοσιαλισμό. Ένας ταξικός αποστάτης.
Θα μπορούσε να ανήκει στο ακραίο κέντρο. Αυτό ήταν το φυσικό του περιβάλλον. Δεν ανήκε. Ήταν συνεπής. Ήταν ωραίος.
Ήταν κυριολεκτικά ωραίος.
Στο Παρίσι τον αποκαλούσαν beau Grec, ο ωραίος Έλληνας.
Κι ήταν πράγματι ένας εξαιρετικά γοητευτικός άνδρας. Ένα βράδυ, τυχαία, ανταμώσαμε στο Low Profile και γαντζώθηκε το βλέμμα μου πάνω του.
Θα γραφτούν πολλά.
Ξεχώρισε.
Διέγραψε φωτεινή τροχιά.
Για μένα, όμως, είναι ο μπαμπάς του φίλου μου. Ο παππούς του μικρού Κωνσταντίνου, που γελάμε και παίζουμε μαζί τα καλοκαίρια.
Ο παππούς Κωνσταντίνος θα είναι εκεί όσο ζούμε.
Αντίο, ωραίε Έλληνα.
Αφήσατε δύο πολύ καλά παιδιά πίσω σας.
Κι αυτό ήταν ίσως το πιο σπουδαίο απ’ όλα.
Πριν λίγο πέθανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και μαζί του αποσύρεται από τον ελληνικό δημόσιο βίο
κάτι πολύ δυσκολότερο να αντικατασταθεί από ένα μεγάλο επιστημονικό έργο: μια ορισμένη ηθική της σκέψης.
Η επίμονη άρνηση να δεχθεί τις λέξεις με το νόημα που τους παραδίδει κάθε φορά η εξουσία, η καχυποψία απέναντι σε κάθε κοινωνική πραγματικότητα που παρουσιάζει τον εαυτό της ως φυσική και αναπόφευκτη, η πεποίθηση ότι πίσω από το «κράτος», το «έθνος», την «τάξη», την «ανάπτυξη», την «πρόοδο» κρύβονται πάντοτε σχέσεις δύναμης που πρέπει ξανά να γίνουν ορατές.
Ο Τσουκαλάς δεν μας έμαθε τι να σκεφτόμαστε.
Μας έμαθε κάτι πολύ πιο απαιτητικό: να μην επιτρέπουμε στην εποχή μας να σκέφτεται αντί για εμάς. Και γι’ αυτό ο θάνατός του δημιουργεί ένα κενό που δεν είναι μόνο πνευματικό αλλά βαθύτατα πολιτικό, ακριβώς τη στιγμή που η δημόσια γλώσσα φτωχαίνει, η πληροφορία υποκαθιστά την κρίση και η διαχείριση διεκδικεί το κύρος της πολιτικής.
Πριν από λίγο καιρό, μιλώντας στην Ακαδημία Αθηνών για έναν «νέο ιστορικό συμβιβασμό», είχε επιλέξει να μιλήσει όχι σαν άνθρωπος που ολοκληρώνει τη διαδρομή του, αλλά σαν άνθρωπος που εξακολουθεί να απαιτεί από την Ιστορία να ανοίξει δυνατότητες εκεί όπου όλοι οι άλλοι βλέπουν μόνο αδιέξοδα.
Σήμερα εκείνη η ομιλία ακούγεται σχεδόν σαν τελευταία πνευματική παρακαταθήκη. Και το κείμενο που είχα γράψει τότε το αναδημοσιεύω χωρίς να αλλάξω τίποτε, μόνο με τη σκληρή γνώση που δεν είχα όταν το έγραφα: ότι από σήμερα ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ανήκει στην Ιστορία, αλλά η Ιστορία που μας έμαθε να διαβάζουμε δεν θα μας επιτρέψει ποτέ να τον τοποθετήσουμε ακίνδυνα στο παρελθόν.
Τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην Φωτεινή Τσαλίκογλου, την οικογένεια τους, τους φίλους και τους αμέτρητους συντρόφους του.