Η χαμένη μελωδία της ελληνικής γλώσσας

Δημοσιεύεται σήμερα σε καθημερινή εφημερίδα
ένα σχόλιο που τονίζει την αγάπη των Γάλλων για τη Γραμματική και την ορθογραφία της γλώσσας τους.
Όμως δεν είναι ακριβώς αυτό το ζήτημα.
Το ακριβέστατο είναι ότι, διαμέσου της Γραμματικής και της ορθογραφίας, οι Γάλλοι διατηρούν τη μουσικότητα και την προφορά που οδηγεί στη μελωδία της γλώσσας τους. Σε αντίθεση με εμάς, που λόγω της Δημοτικής την απολέσαμε παντελώς.
Και εν συνεχεία καταντήσαμε, προ πολλού, στο μάθημα της ορθογραφίας να μην εξετάζεται, μέσω της σωστής προφοράς, η γνώση του εξεταζόμενου, αλλά η μνήμη του. Διότι εκείνος που απαγγέλλει το θέμα βάσει της προφοράς βαθμολογείται με μηδέν — και όχι με κάτι παραπάνω. Αφού και ο δικός του δάσκαλος τα ίδια έμαθε, και ούτω καθεξής.
Ο Δημοσθένης αποκλείεται να μην πρόφερε σωστά το «ρω» μόνο του.
Δεν μπορούσε, κατά πάσα πιθανότητα, να προφέρει τα δύο «ρω» (ρρ) μαζί, το ένα δίπλα στο άλλο — και κατ’ επέκταση οποιαδήποτε άλλα δύο σύμφωνα μαζί, όταν αυτά έχουν διαφορετική προφορά. Οι Γάλλοι, όμως, τα υιοθέτησαν — ή τα είχαν υιοθετήσει — σε όλες τις ελληνικές λέξεις που δανείστηκαν στο λεξιλόγιό τους και περιείχαν δύο σύμφωνα μαζί, όπως λ.χ. το Grammaire. Αμυδρά, τα δύο m τα προφέρουν διαφορετικά.
Τέλος, εμείς εδώ είτε όμικρον είτε ωμέγα το ίδιο λέμε. Ενώ η προφορά τους ήταν διαφορετική, μαζί με τα πνεύματα και τον τονισμό, που καταργήθηκαν χάριν ευκολίας. Όμως ο εξεταστής ή ο διορθωτής κοκκινίζει το λάθος, παραβλέποντας ότι δεν γνωρίζει τη διαφορετική προφορά. Λέει έτσι, χωρίς να το λέει, στον μαθητή πως το «ω» ή το «ο» ώφειλε απλώς να το «θυμάται».
Είναι πολλές — πάρα πολλές — οι παράμετροι ανάμεσα στην ανύπαρκτη προφορά και την ορθογραφία:
έχουν να κάνουν κυρίως με τα συμφραζόμενα και με το μνημονικό, μακράν πάντως της πραγματικής γνώσης. Τη μελωδία της ελληνικής γλώσσας ποτέ δεν την ακούσαμε, και ούτε ποτέ θα την ακούσουμε, αφού θέλει εξάσκηση — δηλαδή δουλειά —, ενώ είμαστε μαθημένοι αλλιώς.