Όταν η πληροφορία παύει να ενοχλεί την εξουσία

Όταν η πληροφορία παύει να ενοχλεί την εξουσία.
Η προειδοποίηση του RUSI για την πολιτικοποίηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και γιατί έχει σημασία ποιος τη διατυπώνει.
Η ισχύς μιας υπηρεσίας πληροφοριών δεν μετριέται μόνο από τους δορυφόρους της, τα συστήματα υποκλοπών,
τα δίκτυα ανθρώπινων πηγών ή τον προϋπολογισμό της. Μετριέται και από κάτι πολύ λιγότερο ορατό. Από το κατά πόσο μπορεί να μεταφέρει στην πολιτική ηγεσία μια εκτίμηση που εκείνη δεν θέλει να ακούσει.
Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του άρθρου «Trump and the Undermining of US Intelligence Power» των HuwDylan και Elena Grossfeld, που δημοσιεύθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 στο RUSI Journal. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι κατά τη δεύτερη προεδρία DonaldTrump δεν βρίσκεται απλώς σε εξέλιξη μια σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και τμήματα της αμερικανικής Κοινότητας Πληροφοριών (IntelligenceCommunity). Κατά την ανάλυσή τους, εξελίσσεται κάτι βαθύτερο. Μια διαδικασία πολιτικοποίησης η οποία μπορεί σταδιακά να περιορίσει την ίδια την ισχύπληροφοριών (intelligence power) των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η θέση αυτή χρειάζεται εξαρχής μια σημαντική διάκριση.
Οι συγγραφείς δεν ισχυρίζονται ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν καταρρεύσει. Αντιθέτως, αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για έναν τεράστιο και εξαιρετικά ανθεκτικό μηχανισμό, ικανό να συνεχίσει να συλλέγει τεράστιες ποσότητες δεδομένων, να παράγει αναλύσεις και να υποστηρίζει ιδιαίτερα σύνθετες επιχειρήσεις. Η δική τους ένστασηαφορά το επόμενο στάδιο, το τι συμβαίνει στην πληροφορία αφού παραχθεί και όταν αυτή φθάσει στο επίπεδο λήψης αποφάσεων.
Για τους Dylan και Grossfeld, το θεσμικό πλεονέκτημα των υπηρεσιών πληροφοριών βρίσκεται ακριβώς στην αρχή ότι ο επαγγελματίας αναλυτής οφείλει να παρουσιάζει την καλύτερη δυνατή εκτίμησή του, ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με την πολιτική γραμμή. Η πίστη του στελέχους, στη συγκεκριμένη θεώρηση, στρέφεται προς το κράτος, το Σύνταγμα και την επαγγελματική αποστολή του και όχι προς το πρόσωπο που βρίσκεται προσωρινά στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι εάν ο πρόεδρος έχει το δικαίωμα να απορρίψει μια εκτίμηση των υπηρεσιών. Φυσικά και το έχει. Οι υπηρεσίες παρέχουν τις πληροφορίες, τα δεδομένα (intelligence), η πολιτική ηγεσία αποφασίζει. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναλυτική διαδικασία γνωρίζει εκ των προτέρων ποια απάντηση επιτρέπεται να δώσει.
Από την «υπηρεσία» στην «κατάληψη»
Για να περιγράψουν την εξέλιξη αυτή, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν έναν όρο που προέρχεται όχι από την παραδοσιακή θεωρία πληροφοριών αλλά από την ανάλυση των ψηφιακών πλατφορμών, platform decay, συνδέοντάς τον με την έννοια της «enshittification» του Cory Doctorow.
Η βασική λογική είναι ότι ένας θεσμός ή μια πλατφόρμα αρχικά παρέχει αποτελεσματικά την υπηρεσία για την οποία δημιουργήθηκε. Στη συνέχεια επέρχεται ένα είδος «capture», με την έννοια της κατάληψης, κατά το οποίο η λειτουργία της προσανατολίζεται όλο και περισσότερο προς τις ανάγκες συγκεκριμένου κέντρου ισχύος. Τελικά, η αρχική αποστολή υποχωρεί και ο οργανισμός εξακολουθεί μεν να υπάρχει αλλά παράγει ένα υποδεέστερο προϊόν. Οι συγγραφείς βλέπουν αυτή την ακολουθία στην αμερικανική κοινότητα πληροφοριών.
Στο πρώτο στάδιο βρίσκεται μια υπηρεσία που λειτουργεί.
Η εικόνα που παρουσιάζουν για την αμερικανική μηχανή πληροφοριών πριν από το 2025 είναι αυτή ενός εξαιρετικά χρηματοδοτούμενου, τεχνολογικά προηγμένου και παγκοσμίως δικτυωμένου συστήματος. Υπενθυμίζουν μεταξύ άλλων την επιχείρηση κατά του Osama bin Laden, τη δυνατότητα των ΗΠΑ να αποκτήσουν πληροφορίες σχετικά με τα ρωσικά σχέδια για τη σύγκρουση στην Ουκρανία και την προειδοποίηση προς τη Μόσχα για επικείμενη τρομοκρατική επίθεση πριν από το Crocus City Hall.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, εμφανίζεται το capture, η κατάληψη. Το πρώτο του σκέλος είναι αυτό που ονομάζουν epistemic capture, η γνωσιολογική άλωση. Η μετατόπιση δηλαδή του κέντρου της «αλήθειας» από την επαγγελματική διαδικασία αξιολόγησης προς την πολιτική ηγεσία. Οι Dylan και Grossfeld υποστηρίζουν ότι στη σχέση του Trump με τις υπηρεσίες η αναλυτική διαφωνία άρχισε σταδιακά να συνδέεται με την πολιτική εχθρότητα και την προσωπική απιστία.
Ακολουθεί το bureaucratic capture, η γραφειοκρατική αιχμαλωσία, το ποιος στελεχώνει τις υπηρεσίες, ποιος προάγεται, ποιος απομακρύνεται και ποια συμπεριφορά επιβραβεύεται. Οι συγγραφείς εντάσσουν σε αυτή την εικόνα τις αλλαγές στην ηγεσία οργανισμών όπως η CIA, το FBI και η NSA και την τοποθέτηση προσώπων όπως οι John Ratcliffe, Tulsi Gabbard και Kash Patel. Το επιχείρημά τους δεν περιορίζεται στο ότι πρόκειται για πολιτικές επιλογές, οι ανώτερες θέσεις της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας ήταν πάντοτε πολιτικά σημαντικές. Υποστηρίζουν όμως ότι δημιουργείται ένα σύστημα στο οποίο η προσωπική και πολιτική αξιοπιστία απέναντι στον πρόεδρο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με την ανεξαρτησία της επαγγελματικής κρίσης.
Το Ιράν ως case study
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που χρησιμοποιεί το άρθρο αφορά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Σύμφωνα με την παρουσίαση των συγγραφέων, η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών είχε εκτιμήσει ότι το Ιράν διέθετε τα σχετικά πυρηνικά υλικά αλλά δεν κατασκεύαζε εκείνη τη χρονική στιγμή πυρηνικό όπλο. Η DNI Tulsi Gabbard είχε παρουσιάσει σχετική εκτίμηση στο Κογκρέσο. Ο Trump εξέφρασε διαφορετική εκτίμηση, θεωρώντας το Ιράν πολύ πιο κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν κάτι κρίσιμο. Ηδιαφωνία αυτή καθαυτή δεν αποτελεί το πρόβλημα. Ο πρόεδρος δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις υπηρεσίες πληροφοριών και η απόφαση χρήσης στρατιωτικής ισχύος ανήκει στην πολιτική ηγεσία. Το πρόβλημα, κατά τη δική τους ερμηνεία, δημιουργείται όταν η πίεση μεταφέρεται από την πολιτική απόφαση στην ίδια την αναλυτική κρίση. Τότε εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο φαινόμενο για κάθε υπηρεσία πληροφοριών, το chilling effect, η αυτολογοκρισία της υπηρεσίας και η αποθαρρυντική επίδραση.
Δεν χρειάζεται ένας πολιτικός ηγέτης να διατάξει έναν αναλυτή να αλλάξει την έκθεσή του. Αρκεί ο αναλυτής να γνωρίζει ότι ορισμένα συμπεράσματα μπορεί να οδηγήσουν σε επαγγελματικές συνέπειες. Με τον χρόνο, η αυτολογοκρισία μπορεί να αντικαταστήσει την άμεση πολιτική παρέμβαση. Αυτό ακριβώς θεωρούν οι συγγραφείς ότι αποτελεί το στάδιο του decay, της αποσύνθεσης. Ο μηχανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί, αλλά ένα μέρος των πληροφοριών που θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις παραδοχές της ηγεσίας κινδυνεύει να μη φτάσει ποτέ στο τραπέζι.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη στρατηγική διάσταση του άρθρου. Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την επιχειρησιακή ικανότητα των πληροφοριών (intelligence capability) και ταυτόχρονα να χάνει μέρος της ισχύος των πληροφοριών του (intelligencepower).
Οι δορυφόροι εξακολουθούν να λειτουργούν. Οι υποκλοπές συνεχίζονται. Οι πληροφοριοδότες παραμένουν στο πεδίο. Τα data centres επεξεργάζονται εκατομμύρια δεδομένα. Αλλά η πληροφορία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Για να συμβεί αυτό απαιτείται μια ολόκληρη αλυσίδα:
Συλλογή → Ανάλυση → Αξιολόγηση → Διάχυση / Διανομή → Πολιτική Υποδοχή → Απόφαση
Collection → Analysis → Assessment → Dissemination→ Political Reception → Decision.
Εάν η αλυσίδα διακοπεί στο προτελευταίο στάδιο, η τεχνική υπεροχή δεν εγγυάται καλύτερη στρατηγική απόφαση.
Γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία ότι αυτό δημοσιεύεται στο RUSI
Το δεύτερο επίπεδο της ιστορίας είναι ίσως εξίσου ενδιαφέρον με το ίδιο το επιχείρημα. Το κείμενο δεν δημοσιεύθηκε σε μια αμερικανική κομματική ιστοσελίδα ούτε σε ένα έντυπο γενικού πολιτικού σχολιασμού. Δημοσιεύθηκε στο RUSI Journal, την κεντρική έκδοση του Royal United Services Institute, η οποία εκδίδεται από το 1857 και αυτοπροσδιορίζεται ως φόρουμ ανταλλαγής ιδεών για θέματα εθνικής και διεθνούς άμυνας και ασφάλειας. Το Royal United Services Institute ιδρύθηκε το 1831 με πρωτοβουλία που συνδέθηκε με τον Duke of Wellington και είναι το παλαιότερο think tank άμυνας και ασφάλειας στον κόσμο.
Αυτό όμως χρειάζεται σωστή ερμηνεία. Το RUSI δεν είναι βρετανική κυβερνητική υπηρεσία και το άρθρο δεν αποτελεί επίσημη θέση της βρετανικής κυβέρνησης ή των βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Το ίδιο το RUSI αυτοπροσδιορίζεται ως ανεξάρτητος ερευνητικός οργανισμός και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Δηλώνει μάλιστα ότι στόχος του είναι ακριβώς να ασκεί ανεξάρτητο έλεγχο στην κυβερνητική πολιτική και να παρέχει ένα φόρουμ συζήτησης γύρω από την άμυνα και την ασφάλεια. Ταυτόχρονα όμως δεν πρόκειται για έναν οργανισμό αποκομμένο από το κατεστημένο εθνικής ασφάλειας.
Η ιστορική του σχέση με τον βρετανικό αμυντικό κόσμο, η γεωγραφική και θεσμική του εγγύτητα στο Whitehallκαι τα δίκτυά του με κυβερνήσεις, στρατιωτικούς, διπλωμάτες, υπηρεσίες ασφαλείας και ακαδημαϊκούς του χώρου το τοποθετούν μέσα στο ευρύτερο δυτικόοικοσύστημα στρατηγικής ασφάλειας )strategic-securityecosystem). Το ίδιο το RUSI αναφέρει ότι βασικός προσανατολισμός του είναι η ασφάλεια του Ηνωμένου Βασιλείου και των εταίρων του στο NATO και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επομένως, το άρθρο δεν πρέπει να διαβαστεί ως «η Βρετανία καταγγέλλει τον Trump». Αυτό θα ήταν υπεραπλούστευση. Έχει όμως σημασία ως ένδειξη του είδους της συζήτησης που διεξάγεται μέσα σε ένα σημαντικό τμήμα της δυτικής κοινότητας άμυνας, πληροφοριών, σπουδών ασφαλείας και διεθνών σχέσεων.
Και οι ίδιοι οι συγγραφείς προέρχονται από αυτό το περιβάλλον. Ο Huw Dylan είναι Reader in Intelligenceand International Security στο Department of WarStudies του King’s College London και ειδικεύεται, μεταξύ άλλων, στις intelligence studies, covert action και intelligence culture. Η Elena Grossfeld έχει επίσης ακαδημαϊκή βάση στο Department of War Studies και το ερευνητικό της έργο έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στη στρατηγική κουλτούρα των ρωσικών και σοβιετικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Αυτό εξηγεί και μια από τις πιο χαρακτηριστικές πτυχές του άρθρου, τη συστηματική σύγκριση με τη Ρωσία.Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν την εμπειρία της ρωσικής intelligence κοινότητας πληροφοριών για να υποστηρίξουν ότι όταν ένα σύστημα αρχίζει να ανταμείβει εκείνες τις εκτιμήσεις που συμφωνούν με τις αντιλήψεις της ηγεσίας, μπορεί να δημιουργηθεί μια παράδοξη κατάσταση.Οι υπηρεσίες να παραμένουν επιχειρησιακά ισχυρές αλλά να γίνονται λιγότερο χρήσιμες στρατηγικά.
Στο συμπέρασμά τους προχωρούν ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η πολιτικοποίηση μπορεί να δημιουργήσει ορισμένες από τις ίδιες θεσμικές παθολογίες που έχουν εντοπίσει στη ρωσική περίπτωση. Πρόκειται για τη θέση των συγγραφέων, όχι για αποδεδειγμένη ταύτιση των δύο συστημάτων.
Η πραγματική σημασία του άρθρου βρίσκεται ίσως πέρα από την προσωπικότητα του Donald Trump. Το RUSI Journal φιλοξενεί ουσιαστικά μια προειδοποίηση ότι ένα βασικό στοιχείο της δυτικής στρατηγικής υπεροχής, η σχετικά ανεξάρτητη παραγωγή και αξιολόγηση πληροφοριών καθως και η δυνατότητα του αναλυτή να μεταφέρει «δυσάρεστα νεα», δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο.
Αυτό έχει συνέπειες όχι μόνο για τις ΗΠΑ. Οι σύμμαχοι βασίζονται σε αμερικανικές δομεπληριφοριώνγια προειδοποίηση, αντιτρομοκρατική ικανότητα, cyberdefence, στρατηγική εκτίμηση, SIGINT, γεωχωρικέςπληροφορίες και μια σειρά άλλων λειτουργιών. Εάν η ανάλυση αρχίσει να περνά μέσα από ισχυρότερα πολιτικά φίλτρα, το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τον Λευκό Οίκο. Αφορά και εκείνους που χρησιμοποιούν ή ενσωματώνουν αμερικανικές εκτιμήσεις στον δικό τους σχεδιασμό.
Ταυτόχρονα, το άρθρο υπενθυμίζει ένα βασικό μάθημα για κάθε υπηρεσία πληροφοριών, κρατική ή ακόμη και corporate intelligence.
Η αξία των πληροφοριών, του intelligence ως διαδικασία, δεν βρίσκεται στο να επιβεβαιώνει τον πελάτη. Βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητά του να τον διαψεύδει όταν τα δεδομένα το απαιτούν.
Οι Dylan και Grossfeld κλείνουν υποστηρίζοντας ότι, εάν χαθεί αυτή η δυνατότητα, ακόμη και η τεράστια αμερικανική ικανότητα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο της παρέμβασης του RUSI Journal. Δεν προειδοποιεί ότι οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να πάψουν να γνωρίζουν.Προειδοποιεί ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο γνωρίζουν, αλλά δυσκολεύονται περισσότερο να ακούσουν αυτό που γνωρίζουν.
Γκλεζάκος Νικόλαος