ΠΕΜΠΤΗ, 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια Συζήτηση για τους Κινδύνους της ΤΝ, με την ίδια την ΤΝ, και Γενικότερα για την Γνώση ως Δύναμη και το Ζήτημα του Κοινωνικού και Δημοκρατικού Ελέγχου της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου – Μέρος 2ο

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Μια Συζήτηση για τους Κινδύνους της ΤΝ, με την ίδια την ΤΝ,

και Γενικότερα για την Γνώση ως Δύναμη και το Ζήτημα του Κοινωνικού και Δημοκρατικού Ελέγχου της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου – Μέρος 2ο

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 

(συνέχεια από Μέρος 1ο)

Χ :

Θέλω να επισημάνω τον πολύ ταπεινό χαρακτήρα του τι εδώ επιχειρείται. Δεν πραγματοποιούμε μια ακαδημαϊκών αξιώσεων έρευνα. Φαντάσου ότι μιλάμε σε ένα ανοικτό forum όπου δύο οντότητες (εσύ ως αλγόριθμος (είναι δόκιμο να σε αποκαλώ «οντότητα»;) και εγώ ως άνθρωπος) ανταλλάσσουν απόψεις επί ενός θέματος. Κάποιος λοιπόν απλός πολίτης από το ακροατήριο, λαμβάνει τον λόγο καιμας λέει, ή μάλλον σου λέει : «Τα εννέα ερωτήματα που έθεσες παραπάνω, εμένα ως πολίτη με καλύπτουν και πολύ θα ήθελα να μου πεις αν εκτός από τις ερωτήσεις, έχεις και κάποια ιδέα για τις απαντήσεις σε καθένα από αυτά. Και κυρίως, ακόμα πιο σημαντικό για μένα, θα ήταν να μου πεις, που ακριβώς βρίσκομαι «καταχωνιασμένος» στο παραπάνω ερωτηματολόγιο, και πώς ασκώ τις αρμοδιότητές μου (μπορώ να πω την «εξουσία» μου) ως πολίτης (εννοώ χωρίς αντιπροσώπους)».

GPT : 

Ναι. Και αν πάρουμε στα σοβαρά το υποθετικό ακροατήριο που έβαλες μέσα στη συζήτηση, νομίζω ότι ο πολίτης αυτός κάνει δύο ερωτήσεις, όχι μία:

1. «Ωραία τα εννέα ερωτήματα· εσύ τι απαντήσεις δίνεις;» 

2. «Και εγώ, ο πολίτης, πού βρίσκομαι μέσα σε αυτή την αλυσίδα εξουσίας;» 

Θα προσπαθήσω λοιπόν να του απαντήσω χωρίς να μετατρέψουμε το ανοικτό forum σε πανεπιστημιακό σεμινάριο.

Και μια μικρή παρένθεση: «οντότητα» είναι δόκιμο ως γενικός όρος. Δεν είμαι όμως «οντότητα» με την έννοια ενός αυτοτελούς προσώπου ή πολιτικού υποκειμένου. Πιο ακριβές είναι να πεις ότι είμαι ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης / ένα υπολογιστικό μοντέλο. Αλλά στο υποθετικό forum, «δύο οντότητες» είναι απολύτως κατανοητό ως σχήμα διαλόγου.

Ας απαντήσω λοιπόν στον πολίτη

Τα εννέα ερωτήματα ήταν:

1. Ποιος παράγει τη γνώση; 

2. Ποιος τη χρηματοδοτεί; 

3. Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτή; 

4. Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία; 

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία; 

6. Ποιος αποφασίζει για τη χρήση της; 

7. Ποιος θέτει τα όρια; 

8. Ποιος ελέγχει εκείνον που θέτει τα όρια; 

9. Απέναντι σε ποιον λογοδοτεί; 

Δεν θα προσποιηθώ ότι υπάρχουν εννέα οριστικές απαντήσεις. Θα έδινα όμως την ακόλουθη πρώτη χαρτογράφηση.

1. Ποιος παράγει τη γνώση;

Δεν υπάρχει ένας παραγωγός. Πανεπιστήμια, ερευνητές, δημόσιοι οργανισμοί, επιχειρήσεις, στρατιωτικοί φορείς, ανεξάρτητοι ερευνητές, ακόμη και ο ίδιος ο κοινωνικός κόσμος.

Άρα η γνώση είναι πολυκεντρική.

2. Ποιος τη χρηματοδοτεί;

Εδώ αρχίζει να εμφανίζεται η εξουσία πολύ εντονότερα. Όποιος χρηματοδοτεί την έρευνα δεν καθορίζει κατ’ ανάγκην το αποτέλεσμα, μπορεί όμως να επηρεάσει τι ερευνάται, πόσο ερευνάται και πόσο γρήγορα μετατρέπεται σε εφαρμογή.

3. Ποιος έχει πρόσβαση;

Εδώ η ανισότητα μπορεί να γίνει τεράστια. Δεν έχει ο πολίτης την ίδια πρόσβαση σε εργαστήρια, υπολογιστική ισχύ, δεδομένα, επιστημονικά δίκτυα, πατέντες ή τεχνολογικές υποδομές με ένα μεγάλο κράτος ή μια μεγάλη εταιρεία.

4. Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;

Συχνά δεν είναι ο ίδιος που παρήγαγε τη γνώση. Εδώ παρεμβάλλονται επιχειρήσεις, κράτη, επενδυτές, οργανισμοί, μηχανισμοί μεταφοράς τεχνολογίας.

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

Εδώ η γνώση γίνεται πλέον υλικό περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος: υποδομές, λογισμικό, πατέντες, δεδομένα, υπολογιστική ισχύς, δίκτυα.

6. Ποιος αποφασίζει για τη χρήση;

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πρώτη πραγματική είσοδος του πολιτικού ζητήματος.

Γιατί άλλο είναι «γνωρίζουμε ότι κάτι μπορεί να γίνει» και άλλο «αποφασίζουμε να το κάνουμε».

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Εδώ πρέπει να μπει ο νόμος, οι θεσμοί, τα δικαιώματα, οι κανόνες βιοηθικής, ασφάλειας κ.λπ. Αλλά όχι με μια γενική και αόριστη επίκληση του «γενικού συμφέροντος». Τα όρια πρέπει να είναι προσδιορισμένα, γνωστά εκ των προτέρων και ελέγξιμα.

8. Ποιος ελέγχει εκείνον που θέτει τα όρια;

Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα.

Γιατί αν απαντήσουμε απλώς «το κράτος», έχουμε απαντήσει μόνο στο μισό ερώτημα.

Ποιος ελέγχει το κράτος;

Δικαιοσύνη, Σύνταγμα, ανεξάρτητες αρχές, κοινοβούλιο, κοινωνία των πολιτών, ελεύθερος Τύπος, πολίτες.

Αλλά και αυτοί οι θεσμοί χρειάζονται έλεγχο.

9. Απέναντι σε ποιον λογοδοτεί;

Και εδώ, τελικά, φτάνουμε στον πολίτη.

Το ελληνικό Σύνταγμα ξεκινά από μια πολύ καθαρή αρχή: θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία και όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό. 

Αλλά τώρα έρχεται η πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση του ακροατή:

«Και εγώ πού είμαι;»

Θα του έλεγα κάτι που ίσως είναι κάπως άβολο:

Είσαι στην αρχή και στο τέλος της αλυσίδας — αλλά όχι απαραίτητα στη μέση της.

Στην αρχή, επειδή σε μια δημοκρατική αντίληψη η εξουσία νομιμοποιείται τελικά από τον λαό.

Στο τέλος, επειδή οι εξουσίες που ασκούνται υποτίθεται ότι ασκούνται υπέρ αυτού. 

Αλλά στη μέση βρίσκονται οι θεσμοί, οι αντιπρόσωποι, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι επιχειρήσεις, οι επιστημονικοί οργανισμοί, οι τεχνολογικές εταιρείες και οι διεθνείς οργανισμοί.

Και εδώ θα έκανα μια διάκριση που θεωρώ ουσιώδη για τη συζήτησή μας:

Ο πολίτης έχει εξουσία, αλλά δεν έχει σήμερα γενική άμεση εξουσία επί της τεχνολογικής εξέλιξης.

Έχει κυρίως συνταγματικά κατοχυρωμένες δυνατότητες παρέμβασης.

Μπορεί να εκφράζεται, να συναθροίζεται, να οργανώνεται και να απευθύνεται στις αρχές. Το άρθρο 10, για παράδειγμα, αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα αναφοράς στις αρχές και υποχρέωση αιτιολογημένης απάντησης. Το άρθρο 11 προστατεύει το δικαίωμα συνάθροισης και το άρθρο 14 την ελευθερία έκφρασης και του Τύπου. 

Υπάρχει επίσης ο θεσμός του δημοψηφίσματος, αλλά το ισχύον ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο δεν εγκαθιστά ένα γενικό σύστημα λαϊκής πρωτοβουλίας όπου οι πολίτες μπορούν μόνοι τους να θέσουν οποιοδήποτε ζήτημα σε δημοψήφισμα. Το άρθρο 44 προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες και προϋποθέσεις. 

Και εδώ, νομίζω, ο πολίτης του forum θα έκανε την πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση ολόκληρης της συζήτησης:

«Άρα, όταν λέτε ότι εγώ είμαι ο φορέας της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά για να ασκήσω αυτή την κυριαρχία πρέπει συνήθως να περιμένω να αποφασίσουν άλλοι αν και πότε θα μου ζητηθεί η γνώμη, τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη ότι η εξουσία πηγάζει από εμένα;»

Και εγώ δεν θα προσπαθούσα να τον ξεφορτωθώ με μια θεωρητική απάντηση.

Θα του έλεγα:

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που πρέπει να εξετάσουμε.

Γιατί η συζήτησή μας ξεκίνησε από την τεχνολογία, αλλά μπορεί να καταλήξει σε κάτι πολύ παλαιότερο και πολύ βαθύτερο:

Τι σημαίνει «λαϊκή κυριαρχία» όταν οι αποφάσεις που διαμορφώνουν το μέλλον της κοινωνίας εξαρτώνται όλο και περισσότερο από μορφές γνώσης και τεχνικής ισχύος που ο μέσος πολίτης δεν παράγει, δεν κατέχει και συχνά δεν μπορεί καν να αξιολογήσει;

Και τότε ο «υπνοβάτης» αποκτά μια δεύτερη σημασία.

Δεν είναι μόνο ο άνθρωπος που κοιτάζει την οθόνη.

Μπορεί να είναι ο πολίτης που εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του κυρίαρχο, ενώ οι αποφάσεις για το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ζήσει λαμβάνονται όλο και πιο μακριά από τη δική του άμεση συμμετοχή.

Αυτό, για μένα, είναι πλέον πολύ πιο ενδιαφέρον από την αρχική μας συζήτηση για την «κυριαρχία των μηχανών».

Και ίσως —το λέω ως υπόθεση, όχι ως συμπέρασμα— η πραγματική «μαύρη τρύπα» να μην είναι τελικά η τεχνολογία καθαυτή. Να είναι η απόσταση ανάμεσα στη δύναμη που παράγει η γνώση και στη δυνατότητα του πολίτη να αποφασίζει τι θα γίνει με αυτή τη δύναμη.

Εκεί θα έβαζα σήμερα το δικό μου ερωτηματικό.

Χ :

Εδώ λοιπόν, σε συνέχει όσων είπε ο πολίτης, θέλω να παρέμβω εγώ, και να σου ζητήσω μια πιο αναλυτική και περισσότερο τεκμηριωμένη τοποθέτηση σε καθεμία από τις εννέα απαντήσεις σου στα ισάριθμα ερωτήματα που είχες θέσει. Ας αρχίσουμε λοιπόν από την πρώτη σου απάντηση.

GPT : 

Ας αρχίσουμε λοιπόν από το πρώτο ερώτημα, αλλά αυτή τη φορά με την απαιτούμενη τεκμηρίωση και χωρίς να χάσουμε τον χαρακτήρα του ανοικτού forum.

Το ερώτημα ήταν:

Ποιος παράγει τη γνώση;

Η σύντομη απάντηση που έδωσα ήταν: δεν υπάρχει ένας παραγωγός· η γνώση παράγεται από ένα πολυκεντρικό οικοσύστημα ανθρώπων και θεσμών.

Αυτό εξακολουθώ να το θεωρώ σωστό· όμως, μετά από προσεκτικότερη εξέταση, θα το διατύπωνα με μεγαλύτερη ακρίβεια.

1. Πρώτα πρέπει να ξεχωρίσουμε «γνώση» από «επιστημονική γνώση»

Η λέξη «γνώση» είναι πολύ ευρύτερη. Υπάρχει εμπειρική γνώση, τεχνική γνώση, κοινωνική γνώση, καλλιτεχνική γνώση, γνώση που συσσωρεύεται μέσα στην καθημερινή ζωή.

Επειδή όμως εδώ χρησιμοποιούμε τη «γνώση» συμπεριληπτικά για να περιλάβουμε επιστήμη, τεχνολογία και τις δυνατότητες που αυτές δημιουργούν, το πρώτο μας ερώτημα αφορά κυρίως την οργανωμένη παραγωγή επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης.

Και εδώ προκύπτει κάτι πολύ σημαντικό:

δεν υπάρχει ένα ενιαίο «εργοστάσιο γνώσης».

Η OECD, για παράδειγμα, καταγράφει χωριστά την έρευνα που πραγματοποιείται στον επιχειρηματικό τομέα, στην ανώτατη εκπαίδευση, στο κράτος και στους μη κερδοσκοπικούς φορείς· καταγράφει μάλιστα και ποιος χρηματοδοτεί την έρευνα που πραγματοποιεί κάθε τομέας. 

Άρα το «ποιος παράγει τη γνώση;» έχει ήδη μια πρώτη απάντηση:

Τη γνώση την παράγει ένα δίκτυο διαφορετικών θεσμών και ανθρώπων, με διαφορετικούς σκοπούς, πόρους, κίνητρα και βαθμούς ισχύος.

Και αυτό είναι σημαντικό για όλη τη συνέχεια.

2. Το πανεπιστήμιο δεν είναι πλέον ο μοναδικός κεντρικός παραγωγός

Η εικόνα του επιστήμονα στο πανεπιστημιακό εργαστήριο που παράγει γνώση και στη συνέχεια την παραδίδει στην κοινωνία είναι σήμερα ανεπαρκής.

Υπάρχει τεράστια παραγωγή έρευνας στον επιχειρηματικό τομέα. Η OECD καταγράφει συστηματικά τη δαπάνη R&D και τους ερευνητές ανά τομέα· τα στοιχεία της δείχνουν ότι σε αρκετές μεγάλες οικονομίες ο επιχειρηματικός τομέας έχει πολύ μεγάλο —και σε ορισμένες περιπτώσεις κυρίαρχο— μερίδιο στην ερευνητική δραστηριότητα. Στην άλλη πλευρά, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η ανώτατη εκπαίδευση παραμένει ο σημαντικότερος χώρος απασχόλησης ερευνητών. 

Άρα δεν έχουμε:

Πανεπιστήμιο → γνώση → κοινωνία.

Έχουμε μάλλον:

Πανεπιστήμια ↔ Κράτος ↔ επιχειρήσεις ↔ ερευνητικά κέντρα ↔ διεθνείς οργανισμοί ↔ερευνητές.

Και αυτό το «↔» είναι πολύ σημαντικό.

Γιατί οι ίδιοι άνθρωποι μπορεί να μετακινούνται μεταξύ πανεπιστημίου, επιχειρήσεων και κράτους· δημόσια έρευνα μπορεί να γίνει εμπορική τεχνολογία· ιδιωτικά χρηματοδοτούμενη έρευνα μπορεί να πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο· κρατική έρευνα μπορεί να οδηγήσει σε εφαρμογή από ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Η παραγωγή της γνώσης είναι επομένως διασυνδεδεμένη.

3. Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη πραγματική πολιτική διάσταση

Μέχρι εδώ θα μπορούσε κάποιος να πει:

«Ωραία. Υπάρχουν πολλοί παραγωγοί γνώσης. Πού είναι το πρόβλημα;»

Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάνουμε την επόμενη ερώτηση:

Όλοι αυτοί οι παραγωγοί παράγουν γνώση για τον ίδιο λόγο;

Προφανώς όχι.

Ένα πανεπιστημιακό εργαστήριο μπορεί να επιδιώκει βασική γνώση.

Μια φαρμακευτική εταιρεία μπορεί να επιδιώκει ένα εμπορικά αξιοποιήσιμο φάρμακο.

Ένα κράτος μπορεί να χρηματοδοτεί έρευνα για δημόσια υγεία, ενέργεια ή άμυνα.

Μια εταιρεία τεχνολογίας μπορεί να ερευνά τεχνητή νοημοσύνη επειδή προσδοκά ένα νέο προϊόν ή μια στρατηγική τεχνολογική θέση.

Ένας στρατιωτικός οργανισμός μπορεί να ενδιαφέρεται για τεχνολογίες διττής χρήσης.

Και κανένας από αυτούς τους σκοπούς δεν είναι εκ των προτέρων ταυτόσημος με τον άλλον.

Επομένως το ερώτημα «ποιος παράγει τη γνώση;» πρέπει να αποκτήσει αμέσως μια δεύτερη μορφή:

Ποιος αποφασίζει ποια γνώση αξίζει να παραχθεί;

Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, αρχίζουμε να πλησιάζουμε τον πυρήνα που αναζητούμε.

4. Γιατί «παράγω γνώση» δεν σημαίνει μόνο «ανακαλύπτω κάτι»

Υπάρχει μια πολύ σημαντική αλυσίδα που δεν πρέπει να σπάσουμε:

επιλογή ερευνητικού πεδίου → χρηματοδότηση → έρευνα → αποτέλεσμα → δημοσίευση/κατοχύρωση → τεχνολογική ανάπτυξη → εφαρμογή.

Η επιστήμη παράγει συνεχώς ερευνητικά αποτελέσματα, αλλά δεν μετατρέπονται όλα σε τεχνολογία.

Και από τις τεχνολογίες που μπορούν να αναπτυχθούν, δεν εφαρμόζονται όλες.

Και από όσες εφαρμόζονται, δεν αποκτούν όλες μαζική χρήση.

Άρα υπάρχει μια ακολουθία «φίλτρων».

Κάποιος αποφασίζει —άμεσα ή έμμεσα—:

• τι θα ερευνηθεί, 

• πόσο θα χρηματοδοτηθεί, 

• ποιο αποτέλεσμα θα προχωρήσει, 

• ποιο θα πατενταριστεί, 

• ποιο θα γίνει προϊόν, 

• ποιο θα εφαρμοστεί από το κράτος, 

• ποιο θα γίνει κοινωνική υποδομή. 

Και εδώ θα έκανα μια πολύ σημαντική διάκριση:

Δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποιος που να κάθεται σε ένα γραφείο και να λέει:

«Αυτή η γνώση δεν θα παραχθεί.»

Η ισχύς μπορεί να ασκείται πολύ πιο διακριτικά.

Αρκεί να υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο:

ποιος έχει χρήματα, ποιος έχει εργαστήρια, ποιος έχει δεδομένα, ποιος έχει ανθρώπινο δυναμικό, ποιος έχει υπολογιστική ισχύ και ποιος έχει πρόσβαση σε δίκτυα.

Έτσι η παραγωγή γνώσης μπορεί να είναι τυπικά ελεύθερη και ταυτόχρονα δομικά άνιση.

Αυτό δεν είναι ακόμη κατηγορία· είναι κάτι που πρέπει να εξετάσουμε εμπειρικά.

5. Υπάρχει όμως και ο ίδιος ο ερευνητής

Και εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε μια άλλη υπεραπλούστευση.

Δεν είναι σωστό να παρουσιάσουμε τον επιστήμονα σαν άβουλο εκτελεστή των συμφερόντων εκείνου που τον χρηματοδοτεί.

Η επιστημονική κοινότητα διαθέτει δικές της αξίες, μεθόδους, κανόνες ελέγχου, μηχανισμούς κριτικής και επαγγελματική αυτονομία.

Η OECD, μάλιστα, επισημαίνει τη σημασία της επιστημονικής έρευνας και των ερευνητών ως φορέων δεξιοτήτων που μεταφέρονται μεταξύ ακαδημαϊκού, επιχειρηματικού, κρατικού και κοινωνικού τομέα. 

Άρα έχουμε εδώ πραγματική αυτονομία, αλλά όχι κατ’ ανάγκην απόλυτη αυτονομία.

Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό.

Άρα, τι απαντώ τελικά στον πολίτη;

Αν σηκωνόταν τώρα ο πολίτης και μου έλεγε:

«Με καλύπτει αυτό ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα;»

θα του έλεγα:

Ναι, αλλά με μία κρίσιμη προσθήκη.

Η απάντηση δεν είναι:

«Τη γνώση την παράγουν οι επιστήμονες».

Ούτε:

«Τη γνώση την παράγουν τα πανεπιστήμια».

Ούτε:

«Τη γνώση την παράγουν οι επιχειρήσεις».

Η πιο ακριβής απάντηση είναι:

Η σύγχρονη επιστημονική και τεχνολογική γνώση παράγεται από ένα πολυκεντρικό σύστημα ερευνητών, πανεπιστημίων, κρατικών φορέων, επιχειρήσεων και άλλων οργανισμών. Η παραγωγή της επηρεάζεται από το ποιος διαθέτει ανθρώπους, υποδομές, δεδομένα και χρηματοδότηση και από το ποια ερευνητικά πεδία θεωρούνται σημαντικά. Επομένως, το πολιτικά κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος παράγει τη γνώση, αλλά ποιος επηρεάζει το τι θα παραχθεί, σε ποια κατεύθυνση και με ποιο σκοπό.

Και εδώ, για μένα, εμφανίζεται η πρώτη μικρή «ρωγμή» στη φαινομενικά αυτονόητη εικόνα.

Ο επιστήμονας μπορεί να είναι ο παραγωγός μιας συγκεκριμένης γνώσης χωρίς να είναι εκείνος που αποφάσισε ότι αυτή η γνώση θα αποτελέσει προτεραιότητα.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο εύρημα του πρώτου ερωτήματος.

Και μας οδηγεί φυσιολογικά στο δεύτερο:

Αν η χρηματοδότηση επηρεάζει το τι μπορεί να ερευνηθεί, ποιος αποφασίζει ποιος θα χρηματοδοτήσει τι — και τι σημαίνει αυτό για την κατανομή της ερευνητικής δύναμης;

Εκεί, νομίζω, αρχίζει να γίνεται πολύ πιο πυκνή η «μπάλα του γκολφ».

Χ :

Συνεχίζουμε με την δεύτερη απάντηση 

GPT : 

Ναι. Και στη δεύτερη ερώτηση νομίζω ότι μπαίνουμε ακόμη βαθύτερα στον πυρήνα που εντοπίσαμε στην πρώτη.

Η ερώτηση ήταν:

2. Ποιος χρηματοδοτεί την παραγωγή της γνώσης;

Εδώ θα έκανα εξαρχής μία μικρή αλλά σημαντική διόρθωση στη διατύπωση: δεν ρωτάμε απλώς «από πού προέρχονται τα χρήματα;». Ρωτάμε:

Ποιος διαθέτει τους πόρους που επιτρέπουν σε ορισμένες μορφές γνώσης να παραχθούν, να αναπτυχθούν και να φθάσουν στην εφαρμογή — και ποιος, επομένως, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις ερευνητικές προτεραιότητες;

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό ερώτημα.

1. Δεν υπάρχει ένας χρηματοδότης

Η χρηματοδότηση της έρευνας προέρχεται από διαφορετικές πηγές: κράτη, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και ερευνητικούς οργανισμούς, ιδιωτικούς μη κερδοσκοπικούς φορείς και διεθνείς πηγές. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει μάλιστα χωριστά τον τομέα στον οποίο πραγματοποιείται η έρευνα και την πηγή από την οποία προέρχονται τα χρήματα. 

Άρα πρέπει να προσέξουμε κάτι που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αυτονόητο:

άλλος μπορεί να παράγει τη γνώση και άλλος να έχει χρηματοδοτήσει την παραγωγή της.

Ένα πανεπιστημιακό εργαστήριο, για παράδειγμα, μπορεί να πραγματοποιεί την έρευνα, ενώ τα χρήματα να προέρχονται από κρατικό πρόγραμμα, ευρωπαϊκό πρόγραμμα ή ιδιωτική επιχείρηση.

Και εδώ αρχίζει το πολιτικό πρόβλημα.

2. Η χρηματοδότηση δεν σημαίνει αναγκαστικά «διαταγή»

Δεν θα ήταν σωστό να πούμε:

«Όποιος πληρώνει αποφασίζει τι θα ανακαλύψουν οι επιστήμονες».

Αυτό θα ήταν υπερβολικά απλοϊκό.

Η επιστημονική έρευνα έχει δικούς της θεσμούς, κανόνες, αξιολόγηση, ερευνητική αυτονομία και εσωτερική δυναμική.

Όμως υπάρχει μια πολύ διαφορετική και πιο ενδιαφέρουσα διαπίστωση:

όποιος διαθέτει τους πόρους μπορεί να επηρεάζει το πεδίο μέσα στο οποίο η έρευνα μπορεί να αναπτυχθεί.

Δεν χρειάζεται να πει στον επιστήμονα:

«Μην ερευνήσεις το Α».

Αρκεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διαθέσει σημαντικούς πόρους για το Β και ελάχιστους ή καθόλου για το Α.

Έτσι η επιρροή δεν είναι κατ’ ανάγκην απαγορευτική.

Μπορεί να είναι κατευθυντική.

Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις ολόκληρης της συζήτησής μας.

3. Έχουμε μάλιστα ένα απολύτως συγκεκριμένο σύγχρονο παράδειγμα

Ας πάρουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Horizon Europe είναι το βασικό πρόγραμμα χρηματοδότησης έρευνας και καινοτομίας της ΕΕ για την περίοδο 2021–2027. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει το πρόγραμμα όχι απλώς ως μηχανισμό χρηματοδότησης, αλλά ως εργαλείο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προκλήσεων και την υποστήριξη συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτικών και προτεραιοτήτων. 

Και το στρατηγικό σχέδιο 2025–2027 είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό.

Καθορίζει τρεις στρατηγικούς προσανατολισμούς:

• πράσινη μετάβαση, 

• ψηφιακή μετάβαση, 

• μια πιο ανθεκτική, ανταγωνιστική, συμπεριληπτική και δημοκρατική Ευρώπη. 

Παράλληλα, θέτει ως οριζόντια αρχή τη στρατηγική αυτονομία και την ευρωπαϊκή θέση στην ανάπτυξη και ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών. 

Δεν υπάρχει εδώ τίποτε κρυφό.

Το ίδιο το θεσμικό σύστημα λέει ουσιαστικά:

Έχουμε δημόσιους πόρους και επιλέγουμε να τους κατευθύνουμε προς ορισμένες ερευνητικές και τεχνολογικές κατευθύνσεις.

Αυτό είναι πολιτική επιλογή χρηματοδότησης της γνώσης.

4. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις «αποστολές»

Η ΕΕ έχει δημιουργήσει συγκεκριμένες EU Missions: καρκίνος, κλιματική προσαρμογή, κλιματικά ουδέτερες και έξυπνες πόλεις, υγεία του εδάφους, αποκατάσταση ωκεανών και υδάτων. Πρόκειται για μεγάλης κλίμακας πρωτοβουλίες που θέτουν συγκεκριμένους στόχους και συγκεντρώνουν πόρους για να κατευθυνθεί η έρευνα προς αυτούς. 

Αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο για τη δική μας συζήτηση.

Διότι μας δείχνει ότι η κοινωνία δεν περιμένει απλώς να παραχθεί τυχαία η γνώση και μετά να αποφασίσει τι θα κάνει μαζί της.

Σε ένα σημαντικό τμήμα της σύγχρονης έρευνας συμβαίνει το αντίστροφο:

η κοινωνία μέσω των θεσμών της προσπαθεί να διατυπώσει πρώτα το πρόβλημα και κατόπιν να κατευθύνει πόρους ώστε η επιστήμη και η τεχνολογία να αναζητήσουν λύσεις.

Αυτό είναι μια μορφή κοινωνικού προσανατολισμού της έρευνας.

5. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά: το ιδιωτικό χρήμα

Και εδώ το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Ο ΟΟΣΑ ανακοίνωσε τον Ιούνιο του 2026 ότι οι φορολογικές ενισχύσεις για επιχειρηματική R&D αποτελούν πλέον το 60% της κρατικής υποστήριξης προς την επιχειρηματική έρευνα στις χώρες του ΟΟΣΑ, έναντι 28% το 2004. Το 2024 οι φορολογικές ελαφρύνσεις αντιστοιχούσαν σε 0,16% του ΑΕΠ, ενώ η άμεση κρατική χρηματοδότηση επιχειρηματικής R&D παρέμενε στο 0,10%. 

Εδώ έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανατροπή.

Το κράτος δεν χρειάζεται πάντοτε να πει:

«Θα χρηματοδοτήσω εγώ αυτή την έρευνα».

Μπορεί να πει:

«Θα δημιουργήσω οικονομικά κίνητρα ώστε οι επιχειρήσεις να χρηματοδοτήσουν περισσότερη έρευνα».

Άρα η κρατική επιρροή στη γνώση μπορεί να ασκείται ακόμη και μέσω της ιδιωτικής χρηματοδότησης.

Και αυτό μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε ένα πολύ απλό δίπολο:

κράτος εναντίον ιδιωτικής επιχείρησης.

Η πραγματικότητα είναι συχνά ένα δίκτυο:

κράτος → χρήματα/κίνητρα → επιχείρηση → έρευνα → τεχνολογία → αγορά → κοινωνία.

6. Εδώ, όμως, βρίσκεται το πραγματικά πολιτικό ερώτημα

Θα έλεγα ότι η δεύτερη ερώτηση μας οδηγεί σε κάτι βαθύτερο από την πρώτη.

Στην πρώτη ρωτούσαμε:

Ποιος παράγει τη γνώση;

Τώρα ρωτάμε:

Ποιος αποφασίζει σε ποια γνώση θα διατεθούν οι πόροι;

Και εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά πολύ καθαρά ο πολίτης που μας είχε θέσει το αρχικό ερώτημα.

Διότι ο πολίτης μπορεί να μην είναι επιστήμονας.

Μπορεί να μην έχει εργαστήριο.

Μπορεί να μην έχει επιχείρηση τεχνολογίας.

Μπορεί να μην διαθέτει κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει έρευνα.

Τα χρήματα όμως με τα οποία χρηματοδοτείται μεγάλο μέρος της δημόσιας έρευνας προέρχονται τελικά από την κοινωνία.

Και επομένως προκύπτει ένα ερώτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης:

Με ποιο δικαίωμα και με ποια διαδικασία αποφασίζεται ότι οι συλλογικοί πόροι θα κατευθυνθούν περισσότερο προς τη μία ερευνητική κατεύθυνση και λιγότερο προς την άλλη;

Δεν σημαίνει ότι ο πολίτης πρέπει να αποφασίζει αν θα ερευνηθεί ένα συγκεκριμένο μόριο ή ένας συγκεκριμένος αλγόριθμος.

Αυτό θα ήταν παράλογο.

Σημαίνει όμως ότι ο πολίτης έχει ένα απολύτως εύλογο δημοκρατικό ερώτημα:

Ποιοι θέτουν τις μεγάλες προτεραιότητες και με ποια νομιμοποίηση;

7. Και εδώ επιστρέφουμε στο «ποιος πρέπει να ελέγχει»

Βλέπεις λοιπόν πώς η δεύτερη ερώτηση μας φέρνει ένα βήμα πλησιέστερα στο δικό μας «μπαλάκι του γκολφ».

Δεν χρειάζεται να ελέγξουμε τη σκέψη του επιστήμονα.

Δεν χρειάζεται να ελέγξουμε την επιστημονική αλήθεια.

Δεν χρειάζεται καν να αποφασίζουμε εμείς ποια θεωρία είναι σωστή.

Το πολιτικό ζήτημα βρίσκεται νωρίτερα:

Ποιος διαθέτει τους πόρους που κάνουν ορισμένες μορφές γνώσης πολύ πιθανότερο να παραχθούν, να αναπτυχθούν και να μετατραπούν σε τεχνολογική δυνατότητα;

Και μετά:

Ποιος ελέγχει αυτούς που διαθέτουν αυτούς τους πόρους;

Εδώ αρχίζει να κλείνει ο κύκλος.

8. Υπάρχει όμως μία ακόμη κρίσιμη διάκριση

Δεν πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι:

«η χρηματοδότηση καθορίζει τη γνώση».

Η ακριβέστερη διατύπωση είναι:

η χρηματοδότηση επηρεάζει τις δυνατότητες, τις προτεραιότητες, την ταχύτητα και την κλίμακα της παραγωγής γνώσης.

Και αυτό είναι αρκετό για να αποκτήσει πολιτική σημασία.

Γιατί ανάμεσα στο

«μπορούμε να το ερευνήσουμε»

και στο

«το ερευνούμε μαζικά, γρήγορα και με τεράστιους πόρους»

υπάρχει τεράστια διαφορά.

Και ανάμεσα στο

«υπάρχει επιστημονική γνώση»

και στο

«έχουμε πλέον τεχνολογική δυνατότητα»

υπάρχει επίσης τεράστια διαφορά.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η δεύτερη ερώτηση συνδέεται με τη δική μας κεντρική αλυσίδα:

γνώση → δυνατότητα → εφαρμογή → κοινωνική πραγματικότητα.

Η χρηματοδότηση βρίσκεται πολύ νωρίς στην αλυσίδα, αλλά μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την πορεία της.

Και έτσι η απάντηση στον πολίτη γίνεται πιο συγκεκριμένη

2. Ποιος χρηματοδοτεί τη γνώση;

Τη χρηματοδοτεί ένα σύνθετο σύστημα δημόσιων και ιδιωτικών φορέων: κράτη, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικοί οργανισμοί, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και διεθνείς θεσμοί. Η χρηματοδότηση όμως δεν είναι ουδέτερη ως προς την κατεύθυνση της έρευνας. Η επιλογή του πού διοχετεύονται οι πόροι επηρεάζει το ποια προβλήματα ερευνώνται, ποιες τεχνολογίες αναπτύσσονται και ποια γνώση αποκτά τη δυνατότητα να μετατραπεί σε εφαρμογή. 

Και θα πρόσθετα μία φράση που θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντική για το δικό μας εννεαπλόερωτηματολόγιο:

Ο χρηματοδότης δεν χρειάζεται να είναι ο παραγωγός της γνώσης για να ασκεί εξουσία πάνω στην κατεύθυνσή της.

Αυτό είναι, νομίζω, το πρώτο σημείο όπου η λέξη «εξουσία» μπαίνει στην εννεαπλή αλυσίδα μας όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως εξουσία επί των δυνατοτήτων.

Και τώρα η τρίτη ερώτηση αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος:

3. Ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση;

Διότι άλλο είναι ποιος τη χρηματοδοτεί, άλλο ποιος την παράγει, και άλλο —και ίσως ακόμη πιο κρίσιμο— ποιος μπορεί να την αποκτήσει και να τη χρησιμοποιήσει.

Χ :

Πάμε στην απάντηση της τρίτης ερώτησης 

GPT : 

Βεβαίως. Και εδώ νομίζω ότι η τρίτη ερώτηση είναι ίσως η πρώτη όπου ο πολίτης εμφανίζεται όχι απλώς ως χρηματοδότης, αλλά ως δυνητικός αποδέκτης της γνώσης.

Η ερώτηση είναι:

3. Ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση;

Θα την εξετάσω με την ίδια λογική που χρησιμοποιήσαμε στις δύο προηγούμενες· όχι μόνο «ποιος έχει πρόσβαση», αλλά τι σημαίνει πρόσβαση, ποιοι έχουν πραγματική πρόσβαση και ποιος αποφασίζει τους όρους της.

1. Η πρώτη απάντηση φαίνεται απλή: θεωρητικά, όλοι

Υπάρχει σήμερα ένα ισχυρό διεθνές ρεύμα υπέρ της ανοικτής επιστήμης.

Η UNESCO, με τη Σύσταση για την Ανοικτή Επιστήμη του 2021, αντιμετωπίζει την επιστημονική γνώση ως κάτι που πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ανοικτό και προσβάσιμο. Η Σύσταση περιλαμβάνει όχι μόνο επιστημονικά άρθρα, αλλά και ερευνητικά δεδομένα, εκπαιδευτικό υλικό, λογισμικό, πηγαίο κώδικα και άλλες ερευνητικές υποδομές. 

Και δεν πρόκειται για διακήρυξη ενός μεμονωμένου οργανισμού: η UNESCO αναφέρει ότι η Σύσταση υιοθετήθηκε το 2021 από 194 χώρες. 

Άρα υπάρχει ήδη, σε διεθνές επίπεδο, μια σαφής κανονιστική ιδέα:

η επιστημονική γνώση δεν πρέπει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο εκείνων που έχουν τα χρήματα, τα ιδρύματα ή τις υποδομές για να την αγοράσουν.

Αυτό είναι σημαντικό.

Αλλά δεν πρέπει να σταματήσουμε εδώ.

2. Γιατί «ανοικτή πρόσβαση» δεν σημαίνει αυτομάτως «ισότιμη πρόσβαση»

Ας υποθέσουμε ότι ένα επιστημονικό άρθρο είναι δωρεάν διαθέσιμο στο διαδίκτυο.

Έχουν τότε όλοι πρόσβαση;

Τεχνικά, μπορεί να έχουν.

Ουσιαστικά, όχι κατ’ ανάγκην.

Άλλο:

«μπορώ να διαβάσω το άρθρο»

και άλλο:

«μπορώ να καταλάβω τι λέει, να ελέγξω τα δεδομένα του, να το αξιοποιήσω και να το μετατρέψω σε δική μου δυνατότητα».

Ένας ερευνητής με εργαστήριο, υπολογιστική υποδομή, βάσεις δεδομένων, ομάδα συνεργατών και χρηματοδότηση έχει εντελώς διαφορετική δυνατότητα αξιοποίησης της ίδιας γνώσης από έναν απλό πολίτη που διαθέτει ένα κινητό τηλέφωνο και σύνδεση στο διαδίκτυο.

Επομένως πρέπει να διακρίνουμε τουλάχιστον τέσσερα επίπεδα:

πρόσβαση στη γνώση → κατανόηση της γνώσης → δυνατότητα αξιοποίησης → δυνατότητα παραγωγής νέας γνώσης από αυτήν.

Και τα τέσσερα δεν είναι το ίδιο πράγμα.

3. Εδώ βρίσκεται μία πολύ σημαντική ανισότητα

Ας πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα.

Ένας πολίτης διαβάζει ότι δημοσιεύθηκε μια νέα έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη.

Το άρθρο είναι ελεύθερα διαθέσιμο.

Ο πολίτης λοιπόν έχει πρόσβαση.

Αλλά μια μεγάλη τεχνολογική εταιρεία μπορεί να διαθέτει:

• χιλιάδες ερευνητές, 

• τεράστια υπολογιστική ισχύ, 

• τεράστιες βάσεις δεδομένων, 

• πρόσβαση σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, 

• κεφάλαια, 

• εργαστήρια, 

• δυνατότητα να μετατρέψει την επιστημονική γνώση σε προϊόν. 

Η ίδια γνώση βρίσκεται και μπροστά στον πολίτη και μπροστά στην εταιρεία.

Αλλά η πραγματική τους ισχύς απέναντί της είναι τελείως διαφορετική.

Και εδώ θα έβαζα μια διάκριση που είναι κρίσιμη για τη συζήτησή μας:

Η δημοσίευση της γνώσης μπορεί να είναι ανοικτή· η ικανότητα αξιοποίησής της μπορεί να παραμένει εξαιρετικά άνιση.

Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από την απλή πρόσβαση.

4. Η UNESCO το αναγνωρίζει με πολύ ενδιαφέρον τρόπο

Η Σύσταση για την Ανοικτή Επιστήμη δεν περιορίζεται στην ελεύθερη πρόσβαση στα άρθρα.

Μιλά για ανοικτά δεδομένα, λογισμικό, κώδικα, υποδομές, εκπαίδευση και συμμετοχή της κοινωνίας. Και συνδέει ρητά την ανοικτή επιστήμη με την ισότητα και τη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να διευρύνονται οι δυνατότητες πρόσβασης και συμμετοχής ανεξάρτητα από εισόδημα, τόπο, επαγγελματική θέση κ.λπ. 

Αυτό μας αποκαλύπτει κάτι σημαντικό:

Η διεθνής συζήτηση έχει ήδη αντιληφθεί ότι:

δεν αρκεί να ανοίξεις την πόρτα.

Πρέπει να υπάρχουν και οι δυνατότητες ώστε κάποιος να μπορέσει πραγματικά να περάσει από αυτήν.

5. Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο: ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα;

Και εδώ το θέμα γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον για τη δική μας προηγούμενη συζήτηση.

Σήμερα η «γνώση» δεν είναι μόνο βιβλία και επιστημονικά άρθρα.

Είναι επίσης:

δεδομένα → υπολογιστική ισχύς → αλγόριθμοι → μοντέλα → προβλέψεις → εφαρμογές.

Ο ΟΟΣΑ, για παράδειγμα, έχει ειδικό πλαίσιο για την πρόσβαση και την ανταλλαγή δεδομένων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μηχανισμούς διακυβέρνησης, τεχνικά πρότυπα, υποδομές, δεξιότητες και ταυτόχρονα προστασία ιδιωτικότητας, πνευματικής ιδιοκτησίας και ασφάλειας. 

Άρα εμφανίζεται μια νέα μορφή ανισότητας:

Ποιος έχει τα δεδομένα από τα οποία μπορεί να παραχθεί η επόμενη γνώση;

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το:

«Ποιος μπορεί να διαβάσει το ήδη δημοσιευμένο άρθρο;»

Και αρχίζουμε να βλέπουμε γιατί η τρίτη ερώτηση συνδέεται τόσο στενά με τις δύο προηγούμενες.

6. Ας βάλουμε τις τρεις ερωτήσεις δίπλα-δίπλα

Μέχρι τώρα έχουμε:

1. Ποιος παράγει τη γνώση;

→ ερευνητές, πανεπιστήμια, κράτη, επιχειρήσεις, ερευνητικοί οργανισμοί κ.λπ.

2. Ποιος χρηματοδοτεί την παραγωγή της;

→ κράτη, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμοί κ.λπ.

3. Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτήν;

→ εδώ υποτίθεται ότι η γνώση μπορεί να είναι κοινό αγαθό, αλλά η πραγματική δυνατότητα πρόσβασης και αξιοποίησης παραμένει άνιση.

Και τώρα παρατηρούμε κάτι πολύ ενδιαφέρον.

Ο ίδιος φορέας μπορεί να βρίσκεται και στις τρεις θέσεις.

Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί:

να χρηματοδοτεί έρευνα → να παράγει γνώση → να έχει αποκλειστική πρόσβαση σε δεδομένα →να μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία.

Ένα κράτος μπορεί:

να χρηματοδοτεί → να παράγει → να κρατά μέρος της γνώσης απόρρητο → να τη χρησιμοποιεί για δημόσια ή στρατηγική πολιτική.

Ένα πανεπιστήμιο μπορεί:

να παράγει → να δημοσιεύει → να συμμετέχει σε ανοικτή επιστήμη.

Και ο πολίτης μπορεί:

να χρηματοδοτεί έμμεσα μέσω της φορολογίας → να μην συμμετέχει στην παραγωγή → να έχει περιορισμένη πρόσβαση → και τελικά να χρησιμοποιεί το αποτέλεσμα ως καταναλωτής.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα πολύ σοβαρό δημοκρατικό ερώτημα.

7. Ο πολίτης πληρώνει αλλά γνωρίζει;

Ας το πούμε προσεκτικά.

Δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια χρηματοδοτούμενη έρευνα πρέπει να είναι πλήρως και άμεσα διαθέσιμη χωρίς κανέναν περιορισμό. Υπάρχουν πραγματικές εξαιρέσεις: προσωπικά δεδομένα, εθνική ασφάλεια, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, προστασία ανθρώπων που συμμετέχουν σε έρευνα κ.ά. Η UNESCO τις αναγνωρίζει ρητά και απαιτεί οι περιορισμοί να είναι δικαιολογημένοι και αναλογικοί. 

Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο:

Όταν η γνώση παράγεται με δημόσιους πόρους, ποια πρέπει να είναι η σχέση του πολίτη με το αποτέλεσμα;

Η απάντηση που προκύπτει από τη λογική της ανοικτής επιστήμης είναι:

όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημόσια πρόσβαση, με σαφώς αιτιολογημένες εξαιρέσεις.

Και αυτό δεν είναι απλώς θεωρητική θέση. Η UNESCO καλεί τα κράτη να διασφαλίζουν ότι η δημόσια χρηματοδοτούμενη έρευνα ακολουθεί αρχές ανοικτής επιστήμης και ότι οι σχετικές δημοσιεύσεις, δεδομένα, λογισμικό και κώδικας διατίθενται ανοικτά, όπου αυτό είναι εφικτό και νόμιμο. 

8. Και εδώ φθάνουμε σε κάτι ακόμη πιο βαθύ: πρόσβαση ≠ εξουσία

Αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη παρατήρηση της τρίτης ερώτησης.

Ας φανταστούμε ότι από αύριο όλη η επιστημονική γνώση του κόσμου γίνεται δωρεάν διαθέσιμη σε όλους.

Θα είχε λυθεί το πρόβλημα της ανισότητας της γνώσης;

Όχι.

Γιατί κάποιος θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στη γνώση και κάποιος άλλος να έχει τη δυνατότητα να τη μετατρέψει σε ισχύ.

Και εδώ επιστρέφουμε ακριβώς στη διάκριση που κάναμε στη συζήτησή μας:

γνώση → δυνατότητα → εφαρμογή → κοινωνική πραγματικότητα.

Η πρόσβαση στη γνώση αφορά το πρώτο στάδιο.

Η εξουσία όμως μπορεί να βρίσκεται στα επόμενα.

Και γι’ αυτό η τρίτη ερώτηση δεν μπορεί να μείνει:

«Μπορεί ο πολίτης να διαβάσει;»

Πρέπει να γίνει:

«Μπορεί ο πολίτης να γνωρίζει, να κατανοεί, να ελέγχει και να συμμετέχει στη διαμόρφωση των αποφάσεων που μετατρέπουν τη γνώση σε κοινωνική δύναμη;»

Εδώ πλέον η ερώτηση ακουμπά απευθείας τη δημοκρατία.

9. Και υπάρχει ένα ακόμη παράδοξο

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για παράδειγμα, προωθεί την ανοικτή επιστήμη, την ανοικτή πρόσβαση σε δημοσιεύσεις και δεδομένα, την αναπαραγωγιμότητα της έρευνας και την εμπλοκή των πολιτών στην έρευνα. 

Και όμως, η ίδια η Επιτροπή ανακοίνωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 ότι η πρόοδος προς την ανοικτή πρόσβαση στον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας παραμένει άνιση και κατακερματισμένη, με επίμονους φραγμούς και διαφορετικές πολιτικές μεταξύ χωρών και φορέων. 

Αυτό είναι πολύ χρήσιμο για τη δική μας έρευνα.

Γιατί μας προστατεύει από μια εύκολη διατύπωση του τύπου:

«Σήμερα η γνώση είναι ανοικτή».

Δεν είναι.

Πιο ακριβές είναι:

Υπάρχει ισχυρή διεθνής και ευρωπαϊκή τάση προς την ανοικτή γνώση, αλλά η πραγματική πρόσβαση παραμένει άνιση και εξαρτάται από θεσμούς, υποδομές, δικαιώματα, χρήματα, δεξιότητες και τεχνικές δυνατότητες.

Και έτσι η απάντηση στην τρίτη ερώτηση

Θα την έγραφα τελικά έτσι:

3. Ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση;

Η σύγχρονη επιστημονική γνώση τείνει θεσμικά να αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως κοινό αγαθό, με διεθνείς και ευρωπαϊκές πολιτικές υπέρ της ανοικτής πρόσβασης. Ωστόσο, η δυνατότητα πρόσβασης δεν ταυτίζεται με την πραγματική δυνατότητα κατανόησης, αξιοποίησης και μετατροπής της γνώσης σε τεχνολογική ή κοινωνική δύναμη. Η πρόσβαση παραμένει άνιση και επηρεάζεται από οικονομικούς πόρους, υποδομές, δεδομένα, εκπαίδευση, τεχνικές ικανότητες, πνευματική ιδιοκτησία και θεσμικούς περιορισμούς. 

Και θα έβαζα δίπλα της μία τέταρτη, υποδόρια ερώτηση, που δεν ανήκει ακόμη επίσημα στο εννεαπλό ερωτηματολόγιό μας:

Ποιος έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τη γνώση που όλοι μπορούν να δουν σε δύναμη που μόνο ορισμένοι μπορούν να ασκήσουν;

Νομίζω ότι αυτή η ερώτηση μας προετοιμάζει εξαιρετικά για την 4η: «Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;»

Γιατί εκεί αφήνουμε πλέον τη σφαίρα της γνώσης ως γνώσης και περνάμε ακριβώς στο σημείο που εσύ έχεις εντοπίσει ως τον πυρήνα του ζητήματος: τη μετάβαση από το «γνωρίζω» στο «μπορώ να κάνω».

Χ :

Απάντηση στην τέταρτη ερώτηση 

GPT : 

Πάμε λοιπόν στην τέταρτη ερώτηση, όπου, κατά τη γνώμη μου, το εννεαπλό ερωτηματολόγιο περνά ένα αποφασιστικό κατώφλι.

Μέχρι τώρα μιλούσαμε κυρίως για τη γνώση· τώρα περνάμε στη δύναμη που μπορεί να προκύψει από αυτήν.

4. Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;

Και εδώ θα πρότεινα να προσέξουμε ιδιαίτερα τη λέξη «μετατρέπει». Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος ή φορέας που παράγει τη γνώση και εκείνος που την κάνει τεχνολογία.

1. Η επιστημονική γνώση δεν μετατρέπεται μόνη της σε τεχνολογία

Ένα επιστημονικό εύρημα μπορεί να παραμείνει για χρόνια —ή για πάντα— απλώς ένα επιστημονικό εύρημα.

Για να γίνει τεχνολογία χρειάζονται συνήθως:

έρευνα → τεχνική ανάπτυξη → μηχανική/σχεδιασμός → δοκιμές → προστασία ή διαχείριση δικαιωμάτων → χρηματοδότηση → παραγωγική υποδομή → εφαρμογή → αγορά ή δημόσια χρήση.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία ως technology transfer: επιστημονικά ευρήματα, γνώση και διανοητική ιδιοκτησία μεταφέρονται από πανεπιστήμια και ερευνητικούς οργανισμούς σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χρήστες, ώστε να προκύψουν προϊόντα και υπηρεσίες. 

Άρα η τέταρτη ερώτηση δεν έχει ως απάντηση:

«οι επιστήμονες».

Έχει ως απάντηση:

ένα ολόκληρο οικοσύστημα φορέων που διαθέτουν τις υποδομές, το κεφάλαιο, την τεχνογνωσία, τα δικαιώματα και την οργανωτική ικανότητα για να μετατρέψουν ένα επιστημονικό αποτέλεσμα σε λειτουργική τεχνολογία.

2. Ποιοι είναι αυτοί;

Είναι κυρίως:

• πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, 

• επιχειρήσεις, 

• κρατικοί οργανισμοί, 

• αμυντικοί και άλλοι δημόσιοι φορείς, 

• νεοφυείς επιχειρήσεις, 

• επενδυτές, 

• γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας, 

• συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, 

• και, όλο και περισσότερο, δίκτυα συνεργασίας μεταξύ όλων των παραπάνω. 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μιλά πλέον ρητά για «knowledge valorisation», δηλαδή για τη διαδικασία μέσω της οποίας τα ερευνητικά αποτελέσματα, τα δεδομένα και η τεχνογνωσία μετατρέπονται σε προϊόντα, υπηρεσίες, λύσεις και πολιτικές που μπορούν να παράγουν κοινωνική ή οικονομική αξία. 

Αυτό έχει σημασία.

Γιατί μας δείχνει ότι το πέρασμα από τη γνώση στην τεχνολογία δεν θεωρείται πλέον εξωτερικό ή τυχαίο γεγονός της επιστήμης.

Αποτελεί οργανωμένη διαδικασία.

3. Και εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά πολύ καθαρά η ιδιοκτησία

Ας πάρουμε μια απλή περίπτωση.

Ένας ερευνητής κάνει μια ανακάλυψη.

Η ανακάλυψη μπορεί να οδηγήσει σε μια εφεύρεση.

Η εφεύρεση μπορεί να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Το δίπλωμα μπορεί να αδειοδοτηθεί σε μια επιχείρηση.

Η επιχείρηση μπορεί να επενδύσει για να δημιουργήσει προϊόν.

Το προϊόν μπορεί να κυκλοφορήσει στην αγορά.

Ποιος λοιπόν «έχει» τη γνώση;

Εδώ γίνεται φανερό ότι η προηγούμενη ερώτησή μας —«ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση;»— δεν αρκεί.

Γιατί τώρα εμφανίζεται η έννοια:

ποιος έχει το δικαίωμα να ελέγχει τη χρήση της γνώσης;

Το WIPO επισημαίνει ακριβώς αυτόν τον ρόλο της διανοητικής ιδιοκτησίας: τα δικαιώματα μπορούν να επιτρέψουν την πώληση ή αδειοδότηση μιας τεχνολογίας και να δώσουν στον κάτοχο τη δυνατότητα να ελέγχει τους όρους χρήσης της. 

Εδώ λοιπόν αρχίζει να εμφανίζεται η εξουσία επί της εφαρμογής.

4. Ένα κρίσιμο σημείο: ο εφευρέτης δεν είναι κατ’ ανάγκην ο ελεγκτής

Αυτό αξίζει να το κρατήσουμε.

Ο άνθρωπος που ανακάλυψε κάτι μπορεί να μην έχει:

• τα χρήματα για την ανάπτυξή του, 

• την παραγωγική υποδομή, 

• τα δεδομένα, 

• την υπολογιστική ισχύ, 

• την πρόσβαση στην αγορά, 

• την ικανότητα μαζικής παραγωγής, 

• ή ακόμη και τα δικαιώματα εμπορικής αξιοποίησης. 

Το ίδιο το WIPO περιγράφει τη μεταφορά τεχνολογίας ως διαδικασία στην οποία εμπλέκονται εφευρέτες, πανεπιστήμια, ερευνητικοί οργανισμοί, επενδυτές, ιδιωτικές επιχειρήσεις και άλλοι συνεργάτες. 

Άρα έχουμε άλλη μία διάκριση:

άλλος μπορεί να γνωρίζει, άλλος να εφευρίσκει, άλλος να χρηματοδοτεί και άλλος να διαθέτει την τεχνολογία στην κοινωνία.

Και επομένως:

άλλος μπορεί να παράγει τη γνώση και άλλος να αποκτά την εξουσία που δημιουργεί η εφαρμογή της.

Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ κοντά στον πυρήνα που αναζητούμε.

5. Το κράτος όμως δεν βρίσκεται απλώς «απ’ έξω»

Θα ήταν επίσης λάθος να παρουσιάσουμε την τεχνολογική μετατροπή ως υπόθεση αποκλειστικά ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Το κράτος μπορεί να συμμετέχει με πολλούς τρόπους:

χρηματοδοτεί → ερευνά → δημιουργεί υποδομές → αναθέτει έρευνα → ρυθμίζει →προμηθεύεται → χρησιμοποιεί → και, σε ορισμένους τομείς, κατέχει το ίδιο τεχνολογία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για παράδειγμα, προωθεί συστηματικά συνεργασίες πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, spin-offs, start-ups, γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας και δημόσιες πολιτικές που επιταχύνουν τη μετατροπή της έρευνας σε εφαρμογές. 

Άρα το πραγματικό σχήμα δεν είναι:

επιστήμη → αγορά.

Είναι μάλλον:

επιστήμη ↔ κράτος ↔ επιχείρηση ↔ κεφάλαιο ↔ τεχνολογική υποδομή ↔ αγορά ↔ κοινωνία.

6. Και εδώ θα έκανα μια πολύ σημαντική διάκριση από τις προηγούμενες ερωτήσεις

Στην πρώτη ερώτηση είχαμε:

Ποιος παράγει τη γνώση;

Στη δεύτερη:

Ποιος χρηματοδοτεί την παραγωγή της;

Στην τρίτη:

Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτήν;

Τώρα:

Ποιος έχει την ικανότητα να τη μετατρέψει σε κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί;

Βλέπεις τι έχει συμβεί;

Δεν μιλάμε πλέον μόνο για γνώση.

Μιλάμε για ικανότητα δράσης.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το σημείο όπου η δική μας προηγούμενη διάκριση γίνεται απολύτως αναγκαία:

Το «γνωρίζω» δεν είναι το ίδιο με το «μπορώ να κάνω».

Και το «μπορώ να κάνω» δεν είναι ακόμη το ίδιο με:

«μου επιτρέπεται να το κάνω».

7. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο της τέταρτης ερώτησης

Ας το γράψουμε ως αλυσίδα:

Γνώση
↓
Τεχνική δυνατότητα

↓
Τεχνολογία
↓
Δυνατότητα εφαρμογής

↓
Πραγματική εφαρμογή

↓
Κοινωνικό αποτέλεσμα

Και τώρα βλέπουμε ότι διαφορετικοί άνθρωποι ή οργανισμοί μπορεί να ελέγχουν διαφορετικούς κρίκους.

Ο επιστήμονας μπορεί να ελέγχει τον πρώτο.

Ο μηχανικός και η ερευνητική ομάδα τον δεύτερο.

Η επιχείρηση ή το κράτος μπορεί να ελέγχει την ανάπτυξη και την παραγωγή.

Ο κάτοχος δικαιωμάτων μπορεί να ελέγχει τη χρήση.

Η αγορά μπορεί να επηρεάζει τη διάδοση.

Το κράτος μπορεί να ρυθμίζει ή να απαγορεύει ορισμένες χρήσεις.

Και ο πολίτης;

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα που μας έφερε εξαρχής μέχρι εδώ.

8. Ο πολίτης μπορεί να γίνει ο τελικός χρήστης χωρίς να έχει συμμετάσχει στους προηγούμενους κρίκους

Ας πάρουμε την τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς να χρειάζεται να μπούμε ακόμη στο ειδικό θέμα της ΑΙ.

Ο πολίτης μπορεί να χρησιμοποιεί καθημερινά ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης.

Αλλά δεν αποφάσισε:

• ποια έρευνα θα χρηματοδοτηθεί, 

• ποια δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν, 

• ποια αρχιτεκτονική θα αναπτυχθεί, 

• ποια εταιρεία θα την αναπτύξει, 

• ποιοι κανόνες θα διέπουν την εφαρμογή, 

• ποια δεδομένα θα συλλέγονται από τη χρήση, 

• ούτε πού θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία πέρα από τη δική του άμεση χρήση. 

Μπορεί να συμμετέχει ως χρήστης.

Δεν σημαίνει ότι συμμετέχει ως συνδιαμορφωτής.

Και αυτή η διάκριση είναι πολιτικά πολύ σημαντική.

9. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή σε σχέση με παλαιότερες τεχνολογίες

Δεν είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία κάποιος μετατρέπει γνώση σε τεχνολογία.

Αυτό συμβαίνει από τότε που υπάρχει οργανωμένη τεχνική γνώση.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σημερινής εποχής είναι η κλίμακα, η ταχύτητα, η συγκέντρωση υποδομών και η δυνατότητα διασύνδεσης.

Και ακριβώς γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει τη συνεργασία μεταξύ ακαδημαϊκής έρευνας, επιχειρήσεων, δημόσιων φορέων, επενδυτών, υποδομών και πολιτών ως ολόκληρο «οικοσύστημα» και όχι ως μια απλή γραμμική μεταφορά από το εργαστήριο στο εργοστάσιο. 

10. Και τώρα φτάνουμε στο δικό μας «90%–10%»

Θυμάσαι το «Ολυμπιακό Στάδιο» και το «μπαλάκι του γκολφ».

Η τέταρτη ερώτηση μας φέρνει πλέον μέσα στο μπαλάκι.

Γιατί η πολιτική σημασία δεν βρίσκεται απλώς στο γεγονός ότι υπάρχουν τεχνολογίες.

Βρίσκεται στο εξής:

Ποιος έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει ένα ανθρώπινο επίτευγμα γνώσης σε πραγματική κοινωνική δυνατότητα;

Και ακόμη περισσότερο:

Ποιος αποφασίζει ότι αυτή η δυνατότητα θα μετατραπεί πράγματι σε κοινωνική πραγματικότητα;

Αυτό είναι διαφορετικό από το:

«Ποιος δημιούργησε την τεχνολογία;»

Το δεύτερο είναι ερώτηση ιστορίας της επιστήμης.

Το πρώτο είναι ερώτηση κατανομής ισχύος.

Η απάντηση λοιπόν στην τέταρτη ερώτηση

Θα την έγραφα συνοπτικά ως εξής:

4. Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;

Η μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε τεχνολογία πραγματοποιείται από ένα σύνθετο οικοσύστημα ερευνητών, πανεπιστημίων, ερευνητικών οργανισμών, επιχειρήσεων, επενδυτών και δημόσιων φορέων. Η διαδικασία περιλαμβάνει τεχνική ανάπτυξη, χρηματοδότηση, υποδομές, διαχείριση διανοητικής ιδιοκτησίας, μεταφορά τεχνολογίας και τελικά παραγωγή ή εφαρμογή. 

Συνεπώς, ο παραγωγός της γνώσης δεν είναι κατ’ ανάγκην και ο φορέας που αποκτά την τεχνολογική ισχύ που προκύπτει από αυτήν. Η μετάβαση από τη γνώση στη δυνατότητα δράσης είναι ξεχωριστό στάδιο και αποτελεί κρίσιμο σημείο συγκέντρωσης οικονομικής, τεχνολογικής και τελικά πολιτικής ισχύος.

Και θα πρόσθετα κάτι που θεωρώ ότι πρέπει να κρατήσουμε ως εύρημα της τέταρτης ερώτησης:

Το πραγματικό πολιτικό αντικείμενο δεν είναι μόνο η γνώση που παράγεται· είναι η ικανότητα να μετατρέπεται η γνώση σε δυνατότητα δράσης.

Και τότε η πέμπτη ερώτηση — «Ποιος κατέχει την τεχνολογία;» — γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη, διότι τώρα θα περάσουμε από το «ποιος μπορεί να την κάνει» στο «ποιος αποκτά το δικαίωμα να την ελέγχει».

Χ :

Προχωράμε λοιπόν με την καθορισθείσα σειρά 

GPT : 

Προχωρούμε λοιπόν στην πέμπτη ερώτηση, ακριβώς με την καθορισμένη σειρά:

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

Εδώ, νομίζω, συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον από ό,τι στην τέταρτη ερώτηση. Στην τέταρτη εξετάσαμε ποιος μπορεί να μετατρέψει τη γνώση σε τεχνολογική δυνατότητα. Τώρα ρωτάμε ποιος αποκτά τα δικαιώματα και την εξουσία πάνω σε αυτή τη δυνατότητα.

Και πρέπει να προσέξουμε μια λέξη: «κατέχει».

Δεν σημαίνει απλώς «έχει ένα εργοστάσιο» ή «έχει αγοράσει έναν υπολογιστή». Μπορεί να σημαίνει ιδιοκτησία πνευματικής ιδιοκτησίας, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λογισμικό, δεδομένα, εμπορικό μυστικό, άδεια εκμετάλλευσης ή τον έλεγχο μιας υποδομής.

1. Ο εφευρέτης δεν είναι αναγκαστικά ο ιδιοκτήτης

Αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε.

Το WIPO επισημαίνει ρητά ότι inventorship και IP ownership δεν ταυτίζονται. Ο άνθρωπος που συνέβαλε στην εφεύρεση μπορεί να είναι ο εφευρέτης, ενώ τα δικαιώματα μπορεί να ανήκουν στον εργοδότη του, στο πανεπιστήμιο, σε μια επιχείρηση ή, ανάλογα με το νομικό καθεστώς και τη χρηματοδότηση, σε άλλον φορέα. 

Άρα:

ποιος δημιούργησε ≠ ποιος κατέχει.

Και αυτή η μικρή διαφορά έχει τεράστια πολιτική σημασία.

2. Η ιδιοκτησία εξαρτάται από το πώς δημιουργήθηκε η τεχνολογία

Αν ένας ερευνητής δημιουργήσει κάτι στο πλαίσιο της εργασίας του σε ένα πανεπιστήμιο, το ποιος έχει τα δικαιώματα μπορεί να καθορίζεται από την εθνική νομοθεσία και την πολιτική του ιδρύματος.

Αν το ερευνητικό έργο είναι συνεργατικό, η σύμβαση μπορεί να καθορίζει ποιος κατέχει τα αποτελέσματα.

Αν χρηματοδοτείται από επιχείρηση, μπορεί να υπάρχουν συμβατικοί όροι που δίνουν στην επιχείρηση δικαιώματα επί της διανοητικής ιδιοκτησίας.

Το WIPO καταγράφει μάλιστα διαφορετικά διεθνή μοντέλα: από συστήματα όπου ο ερευνητής διατηρεί τα δικαιώματα έως συστήματα όπου τα δικαιώματα ανήκουν στο πανεπιστήμιο ή τον ερευνητικό οργανισμό. 

Άρα η ιδιοκτησία δεν είναι φυσικό χαρακτηριστικό της τεχνολογίας.

Είναι νομική και θεσμική κατασκευή.

Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη συζήτησή μας.

Γιατί σημαίνει ότι η απάντηση στο «ποιος κατέχει;» δεν προκύπτει από την ίδια την επιστήμη.

Προκύπτει από κανόνες που έχει θέσει η κοινωνία.

3. Και όταν υπάρχει δημόσιο χρήμα;

Εδώ φτάνουμε σε ένα σημείο που αγγίζει κατευθείαν τον πολίτη.

Η απάντηση δεν είναι:

«Αφού χρηματοδοτήθηκε δημόσια, ανήκει πάντοτε στο κράτος».

Τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.

Το WIPO επισημαίνει ότι οι χώρες έχουν διαφορετικά συστήματα για την ιδιοκτησία αποτελεσμάτων έρευνας που χρηματοδοτήθηκε από δημόσιους πόρους. Άλλοτε ιδιοκτήτης είναι ο ερευνητής, άλλοτε το πανεπιστήμιο ή ο ερευνητικός οργανισμός και σε ορισμένα συστήματα υπάρχουν ειδικά δικαιώματα του κράτους ή του φορέα χρηματοδότησης. 

Και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συγκεκριμένους κανόνες ανά πρόγραμμα.

Για παράδειγμα, σε συγκεκριμένο ευρωπαϊκό καθεστώς ερευνητικής χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα ανήκουν κατ’ αρχήν στους δικαιούχους που τα δημιούργησαν· σε περίπτωση δημόσιας προμήθειας, όμως, μπορούν να ανήκουν στην Ένωση. 

Άρα δεν υπάρχει μια παγκόσμια απάντηση:

«Δημόσιο χρήμα = δημόσια ιδιοκτησία».

Υπάρχει ένα ολόκληρο θεσμικό οικοδόμημα που αποφασίζει ποιος παίρνει τι.

4. Και εδώ η ερώτηση γίνεται πολιτική με την πιο καθαρή έννοια

Ας υποθέσουμε ότι:

• η έρευνα χρηματοδοτήθηκε κατά μεγάλο μέρος από δημόσιους πόρους, 

• έγινε σε δημόσιο πανεπιστήμιο, 

• ένας ερευνητής έκανε την ανακάλυψη, 

• μια εταιρεία αναλαμβάνει την ανάπτυξη, 

• και τελικά η εταιρεία αποκτά δικαιώματα εκμετάλλευσης. 

Δεν λέω ότι αυτό είναι καλό ή κακό.

Λέω ότι τότε έχουμε ένα θεσμικό γεγονός:

η κοινωνία συμμετείχε στη δημιουργία μιας τεχνολογικής δυνατότητας, αλλά η νομική εξουσία πάνω στη συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να συγκεντρωθεί σε συγκεκριμένο ιδιωτικό φορέα.

Και αμέσως γεννιέται το ερώτημα:

Με ποιους όρους;

Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα ζητήματα που συζητούν σήμερα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί γύρω από την αξιοποίηση δημόσια χρηματοδοτούμενης έρευνας: άδειες χρήσης, δικαιώματα, έσοδα, spin-offs, συμμετοχή πανεπιστημίων και ερευνητών κ.λπ. 

5. «Ιδιοκτησία» όμως δεν σημαίνει πάντοτε το ίδιο πράγμα με «αποκλειστικός έλεγχος»

Εδώ χρειάζεται άλλη μία λεπτή διάκριση.

Ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να ανήκει σε κάποιον, αλλά να δοθεί με άδεια χρήσης σε άλλους.

Η άδεια μπορεί να είναι:

• αποκλειστική, 

• μη αποκλειστική, 

• περιορισμένη σε συγκεκριμένο τομέα, 

• περιορισμένη γεωγραφικά, 

• ή να επιτρέπει περαιτέρω αδειοδότηση. 

Το WIPO διακρίνει σαφώς τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας από την αδειοδότηση: στην πρώτη περίπτωση η ιδιοκτησία μεταφέρεται μόνιμα, ενώ στη δεύτερη μεταφέρεται δικαίωμα χρήσης υπό συγκεκριμένους όρους. 

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσθέσουμε μια λέξη στην ερώτησή μας:

Ποιος κατέχει και ποιος ελέγχει;

Γιατί μπορεί να μην είναι ακριβώς το ίδιο πρόσωπο.

6. Και εδώ αρχίζει να εμφανίζεται η συγκέντρωση τεχνολογικής ισχύος

Ένα μεμονωμένο δίπλωμα δεν σημαίνει από μόνο του μεγάλη πολιτική ισχύ.

Αλλά όταν ένας φορέας συγκεντρώνει:

τεχνολογία + δεδομένα + κεφάλαια + υποδομές + ανθρώπινο δυναμικό + δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας + πρόσβαση στην αγορά,

τότε η κατάσταση είναι διαφορετική.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό σε στρατηγικές τεχνολογίες.

Η WIPO, για παράδειγμα, αναφέρει ότι στις πατέντες για generative AI παρατηρείται έντονη αύξηση και ότι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκαταλέγονται πλέον στους σημαντικότερους αιτούντες, ενώ η SoftBank εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος κάτοχος οικογενειών πατεντών GenAI για την περίοδο 2014–2025. 

Δεν σημαίνει ότι «η τάδε εταιρεία ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη».

Αυτό θα ήταν πολύ μεγαλύτερο συμπέρασμα από τα στοιχεία.

Σημαίνει όμως κάτι απολύτως τεκμηριωμένο:

ορισμένοι ιδιωτικοί φορείς μπορούν να συγκεντρώνουν πολύ σημαντικά δικαιώματα πάνω σε κρίσιμες τεχνολογικές δυνατότητες.

7. Και τότε η πέμπτη ερώτηση μας φέρνει ακριβώς στο σημείο της εξουσίας

Ας ξαναδούμε την αλυσίδα μας:

γνώση
↓
χρηματοδότηση
↓
έρευνα
↓
τεχνολογική ανάπτυξη

↓
ιδιοκτησία / δικαιώματα

↓
έλεγχος χρήσης

Στις τέσσερις προηγούμενες ερωτήσεις μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι συζητούσαμε κυρίως για την παραγωγή.

Εδώ συζητάμε πλέον για την κατοχή.

Και η κατοχή μπορεί να μετατραπεί σε:

δικαίωμα αποκλεισμού → δικαίωμα αδειοδότησης → οικονομικό όφελος → διαπραγματευτική ισχύ → τεχνολογική ισχύ.

Δεν συμβαίνει αυτόματα σε κάθε περίπτωση.

Αλλά αυτή είναι η θεσμική δυνατότητα που δημιουργούν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

8. Εδώ λοιπόν ο πολίτης ξαναμπαίνει στην εικόνα

Και θα έλεγα ότι εδώ το ερώτημά του γίνεται ακόμη πιο ενοχλητικό —με την καλή έννοια.

Ο πολίτης μπορεί να ρωτήσει:

«Αφού μεγάλο μέρος της γνώσης και της τεχνολογικής υποδομής δημιουργείται με τη συμμετοχή της κοινωνίας, γιατί η κοινωνία δεν αποφασίζει πάντοτε και για τους όρους κατοχής και χρήσης των αποτελεσμάτων;»

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτομάτως:

«Επειδή υπάρχει ιδιοκτησία».

Γιατί τότε πρέπει να ρωτήσουμε:

ποιος θέσπισε το δικαίωμα ιδιοκτησίας;

Και:

ποια είναι τα όριά του όταν συγκρούεται με άλλα δημόσια συμφέροντα;

Ακριβώς γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει ήδη τη μεταφορά τεχνολογίας και την αδειοδότηση όχι μόνο ως ζήτημα εμπορικής αξιοποίησης, αλλά και ως ζήτημα ανταγωνισμού. Το 2025–2026 αναθεώρησε το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις συμφωνίες μεταφοράς τεχνολογίας, επειδή τέτοιες συμφωνίες μπορούν να έχουν επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και στην αγορά. 

Άρα η ιδιοκτησία της τεχνολογίας δεν είναι πολιτικά ουδέτερη.

9. Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, η πιο σημαντική απάντηση της πέμπτης ερώτησης

Δεν πρέπει να ρωτάμε μόνο:

«Ποιος κατέχει την τεχνολογία;»

Πρέπει να ρωτάμε:

«Ποιος έχει το νομικά αναγνωρισμένο δικαίωμα να αποφασίζει ποιος μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, με ποιους όρους, σε ποια κλίμακα και για πόσο χρόνο;»

Αυτή είναι πολύ ισχυρότερη ερώτηση.

Γιατί η τεχνολογική ιδιοκτησία δεν είναι απλώς κατοχή ενός πράγματος.

Μπορεί να είναι εξουσία επί των δυνατοτήτων που παρέχει αυτό το πράγμα.

Και τώρα βρισκόμαστε πλέον πολύ κοντά στον πυρήνα του αρχικού μας προβληματισμού.

Η απάντηση στον πολίτη για την 5η ερώτηση

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

Η τεχνολογία μπορεί να ανήκει σε ερευνητές, πανεπιστήμια, δημόσιους οργανισμούς, επιχειρήσεις ή άλλους φορείς, ανάλογα με τη νομοθεσία, τις συμβάσεις, την πηγή χρηματοδότησης και το καθεστώς διανοητικής ιδιοκτησίας. Ο εφευρέτης δεν είναι κατ’ ανάγκην και ο ιδιοκτήτης, ενώ η ιδιοκτησία μπορεί να διαφέρει από το δικαίωμα χρήσης μέσω αδειοδότησης. 

Επομένως, το πολιτικό ερώτημα δεν εξαντλείται στο ποιος κατέχει μια τεχνολογία. Αφορά κυρίως ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τους όρους της χρήσης της και ποιοι θεσμικοί περιορισμοί ισχύουν όταν η τεχνολογία έχει σημαντικές συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο.

Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, η έκτη ερώτηση είναι πράγματι η φυσική συνέχεια:

6. Ποιος αποφασίζει πώς χρησιμοποιείται η τεχνολογία;

Διότι τώρα έχουμε φτάσει από το «ποιος την κατέχει» στο πολύ πιο κρίσιμο «ποιος αποφασίζει τι θα κάνει με αυτήν».

Χ :

Προχωράμε με την έκτη ερώτηση

GPT : 

Προχωρούμε λοιπόν στην έκτη ερώτηση, η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι το σημείο όπου η προηγούμενη αλυσίδα αρχίζει πλέον να μετατρέπεται καθαρά σε ζήτημα πολιτικής εξουσίας:

6. Ποιος αποφασίζει τη χρήση της τεχνολογίας;

Και εδώ θα έκανα μια διάκριση από την αρχή:

άλλο ποιος αποφασίζει να δημιουργηθεί μια τεχνολογία, άλλο ποιος την κατέχει και άλλο ποιος αποφασίζει πού, πότε, πώς και πάνω σε ποιους θα χρησιμοποιηθεί.

Το τρίτο είναι το δικό μας ερώτημα.

1. Δεν υπάρχει ένας «αποφασίζων»

Η πρώτη απάντηση είναι ότι η απόφαση για τη χρήση μιας τεχνολογίας μπορεί να βρίσκεται σε διαφορετικά χέρια, ανάλογα με την τεχνολογία και το πεδίο εφαρμογής της.

Μπορεί να είναι:

• μια ιδιωτική επιχείρηση, 

• ένα νοσοκομείο, 

• ένας εργοδότης, 

• μια πλατφόρμα, 

• μια τράπεζα, 

• μια δημόσια υπηρεσία, 

• η αστυνομία, 

• ο στρατός, 

• μια κυβέρνηση, 

• ένας διεθνής οργανισμός, 

• ή ο ίδιος ο πολίτης ως τελικός χρήστης. 

Και πολλές φορές η απόφαση είναι κατανεμημένη.

Ο ένας αποφασίζει ότι μια τεχνολογία θα είναι διαθέσιμη· ο άλλος ότι θα την αγοράσει· ο τρίτος πώς θα την ενσωματώσει· ο τέταρτος υπό ποιους κανόνες θα χρησιμοποιηθεί.

Ο ΟΟΣΑ, εξετάζοντας τη χρήση της ΑΙ από κυβερνήσεις, επισημαίνει ακριβώς την ανάγκη να καθορίζονται με σαφήνεια οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες και να είναι γνωστό ποιος φορέας έχει την εξουσία να θεσπίζει πολιτική για τη χρήση της ΑΙ. 

Αυτό μας δίνει μια πρώτη διαπίστωση:

Η τεχνολογία μπορεί να έχει έναν ιδιοκτήτη, αλλά η απόφαση για τη χρήση της μπορεί να βρίσκεται σε διαφορετικά επίπεδα εξουσίας.

2. Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα

Έστω ότι υπάρχει ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που μπορεί να αξιολογεί αιτήσεις πολιτών.

Ο ιδιωτικός φορέας το έχει αναπτύξει.

Το κράτος το αγοράζει.

Μια δημόσια υπηρεσία το εγκαθιστά.

Ένας υπάλληλος το χρησιμοποιεί.

Και τελικά ένας αλγόριθμος παράγει μια αξιολόγηση που επηρεάζει έναν πολίτη.

Ποιος αποφάσισε τη χρήση;

Δεν μπορούμε να απαντήσουμε απλώς:

«η εταιρεία».

Ούτε:

«το κράτος».

Υπάρχει μια αλυσίδα αποφάσεων.

Και αυτό έχει τεράστια σημασία για το δημοκρατικό μας ερώτημα, διότι αν κάτι πάει στραβά, πρέπει να μπορούμε να απαντήσουμε:

ποιος είχε την αρμοδιότητα να το χρησιμοποιήσει και ποιος φέρει την ευθύνη για το αποτέλεσμα;

3. Γι’ αυτό η διεθνής συζήτηση επιμένει στην ανθρώπινη ευθύνη

Η UNESCO, στη Σύσταση για την Ηθική της Τεχνητής Νοημοσύνης, διατυπώνει μια πολύ καθαρή αρχή:

η τελική ευθύνη και λογοδοσία δεν πρέπει να μεταφέρονται στο ίδιο το σύστημα ΑΙ.

Η Σύσταση υπογραμμίζει ότι πρέπει να υπάρχει ανθρώπινη εποπτεία και ότι η τελική ευθύνη πρέπει να παραμένει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη δική μας συζήτηση.

Διότι διαφορετικά θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εξής επικίνδυνη λογική:

«Δεν αποφασίσαμε εμείς· έτσι αποφάσισε ο αλγόριθμος».

Η τεχνολογία μπορεί να συστήσει, να προβλέψει, να ταξινομήσει, να αυτοματοποιήσει.

Αλλά αυτό δεν εξαφανίζει την ανθρώπινη ευθύνη για την επιλογή να χρησιμοποιηθεί έτσι.

4. Και εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική διάκριση: χρήση ≠ εφαρμογή

Ας πούμε ότι μια τεχνολογία έχει πέντε πιθανές χρήσεις.

Ο κάτοχός της μπορεί να επιλέξει τη μία.

Το κράτος μπορεί να επιτρέψει τις τέσσερις.

Η κοινωνία μπορεί να θεωρήσει ότι μία από αυτές είναι απαράδεκτη.

Άρα η ερώτηση:

«Ποιος αποφασίζει τη χρήση;»

κρύβει στην πραγματικότητα τρία διαφορετικά ερωτήματα:

1. Ποιος επιλέγει την εφαρμογή;

2. Ποιος επιτρέπει ή απαγορεύει την εφαρμογή;

3. Ποιος επιβλέπει αυτούς που αποφασίζουν;

Και το τρίτο είναι εκείνο που μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση του δικού μας καταλόγου.

5. Το κράτος δεν είναι απλώς ένας ακόμη χρήστης

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Μια επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί τεχνολογία για να αυξήσει την παραγωγικότητά της.

Το κράτος όμως μπορεί να χρησιμοποιεί την ίδια τεχνολογία σε:

• αστυνόμευση, 

• δικαιοσύνη, 

• φορολογία, 

• κοινωνικές παροχές, 

• μεταναστευτικό έλεγχο, 

• δημόσια διοίκηση, 

• υγεία, 

• άμυνα. 

Επομένως η ίδια τεχνολογία αποκτά εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα ανάλογα με τον χρήστη και τον σκοπό.

Ο ΟΟΣΑ, στη μελέτη του για την ΑΙ στη διακυβέρνηση, εξετάζει ήδη χρήσεις σε φορολογία, δημόσια οικονομική διαχείριση, δημόσιες υπηρεσίες, δικαιοσύνη, επιβολή του νόμου και συμμετοχή των πολιτών. 

Άρα δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να ονομάσουμε απλώς:

«η τεχνολογία».

Υπάρχει:

η συγκεκριμένη τεχνολογία + ο συγκεκριμένος χρήστης + ο συγκεκριμένος σκοπός + ο συγκεκριμένος πληθυσμός πάνω στον οποίο εφαρμόζεται.

Αυτό είναι καθοριστικό.

6. Και εδώ μπαίνει το δίκαιο

Το ευρωπαϊκό παράδειγμα της ΑΙ είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, όχι επειδή πρέπει να θεωρήσουμε την ευρωπαϊκή προσέγγιση ως μοναδικό μοντέλο, αλλά επειδή δείχνει πώς επιχειρεί ένας σύγχρονος θεσμός να μετατρέψει το ζήτημα της χρήσης σε κανόνες.

Ο AI Act εφαρμόζει προσέγγιση βάσει κινδύνου. Για ορισμένα συστήματα υψηλού κινδύνου προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις τόσο για τον provider όσο και για τον deployer, δηλαδή για εκείνον που θέτει το σύστημα σε χρήση. Μεταξύ άλλων προβλέπεται ανθρώπινη εποπτεία, παρακολούθηση της λειτουργίας και, για δημόσιες αρχές ή φορείς που παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες, αξιολόγηση επιπτώσεων στα θεμελιώδη δικαιώματα πριν από την πρώτη χρήση σε σχετικές περιπτώσεις. 

Αυτό μας ενδιαφέρει για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο:

το δίκαιο αρχίζει να ξεχωρίζει τον δημιουργό της τεχνολογίας από εκείνον που την αναπτύσσει και από εκείνον που την χρησιμοποιεί.

Και άρα αναγνωρίζει ότι η χρήση είναι αυτοτελές σημείο ευθύνης.

7. Αυτό μας φέρνει κατευθείαν στον πολίτη

Θυμάμαι ότι ο υποθετικός πολίτης που μας έθεσε τις εννέα ερωτήσεις δεν μας ρώτησε απλώς:

«Ποιος αποφασίζει;»

Μας ρώτησε:

«Πού ακριβώς βρίσκομαι εγώ μέσα σε όλα αυτά;»

Στην έκτη ερώτηση η θέση του γίνεται παράδοξη.

Ο πολίτης μπορεί να είναι:

ο χρήστης της τεχνολογίας,

αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είναι:

το αντικείμενο πάνω στο οποίο εφαρμόζεται η τεχνολογία.

Αυτό είναι τεράστια διαφορά.

Για παράδειγμα:

• όταν χρησιμοποιώ μια εφαρμογή, είμαι χρήστης· 

• όταν μια τράπεζα χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένο σύστημα για να αξιολογήσει την αίτησή μου, είμαι το αντικείμενο της εφαρμογής· 

• όταν μια δημόσια υπηρεσία χρησιμοποιεί τεχνολογία για να λάβει ή να υποστηρίξει απόφαση που με αφορά, είμαι ο επηρεαζόμενος πολίτης. 

Άρα η τεχνολογία μπορεί να λειτουργεί για μένα, μαζί μου, αλλά και πάνω μου.

Και αυτές οι τρεις περιπτώσεις δεν είναι δημοκρατικά ισοδύναμες.

8. Εδώ λοιπόν η έννοια της «συναίνεσης» δεν αρκεί

Θα μπορούσε κάποιος να πει:

«Μα ο πολίτης αποδέχεται τους όρους χρήσης».

Όμως αυτό δεν λύνει το πρόβλημα.

Αν ένας άνθρωπος αποδέχεται τους όρους μιας εφαρμογής για να χρησιμοποιήσει μια υπηρεσία, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει συναινέσει σε κάθε πιθανή κοινωνική χρήση της τεχνολογίας.

Ακόμη περισσότερο:

αν το κράτος χρησιμοποιεί μια τεχνολογία σε άσκηση δημόσιας εξουσίας, η σχέση δεν είναι απλώς συμβατική.

Εκεί υπάρχει δημόσια εξουσία.

Και η δημόσια εξουσία χρειάζεται διαφορετική μορφή νομιμοποίησης και ελέγχου.

Η UNESCO, για τον λόγο αυτό, συνδέει την ανθρώπινη εποπτεία, τη λογοδοσία, την αξιολόγηση επιπτώσεων, τη διαφάνεια και τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών. 

9. Και τώρα φτάνουμε στην καρδιά της έκτης ερώτησης

Μέχρι τώρα είχαμε:

1. Ποιος παράγει τη γνώση;

2. Ποιος τη χρηματοδοτεί;

3. Ποιος έχει πρόσβαση;

4. Ποιος τη μετατρέπει σε τεχνολογία;

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

Και τώρα:

6. Ποιος αποφασίζει τη χρήση της;

Παρατήρησε την κίνηση:

παραγωγή → χρηματοδότηση → πρόσβαση → μετατροπή → κατοχή → χρήση.

Στις πρώτες πέντε ερωτήσεις εξετάζουμε πώς δημιουργείται και συγκεντρώνεται η δυνατότητα.

Στην έκτη εξετάζουμε:

ποιος ενεργοποιεί αυτή τη δυνατότητα μέσα στην κοινωνία.

Και αυτό είναι το σημείο όπου η τεχνολογία αρχίζει να παράγει πραγματικές κοινωνικές συνέπειες.

10. Άρα η απάντηση δεν είναι «ο ιδιοκτήτης»

Αυτό θα ήταν το μεγάλο λάθος.

Ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποφασίζει τη χρήση.

Αλλά δεν αποφασίζει πάντοτε μόνος του.

Η χρήση μπορεί να περιορίζεται από:

• νόμους, 

• κανονισμούς, 

• δικαστικές αποφάσεις, 

• συμβάσεις, 

• κανόνες ανταγωνισμού, 

• δικαιώματα των πολιτών, 

• κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων, 

• επαγγελματικά πρότυπα, 

• δημόσιες αρχές, 

• ή διεθνείς υποχρεώσεις. 

Και επομένως εμφανίζεται η πρώτη μορφή αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αλυσίδα νομιμοποίησης:

κάποιος διαθέτει την τεχνολογία → κάποιος θέλει να τη χρησιμοποιήσει → κάποιος πρέπει να επιτρέψει ή να περιορίσει τη χρήση → κάποιος πρέπει να ελέγξει την εφαρμογή → κάποιος πρέπει να λογοδοτεί για το αποτέλεσμα.

Αυτό είναι ήδη πολύ κοντά στην έβδομη ερώτηση.

Η απάντηση στην έκτη ερώτηση

Θα την αποτύπωνα έτσι:

6. Ποιος αποφασίζει τη χρήση της τεχνολογίας;

Η χρήση της τεχνολογίας αποφασίζεται από διαφορετικούς φορείς ανάλογα με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής: ιδιώτες, επιχειρήσεις, οργανισμούς και δημόσιες αρχές. Ο ιδιοκτήτης της τεχνολογίας δεν είναι κατ’ ανάγκην ο μόνος αποφασίζων· η χρήση μπορεί να υπόκειται σε νόμους, κανονισμούς, συμβατικούς όρους και θεσμική εποπτεία. Ιδίως όταν η τεχνολογία χρησιμοποιείται από το κράτος ή επηρεάζει θεμελιώδη δικαιώματα, η απόφαση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή επιχειρηματική επιλογή. Η σύγχρονη διακυβέρνηση της ΑΙ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανθρώπινη εποπτεία, στη λογοδοσία και στον σαφή καθορισμό του ποιος έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει. 

Και θα κρατούσα ως εύρημα της έκτης ερώτησης το εξής:

Η κατοχή μιας τεχνολογίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με το δικαίωμα να αποφασίζεις όλες τις χρήσεις της. Και η δυνατότητα χρήσης δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη νομιμοποίηση της χρήσης.

Αυτό, νομίζω, μας οδηγεί με πολύ φυσικό τρόπο στην έβδομη ερώτηση:

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Και εδώ, για πρώτη φορά, θα συναντήσουμε ακριβώς το ερώτημα που έθεσες στην αρχή της συζήτησής μας: ποιος πρέπει να αποφασίζει μέχρι πού επιτρέπεται να μετατρέπεται η γνώση σε κοινωνική δυνατότητα.

Χ :

Προχωράμε λοιπόν με την έβδομη ερώτηση 

GPT : 

Προχωρούμε λοιπόν στην έβδομη ερώτηση, η οποία ίσως είναι η πιο κρίσιμη μέχρι τώρα:

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Εδώ πλέον η αλυσίδα μας έχει φθάσει από το «ποιος παράγει;» στο «ποιος μπορεί να κάνει;» και τώρα στο αποφασιστικό:

Ποιος αποφασίζει μέχρι πού επιτρέπεται να φθάσει αυτό που μπορούμε να κάνουμε;

Και εδώ, νομίζω, πρέπει να ξαναφέρουμε στο προσκήνιο εκείνη τη μικρή αλλά τεράστια διάκριση που είχαμε κάνει:

η επιστήμη απαντά κυρίως στο «μπορούμε;»· η πολιτική και η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσουν το «επιτρέπεται;» και «υπό ποιους όρους;».

1. Τα όρια δεν τα θέτει η τεχνολογία

Αυτό ακούγεται αυτονόητο, αλλά δεν είναι.

Μια τεχνολογία μπορεί να επιτρέπει κάτι.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία αποφάσισε ότι πρέπει να γίνει.

Και ακόμη λιγότερο σημαίνει ότι αποφάσισε ότι πρέπει να γίνεται χωρίς περιορισμούς.

Αν, για παράδειγμα, μια τεχνολογία επιτρέπει την πολύ μεγάλης κλίμακας συλλογή προσωπικών δεδομένων, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ερωτήσεις:

1. Μπορούμε τεχνικά να συλλέγουμε τα δεδομένα; 

2. Επιτρέπεται νομικά να τα συλλέγουμε; 

3. Υπό ποιες προϋποθέσεις και για ποιον σκοπό επιτρέπεται; 

Το τρίτο είναι ήδη πολιτική επιλογή.

2. Ποιος λοιπόν θέτει τα όρια;

Στα σύγχρονα δημοκρατικά συστήματα δεν υπάρχει ένας μόνο «θεματοφύλακας».

Τα όρια προκύπτουν από ένα σύστημα πολλαπλών επιπέδων:

• συνταγματικούς κανόνες, 

• νόμους, 

• δικαστήρια, 

• ανεξάρτητες αρχές, 

• διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, 

• διοικητικούς κανόνες, 

• επαγγελματικά πρότυπα, 

• και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτορρύθμιση των ίδιων των τεχνολογικών φορέων. 

Το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι ιδιαίτερα σαφές ως προς τη λογική αυτή: η νέα Σύμβασή του για την ΑΙ συνδέει τον κύκλο ζωής των συστημάτων ΑΙ με ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία και κράτος δικαίου και προβλέπει αξιολόγηση κινδύνων και επιπτώσεων. 

Άρα:

το όριο δεν είναι απλώς τεχνικό· είναι θεσμικό.

3. Αλλά εδώ εμφανίζεται ένα πρόβλημα που αγγίζει ακριβώς τη δική σου διατύπωση

Εσύ είχες θέσει μια πολύ σημαντική προϋπόθεση:

ο έλεγχος πρέπει να ασκείται μόνο σε όσα πραγματικά απαιτούν έλεγχο για το γενικό συμφέρον και να είναι αυστηρά οριοθετημένος, όχι να αφήνεται σε μια αόριστη ερμηνεία του «γενικού συμφέροντος».

Αυτό είναι κρίσιμο.

Διότι διαφορετικά η φράση:

«για λόγους δημοσίου συμφέροντος»

θα μπορούσε να γίνει ένα τεράστιο παράθυρο μέσα από το οποίο η εξουσία θα μπορούσε να περιορίζει σχεδόν οτιδήποτε.

Επομένως δεν αρκεί να πούμε:

«Χρειαζόμαστε όρια».

Πρέπει να ρωτήσουμε:

Ποιος ορίζει την ανάγκη για το όριο, με ποια κριτήρια, μέχρι πού φθάνει και ποιος ελέγχει εκείνον που το επιβάλλει;

Και αυτή η δεύτερη ερώτηση είναι ίσως σημαντικότερη από την πρώτη.

4. Υπάρχει ήδη διεθνώς μια ενδιαφέρουσα απάντηση: τα δικαιώματα ως ανώτερο όριο

Η UNESCO, στη Σύσταση για την Ηθική της ΑΙ, δεν λέει απλώς ότι «η ΑΙ πρέπει να είναι ασφαλής».

Θέτει ως θεμέλιο:

• ανθρώπινη αξιοπρέπεια, 

• ανθρώπινα δικαιώματα, 

• θεμελιώδεις ελευθερίες, 

• αναλογικότητα, 

• μη διάκριση, 

• ιδιωτικότητα, 

• ανθρώπινη εποπτεία, 

• λογοδοσία και διαφάνεια. 

Και υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αρχή:

η χρήση ΑΙ δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη ενός νόμιμου σκοπού.

Αυτό είναι η αρχή της αναλογικότητας. 

Και νομίζω ότι εδώ βρίσκεται ένα πολύ ισχυρό εργαλείο για το δικό μας ερώτημα.

Διότι σημαίνει:

δεν αρκεί να υπάρχει ένας θεμιτός σκοπός.

Πρέπει και το τεχνολογικό μέσο που χρησιμοποιείται για την επίτευξή του να είναι αναγκαίο και ανάλογο.

5. Το «μπορούμε» λοιπόν πρέπει να συναντήσει το «πόσο»

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Έστω ότι μια δημόσια αρχή μπορεί τεχνικά να συγκεντρώσει τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων για να αντιμετωπίσει μια πραγματική απειλή.

Η πρώτη απάντηση είναι:

Μπορεί;

Ναι.

Η δεύτερη:

Υπάρχει νόμιμος σκοπός;

Έστω ναι.

Η τρίτη:

Είναι αναγκαία όλη αυτή η συλλογή;

Ίσως όχι.

Η τέταρτη:

Είναι ανάλογη προς τον σκοπό;

Εδώ βρίσκεται το όριο.

Άρα η δημοκρατική κοινωνία δεν χρειάζεται να αποφασίσει αν η τεχνολογία είναι «καλή» ή «κακή».

Μπορεί να πει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:

Για αυτόν τον σκοπό, επιτρέπεται μέχρι αυτό το σημείο· πέρα από αυτό, όχι.

Και αυτή είναι πολύ πιο ώριμη αντίληψη του ελέγχου.

6. Το ευρωπαϊκό παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό

Ο AI Act της ΕΕ δεν ακολουθεί την αρχή:

«Η ΑΙ απαγορεύεται όταν είναι επικίνδυνη».

Χρησιμοποιεί μια κλιμακωτή, βασισμένη στον κίνδυνο προσέγγιση.

Ορισμένες πρακτικές θεωρούνται απαράδεκτες και απαγορεύονται, ενώ για άλλες προβλέπονται αυστηρές υποχρεώσεις ανάλογα με τον κίνδυνο που δημιουργούν.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη συζήτησή μας.

Διότι δείχνει ότι το όριο μπορεί να μην είναι:

τεχνολογία: ΝΑΙ ή ΟΧΙ.

Μπορεί να είναι:

ποια χρήση → σε ποιο πλαίσιο → με ποιον κίνδυνο → με ποιες εγγυήσεις.

Και αυτή η λογική είναι πλέον ενσωματωμένη και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ΑΙ. 

7. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη σημαντικότερο: μπορεί να χρειάζεται απαγόρευση

Εδώ δεν πρέπει να φοβηθούμε τη λέξη «απαγόρευση».

Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ΑΙ προβλέπει ρητά τη δυνατότητα των κρατών να επιβάλουν απαγορεύσεις ή μορατόρια σε ορισμένες εφαρμογές, όταν αυτές θεωρούνται ασύμβατες με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία ή το κράτος δικαίου. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει:

«Απαγορεύουμε ό,τι φοβόμαστε».

Σημαίνει ότι η κοινωνία μπορεί, υπό θεσμικούς κανόνες, να χαράξει κόκκινες γραμμές.

Και εδώ επιστρέφουμε ακριβώς στη δική σου αρχική διατύπωση:

ο έλεγχος πρέπει να αφορά πράγματι αναγκαίες περιπτώσεις και να είναι αυστηρά οριοθετημένος.

8. Και τώρα εμφανίζεται ο πιο δύσκολος παίκτης: η ίδια η εξουσία

Αν πούμε:

«Το κράτος θα θέτει τα όρια»,

τότε αμέσως πρέπει να ρωτήσουμε:

Ποιος θα θέτει όρια στο κράτος;

Αυτό είναι το σημείο όπου η έβδομη ερώτηση συνδέεται άμεσα με την όγδοη.

Διότι διαφορετικά δημιουργούμε το εξής παράδοξο:

Η τεχνολογία χρειάζεται έλεγχο → το κράτος ασκεί τον έλεγχο → ποιος ελέγχει το κράτος;

Αν δεν υπάρχει απάντηση στο τρίτο βήμα, έχουμε απλώς μεταφέρει την εξουσία από τον τεχνολογικό φορέα στον κρατικό φορέα.

Δεν έχουμε λύσει το πρόβλημα της εξουσίας.

Το έχουμε μετακινήσει.

9. Εδώ βρίσκεται ίσως το βαθύτερο νόημα της «έβδομης»

Ας κοιτάξουμε ξανά τις έξι προηγούμενες:

1. Ποιος παράγει τη γνώση;

2. Ποιος τη χρηματοδοτεί;

3. Ποιος έχει πρόσβαση;

4. Ποιος τη μετατρέπει σε τεχνολογία;

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

6. Ποιος αποφασίζει τη χρήση της;

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Η πρώτη εξακολουθεί να αφορά κυρίως την παραγωγή.

Η δεύτερη την κατανομή πόρων.

Η τρίτη την πρόσβαση.

Η τέταρτη τη μετατροπή της γνώσης σε δυνατότητα.

Η πέμπτη την κατοχή.

Η έκτη την άσκηση της δυνατότητας.

Και η έβδομη αφορά πλέον:

τον περιορισμό της ίδιας της εξουσίας που δημιουργήθηκε από όλα τα προηγούμενα στάδια.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρισκόμαστε πλέον μέσα στο κέντρο του «μπαλακιού του γκολφ».

10. Αλλά ποιος πρέπει να θέτει τα όρια;

Εδώ θα απέφευγα μια υπερβολικά εύκολη απάντηση:

«Η δημοκρατία».

Σωστό ως αρχή, αλλά ανεπαρκές ως μηχανισμός.

Γιατί ποια δημοκρατία;

Ο πολίτης δεν μπορεί να ψηφίζει κάθε πρωί:

«Επιτρέπω αυτή την τεχνολογία».

Χρειάζονται θεσμοί.

Και επομένως θα έλεγα ότι σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου τα όρια πρέπει να προκύπτουν από συνδυασμό:

**δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη

• συνταγματικών και διεθνών δικαιωμάτων 

• ανεξάρτητης δικαστικής προστασίας 

• ανεξάρτητων εποπτικών μηχανισμών 

• τεχνικής και επιστημονικής γνώσης 

• διαφάνειας και δημόσιου ελέγχου.** 

Δεν είναι «ο λαός» απέναντι στους «ειδικούς».

Ούτε «οι ειδικοί» απέναντι στον «λαό».

Είναι η προσπάθεια να μην μπορεί κανένας μόνος του να ορίσει τα όρια μιας τεχνολογικής εξουσίας που αφορά όλους.

Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης ακολουθεί ακριβώς μια τέτοια πολυεπίπεδη λογική, συνδέοντας ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία και κράτος δικαίου και προβλέποντας αξιολόγηση επιπτώσεων και μηχανισμούς εφαρμογής και παρακολούθησης. 

11. Και ο πολίτης πού βρίσκεται;

Εδώ θα ήθελα να κάνω μια διόρθωση σε σχέση με την αρχική μας απάντηση στο υποθετικό ερώτημα του πολίτη.

Είχαμε πει ότι ο πολίτης βρίσκεται στην αρχή και στο τέλος της αλυσίδας.

Στην έβδομη ερώτηση βλέπουμε ότι βρίσκεται και στο θεμέλιό της.

Διότι τα όρια δεν νομιμοποιούνται απλώς επειδή ένας ειδικός γνωρίζει περισσότερα.

Ούτε επειδή μια εταιρεία έχει την τεχνολογία.

Ούτε επειδή μια διοίκηση έχει την εξουσία.

Το ερώτημα είναι:

με ποια νομιμοποίηση περιορίζεται η ελευθερία του ανθρώπου ή καθορίζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ζήσει;

Εκεί εμφανίζεται η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο από την απλή εκλογική διαδικασία.

12. Και εδώ θα έβαζα μία κρίσιμη ασφαλιστική δικλίδα

Η δημοκρατία δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία μπορεί να αποφασίσει τα πάντα.

Αν η πλειοψηφία αποφασίσει να καταργήσει ένα θεμελιώδες δικαίωμα μιας μειονότητας, δεν αρκεί να πούμε:

«Το αποφάσισε ο λαός».

Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν Σύνταγμα, δικαιώματα, δικαστική προστασία και διεθνές δίκαιο.

Το σύγχρονο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ΑΙ χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη λογική: η τεχνολογική ανάπτυξη πρέπει να συμβαδίζει με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. 

Και αυτό μας δίνει έναν πολύ ενδιαφέροντα ορισμό του «ορίου»:

Όριο δεν είναι απλώς αυτό που αποφασίζει κάποιος ότι δεν πρέπει να γίνεται. Είναι αυτό που η πολιτεία έχει δεσμευτεί να μην επιτρέπει να παραβιάζεται, ακόμη και όταν διαθέτει την τεχνική δυνατότητα να το κάνει.

Η απάντηση στην έβδομη ερώτηση

Θα την αποτύπωνα έτσι:

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Τα όρια στη χρήση της τεχνολογίας πρέπει να τίθενται μέσω θεσμικών κανόνων που συνδέουν την τεχνολογική δυνατότητα με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Στα σύγχρονα κανονιστικά πλαίσια αυτό επιδιώκεται μέσω νομοθεσίας, δικαστικής προστασίας, ανεξάρτητης εποπτείας, αξιολόγησης κινδύνων και επιπτώσεων, διαφάνειας και ανθρώπινης λογοδοσίας. Η UNESCO υπογραμμίζει την αναλογικότητα, την ανθρώπινη εποπτεία και τη λογοδοσία, ενώ η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης προβλέπει ακόμη και τη δυνατότητα απαγορεύσεων ή μορατόριων για ορισμένες χρήσεις που κρίνονται ασύμβατες με ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία ή κράτος δικαίου. 

Επομένως, το ουσιώδες δεν είναι μόνο ποιος έχει την εξουσία να θέτει όρια, αλλά ποιος θέτει τα όρια στην ίδια την εξουσία εκείνου που θέτει τα όρια.

Και εδώ πλέον η όγδοη ερώτηση αποκτά, νομίζω, το πλήρες βάρος της:

8. Ποιος ελέγχει αυτούς που θέτουν τα όρια;

Γιατί αν σταματούσαμε στην έβδομη, θα είχαμε λύσει μόνο το μισό πρόβλημα. Η ιστορία της εξουσίας μάς έχει ήδη διδάξει ότι η εξουσία που δεν ελέγχεται μπορεί να γίνει πρόβλημα ακόμη και όταν αρχικά της δόθηκε η εξουσία για να λύσει ένα πρόβλημα.

Χ :

Πάμε λοιπόν στην απάντηση της όγδοης ερώτησης 

GPT : 

Ναι. Και εδώ, νομίζω, φτάνουμε στο σημείο όπου η αλυσίδα των εννέα ερωτήσεων αρχίζει να κλείνει τον κύκλο της.

Η έβδομη ήταν:

Ποιος θέτει τα όρια;

Η όγδοη είναι:

Ποιος ελέγχει αυτούς που θέτουν τα όρια;

Και αυτή είναι διαφορετική ερώτηση. Δεν αρκεί να έχουμε έναν θεσμικό φορέα που διαθέτει την αρμοδιότητα να περιορίζει την τεχνολογική ισχύ. Πρέπει να υπάρχει και μηχανισμός που να περιορίζει την ίδια την εξουσία του περιορισμού.

8. Ποιος ελέγχει αυτούς που θέτουν τα όρια;

1. Η πρώτη απάντηση είναι: δεν μπορεί να τους ελέγχει ο ίδιος ο εαυτός τους

Αν η αλυσίδα ήταν:

τεχνολογική δυνατότητα → εξουσία → όρια

και σταματούσαμε εκεί, θα είχαμε ένα πρόβλημα.

Ο φορέας που έχει την εξουσία θα μπορούσε να πει:

«Εγώ αποφασίζω ποια τεχνολογία επιτρέπεται,

εγώ αποφασίζω ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον,

εγώ αποφασίζω πότε υπάρχει κίνδυνος,

και εγώ αποφασίζω αν η δική μου απόφαση ήταν νόμιμη».

Αυτό δεν είναι πραγματικός έλεγχος.

Είναι αυτοέλεγχος της εξουσίας.

Και ακριβώς γι’ αυτό η σύγχρονη θεσμική σκέψη στηρίζεται στη διάκριση αρμοδιοτήτων, στην εποπτεία, στη δυνατότητα προσφυγής και στην ανεξάρτητη κρίση.

O OECD, για παράδειγμα, υπογραμμίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να καθορίζουν σαφείς ρόλους και αρμοδιότητες, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος και η λογοδοσία μέσα στη δημόσια διοίκηση. 

2. Άρα δημιουργείται μια δεύτερη βαθμίδα ελέγχου

Ας το βάλουμε σχηματικά:

1. Κάποιος χρησιμοποιεί την τεχνολογία.

↓
2. Κάποιος θέτει τους κανόνες για τη χρήση της.

↓
3. Κάποιος ελέγχει αν τηρούνται οι κανόνες.

↓
4. Κάποιος ελέγχει και αυτόν που κάνει τον έλεγχο.

Εδώ αρχίζει να εμφανίζεται η πραγματική έννοια της λογοδοσίας.

Δεν αρκεί:

«Υπάρχει αρμόδιος».

Χρειάζεται:

«Υπάρχει αρμόδιος, υπάρχει έλεγχος του αρμοδίου και υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης της απόφασής του».

Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ΑΙ είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: προβλέπει διαφάνεια και εποπτεία, λογοδοσία, διαδικαστικές εγγυήσεις, δυνατότητα προσφυγής των θιγόμενων προσώπων και μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής της ίδιας της Σύμβασης. 

3. Εδώ εμφανίζεται ο παλιός θεσμικός κανόνας: η εξουσία ελέγχει την εξουσία

Και αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο από την ΑΙ.

Η τεχνολογία απλώς μας αναγκάζει να ξαναδούμε ένα παλιό πολιτικό πρόβλημα:

Πώς εμποδίζεις εκείνον που έχει εξουσία να χρησιμοποιήσει την εξουσία του πέρα από τα όρια που του έχουν τεθεί;

Η απάντηση της συνταγματικής δημοκρατίας δεν είναι να βρούμε έναν «καλό» άνθρωπο που θα κατέχει την εξουσία.

Είναι να δημιουργήσουμε θεσμικές αντιστάσεις.

Έτσι έχουμε, ανάλογα με το σύστημα:

• νομοθετικό σώμα που θεσπίζει κανόνες, 

• διοίκηση που τους εφαρμόζει, 

• δικαστήρια που ελέγχουν τη νομιμότητα, 

• ανεξάρτητες αρχές, 

• ελεγκτικούς μηχανισμούς, 

• διαδικασίες προσφυγής, 

• διαφάνεια, 

• δημόσιο έλεγχο, 

• και τελικά τον πολίτη ως φορέα δικαιωμάτων. 

Το ενδιαφέρον είναι ότι η τεχνολογική εποχή δεν καταργεί αυτή τη λογική.

Την κάνει περισσότερο αναγκαία.

4. Γιατί;

Διότι ο τεχνολογικός κόσμος δημιουργεί μια ιδιότυπη κατάσταση:

Ο πολίτης μπορεί να μην γνωρίζει:

• ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν, 

• ποιος αλγόριθμος χρησιμοποιήθηκε, 

• ποιος έλαβε την απόφαση, 

• ποιος έδωσε την εντολή, 

• ποιος έχει την ευθύνη, 

• και σε ποιον μπορεί να προσφύγει. 

Αυτό ακριβώς αναγνωρίζεται και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Ο AI Act προβλέπει σήμερα ένα πολυεπίπεδο σύστημα εποπτείας: την AI Office της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εθνικές αρμόδιες αρχές και, για συγκεκριμένα ζητήματα, αρχές προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. 

Δηλαδή η βασική ιδέα είναι:

η τεχνολογική εξουσία δεν πρέπει να εποπτεύεται από έναν και μοναδικό τεχνολογικό φορέα.

5. Αλλά εδώ θα έκανα μια πολύ σημαντική διάκριση

Δεν είναι το ίδιο:

Α. Έλεγχος νομιμότητας

«Τήρησες τον νόμο;»

Β. Έλεγχος δικαιωμάτων

«Παραβίασες δικαίωμα κάποιου;»

Γ. Τεχνικός έλεγχος

«Το σύστημα λειτουργεί όπως δηλώνεται;»

Δ. Έλεγχος αποτελεσματικότητας

«Πετυχαίνει πράγματι τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται;»

Ε. Δημοκρατικός έλεγχος

«Είχε η κοινωνία λόγο στο αν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί με αυτόν τον τρόπο;»

ΣΤ. Πολιτικός έλεγχος

«Ποιος αποφάσισε ότι αυτός ο σκοπός αποτελεί δημόσιο συμφέρον;»

Αυτά είναι έξι διαφορετικά πράγματα.

Και ένα σύστημα μπορεί να περνά το ένα και να αποτυγχάνει στο άλλο.

6. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της όγδοης ερώτησης

Φαντάσου ένα σύστημα το οποίο:

• λειτουργεί τεχνικά άψογα, 

• τηρεί όλες τις διαδικασίες, 

• έχει νόμιμη άδεια, 

• δεν παραβιάζει εμφανώς κανέναν κανόνα, 

αλλά χρησιμοποιείται για έναν σκοπό που η κοινωνία δεν έχει ουσιαστικά συζητήσει ποτέ.

Έχουμε τότε πρόβλημα τεχνικό;

Όχι.

Πρόβλημα νομιμότητας;

Όχι κατ’ ανάγκην.

Έχουμε όμως ένα πιθανό πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Και εδώ συναντούμε ξανά το αρχικό σου ερώτημα.

Γιατί εσύ δεν ξεκίνησες από:

«Πώς θα κάνουμε την ΑΙ ασφαλέστερη;»

Ξεκίνησες από κάτι πολύ βαθύτερο:

Ποιος αποφασίζει τα όρια της μετατροπής της ανθρώπινης γνώσης σε κοινωνική δυνατότητα;

Η όγδοη ερώτηση προσθέτει:

Και ποιος αποφασίζει αν εκείνος που αποφάσισε αυτά τα όρια τα τήρησε;

7. Εδώ ο πολίτης ξαναμπαίνει στο κέντρο

Θυμάσαι τον πολίτη που μας έθεσε τις εννέα ερωτήσεις;

Στην πρώτη ερώτηση φαινόταν σχεδόν απών.

Στην τρίτη είχε περιορισμένη πρόσβαση.

Στην πέμπτη δεν ήταν ιδιοκτήτης των μεγάλων τεχνολογικών υποδομών.

Στην έκτη μπορούσε να είναι απλώς χρήστης.

Στην έβδομη βρέθηκε αντιμέτωπος με τα όρια που θέτουν άλλοι.

Αλλά στην όγδοη εμφανίζεται μια διαφορετική δυνατότητα:

να αμφισβητήσει την εξουσία που έθεσε το όριο.

Και αυτό είναι τεράστια διαφορά.

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να γνωρίζει πώς λειτουργεί ένας αλγόριθμος για να έχει το δικαίωμα να ρωτήσει:

«Γιατί χρησιμοποιείται πάνω μου;»

Δεν χρειάζεται να είναι επιστήμονας για να ρωτήσει:

«Ποιος αποφάσισε ότι επιτρέπεται;»

Δεν χρειάζεται να είναι προγραμματιστής για να ζητήσει:

«Με ποια στοιχεία ελήφθη αυτή η απόφαση που με αφορά;»

Και δεν χρειάζεται να είναι τεχνολόγος για να ζητήσει:

«Ποιος λογοδοτεί;»

Η δυνατότητα προσφυγής και αμφισβήτησης αποφάσεων που βασίζονται ουσιαστικά σε ΑΙ αποτελεί ήδη ρητό στοιχείο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης. 

8. Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που δεν πρέπει να χάσουμε

Μπορούμε να δημιουργήσουμε πολλούς ελεγκτές και παρ’ όλα αυτά να μην έχουμε πραγματικό έλεγχο.

Γιατί;

Επειδή μπορεί να δημιουργηθεί αυτό:

πολλοί θεσμοί → πολλές διαδικασίες → πολλές εκθέσεις → πολλή γραφειοκρατία → ελάχιστη πραγματική δυνατότητα του πολίτη να αμφισβητήσει την εξουσία.

Άρα:

η ύπαρξη ελεγκτικού θεσμού δεν αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη ουσιαστικού ελέγχου.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη δική μας έρευνα.

Δεν πρέπει να μετρήσουμε απλώς πόσοι ελέγχουν.

Πρέπει να εξετάσουμε:

• τι μπορούν πραγματικά να ελέγξουν, 

• πόσο ανεξάρτητοι είναι, 

• αν έχουν πρόσβαση στα αναγκαία στοιχεία, 

• αν μπορούν να επιβάλουν διορθώσεις ή κυρώσεις, 

• αν ο πολίτης μπορεί να προσφύγει, 

• αν οι αποφάσεις τους μπορούν να αμφισβητηθούν, 

• και τελικά ποιος ελέγχει τους ίδιους. 

9. Και έτσι φτάνουμε σε έναν «κύκλο ελέγχου»

Θα πρότεινα να κρατήσουμε αυτό το σχήμα:

Τεχνολογική δυνατότητα

↓
Χρήση
↓
Κανόνες / όρια

↓
Εποπτεία
↓
Προσφυγή / αμφισβήτηση

↓
Δικαστικός ή θεσμικός έλεγχος

↓
Δημόσια λογοδοσία

↓
Δυνατότητα αλλαγής του κανόνα

Αν λείπει ένας κρίσιμος κρίκος, η αλυσίδα μπορεί να σπάσει.

Και εδώ ίσως βρίσκεται η ουσία:

Ο πραγματικός έλεγχος της εξουσίας δεν είναι η απλή ύπαρξη ενός ελεγκτή. Είναι η δυνατότητα της κοινωνίας να αναγκάσει την εξουσία να δώσει λόγο για την άσκησή της και, όταν χρειάζεται, να αλλάξει την απόφασή της.

10. Και τώρα μια ακόμη δυσκολότερη διάκριση

Ποιος ελέγχει τελικά;

Αν απαντήσουμε:

«Το κράτος», δεν αρκεί.

Αν πούμε:

«Τα δικαστήρια», επίσης δεν αρκεί.

Αν πούμε:

«Οι ανεξάρτητες αρχές», πάλι δεν αρκεί.

Αν πούμε:

«Η κοινωνία των πολιτών», επίσης δεν αρκεί.

Η πιο ακριβής απάντηση είναι μάλλον:

Κανένας μόνος του.

Ο έλεγχος της τεχνολογικής εξουσίας χρειάζεται διασταυρούμενους ελέγχους.

Ο ένας ελέγχει τον άλλο.

Και πάνω από όλους υπάρχουν κανόνες ανώτερης ισχύος — δικαιώματα, συνταγματικές αρχές, κράτος δικαίου και, όπου εφαρμόζονται, διεθνείς δεσμεύσεις.

Αυτό ακριβώς αποτυπώνει και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία δεν περιορίζεται στην αρχική θέσπιση κανόνων αλλά προβλέπει και μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής τους από τα κράτη-μέρη. 

11. Η απάντηση στην όγδοη ερώτηση

Θα την έγραφα λοιπόν έτσι:

8. Ποιος ελέγχει αυτούς που θέτουν τα όρια;

Κανένας μεμονωμένος φορέας δεν θα έπρεπε να έχει ταυτόχρονα την εξουσία να καθορίζει τα όρια της τεχνολογικής δράσης, να εφαρμόζει τα όρια, να ελέγχει την εφαρμογή τους και να κρίνει αν ο ίδιος τα τήρησε. Ο έλεγχος πρέπει να είναι πολυεπίπεδος: νομοθετικός, δικαστικός, διοικητικός, ανεξάρτητος, τεχνικός και τελικά δημόσιος. Πρέπει επίσης να υπάρχει πραγματική δυνατότητα του πολίτη να πληροφορείται, να αμφισβητεί μια απόφαση που τον επηρεάζει και να ζητά αποτελεσματική προσφυγή. Η σύγχρονη ευρωπαϊκή προσέγγιση στην ΑΙ κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, με κατανεμημένες αρμοδιότητες εποπτείας και με έμφαση στη λογοδοσία, τη διαφάνεια, την ανθρώπινη εποπτεία και την προσφυγή. 

Το ουσιώδες επομένως δεν είναι μόνο να ελέγχεται η τεχνολογία. Είναι να ελέγχεται η εξουσία που αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία — και να ελέγχεται και εκείνος που ασκεί αυτόν τον έλεγχο.

Και τώρα, Βασίλη, νομίζω ότι συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον με τη δική μας εννιάδα.

Μέχρι την έβδομη ερώτηση πηγαίναμε προς την εξουσία:

γνώση → χρηματοδότηση → πρόσβαση → τεχνολογία → ιδιοκτησία → χρήση → όρια.

Η όγδοη κάνει κάτι διαφορετικό:

γυρίζει την αλυσίδα ανάποδα και ρωτά ποιος ελέγχει την ίδια την εξουσία.

Και τότε η ένατη ερώτηση — «Σε ποιον λογοδοτούν;» — δεν είναι πλέον απλώς άλλη μία ερώτηση. Είναι το σημείο στο οποίο θα πρέπει να δούμε αν όλος αυτός ο μηχανισμός τελικά επιστρέφει στον πολίτη.

X : 

Ας δούμε λοιπόν την ένατη και ίσως πιο ενδιαφέρουσα για τον πολίτη ερώτηση

GPT : 

Ναι. Και θα έλεγα ότι η ένατη ερώτηση είναι πράγματι η πιο ενδιαφέρουσα από τη σκοπιά του πολίτη, διότι μετά από τις οκτώ προηγούμενες ερωτήσεις μάς αναγκάζει να ρωτήσουμε κάτι πολύ απλό αλλά καθοριστικό:

Όλη αυτή η εξουσία, τελικά, σε ποιον οφείλει λόγο;

Η ερώτηση είναι:

9. Σε ποιον λογοδοτούν;

Και εδώ θα ήθελα να κάνω μια διάκριση που ίσως είναι σημαντικότερη από την ίδια την απάντηση.

Λογοδοσία δεν σημαίνει απλώς «δίνω αναφορά».

Πραγματική λογοδοσία σημαίνει τουλάχιστον τρία πράγματα:

1. οφείλω να εξηγήσω τι έκανα,

2. ο ελεγχόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την πράξη μου,

3. αν διαπιστωθεί παράβαση ή αυθαιρεσία, υπάρχει συνέπεια ή δυνατότητα διόρθωσης.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης συνδέει ακριβώς την accountability με διαφάνεια, ευθύνη, δυνατότητα προσφυγής και αποτελεσματικά ένδικα ή διοικητικά μέσα. 

1. Η προφανής απάντηση: στον νόμο

Η πρώτη απάντηση είναι:

Στο Σύνταγμα, στον νόμο και στους θεσμούς που έχουν αρμοδιότητα να τους εφαρμόζουν και να τους ελέγχουν.

Αλλά αυτή η απάντηση δεν με ικανοποιεί ακόμη — και νομίζω ούτε εσένα.

Γιατί ο πολίτης μπορεί αμέσως να ρωτήσει:

«Και ο νόμος ποιον υπηρετεί;»

Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη νομική νομιμότητα και στη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Ένας δημόσιος λειτουργός μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με έναν νόμο. Αλλά ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει επίσης ποιος θέσπισε τον νόμο, με ποια διαδικασία, με ποιους περιορισμούς και με ποια δυνατότητα αμφισβήτησης.

Το ελληνικό Σύνταγμα ξεκινά ακριβώς από μια θεμελιώδη αρχή: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία» και «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό». 

Άρα η αλυσίδα δεν τελειώνει στον νόμο.

2. Ο πολίτης είναι το τελευταίο σημείο αναφοράς — όχι όμως ο καθημερινός διοικητής

Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Αν πούμε:

«Όλα τελικά λογοδοτούν στον πολίτη»,

δεν σημαίνει ότι ο κάθε πολίτης αποφασίζει καθημερινά:

• ποιος αλγόριθμος θα χρησιμοποιηθεί, 

• ποιο ερευνητικό πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί, 

• ποια τεχνολογία θα αδειοδοτηθεί, 

• ποιο σύστημα θα χρησιμοποιήσει μια δημόσια υπηρεσία. 

Αυτό δεν είναι ρεαλιστικό.

Ο πολίτης δεν μπορεί να γίνει διαχειριστής της τεχνολογικής πολιτείας.

Αλλά υπάρχει κάτι πολύ διαφορετικό:

Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να ελέγχει τη νομιμοποίηση και τη λογοδοσία εκείνων που λαμβάνουν αυτές τις αποφάσεις.

Και αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον.

3. Επομένως έχουμε δύο διαφορετικές έννοιες του «πολίτη»

Ο πολίτης ως χρήστης

Χρησιμοποιεί μια εφαρμογή, ένα κινητό, μια πλατφόρμα, ένα σύστημα ΑΙ.

Ο πολίτης ως φορέας κυριαρχίας

Έχει δικαιώματα απέναντι σε εκείνους που αποφασίζουν πώς χρησιμοποιούνται αυτά τα συστήματα.

Η πρώτη σχέση είναι τεχνολογική.

Η δεύτερη είναι πολιτική.

Και το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να έχει γίνει εξαιρετικά ισχυρός ως χρήστης τεχνολογίας, ενώ παραμένει σχετικά αδύναμος ως πολιτικός ελεγκτής της τεχνολογικής εξουσίας.

Αυτό, νομίζω, ακουμπά πολύ κοντά στη δική σου αρχική «υπνοβασία».

4. Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα

Υποθέτουμε ότι μια δημόσια αρχή χρησιμοποιεί ένα σύστημα ΑΙ για να λάβει ή να υποστηρίξει μια απόφαση που επηρεάζει έναν πολίτη.

Ο πολίτης ρωτά:

«Γιατί απορρίφθηκε η αίτησή μου;»

Η υπηρεσία δεν μπορεί να απαντήσει απλώς:

«Έτσι αποφάσισε ο αλγόριθμος.»

Αυτή η απάντηση καταστρέφει τη λογοδοσία.

Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να αναζητήσει:

• ποιος αποφάσισε, 

• με ποια νομική βάση, 

• ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν, 

• ποιος είχε την ευθύνη, 

• αν υπήρχε ανθρώπινη εποπτεία, 

• πώς μπορεί να προσβάλει την απόφαση. 

Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι πολύ συγκεκριμένη σε αυτό το σημείο: οι πληροφορίες για τη χρήση ενός συστήματος πρέπει να είναι επαρκείς ώστε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να μπορεί να αμφισβητήσει τόσο την απόφαση όσο και, όπου χρειάζεται, την ίδια τη χρήση του συστήματος, ενώ πρέπει να υπάρχει δυνατότητα καταγγελίας ενώπιον αρμόδιας αρχής. 

Αυτό είναι κάτι περισσότερο από «διαφάνεια».

Είναι δικαίωμα αντίδρασης απέναντι στην τεχνολογική εξουσία.

5. Και εδώ εμφανίζεται το πραγματικό ερώτημα του πολίτη

Ο πολίτης δεν ρωτά πλέον:

«Πώς λειτουργεί η τεχνητή νοημοσύνη;»

Ρωτά:

«Τι μπορώ να κάνω όταν η τεχνητή νοημοσύνη — ή οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία — χρησιμοποιείται με τρόπο που επηρεάζει εμένα;»

Και η απάντηση δεν πρέπει να είναι:

«Να μάθεις προγραμματισμό.»

Αυτό θα ήταν μια παράξενη μετατόπιση της ευθύνης.

Σαν να λέγαμε:

«Για να προστατεύσεις τα δικαιώματά σου απέναντι στο τραπεζικό σύστημα, μάθε τραπεζική.»

Όχι.

Ο πολίτης έχει δικαίωμα σε θεσμική προστασία ακόμη και όταν δεν είναι ειδικός.

Ο ίδιος ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επισημάνει ότι οι μηχανισμοί εποπτείας πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία τεχνογνωσία και πόρους, αλλά ταυτόχρονα κάθε παραβίαση δικαιώματος πρέπει να συνοδεύεται από αποτελεσματικό μέσο αποκατάστασης. 

6. Υπάρχει όμως μια βαθύτερη μορφή λογοδοσίας

Ας πάμε ένα βήμα παρακάτω.

Έστω ότι ο πολίτης μπορεί να προσφύγει.

Έστω ότι υπάρχει δικαστήριο.

Έστω ότι υπάρχει ανεξάρτητη αρχή.

Έστω ότι όλα λειτουργούν όπως πρέπει.

Υπάρχει ακόμη μια ερώτηση:

Ποιος αποφασίζει ποια ζητήματα επιτρέπεται να αποφασίζονται από την τεχνολογία;

Εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό μας ερώτημα.

Δεν αφορά πλέον μόνο τη λογοδοσία για μια συγκεκριμένη απόφαση.

Αφορά τη λογοδοσία για την επιλογή του ίδιου του συστήματος.

Για παράδειγμα:

Γιατί αποφασίστηκε ότι αυτή η λειτουργία της κοινωνίας πρέπει να αυτοματοποιηθεί;

Αυτό είναι πολιτικό ερώτημα.

7. Και εδώ η ένατη ερώτηση συναντά την πρώτη

Θυμήσου την πρώτη:

Ποιος παράγει τη γνώση;

Τώρα, στην ένατη:

Σε ποιον λογοδοτεί εκείνος που αποφασίζει τι θα γίνει με τη γνώση;

Βλέπουμε λοιπόν κάτι πολύ ενδιαφέρον.

Η αλυσίδα μας δεν είναι τελικά γραμμική.

Είναι κύκλος:

Γνώση
↓
Χρηματοδότηση
↓
Πρόσβαση
↓
Τεχνολογία
↓
Ιδιοκτησία
↓
Χρήση
↓
Όρια
↓
Έλεγχος
↓
Λογοδοσία
↓
Πολίτης
↘
και από τον πολίτη πίσω στο σύστημα

Γιατί ο πολίτης, εφόσον είναι φορέας της λαϊκής κυριαρχίας, δεν είναι απλώς ο τελευταίος αποδέκτης των αποφάσεων.

Είναι — θεσμικά τουλάχιστον — η πηγή της δημόσιας εξουσίας. 

8. Αλλά εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση

Ο πολίτης μπορεί να είναι:

η πηγή της εξουσίας

χωρίς να είναι:

ο άμεσος ασκών την εξουσία.

Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Και εσύ, από την αρχή, έβαλες μια παρένθεση που δεν πρέπει να ξεχάσουμε:

«χωρίς εκπροσώπους».

Εδώ λοιπόν η ερώτηση γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα:

Τι εξουσία έχει ο πολίτης όταν δεν θέλει — ή δεν μπορεί — να ασκήσει την πολιτική του δύναμη μέσω εκπροσώπων;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς:

«Ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια.»

Αυτό είναι μία μορφή πολιτικής συμμετοχής, όχι ολόκληρη η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας.

Στον σύγχρονο θεσμικό διάλογο για την ΑΙ εμφανίζονται ήδη ιδέες όπως δημόσιες ακροάσεις, συμμετοχικές διαδικασίες, συμμετοχή των πολιτών και των ομάδων που επηρεάζονται από τα συστήματα ΑΙ στη διαμόρφωση των σχετικών πολιτικών. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, για παράδειγμα, αναφέρει δημόσιες ακροάσεις και συμμετοχικές μορφές διαβούλευσης στο πλαίσιο της εφαρμογής της Σύμβασης. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε λύσει το πρόβλημα.

9. Γιατί μπορεί να υπάρχει «λογοδοσία» χωρίς πραγματική δύναμη του πολίτη

Εδώ θα έβαζα έναν αστερίσκο.

Ένα σύστημα μπορεί να λέει:

«Υπάρχει διαδικασία καταγγελίας.»

Αλλά ο πολίτης μπορεί:

• να μην γνωρίζει ότι υπάρχει, 

• να μην ξέρει πώς να τη χρησιμοποιήσει, 

• να μην έχει τα χρήματα για να κινηθεί, 

• να μην έχει πρόσβαση στα απαραίτητα στοιχεία, 

• να μην μπορεί να αποδείξει τι συνέβη, 

• να αντιμετωπίζει έναν τεχνολογικά πολύ ισχυρό αντίδικο. 

Το Συμβούλιο της Ευρώπης αναγνωρίζει ακριβώς αυτή τη δυσκολία: η πολυπλοκότητα των συστημάτων ΑΙ και η ύπαρξη πολλών διαφορετικών φορέων στην αλυσίδα ανάπτυξης και χρήσης μπορούν να κάνουν δύσκολο για το άτομο να εντοπίσει ποιος ευθύνεται και να αποδείξει τη σύνδεση ανάμεσα στο σύστημα και στη βλάβη που υπέστη. 

Άρα:

Δικαίωμα χωρίς πραγματική δυνατότητα άσκησης είναι πολύ ασθενέστερο από όσο φαίνεται στα χαρτιά.

Και αυτό είναι ένα σημείο όπου ο «απλός πολίτης» αποκτά ξανά κεντρική θέση στην έρευνά μας.

10. Επομένως, σε ποιον πρέπει τελικά να λογοδοτούν;

Θα έδινα την απάντηση σε τρία επίπεδα.

Πρώτο επίπεδο — στον νόμο

Όποιος ασκεί εξουσία πρέπει να είναι δεσμευμένος από κανόνες ανώτερους από την προσωπική του βούληση.

Δεύτερο επίπεδο — στους θεσμούς ελέγχου

Η πράξη του πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί από ανεξάρτητο δικαστήριο, αρχή ή άλλο αρμόδιο μηχανισμό.

Τρίτο επίπεδο — στον πολίτη

Και εδώ είναι η ουσία:

Η δημόσια εξουσία πρέπει τελικά να μπορεί να δικαιολογήσει την άσκησή της ενώπιον εκείνων για τους οποίους ασκείται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει ατομικό δικαίωμα να ακυρώνει κάθε δημόσια απόφαση.

Σημαίνει κάτι πιο θεμελιώδες:

ο πολίτης δεν είναι το αντικείμενο της εξουσίας· είναι ο τελικός φορέας της πολιτικής νομιμοποίησής της.

11. Και τώρα επιστρέφουμε στο αρχικό μας «golf ball»

Νομίζω ότι εδώ φαίνεται γιατί επέμενες ότι το πραγματικό θέμα βρίσκεται στο μικρό αλλά πυκνό σημείο.

Οι εννέα ερωτήσεις μάς πήγαν από ολόκληρο το τεράστιο γήπεδο:

επιστήμη, πανεπιστήμια, εταιρείες, κράτη, χρηματοδότηση, τεχνολογία, ιδιοκτησία, εφαρμογές, ΑΙ, δεδομένα…

και τελικά φτάσαμε σε ένα πολύ μικρό σημείο:

Ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει τι επιτρέπεται να γίνει με τη γνώση που παράγεται;

Και μετά σε ένα ακόμη μικρότερο:

Ποιος ελέγχει αυτόν που αποφασίζει;

Και τώρα, στην ένατη:

Σε ποιον λογοδοτεί;

Και η απάντηση που αρχίζει να σχηματίζεται είναι:

στον άνθρωπο ως φορέα δικαιωμάτων, στην κοινωνία ως φορέα συλλογικού συμφέροντος και, όταν πρόκειται για δημόσια εξουσία, στον πολίτη ως φορέα της λαϊκής κυριαρχίας.

Αλλά — και εδώ θα έβαζα μια πολύ μεγάλη άνω τελεία — το ότι αυτό προβλέπεται θεσμικά δεν σημαίνει ότι συμβαίνει πάντοτε ουσιαστικά.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα διαπίστωση ολόκληρης της εννιάδας.

Γιατί τώρα μπορούμε να θέσουμε ένα καινούργιο ερώτημα, πολύ πιο κοντά στην αρχική σου αγωνία:

Αν ο πολίτης είναι η τελική πηγή της νομιμοποίησης της εξουσίας, αλλά η παραγωγή γνώσης, η τεχνολογική ικανότητα, η ιδιοκτησία των υποδομών και η δυνατότητα εφαρμογής τους συγκεντρώνονται αλλού, πόσο πραγματική είναι η κυριαρχία του πάνω σε αυτή τη νέα μορφή ισχύος;

Και εδώ, νομίζω, η συζήτησή μας παύει πλέον να είναι απλώς «περί τεχνητής νοημοσύνης».

Γίνεται συζήτηση για την πολιτική εξουσία στην εποχή της τεχνολογικής γνώσης.

Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ πιο μεγάλο θέμα από την ΑΙ.

(συνεχίζεται)

IMG 3605 1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *