Η άνοδος του Αλί Ουγκούρ Ουζούν και οι αποδείξεις για το δίκτυο κράτους-μαφίας στην Τουρκία

Αυτός είναι ο αρχιμαφιόζος του Ερντογάν
Η άνοδος του Αλί Ουγκούρ Ουζούν και οι αποδείξεις για το δίκτυο κράτους-μαφίας στην Τουρκία
Σύμφωνα με έρευνα του Nordic Monitor που δημοσιεύθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026
και υπογράφεται από τον Αμπντουλάχ Μποζκούρτ, η τουρκική κυβέρνηση υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει διευκολύνει την άνοδο ενός νέου ισχυρού παράγοντα του οργανωμένου εγκλήματος, του Αλί Ουγκούρ Ουζούν.
Το όνομά του εμφανίζεται σε υποθέσεις που αφορούν ξέπλυμα χρήματος, εκβιασμούς, απαγωγές, επιθέσεις, ναρκωτικά.
Ο Ουζούν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, διατηρούσε στενές επαφές με τον Νετσμετίν Μπιλάλ Ερντογάν, γιο του προέδρου, και συνεργαζόταν με τον Ακίν Γκιουρλέκ, πρώην εισαγγελέα της Κωνσταντινούπολης που προήχθη σε υπουργό Δικαιοσύνης τον Φεβρουάριο του 2026.
Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την εξαιρετικά σύντομη κράτησή του, τις καταγγελίες ότι η αστυνομία αρνήθηκε να καταγράψει μηνύσεις εναντίον του και την εμφάνισή του δίπλα σε πρόσωπα του υποκόσμου, ενισχύουν, κατά το Nordic Monitor, τις ενδείξεις κρατικής προστασίας.
Ο Ουζούν έχει καταγραφεί σε αστυνομικά αρχεία ως «εγκέφαλος της οργάνωσης» στο δίκτυο των Σαραλάρ.
Μέλος της ευρύτερης οικογένειας Σαράλ, ο Οκτάι Σαράλ, είναι επικεφαλής σύμβουλος του προέδρου Ερντογάν. Ο μαφιόζος κινείται με θωρακισμένα οχήματα που φέρουν φάρους (!) με άδεια που απαιτεί έγκριση του υπουργείου Εσωτερικών, ενώ διαθέτει ομάδα ασφαλείας έως 40 συνταξιούχων αστυνομικών.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2026 βρέθηκε στα κεντρικά γραφεία του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (MHP) στην Άγκυρα, κατά τη διάρκεια συνάντησης που φιλοξένησε ο αρχηγός του κόμματος Ντεβλέτ Μπαχτσελί με εκπροσώπους των αντίπαλων οικογενειών του υποκόσμου Σαράλ και Σαχίν. Η παρουσία του εκεί ερμηνεύεται ως ένδειξη πολιτικής κάλυψης.
Σε επίπεδο δικαστικών υποθέσεων, ο Ουζούν είχε κατηγορηθεί σε υπόθεση των Σαραλάρ το 2020 και εμφανίζεται σε κατηγορητήριο 248 σελίδων του 2025 που αφορά 62 κατηγορουμένους για βία, απειλές, απαγωγές και εξαναγκασμό με στόχο την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων αξίας περίπου 500 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών.
Σε έρευνα ξεπλύματος χρήματος του Ιουλίου 2025 κατηγορήθηκε μαζί με άλλους 52 υπόπτους οικονομικά στοιχεία έδειξαν 73 συναλλαγές ακινήτων μεταξύ 2009 και 2016, εκ των οποίων 23 διαμερίσματα μεταβιβάστηκαν σε τρίτο πρόσωπο.
Συνδέεται επίσης με απόπειρα δολοφονίας του Ιμπραχίμ Γκιουμουστεκίν στα τέλη του 2025 και με πυροβολισμό του Σεϊχμούζ Μουχιττίνογλου στο Ντουμπάι στις 23 Δεκεμβρίου 2025.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του επιχειρηματία Οντζού Σονμέζ, ο οποίος κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με την κατάθεσή του που παραθέτει το Nordic Monitor, ο Ουζούν ζήτησε αρχικά 10 εκατομμύρια τουρκικές λίρες (παρουσιαζόμενες ως δάνειο) και στη συνέχεια 5 εκατομμύρια δολάρια.
Ακολούθησε επίθεση που προκάλεσε κατάγματα. Ο Σονμέζ ισχυρίζεται ότι η αστυνομία αρνήθηκε ακόμη και να καταγράψει τη μήνυση.
Σε συνάντηση στις 20 Ιουνίου 2025 σε αθλητικές εγκαταστάσεις στην περιοχή Ετιλέρ της Κωνσταντινούπολης, κατά τους ισχυρισμούς του, συμμετείχαν πρόσωπα συνδεόμενα με τις μυστικές υπηρεσίες και συγγενής του Γκιουρλέκ, οι απαιτήσεις μειώθηκαν στα 2 εκατομμύρια δολάρια, συνοδευόμενες από απειλές ποινικών διώξεων και αρνητικής δημοσιότητας.
Μετά από αστυνομική επιχείρηση κατά του δικτύου Σαραλάρ τον Δεκέμβριο του 2024, ο Ουζούν φέρεται να είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων και να εγκατέλειψε τη χώρα.
Στις 9 Απριλίου 2025 επέστρεψε με ιδιωτικό αεροσκάφος από τη Σόφια. Βουλγαρικές αρχές διερεύνησαν την αναχώρησή του παρά τα εντάλματα της Ιντερπόλ. Συνελήφθη για πολλαπλές κατηγορίες —διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, αλλά αφέθηκε ελεύθερος μετά από περίπου μία ημέρα.
Ο Ουζούν αποδεικνύει τη σύνδεση οργανωμένου εγκλήματος, δικαστικής επιρροής και πολιτικής. Η άνοδός του παρουσιάζεται ως ακόμη μία ένδειξη της θολής γραμμής ανάμεσα στο τουρκικό κράτος και τον υπόκοσμο, με επιπτώσεις που επεκτείνονται και πέρα από τα τουρκικά σύνορα.