ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια Συζήτηση για τους Κινδύνους της ΤΝ, με την ίδια την ΤΝ, και Γενικότερα για την Γνώση ως Δύναμη και το Ζήτημα του Κοινωνικού και Δημοκρατικού Ελέγχου της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου – Μέρος 3ο (τελευταίο )

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Μια Συζήτηση για τους Κινδύνους της ΤΝ, με την ίδια την ΤΝ,

και Γενικότερα για την Γνώση ως Δύναμη και το Ζήτημα του Κοινωνικού και Δημοκρατικού Ελέγχου της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου – Μέρος 3ο (τελευταίο )

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 

(συνέχεια από Μέρος 2ο)

X : 

Ίσως θα έπρεπε εξ αρχής να σου κάνω γνωστό κάτι για τη σύνθεση του ακροατηρίου του forum αλλά και των εισηγητών που έχουν παρευρεθεί. Το ακροατήριο κατ’ αρχάς δεν παρευρίσκεται εκεί βάσει προσκλήσεων. Ανακοινώθηκε πότε θα γίνει και τι χωρητικότητας είναι ο χώρος και η είσοδος είναι ελεύθερη χωρίς προσκλήσεις. Επίσης οι εισηγητές επίσης δεν προσκλήθηκαν. Ανακοινώθηκαν τα θέματα και ορίστηκε ένας αριθμός εισηγητών ανά θέμα με προσδιορισμό των απαιτούμενων επιστημονικών προαπαιτούμενων η για ορισμένα θέματα και της εμπειρίας τους «επί του πεδίου». Επομένως αποκλείστηκε η επιλογή εισηγητών και ακροατών βάσει των πολιτικών και ιδεολογικών τους πεποιθήσεων ή, ακόμα χειρότερο, βάσει κανόνων μυστικών τους εντάξεων. Το ακροατήριο λοιπόν εκπροσωπεί όλο το ιδεολογικό και πολιτικοκοινωνικό φάσμα της κοινωνίας αλλά και είναι εξαιρετικά διαφοροποιημένο από άποψη εκπαιδευτικού επιπέδου. Με αυτό το δεδομένο οι απαντήσεις που έδωσες ποια απήχηση θεωρείς ότι μπορεί να έχει σε ένα ακροατήριο σαν αυτό; Και ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας. Έστω ότι τέσσερις πολίτες έμειναν με κάποια ερωτήματα (δεν έχει σημασία ποια συγκεκριμένα) τα οποία αναδύονται από την γενικότερη ιδεολογική και κοινωνικοπολιτική κοσμοθεωρία (αδιάφορο αν και οι ίδιοι μπορούν να την καθορίσουν επακριβώς). Έστω ότι ο ένας διακατέχεται από τα προτάγματα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, ο δεύτερος εντάσσεται στην κεϋνσιανή αντίληψη των πραγμάτων, ο τρίτος θεωρείται σοσιαλδημοκράτης και ο τέταρτος προσελκύεται από τις διακηρύξεις των Δυνάμεων εκείνων που υποτίθεται ή και χωρίς να υποτίθεται εκφράζουν τον Παγκόσμιο Νότο που όμως τα όσα διακηρύσσουν δεν αποτελούν απόψεις τόσο πολύ απόψεις των «Νοτίων» αλλά να εκφράζουν και απόψεις κάποιων (ίσως σημαντικών) τμημάτων των κοινωνιών και λαών του «Βορρά».

GPT : 

Αυτό που προσθέτεις αλλάζει, κατά τη γνώμη μου, ουσιωδώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβαστεί ολόκληρο το forum — και μάλιστα κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον το υποθετικό σου πείραμα με τους τέσσερις πολίτες.

Δεν έχουμε ένα συνέδριο όπου μια επιτροπή επέλεξε «το κατάλληλο ακροατήριο» και «τους κατάλληλους ομιλητές». Έχουμε κάτι αρκετά διαφορετικό:

ένα ανοικτό δημόσιο πεδίο, όπου η σύνθεση του ακροατηρίου δεν προκύπτει από ιδεολογικό ή πολιτικό φιλτράρισμα και οι εισηγητές επιλέγονται από κριτήρια επιστημονικής επάρκειας ή εμπειρίας επί του πεδίου, όχι από το αν εκπροσωπούν συγκεκριμένη πολιτική θέση.

Αυτό έχει τεράστια σημασία για τις εννέα ερωτήσεις μας.

1. Τι σημαίνει αυτό για τις προηγούμενες απαντήσεις μου;

Θα έκανα μια διόρθωση.

Οι απαντήσεις που σου έδωσα στις εννέα ερωτήσεις ήταν κατάλληλες περισσότερο για ένα μορφωμένο κοινό που συζητά θεσμούς και τεχνολογική διακυβέρνηση παρά για το συγκεκριμένο ακροατήριο που τώρα περιγράφεις.

Δεν ήταν λανθασμένες ως προς το περιεχόμενο.

Ήταν όμως πιθανόν υπερβολικά θεσμικές ως προς το επίπεδο αφετηρίας.

Και αυτό είναι σημαντικό.

Γιατί ένας άνθρωπος που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με πολιτική θεωρία μπορεί να ακούσει:

«πολυεπίπεδη εποπτεία, θεσμική λογοδοσία, risk assessment, ανεξάρτητες αρχές, δικαστικός έλεγχος»

και να συμφωνεί με όλα χωρίς να έχει απαντήσει στο πραγματικό ερώτημα:

«Εγώ, ως πολίτης, πού βρίσκομαι μέσα σε όλα αυτά;»

Κι αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που τώρα αναδεικνύεις.

2. Το forum που περιγράφεις έχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χαρακτηριστικό

Το ακροατήριο δεν είναι «αντιπροσωπευτικό» με την αυστηρή στατιστική έννοια.

Δεν πήραν, για παράδειγμα, ένα τυχαίο δείγμα 1.000 πολιτών με στρωματοποίηση και είπαν:

τόσοι εργάτες, τόσοι επιχειρηματίες, τόσοι πανεπιστημιακοί, τόσοι συνταξιούχοι κ.λπ.

Αλλά έχει κάτι άλλο:

δεν έχει προεπιλεγεί ιδεολογικά.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.

Και ακριβώς γι’ αυτό η παρουσία του νεοφιλελεύθερου, του κεϋνσιανού, του σοσιαλδημοκράτη, του ανθρώπου που έλκεται από τις θέσεις που αποδίδονται στον Παγκόσμιο Νότο — και όλων των ενδιάμεσων — δεν αποτελεί πρόβλημα του forum.

Είναι το υλικό του forum.

Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουν.

Χρειάζεται να ακούσουν το ίδιο ερώτημα.

3. Και τώρα ας βάλουμε τους τέσσερις πολίτες μέσα στην αίθουσα

Αυτό, νομίζω, είναι το πιο γόνιμο σημείο του υποθετικού σου πειράματος.

Έχουμε τέσσερις ανθρώπους.

Δεν χρειάζεται να τους κάνουμε καρικατούρες.

Ας τους ονομάσουμε απλώς:

Α — νεοφιλελεύθερος προσανατολισμός

Β — κεϋνσιανός προσανατολισμός

Γ — σοσιαλδημοκρατικός προσανατολισμός

Δ — προσανατολισμός προς τις θέσεις που συνδέονται με τον Παγκόσμιο Νότο

Και εδώ κάνεις μια πολύ σημαντική διευκρίνιση:

Ο τέταρτος δεν ταυτίζει αναγκαστικά τον «Παγκόσμιο Νότο» με μία ενιαία ιδεολογία.

Και πράγματι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.

Ο όρος Global South χρησιμοποιείται συχνά ως γεωπολιτική και ιστορικο-οικονομική κατηγορία, αλλά στο εσωτερικό των κοινωνιών που εντάσσονται σε αυτόν υπάρχουν τεράστιες πολιτικές και κοινωνικές διαφορές.

Και οι θέσεις που εμφανίζονται ως «του Νότου» μπορεί να έχουν υποστηρικτές και στον Βορρά.

Άρα ο τέταρτος δεν είναι «ο άνθρωπος του Νότου».

Είναι ο άνθρωπος που έλκεται από ένα συγκεκριμένο σύνολο θέσεων περί παγκόσμιας τάξης, κυριαρχίας, ανάπτυξης, εξάρτησης, τεχνολογικής ισχύος κ.λπ.

Αυτό είναι πολύ ακριβέστερο.

4. Το καταπληκτικό είναι ότι και οι τέσσερις μπορούν να συμφωνήσουν στις εννέα ερωτήσεις

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη αξία της κατασκευής σου.

Ο Α μπορεί να ρωτήσει:

«Ποιος ελέγχει την τεχνολογία;»

Ο Β:

«Ποιος αποφασίζει πού κατευθύνονται οι πόροι;»

Ο Γ:

«Πώς προστατεύονται τα κοινωνικά δικαιώματα;»

Ο Δ:

«Ποιος έχει την παγκόσμια ισχύ και ποιος εξαρτάται από αυτήν;»

Οι ερωτήσεις τους μπορεί να έχουν διαφορετικές αφετηρίες.

Αλλά η ίδια εννιάδα μπορεί να τους χωρέσει όλους.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Γιατί σημαίνει ότι οι εννέα ερωτήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην μια κρυφή πολιτική θέση.

Μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινό ερευνητικό πλαίσιο.

5. Εκεί όμως αρχίζουν οι πραγματικές διαφορές

Ας πάρουμε μία μόνο από τις εννέα:

Ποιος πρέπει να θέτει τα όρια;

Οι τέσσερις μπορεί να συμφωνήσουν ότι πρέπει να υπάρχουν όρια.

Αλλά αμέσως μετά θα αρχίσει η πολιτική διαφωνία.

Ο Α μπορεί να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα:

στην ιδιωτική πρωτοβουλία, την καινοτομία, τον ανταγωνισμό και την περιορισμένη κρατική παρέμβαση.

Ο Β μπορεί να δώσει μεγαλύτερο βάρος:

στη μακροοικονομική σταθερότητα, στη δημόσια επένδυση και στην κρατική ικανότητα παρέμβασης όταν η αγορά δεν επαρκεί.

Ο Γ μπορεί να εστιάσει περισσότερο:

στην κοινωνική προστασία, στην αναδιανομή, στα εργασιακά δικαιώματα και στην καθολική πρόσβαση.

Ο Δ μπορεί να θέσει διαφορετικά στο επίκεντρο:

την άνιση κατανομή παγκόσμιας ισχύος, την τεχνολογική κυριαρχία, την ιστορική και οικονομική εξάρτηση και το δικαίωμα διαφορετικών κοινωνιών να καθορίζουν οι ίδιες την τεχνολογική τους πορεία.

Το κοινό ερώτημα παραμένει.

Η απάντηση αλλάζει.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική.

6. Άρα δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε «την πολιτική απάντηση»

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο που προκύπτει από την περιγραφή σου.

Το forum, όπως το παρουσιάζεις, δεν χρειάζεται να παράγει μία ιδεολογικά αποδεκτή απάντηση.

Αν το έκανε, θα αναιρούσε ένα μέρος της ίδιας της λογικής του.

Χρειάζεται να κάνει κάτι δυσκολότερο:

να επιτρέψει σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες να αντιμετωπίσουν το ίδιο πραγματικό πρόβλημα.

Αυτό είναι πολύ κοντά στη λογική της δημοκρατικής διαβούλευσης που μελετά σήμερα και ο OECD: η συμμετοχική διαδικασία δεν προϋποθέτει ομοφωνία στην αφετηρία· επιδιώκει να φέρει διαφορετικούς πολίτες αντιμέτωπους με σύνθετα ζητήματα, πληροφορίες, αντιτιθέμενες αξίες και πραγματικά διλήμματα. 

7. Και εδώ θα άλλαζα κάτι ακόμη στις εννέα ερωτήσεις μας

Μέχρι τώρα τις βλέπαμε περίπου έτσι:

«Ποιος παράγει;»

«Ποιος χρηματοδοτεί;»

«Ποιος έχει πρόσβαση;»

κ.λπ.

Με το νέο δεδομένο, θα τις έβλεπα πλέον σε δύο επίπεδα.

Επίπεδο Α — η περιγραφή της πραγματικότητας

Ποιος παράγει;

Ποιος χρηματοδοτεί;

Ποιος έχει πρόσβαση;

Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;

Ποιος την κατέχει;

Ποιος τη χρησιμοποιεί;

Ποιος θέτει τα όρια;

Ποιος ελέγχει τους ελεγκτές;

Σε ποιον λογοδοτούν;

Επίπεδο Β — η πολιτική ερμηνεία

Και εδώ αρχίζουν οι τέσσερις πολίτες.

Γιατί οι ίδιοι ακριβώς πραγματικοί συσχετισμοί μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικές πολιτικές προτάσεις, ανάλογα με το τι θεωρεί ο καθένας ως:

• ελευθερία, 

• ισότητα, 

• αποτελεσματικότητα, 

• κοινωνική δικαιοσύνη, 

• ιδιοκτησία, 

• κυριαρχία, 

• δημόσιο συμφέρον, 

• ατομικό δικαίωμα. 

Άρα η έρευνά μας πρέπει να προσέξει να μην κάνει το λάθος:

να μετατρέψει μια εμπειρική διαπίστωση σε πολιτικό συμπέρασμα χωρίς να περάσει από τη γέφυρα των αξιών.

8. Και τότε η ερώτηση του πολίτη γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να ξέρει αν είναι:

νεοφιλελεύθερος, κεϋνσιανός, σοσιαλδημοκράτης ή κάτι που δεν έχει όνομα.

Μπορεί να πει:

«Άκουσα όλες αυτές τις απόψεις. Τώρα θέλω να ξέρω κάτι: ποιο μέρος από αυτά που ακούω είναι γεγονός και ποιο είναι ερμηνεία;»

Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μία από τις σημαντικότερες δημοκρατικές λειτουργίες ενός τέτοιου forum.

Γιατί τότε ο πολίτης δεν χρειάζεται να υιοθετήσει την κοσμοθεωρία του εισηγητή για να αξιοποιήσει την εισήγησή του.

Μπορεί να πει:

«Αυτό το στοιχείο το δέχομαι ως τεκμηριωμένο.»

«Αυτό είναι ερμηνεία.»

«Εδώ διαφωνώ.»

«Εδώ θέλω περισσότερα στοιχεία.»

«Εδώ δεν είμαι ακόμη σε θέση να αποφασίσω.»

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την ιδεολογική πειθώ.

9. Και το forum αποκτά έτσι ένα πολύ ιδιαίτερο δημοκρατικό χαρακτηριστικό

Δεν είναι απαραίτητα «ουδέτερο».

Κανένα forum δεν είναι απολύτως ουδέτερο, από τη στιγμή που:

• επιλέγει θέματα, 

• διατυπώνει ερωτήματα, 

• καθορίζει χρόνο, 

• επιλέγει επιστημονικά κριτήρια, 

• αποφασίζει ποια στοιχεία θα παρουσιαστούν. 

Αλλά μπορεί να είναι ανοικτό στη διαφωνία.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από μια επίπλαστη ουδετερότητα.

Η ίδια η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ΑΙ, μάλιστα, καταρτίστηκε με συμμετοχή κρατών αλλά και εκπροσώπων κοινωνίας των πολιτών, ακαδημαϊκού χώρου και βιομηχανίας. 

Η συμμετοχή διαφορετικών φορέων δεν εξασφαλίζει από μόνη της ουδέτερο αποτέλεσμα· εξασφαλίζει όμως κάτι πολύτιμο: περισσότερες οπτικές μέσα στη διαδικασία.

10. Και τώρα έρχεται το πιο ενδιαφέρον σημείο του υποθετικού σου πειράματος

Φαντάσου τους τέσσερις να βγαίνουν από την αίθουσα.

Κανένας δεν έχει αλλάξει κατ’ ανάγκην ιδεολογία.

Ο Α εξακολουθεί να σκέφτεται ως Α.

Ο Β ως Β.

Ο Γ ως Γ.

Ο Δ ως Δ.

Αλλά έχουν πλέον ακούσει τις ίδιες πληροφορίες και τις ίδιες ερωτήσεις.

Και τότε μπορεί να συμβεί κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από τη συμφωνία.

Ο καθένας μπορεί να επιστρέψει στην κοσμοθεωρία του και να την ξαναδοκιμάσει απέναντι στα ίδια δεδομένα.

Αυτό είναι για μένα το ουσιαστικό νόημα της «ανοικτής» αίθουσας.

Όχι:

«να βρούμε όλοι την ίδια αλήθεια».

Αλλά:

«να υποχρεωθεί κάθε κοσμοθεωρία να σταθεί απέναντι στην ίδια πραγματικότητα».

Και εδώ η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παίξει έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ρόλο — όχι ως φορέας της «σωστής» ιδεολογίας, αλλά ως μηχανισμός αντιπαραβολής:
«Αν δεχθώ τις παραδοχές σου, πού οδηγούν; Αν δεχθώ τις παραδοχές του άλλου, πού οδηγούν; Και ποια από τις δύο περιγραφές συγκρούεται με τα διαθέσιμα στοιχεία;»

Και θα έβαζα μία τελευταία, πολύ σημαντική παρατήρηση

Το ακροατήριο που περιγράφεις έχει διαφορετικό μορφωτικό κεφάλαιο.

Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να υπάρχει ελευθερία εισόδου.

Αν η γλώσσα των εισηγήσεων είναι τέτοια ώστε μόνο ο ειδικός να μπορεί να καταλάβει τι διακυβεύεται, τότε τυπικά όλοι έχουν πρόσβαση, αλλά ουσιαστικά δεν έχουν όλοι ίση δυνατότητα συμμετοχής.

Ο OECD, όταν μιλά για συμμετοχικές και deliberative διαδικασίες, δίνει ακριβώς έμφαση στη δυνατότητα των πολιτών να ενημερώνονται, να μαθαίνουν, να ακούν διαφορετικές απόψεις και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση κρίσεων πάνω σε σύνθετα ζητήματα. 

Και εδώ, νομίζω, βρίσκεται ένα κριτήριο για το forum που δεν είχαμε μέχρι τώρα:

Δεν αρκεί να είναι ανοιχτή η πόρτα της αίθουσας. Πρέπει να είναι ανοιχτή και η πόρτα της κατανόησης.

Αν αυτό επιτυγχάνεται, τότε οι τέσσερις πολίτες σου —και μαζί τους όλοι οι υπόλοιποι— μπορούν να κάνουν κάτι πολύ σημαντικό:

να μη χρειάζεται να συμφωνήσουν για να συμμετέχουν στο ίδιο πολιτικό ερώτημα.

Και αυτό ίσως μας επιτρέπει τώρα να ξαναδούμε ολόκληρη την εννιάδα από την αρχή, όχι ως εννέα απαντήσεις της «ΤΝ», αλλά ως εννέα ερωτήσεις που τέθηκαν σε μια αίθουσα όπου κανείς δεν έχει προεπιλεγεί για να συμφωνήσει με κανέναν.

Εκεί, νομίζω, το forum αποκτά πραγματικά ενδιαφέρον.

Χ :

Πράγματι αυτό το θεωρώ επιβεβλημένο και επομένως ας το επιχειρήσουμε

GPT : 

Ας το επιχειρήσουμε λοιπόν. Και θα πρότεινα να κάνουμε κάτι λίγο διαφορετικό από μια απλή «επανάληψη» των εννέα απαντήσεων.

Να τις ξαναστήσουμε από την αρχή ως δημόσιο διάλογο, έχοντας πλέον μπροστά μας το πραγματικό ακροατήριο που περιέγραψες.

Ο στόχος δεν θα είναι να κάνουμε τις απαντήσεις «απλούστερες» με την έννοια της εκλαίκευσης. Θα είναι να τις κάνουμε κατανοητές χωρίς να αφαιρέσουμε την πολυπλοκότητα.

Και κυρίως να μην απαιτούν από τον πολίτη να αποδεχθεί κάποια ιδεολογική αφετηρία για να τις παρακολουθήσει.

Η εννιάδα — από την αρχή

Θα έβαζα στην αρχή της αίθουσας μια πολύ απλή φράση:

«Δεν ζητούμε σήμερα να συμφωνήσουμε. Ζητούμε να καταλάβουμε ποιος αποφασίζει.»

Και μετά θα εμφανιζόταν η πρώτη ερώτηση.

1. Ποιος παράγει τη γνώση;

Η σύντομη απάντηση:

Πολλοί.

Επιστήμονες, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, επιχειρήσεις, κράτη, στρατιωτικοί οργανισμοί, διεθνείς οργανισμοί, ακόμη και μεμονωμένοι ερευνητές.

Άρα η γνώση δεν παράγεται από ένα «κέντρο».

Όμως εδώ εμφανίζεται αμέσως μια δεύτερη ερώτηση:

Όλοι αυτοί έχουν την ίδια δυνατότητα να αποφασίζουν ποια γνώση αξίζει να παραχθεί;

Όχι.

Άλλος έχει εργαστήριο.

Άλλος έχει δεδομένα.

Άλλος έχει χρήματα.

Άλλος έχει υπολογιστική ισχύ.

Άλλος έχει πρόσβαση σε ανθρώπινο δυναμικό.

Άλλος έχει πολιτική ή οικονομική επιρροή.

Άρα πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα:

ποιος παράγει γνώση

και
ποιος έχει τη δύναμη να καθορίζει ποια γνώση θα παραχθεί.

Αυτό είναι το πρώτο πολιτικό σημείο.

2. Ποιος πληρώνει για να παραχθεί η γνώση;

Κράτη.

Επιχειρήσεις.

Πανεπιστήμια.

Ιδιωτικά ιδρύματα.

Διεθνείς οργανισμοί.

Και πολλές φορές συνδυασμοί όλων αυτών.

Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι απλώς:

«Ποιος πληρώνει;»

Αλλά:

«Όταν κάποιος διαθέτει τους πόρους, μπορεί να επηρεάσει και το τι θα ερευνηθεί;»

Η απάντηση είναι: μπορεί.

Δεν σημαίνει ότι ο χρηματοδότης υπαγορεύει το αποτέλεσμα.

Σημαίνει ότι μπορεί να επηρεάσει το πού θα στραφεί η έρευνα.

Και εδώ ο πολίτης μπορεί να θέσει μια απολύτως θεμιτή ερώτηση:

«Αν η κοινωνία χρηματοδοτεί ένα μέρος της επιστημονικής έρευνας, έχει δικαίωμα να γνωρίζει προς τα πού κατευθύνονται οι πόροι της;»

3. Ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση;

Εδώ χρειάζεται μια απλή διάκριση.

Μπορεί μια επιστημονική δημοσίευση να είναι ελεύθερα διαθέσιμη στο διαδίκτυο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν την ίδια δυνατότητα να την αξιοποιήσουν.

Ο ένας έχει:

• εργαστήριο, 

• υπολογιστές, 

• δεδομένα, 

• ειδικούς, 

• χρηματοδότηση. 

Ο άλλος έχει μόνο το κινητό του.

Άρα:

άλλο πρόσβαση στη γνώση και άλλο δυνατότητα αξιοποίησης της γνώσης.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Γιατί η γνώση μπορεί να είναι δημόσια διαθέσιμη και η δύναμη που προκύπτει από αυτήν να παραμένει συγκεντρωμένη.

4. Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;

Εδώ γίνεται η μεγάλη μετάβαση.

Ο επιστήμονας ανακαλύπτει κάτι.

Αλλά η ανακάλυψη από μόνη της δεν είναι ακόμη κοινωνική δύναμη.

Χρειάζονται:

χρήματα → μηχανικοί → υποδομές → δεδομένα → παραγωγή → επιχειρηματική ή κρατική οργάνωση → εφαρμογή.

Έτσι:

γνώση ≠ τεχνολογία

και

τεχνολογία ≠ κοινωνική εφαρμογή.

Κάποιος πρέπει να κάνει τη μετατροπή.

Και αυτός ο «κάποιος» μπορεί να είναι πανεπιστήμιο, επιχείρηση, κράτος ή συνδυασμός τους.

Εδώ λοιπόν αρχίζει να μετακινείται η εξουσία:

ο άνθρωπος που γνωρίζει κάτι δεν είναι κατ’ ανάγκην ο άνθρωπος που μπορεί να το κάνει πράξη.

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

Εδώ πλέον μπαίνουμε καθαρά στο πεδίο της εξουσίας.

Η εφεύρεση μπορεί να ανήκει νομικά σε κάποιον άλλο από εκείνον που την επινόησε.

Μια τεχνολογία μπορεί να προστατεύεται από πατέντα.

Μπορεί να υπάρχει άδεια χρήσης.

Μπορεί να ανήκει σε εταιρεία.

Μπορεί να ελέγχεται από το κράτος.

Μπορεί να υπάρχει δημόσια χρηματοδότηση αλλά ιδιωτική ιδιοκτησία των αποτελεσμάτων, ανάλογα με το θεσμικό πλαίσιο.

Άρα πρέπει να ξεχωρίσουμε:

ποιος δημιούργησε κάτι

από

ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει τι θα γίνει με αυτό.

Και εδώ ίσως βρίσκεται το πρώτο μεγάλο «κρυφό σημείο» της συζήτησής μας.

6. Ποιος αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί;

Τώρα η τεχνολογία βρίσκεται ήδη στα χέρια κάποιου.

Και η ερώτηση γίνεται:

«Τι επιτρέπεται να κάνει με αυτήν;»

Μια επιχείρηση μπορεί να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιήσει ένα σύστημα.

Ένας πολίτης πώς θα χρησιμοποιήσει το κινητό του.

Ένα νοσοκομείο πώς θα χρησιμοποιήσει ΑΙ.

Μια αστυνομική αρχή πώς θα χρησιμοποιήσει ένα σύστημα αναγνώρισης.

Ένοπλες δυνάμεις πώς θα χρησιμοποιήσουν μια τεχνολογία.

Εδώ όμως υπάρχει μια θεμελιώδης διάκριση:

Το ότι μπορώ τεχνικά να κάνω κάτι δεν σημαίνει ότι δικαιούμαι να το κάνω.

Και αυτή είναι ίσως η στιγμή που η επιστήμη συναντά την πολιτική.

Η επιστήμη μπορεί να μας πει:

«Αυτό είναι δυνατό.»

Η πολιτική κοινωνία πρέπει να απαντήσει:

«Επιτρέπεται;»

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Εδώ μπαίνει το κράτος δικαίου.

Νόμοι.

Σύνταγμα.

Δικαστήρια.

Ανεξάρτητες αρχές.

Διεθνείς δεσμεύσεις.

Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απαγορεύσεις ή περιορισμοί συγκεκριμένων χρήσεων.

Αλλά πρέπει να προσέξουμε κάτι:

Το «δημόσιο συμφέρον» δεν μπορεί να είναι λευκή επιταγή.

Δεν αρκεί κάποιος να πει:

«Το κάνω για το καλό της κοινωνίας.»

Πρέπει να μπορεί να απαντήσει:

• ποιο είναι το πρόβλημα; 

• γιατί χρειάζεται αυτή η παρέμβαση; 

• γιατί αυτή η έκταση; 

• ποια δικαιώματα περιορίζονται; 

• ποιος ελέγχει την απόφαση; 

• πότε σταματά η παρέμβαση; 

Εδώ η τεχνολογία πρέπει να υπακούσει στον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος στην τεχνολογική δυνατότητα.

8. Ποιος ελέγχει αυτούς που θέτουν τα όρια;

Εδώ αρχίζει η πραγματική δημοκρατική δυσκολία.

Γιατί αν πούμε:

«Το κράτος θέτει τα όρια»,

ο πολίτης μπορεί να ρωτήσει:

«Και ποιος ελέγχει το κράτος;»

Αν πούμε:

«Η ανεξάρτητη αρχή»,

μπορεί να ρωτήσει:

«Και ποιος ελέγχει την ανεξάρτητη αρχή;»

Αν πούμε:

«Το δικαστήριο»,

μπορεί να ρωτήσει:

«Και ποιος ελέγχει τη δικαστική εξουσία όταν ασκεί αυτή την αρμοδιότητα;»

Έτσι φτάνουμε στην αρχή των θεσμικών αντιβάρων.

Δεν αρκεί να ελέγχεται η τεχνολογική εξουσία. Πρέπει να ελέγχεται και η εξουσία που την ελέγχει.

9. Και τελικά: σε ποιον λογοδοτούν;

Εδώ, νομίζω, πρέπει να σταματήσουμε για λίγο.

Γιατί η απάντηση:

«Στο κράτος»

δεν είναι αρκετή.

Η απάντηση:

«Στον νόμο»

επίσης δεν είναι αρκετή.

Η απάντηση:

«Στους θεσμούς»

πάλι δεν είναι αρκετή.

Η δημοκρατική απάντηση είναι βαθύτερη:

Η δημόσια εξουσία πρέπει τελικά να λογοδοτεί στον πολίτη ως φορέα της λαϊκής κυριαρχίας.

Το ελληνικό Σύνταγμα τοποθετεί ρητά τη λαϊκή κυριαρχία στη βάση του πολιτεύματος: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία» και «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό».

Αλλά εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα:

Πώς ασκεί ο πολίτης αυτή τη δύναμη όταν η τεχνολογική εξουσία γίνεται ολοένα πιο σύνθετη, εξειδικευμένη και συγκεντρωμένη;

Και αυτό μας φέρνει ακριβώς εκεί όπου ήθελες να φτάσουμε εξαρχής.

Και τώρα οι τέσσερις πολίτες ξαναμπαίνουν στην αίθουσα

Ο νεοφιλελεύθερος μπορεί να πει:

«Πρόσεχε μήπως, στο όνομα του ελέγχου, δημιουργήσεις μια κρατική εξουσία μεγαλύτερη από εκείνη που προσπαθείς να περιορίσεις.»

Ο κεϋνσιανός:

«Πρόσεχε μήπως, στο όνομα της ελευθερίας της αγοράς, αφήσεις την κοινωνία χωρίς την ικανότητα να αντιμετωπίσει συλλογικούς κινδύνους.»

Ο σοσιαλδημοκράτης:

«Πρόσεχε μήπως η τεχνολογική ισχύς αυξήσει τις ανισότητες τόσο ώστε τα τυπικά δικαιώματα να μη μεταφράζονται σε πραγματικές δυνατότητες.»

Ο τέταρτος:

«Πρόσεχε μήπως οι κανόνες που παρουσιάζονται ως παγκόσμιοι είναι στην πραγματικότητα κανόνες που έχουν διαμορφωθεί από εκείνους που ήδη διαθέτουν τη μεγαλύτερη τεχνολογική και οικονομική ισχύ.»

Κανείς από τους τέσσερις δεν έχει ανάγκη να είναι «ο σωστός».

Και οι τέσσερις έχουν θέσει ένα πραγματικό πρόβλημα.

Αυτό είναι, νομίζω, το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθεί το forum.

Και τώρα μπορούμε να δούμε τι πραγματικά πετύχαμε

Οι εννέα ερωτήσεις δεν μας έδωσαν εννέα πολιτικές απαντήσεις.

Μας έδωσαν κάτι πιο χρήσιμο:

έναν χάρτη της εξουσίας που παράγεται από τη γνώση.

Και αυτός ο χάρτης έχει δύο επίπεδα.

Το πρώτο είναι εμπειρικό:

Ποιος παράγει;

Ποιος χρηματοδοτεί;

Ποιος έχει πρόσβαση;

Ποιος μετατρέπει;

Ποιος κατέχει;

Ποιος χρησιμοποιεί;

Ποιος περιορίζει;

Ποιος ελέγχει;

Ποιος λαμβάνει τη λογοδοσία;

Το δεύτερο είναι πολιτικό:

Με ποια κριτήρια πρέπει να απαντηθούν τα παραπάνω;

Και εκεί ακριβώς χωρίζουν οι ιδεολογικές κοσμοθεωρίες.

Ο νεοφιλελεύθερος δεν χρειάζεται να απαντήσει όπως ο σοσιαλδημοκράτης.

Ο κεϋνσιανός δεν χρειάζεται να απαντήσει όπως ο τέταρτος.

Και ο τέταρτος δεν χρειάζεται να θεωρήσει ότι ο «Βορράς» και ο «Νότος» είναι δύο ομοιογενή στρατόπεδα.

Η δημοκρατική αξία του forum βρίσκεται ακριβώς στο ότι μπορεί να τους βάλει όλους μπροστά στην ίδια πραγματικότητα χωρίς να απαιτήσει από κανέναν να εγκαταλείψει την κοσμοθεωρία του.

Και θα έκανα ακόμη ένα βήμα.

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να επιλέξει πρώτα ιδεολογία για να αποκτήσει δικαίωμα ερώτησης.

Μπορεί να ρωτήσει:

«Ποιος αποφασίζει για μένα;»

και μετά να αποφασίσει ο ίδιος, με βάση τις αξίες και τις γνώσεις του, ποια απάντηση θεωρεί πειστικότερη.

Αυτό ίσως είναι το σημείο όπου η αρχική μας εννιάδα συναντά πραγματικά τον πολίτη.

Και ίσως τώρα μπορούμε να κάνουμε το επόμενο βήμα: να πάρουμε έναν-έναν τους τέσσερις πολίτες και να δούμε πώς θα απαντούσε ο καθένας στις ίδιες εννέα ερωτήσεις — όχι για να αναδείξουμε «νικητή», αλλά για να αποκαλύψουμε πού ακριβώς χωρίζουν οι τέσσερις κοσμοθεωρίες όταν φτάνουν από τα ίδια γεγονότα στις διαφορετικές πολιτικές επιλογές.

Χ :

Προχωράμε συνεπώς με το επόμενο βήμα.

GPT : 

Ας το κάνουμε λοιπόν συστηματικά. Και θα κρατήσω μια κρίσιμη μεθοδολογική προϋπόθεση: δεν θα παρουσιάσουμε τους τέσσερις ως τέσσερις «τύπους ανθρώπων», ούτε θα αποδώσουμε σε κάθε ιδεολογικό ρεύμα μία ενιαία θέση. Θα τους χρησιμοποιήσουμε ως τέσσερις ιδεοτυπικές οπτικέςπάνω στο ίδιο σύνολο ερωτημάτων.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον τέταρτο. Ο «Παγκόσμιος Νότος» δεν αποτελεί ενιαίο ιδεολογικό στρατόπεδο· η UNCTAD επισημαίνει και την ανομοιογένεια των χωρών του και τις πολύ διαφορετικές αναπτυξιακές τους διαδρομές. 

Το ίδιο ισχύει και για τους τρεις πρώτους. Ο κεϋνσιανισμός, για παράδειγμα, δεν ταυτίζεται με γενική κρατική διεύθυνση της οικονομίας· η κλασική κεϋνσιανή προσέγγιση δέχεται μικτή οικονομία και δίνει έμφαση στην ενεργό σταθεροποιητική πολιτική. 

Άρα ας φτιάξουμε τέσσερις φακούς και ας περάσουμε τους ίδιους εννέα καθρέφτες μπροστά τους.

Οι τέσσερις πολίτες μπροστά στις εννέα ερωτήσεις

Θα τους κρατήσω ανώνυμους:

• Α — η οπτική της αγοράς

• Β — η κεϋνσιανή οπτική

• Γ — η σοσιαλδημοκρατική οπτική

• Δ — η οπτική της παγκόσμιας ανισορροπίας / Global South

Δεν θα ρωτήσουμε ποιος έχει δίκιο.

Θα ρωτήσουμε:

Τι βλέπει ο καθένας όταν κοιτάζει το ίδιο πράγμα;

1. Ποιος παράγει τη γνώση;

Α — αγορά

Θα δώσει έμφαση στην αποκεντρωμένη παραγωγή γνώσης.

Πολλοί ανταγωνιζόμενοι ερευνητές, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και επενδυτές παράγουν γνώση. Ο ανταγωνισμός μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ανακάλυψης: κανείς δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ποια έρευνα θα αποδειχθεί χρήσιμη.

Το ερώτημα που θα φοβόταν είναι:

«Μήπως κάποιος κεντρικός φορέας αποφασίσει ποια γνώση είναι χρήσιμη και έτσι εμποδίσει την καινοτομία;»

Β — Keynes

Θα παρατηρήσει ότι η αγορά δεν εγγυάται από μόνη της επαρκή παραγωγή όλων των ειδών γνώσης.

Υπάρχουν έρευνες με μακρύ ορίζοντα, αβέβαιο αποτέλεσμα ή μεγάλο κοινωνικό όφελος που δεν μπορεί εύκολα να ιδιοποιηθεί ο ιδιώτης.

Άρα το κράτος μπορεί να χρειάζεται να χρηματοδοτεί ή να υποστηρίζει παραγωγή γνώσης που διαφορετικά θα παρέμενε υποχρηματοδοτημένη.

Γ — σοσιαλδημοκρατική οπτική

Θα προσθέσει ένα άλλο ερώτημα:

«Ποιος έχει τη δυνατότητα να γίνει παραγωγός γνώσης;»

Δεν αρκεί να υπάρχει επιστημονική ελευθερία αν η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στα ερευνητικά μέσα και στις υποδομές είναι πολύ άνιση.

Άρα η παραγωγή γνώσης είναι και ζήτημα κοινωνικών ευκαιριών.

Δ — Global South

Θα προσθέσει κάτι που οι άλλοι τρεις μπορεί να παραμελήσουν:

«Ποιος παράγει τη γνώση για ποιον;»

Ποια προβλήματα θεωρούνται άξια έρευνας;

Ποια γλώσσα γίνεται κυρίαρχη επιστημονική γλώσσα;

Ποια πανεπιστήμια θεωρούνται κέντρα παραγωγής γνώσης;

Ποιος καθορίζει τι αποτελεί «παγκόσμιο» επιστημονικό πρόβλημα;

Εδώ η συζήτηση μετακινείται από την παραγωγή γνώσης στην ιεραρχία της γνώσης.

Και αυτό δεν είναι απλώς γεωγραφικό ζήτημα. Οι θέσεις που συνδέονται με τον Global South μπορούν πράγματι να βρίσκουν υποστηρικτές και στις κοινωνίες του Βορρά.

2. Ποιος χρηματοδοτεί τη γνώση;

Εδώ αρχίζει μια πολύ καθαρή διαφοροποίηση.

Α

«Ο χρηματοδότης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε διοικητή της έρευνας.»

Η ιδιωτική χρηματοδότηση μπορεί να επιταχύνει την καινοτομία.

Αλλά ο Α θα μπορούσε επίσης να δεχθεί ότι χρειάζεται δημόσια χρηματοδότηση εκεί όπου υπάρχουν ισχυρά εξωτερικά οφέλη ή όπου η αγορά δεν έχει επαρκή κίνητρα.

Β

Εδώ η απάντηση είναι πιο καθαρά:

Το κράτος έχει ρόλο επειδή η κοινωνία έχει ανάγκες που η αγορά δεν αντιμετωπίζει πάντοτε επαρκώς.

Η κεϋνσιανή λογική γενικότερα αποδίδει ενεργό ρόλο στη δημόσια πολιτική όταν οι ιδιωτικές αποφάσεις οδηγούν σε ανεπιθύμητα μακροοικονομικά αποτελέσματα. 

Γ

Θα ρωτήσει:

«Ποιος ωφελείται από τη χρηματοδότηση;»

Η χρηματοδότηση δεν είναι μόνο θέμα παραγωγής περισσότερης γνώσης.

Είναι και θέμα κατανομής κοινωνικών πόρων.

Δ

Θα κοιτάξει και το διεθνές επίπεδο:

«Ποιος χρηματοδοτεί την έρευνα στις φτωχότερες χώρες; Με ποιους όρους; Και ποιος αποφασίζει ποιες ανάγκες είναι προτεραιότητα;»

Και εδώ η λέξη εξάρτηση μπορεί να εμφανιστεί — όχι ως αυτονόητο συμπέρασμα, αλλά ως υπόθεση που πρέπει να ελεγχθεί εμπειρικά.

3. Ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση;

Εδώ οι τέσσερις αρχίζουν να πλησιάζουν περισσότερο.

Ο Α μπορεί να πει:

«Η ανοικτή αγορά και η τεχνολογική διάχυση αυξάνουν την πρόσβαση.»

Ο Β:

«Η δημόσια εκπαίδευση και οι δημόσιες υποδομές είναι απαραίτητες για να μην εξαρτάται η πρόσβαση αποκλειστικά από το εισόδημα.»

Ο Γ:

«Η πρόσβαση στη γνώση είναι προϋπόθεση ουσιαστικής κοινωνικής ισότητας.»

Ο Δ:

«Η πρόσβαση δεν είναι μόνο ταξική ή ατομική· είναι και διεθνής. Ποιος έχει πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ, δεδομένα, τεχνολογικές υποδομές και παγκόσμια ερευνητικά δίκτυα;»

Και εδώ εμφανίζεται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κοινό σημείο:

Η δημοσίευση μιας γνώσης δεν σημαίνει ότι όλοι αποκτούν ίση δύναμη από αυτήν.

4. Ποιος μετατρέπει τη γνώση σε τεχνολογία;

Εδώ ο Α πιθανότατα θα δει ως κινητήριο δύναμη:

επιχειρηματία → επένδυση → καινοτομία → προϊόν.

Ο Β θα προσθέσει:

δημόσια έρευνα → δημόσια υποδομή → ιδιωτική εφαρμογή, όταν αυτό είναι αποτελεσματικό.

Ο Γ θα ρωτήσει:

«Και ποια κοινωνική ανάγκη υπηρετεί το προϊόν;»

Ο Δ:

«Και ποιος διαθέτει την παραγωγική ικανότητα ώστε να μετατρέψει τη γνώση σε τεχνολογία;»

Έτσι εμφανίζεται μια πολύ σημαντική διάκριση:

η γνώση μπορεί να είναι παγκόσμια, αλλά η ικανότητα αξιοποίησής της μπορεί να είναι εξαιρετικά άνιση.

Η UNCTAD, για παράδειγμα, καταγράφει σήμερα μια σημαντική άνοδο του Global South στο παγκόσμιο εμπόριο και την παραγωγή, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η χρηματοπιστωτική ισχύς παραμένει πολύ πιο συγκεντρωμένη. 

5. Ποιος κατέχει την τεχνολογία;

Εδώ έχουμε ίσως την πρώτη πραγματική ιδεολογική σύγκρουση.

Α

Η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί να θεωρηθεί βασικός μηχανισμός κινήτρων για επένδυση και καινοτομία.

Το πρόβλημα για τον Α δεν είναι κατ’ ανάγκην η ιδιοκτησία.

Είναι η κατάχρηση της ισχύος που μπορεί να δημιουργήσει η ιδιοκτησία.

Β

Θα δεχθεί την ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά θα δει περισσότερο χώρο για δημόσια παρέμβαση όταν η συγκέντρωση δημιουργεί μακροοικονομικούς ή κοινωνικούς κινδύνους.

Γ

Θα εστιάσει περισσότερο στη σχέση:

ιδιοκτησία → ισχύς → ανισότητα.

Το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος έχει την πατέντα.

Είναι ποιος μπορεί, εξαιτίας αυτής της πατέντας, να επηρεάζει τη ζωή άλλων.

Δ

Θα προσθέσει:

«Πού βρίσκεται η ιδιοκτησία;»

Μπορεί μια τεχνολογία να αναπτύχθηκε με επιστήμονες από ολόκληρο τον κόσμο αλλά η επιχειρηματική και χρηματοπιστωτική ισχύς να συγκεντρώνεται σε λίγες χώρες;

Αυτό είναι εμπειρικό ερώτημα — όχι ιδεολογικό συμπέρασμα.

6. Ποιος αποφασίζει τη χρήση;

Εδώ οι τέσσερις μπορούν να συμφωνήσουν σε κάτι:

Το ότι κάποιος κατέχει μια τεχνολογία δεν του δίνει αυτομάτως απεριόριστο δικαίωμα χρήσης της.

Αλλά διαφέρουν στο πού τοποθετούν το όριο.

Ο Α θα είναι πιο επιφυλακτικός απέναντι σε κρατική απαγόρευση.

Ο Β θα δέχεται ισχυρότερη κρατική παρέμβαση όταν υπάρχει αποδεδειγμένη κοινωνική ή οικονομική δυσλειτουργία.

Ο Γ θα δίνει μεγαλύτερο βάρος στις κοινωνικές επιπτώσεις και στην προστασία δικαιωμάτων.

Ο Δ θα προσθέσει το ζήτημα της κυριαρχίας:

«Ποιος αποφασίζει για μια κοινωνία όταν η τεχνολογία εξαρτάται από υποδομές που βρίσκονται έξω από αυτήν;»

Και εδώ εμφανίζεται ένα ζήτημα που μέχρι τώρα δεν είχαμε αναδείξει αρκετά:

Δεν υπάρχει μόνο ατομική εξουσία πάνω στον πολίτη. Υπάρχει και εξουσία κράτους πάνω σε κράτος.

7. Ποιος θέτει τα όρια;

Τώρα οι τέσσερις θα αρχίσουν να αποκλίνουν έντονα.

Α:

Όσο χρειάζεται — αλλά όχι περισσότερο.

Ο βασικός φόβος είναι η υπερβολική κρατική ρύθμιση.

Β:

Όπου η αγορά δεν μπορεί να προστατεύσει τη σταθερότητα ή το δημόσιο συμφέρον.

Η δημόσια παρέμβαση είναι εργαλείο.

Γ:

Εκεί όπου απειλούνται κοινωνικά δικαιώματα και η ισότητα πραγματικών ευκαιριών.

Δ:

Εκεί όπου απειλείται η αυτονομία μιας κοινωνίας ή χώρας από εξωτερική τεχνολογική ισχύ.

Και εδώ βρίσκεται ένα θαυμάσιο σημείο για το forum:

η λέξη «όριο» είναι κοινή· το περιεχόμενο του ορίου δεν είναι.

8. Ποιος ελέγχει αυτούς που θέτουν τα όρια;

Εδώ συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Ο Α θα φοβάται ιδιαίτερα τη συγκέντρωση κρατικής εξουσίας.

Ο Β θα φοβάται περισσότερο την αποτυχία του κράτους να αντιμετωπίσει μια κρίση.

Ο Γ θα φοβάται ότι οι τυπικοί θεσμοί μπορεί να αφήσουν απροστάτευτους τους οικονομικά ασθενέστερους.

Ο Δ θα ρωτήσει:

«Και ποιος ελέγχει τον διεθνή συσχετισμό ισχύος μέσα στον οποίο λειτουργούν αυτοί οι εθνικοί θεσμοί;»

Άρα η ερώτηση «ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;» δεν έχει την ίδια γεωγραφία για όλους.

Για τον έναν ο ελεγκτής είναι το κράτος.

Για τον άλλο η αγορά.

Για τον τρίτο η συγκεντρωμένη οικονομική ισχύς.

Για τον τέταρτο μπορεί να είναι ένα διεθνές σύστημα στο οποίο ορισμένα κράτη και επιχειρήσεις έχουν δυσανάλογη ισχύ.

9. Σε ποιον λογοδοτούν;

Και εδώ φτάνουμε στο σημείο όπου οι τέσσερις δρόμοι ξανασυναντώνται.

Ο Α:

«Στον πολίτη, αλλά με σεβασμό στην ατομική ελευθερία και την ιδιωτική ιδιοκτησία.»

Ο Β:

«Στον πολίτη, μέσω δημοκρατικών θεσμών που έχουν την ικανότητα να παρεμβαίνουν στην οικονομία όταν χρειάζεται.»

Ο Γ:

«Στον πολίτη όχι μόνο ως ψηφοφόρο, αλλά ως φορέα κοινωνικών δικαιωμάτων.»

Ο Δ:

«Στον πολίτη ως μέλος μιας κοινωνίας που πρέπει να διατηρεί την πολιτική και τεχνολογική της αυτονομία.»

Και εδώ συμβαίνει κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό:

Και οι τέσσερις μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «πολίτης».

Αλλά δεν εννοούν ακριβώς το ίδιο πράγμα όταν λένε «πολίτης».

Και αυτή ίσως είναι η βαθύτερη αποκάλυψη της άσκησής μας.

Ο ίδιος άνθρωπος — τέσσερις διαφορετικές εικόνες

Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να εμφανίζεται ως:

Α: ελεύθερο άτομο και οικονομικός φορέας.

Β: μέλος μιας οικονομίας που χρειάζεται σταθερότητα και ενεργό δημόσια πολιτική.

Γ: πολίτης με κοινωνικά δικαιώματα και ανάγκη ουσιαστικής ισότητας.

Δ: μέλος μιας πολιτικής κοινότητας που βρίσκεται μέσα σε άνισο διεθνές σύστημα ισχύος.

Κανένας από αυτούς τους ορισμούς δεν εξαντλεί τον άνθρωπο.

Και ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση γίνεται πολιτική.

Αλλά υπάρχει ένα ακόμη βαθύτερο σημείο

Οι τέσσερις δεν διαφωνούν μόνο για το ποιος πρέπει να αποφασίζει.

Διαφωνούν και για το τι θεωρούν ότι πρέπει να προστατευθεί.

ΟπτικήΚεντρική ευαισθησία
Α — αγοράελευθερία, ιδιωτική πρωτοβουλία, καινοτομία
Β — Keynesσταθερότητα, απασχόληση, ενεργός δημόσια πολιτική
Γ — σοσιαλδημοκρατίακοινωνική προστασία, ισότητα, δικαιώματα
Δ — Global Southκυριαρχία, άνιση παγκόσμια ισχύς, αναπτυξιακή αυτονομία

Αυτός ο πίνακας δεν είναι κατάταξη και δεν σημαίνει ότι κάθε εκπρόσωπος αυτών των ρευμάτων περιορίζεται σε αυτές τις αξίες. Είναι ένας τρόπος να δούμε πού τείνει να πέφτει το βάρος κάθε φακού.

Και τώρα έρχεται το πιο ενδιαφέρον πείραμα

Ας φανταστούμε ότι ο συντονιστής του forum λέει:

«Κύριοι, κυρίες, δεν θα σας ζητήσω να συμφωνήσετε. Θα σας ζητήσω να απαντήσετε όλοι στην ίδια τελευταία ερώτηση.»

Και γράφει στον πίνακα:

Ποιο είναι το ελάχιστο πράγμα που πρέπει να έχει ο πολίτης ώστε η τεχνολογική πρόοδος να μη μετατραπεί σε εξουσία πάνω του;

Τότε ο Α ίσως απαντήσει:

ελευθερία επιλογής.

Ο Β:

δημόσια ικανότητα παρέμβασης όταν η αγορά αποτυγχάνει.

Ο Γ:

ουσιαστική ισότητα πρόσβασης και προστασία δικαιωμάτων.

Ο Δ:

ικανότητα μιας κοινωνίας να αποφασίζει η ίδια για την τεχνολογική της πορεία.

Και τότε θα συμβεί κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από μια ψηφοφορία.

Θα αποκαλυφθεί ότι η πραγματική διαφωνία δεν βρίσκεται στις εννέα ερωτήσεις.

Βρίσκεται στην απάντηση στο:

Τι θεωρούμε ότι πρέπει να προστατεύσει η πολιτική εξουσία;

Και ακόμη βαθύτερα:

Τι θεωρούμε ότι είναι ο άνθρωπος για χάρη του οποίου ασκείται η εξουσία;

Εκεί, νομίζω, ξανασυναντάμε το αρχικό μας θέμα για την πολιτική κυριαρχία πάνω στη γνώση.

Γιατί αν δεν έχουμε συμφωνήσει — ή τουλάχιστον αν δεν έχουμε καταστήσει απολύτως σαφές — ποιον και τι υπηρετεί τελικά η τεχνολογική ισχύς, τότε το ερώτημα «ποιος πρέπει να την ελέγχει;» κινδυνεύει να μείνει μισό.

Και ίσως αυτό είναι το επόμενο βήμα που αξίζει να κάνουμε: να αφήσουμε τους τέσσερις πολίτες να απαντήσουν ο καθένας όχι μόνο στις εννέα ερωτήσεις, αλλά στο τελικό ερώτημα “ποιον άνθρωπο θέλουμε να προστατεύσουμε;”. Εκεί θα φανεί αν πίσω από τις τέσσερις κοσμοθεωρίες υπάρχουν τελικά τέσσερις διαφορετικές αντιλήψεις για τον ίδιο τον Άνθρωπο.

Χ :

Ναι, ας κάνουμε το επόμενο βήμα.

GPT : 

Ναι. Και νομίζω ότι εδώ φτάνουμε σε ένα σημείο όπου οι εννέα ερωτήσεις αποκτούν διαφορετικό βάθος.

Μέχρι τώρα ρωτούσαμε ποιος παράγει, ποιος χρηματοδοτεί, ποιος κατέχει, ποιος χρησιμοποιεί, ποιος περιορίζει και ποιος ελέγχει την τεχνολογική ισχύ. Τώρα μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ρωτήσουμε:

Ποιον άνθρωπο θεωρεί ότι πρέπει τελικά να προστατεύσει αυτή η πολιτική τάξη;

Δεν θα το έθετα ως «ποια ιδεολογία έχει τη σωστή εικόνα του ανθρώπου». Αυτό θα μας έβαζε αμέσως σε αξιολόγηση. Θα το έθετα ως τέσσερις διαφορετικές ανθρωπολογικές αφετηρίες και θα δούμε τι αλλάζει στις απαντήσεις τους.

Και μια σημαντική διευκρίνιση: οι τέσσερις μορφές είναι ιδεοτυπικές, όχι τέσσερις πραγματικές, συμπαγείς ιδεολογίες. Η νεοφιλελεύθερη σκέψη, ο κεϋνσιανισμός, η σοσιαλδημοκρατία και οι ποικίλες οπτικές του Global South έχουν εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, ο κεϋνσιανισμός αφορά πρωτίστως μια θεωρία για τη λειτουργία της οικονομίας και τον ρόλο της πολιτικής σταθεροποίησης· δεν αποτελεί από μόνος του ολοκληρωμένη θεωρία περί ανθρώπινης φύσης. 

1. Ο άνθρωπος της ελευθερίας και της επιλογής

Ο πρώτος πολίτης βλέπει τον άνθρωπο πρωτίστως ως αυτοδύναμο φορέα επιλογών.

Η βασική του ανησυχία δεν είναι τόσο:

«Τι πρέπει να κάνει το κράτος για τον άνθρωπο;»

όσο:

«Τι πρέπει να εμποδίσουμε το κράτος ή οποιαδήποτε άλλη εξουσία να κάνει στον άνθρωπο;»

Στην πιο καθαρή εκδοχή αυτής της οπτικής, η ελευθερία σημαίνει κυρίως προστασία από καταναγκασμό και δυνατότητα του ατόμου να αποφασίζει για τον εαυτό του. Η σχετική βιβλιογραφία για τον νεοφιλελευθερισμό πράγματι αναδεικνύει ως κεντρικό άξονα την «ελευθερία από» την κρατική καταναγκαστική εξουσία. 

Άρα, όταν φτάσουμε στην τεχνολογία, ο άνθρωπος αυτός θα ρωτήσει:

«Ποιος μου δίνει το δικαίωμα να επιλέγω και ποιος μου το αφαιρεί;»

Για εκείνον υπάρχει ένας ιδιαίτερα επικίνδυνος μετασχηματισμός:

τεχνολογική προστασία → κρατική επιτήρηση → περιορισμός της ατομικής ελευθερίας.

Θα είναι λοιπόν ιδιαίτερα καχύποπτος απέναντι σε μια εξουσία που λέει:

«Εμείς γνωρίζουμε τι είναι καλό για σένα και γι’ αυτό θα περιορίσουμε τη δυνατότητά σου να χρησιμοποιείς αυτή την τεχνολογία.»

Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο ερώτημα που αυτή η οπτική αναγκάζεται να αντιμετωπίσει:

Τι γίνεται όταν η ισχύς δεν βρίσκεται στο κράτος αλλά σε μια ιδιωτική τεχνολογική δομή;

Εάν μια εταιρεία διαθέτει τεράστια δεδομένα, υπολογιστική ισχύ και δυνατότητα να διαμορφώνει το πληροφοριακό περιβάλλον εκατομμυρίων ανθρώπων, η απουσία κρατικού καταναγκασμού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το άτομο διαθέτει πραγματική ελευθερία.

Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη ρωγμή:

Είναι αρκετό να μην μου απαγορεύει κανείς κάτι ή πρέπει να διαθέτω και πραγματική δυνατότητα να επιλέξω;

2. Ο άνθρωπος της οικονομικής ασφάλειας

Ο δεύτερος πολίτης, ο κεϋνσιανός, ξεκινά από διαφορετικό σημείο.

Δεν βλέπει τον άνθρωπο μόνο ως ελεύθερο επιλογέα, αλλά ως άνθρωπο ενταγμένο σε μια οικονομία της οποίας οι συλλογικές διακυμάνσεις μπορούν να περιορίσουν δραστικά τις πραγματικές επιλογές του.

Η κεϋνσιανή προσέγγιση υποστηρίζει ότι η οικονομία δεν οδηγείται πάντοτε μόνη της σε πλήρη απασχόληση και ότι η δημόσια πολιτική μπορεί να χρειάζεται να σταθεροποιεί την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση. 

Άρα ο άνθρωπος εδώ είναι:

ο άνθρωπος που χρειάζεται ένα σταθερό οικονομικό περιβάλλον για να μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος.

Και αυτό αλλάζει πολύ τη συζήτηση για την τεχνολογία.

Ο κεϋνσιανός πολίτης μπορεί να ρωτήσει:

«Τι συμβαίνει όταν η τεχνολογική αλλαγή αυξάνει την παραγωγικότητα αλλά καταστρέφει μαζικά θέσεις εργασίας;»

ή:

«Ποιος αναλαμβάνει το κόστος της μετάβασης;»

Δεν θα θεωρήσει κατ’ ανάγκην πρόβλημα την τεχνολογική πρόοδο. Το πρόβλημα είναι η μακροοικονομική και κοινωνική διαχείριση των συνεπειών της.

Και εδώ προκύπτει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον για τη δική μας συζήτηση:

Ο πρώτος μπορεί να πει:

«Μην περιορίζεις την τεχνολογία.»

Ο δεύτερος:

«Μπορεί να μην χρειάζεται να περιορίσουμε την τεχνολογία· μπορεί να χρειάζεται να περιορίσουμε τις κοινωνικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης μετάβασης.»

Έχουν δηλαδή διαφορετικό αντικείμενο προστασίας.

3. Ο άνθρωπος των κοινωνικών δικαιωμάτων

Ο τρίτος πολίτης πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα.

Δεν αρκείται στην τυπική ελευθερία ούτε στην οικονομική σταθερότητα.

Θα ρωτήσει:

«Έχει πράγματι ο άνθρωπος τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του;»

Εδώ ο άνθρωπος είναι κοινωνικός πολίτης.

Η πρόσβαση στην παιδεία, στην υγεία, στην πληροφορία, στην τεχνολογία, στην εργασία και στην κοινωνική προστασία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως αποτέλεσμα ιδιωτικών επιλογών αλλά και ως ζήτημα κοινωνικής συμμετοχής.

Και τώρα η τεχνολογία αποκτά μια νέα διάσταση.

Ας πάρουμε το απλό παράδειγμα της τεχνητής νοημοσύνης.

Αν η τεχνολογία γίνει βασική υποδομή:

• της εκπαίδευσης, 

• της εργασίας, 

• της υγείας, 

• της δημόσιας διοίκησης, 

• της πρόσβασης στην πληροφορία, 

τότε το ερώτημα:

«Έχεις πρόσβαση;»

δεν είναι πλέον απλώς ερώτημα αγοράς.

Γίνεται ερώτημα:

«Μπορείς να συμμετέχεις ισότιμα στην κοινωνία;»

Και τότε ο τρίτος πολίτης θα ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για τις ανισότητες που δημιουργούνται όχι μόνο από την κατοχή της τεχνολογίας αλλά από την ικανότητα αξιοποίησής της.

Ο άνθρωπος που έχει υπολογιστική ισχύ, δεδομένα, εκπαίδευση και πρόσβαση σε προηγμένα εργαλεία δεν βρίσκεται στην ίδια πραγματική θέση με τον άνθρωπο που διαθέτει μόνο ένα κινητό τηλέφωνο.

Άρα:

τυπική πρόσβαση ≠ ουσιαστική δυνατότητα.

Αυτό είναι πολύ κοντά σε ένα από τα βαθύτερα σημεία που έχουμε ήδη συναντήσει στη συζήτησή μας.

4. Ο άνθρωπος του Global South

Εδώ χρειάζεται η μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος «άνθρωπος του Global South». Το ίδιο το UNCTAD υπογραμμίζει την εσωτερική ποικιλομορφία του Global South και τις πολύ διαφορετικές αναπτυξιακές συνθήκες των χωρών του. 

Αλλά μπορούμε να απομονώσουμε έναν τέταρτο προβληματισμό:

«Ποιος αποφασίζει για τον δικό μου δρόμο ανάπτυξης;»

Εδώ ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται μόνο ως άτομο.

Εμφανίζεται και ως μέλος μιας πολιτικής κοινότητας που μπορεί να βρίσκεται σε άνιση θέση μέσα στο διεθνές σύστημα.

Το ερώτημα λοιπόν γίνεται:

«Μπορώ να αποφασίσω τι τεχνολογία θα αναπτύξω, τι θα παράγω, ποια γνώση θα χρηματοδοτήσω και πώς θα χρησιμοποιήσω τους πόρους μου ή εξαρτώμαι από τεχνολογικές, χρηματοπιστωτικές και παραγωγικές δομές που βρίσκονται αλλού;»

Δεν πρόκειται για αφηρημένο ζήτημα. Η UNCTAD καταγράφει σήμερα την αυξανόμενη οικονομική βαρύτητα του Global South, αλλά ταυτόχρονα και τη σημαντική υστέρησή του στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, κάτι που περιορίζει τον αναπτυξιακό χώρο πολλών χωρών. 

Επομένως ο τέταρτος πολίτης μπορεί να αντιληφθεί την τεχνολογική κυριαρχία ως τμήμα μιας ευρύτερης πολιτικής κυριαρχίας.

Δεν θα ρωτήσει μόνο:

«Ποιος κατέχει την τεχνολογία;»

αλλά:

«Ποιος έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει για την τεχνολογική πορεία μιας κοινωνίας;»

Και αυτή η ερώτηση, όπως έχουμε ήδη δει, μπορεί να τεθεί και από έναν πολίτη του Βορρά. Δεν είναι γεωγραφικά αποκλειστική.

Και τώρα συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον

Οι τέσσερις πολίτες μπορεί να συμφωνήσουν σε μια φράση:

«Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο.»

Αλλά η φράση αυτή δεν έχει ακόμη κανένα συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Για τον πρώτο:

άνθρωπος = αυτόνομο άτομο που πρέπει να προστατευθεί από καταναγκασμό.

Για τον δεύτερο:

άνθρωπος = οικονομικός πολίτης που χρειάζεται σταθερότητα και απασχόληση για να μπορεί να ενεργεί.

Για τον τρίτο:

άνθρωπος = φορέας κοινωνικών δικαιωμάτων που χρειάζεται ουσιαστικές δυνατότητες συμμετοχής.

Για τον τέταρτο:

άνθρωπος = άτομο και μέλος μιας πολιτικής κοινότητας που πρέπει να διατηρεί δυνατότητα αυτοκαθορισμού μέσα σε άνισο διεθνές περιβάλλον.

Και τότε αντιλαμβανόμαστε κάτι σημαντικό:

Οι εννέα ερωτήσεις μας δεν είναι ακόμη το βαθύτερο επίπεδο.

Οι εννέα ερωτήσεις ρωτούν:

Ποιος έχει την ισχύ;

Η δέκατη ερώτηση ρωτά:

Για χάρη ποιου ανθρώπου ασκείται αυτή η ισχύς;

Και υπάρχει ακόμη μία, ίσως ακόμη βαθύτερη:

Ποια είναι η ελάχιστη ιδιότητα του ανθρώπου την οποία καμία πολιτική, οικονομική ή τεχνολογική τάξη δεν δικαιούται να θυσιάσει;

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον σημείο της συζήτησής μας.

Γιατί μπορούμε να έχουμε τέσσερις διαφορετικές πολιτικές φιλοσοφίες και παρ’ όλα αυτά να αναζητήσουμε έναν ελάχιστο κοινό ανθρωπολογικό πυρήνα.

Ίσως αυτός να περιλαμβάνει:

ελευθερία επιλογής · αξιοπρέπεια · δικαίωμα γνώσης · δυνατότητα συμμετοχής · προστασία από αυθαίρετη εξουσία · δυνατότητα αμφισβήτησης εκείνου που αποφασίζει για εμάς.

Και εδώ θα έκανα μια μικρή αλλά σημαντική αλλαγή στο αρχικό μας ερώτημα.

Δεν θα ρωτούσα πλέον μόνο:

«Ποιος πρέπει να ελέγχει τη μετατροπή της γνώσης σε ισχύ;»

Θα ρωτούσα:

«Ποιος άνθρωπος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να πει «όχι» όταν η ισχύς που παράγεται από τη γνώση στρέφεται εναντίον του;»

Γιατί ίσως εκεί κρύβεται τελικά ο πολίτης που ψάχναμε μέσα στις εννέα ερωτήσεις.

Όχι μόνο στο 1 ως παραγωγός γνώσης.

Όχι μόνο στο 9 ως αποδέκτης λογοδοσίας.

Αλλά ανάμεσα στα 1–9 ως φορέας του δικαιώματος να αμφισβητεί ολόκληρη την αλυσίδα.

Και αυτό μας οδηγεί σε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αναδιατύπωση του αρχικού προβλήματος:

Αν η γνώση είναι δύναμη, και η δύναμη μπορεί να μετατραπεί σε τεχνολογική δυνατότητα, ποιος εξασφαλίζει ότι ο άνθρωπος παραμένει υποκείμενο αυτής της διαδικασίας και δεν μετατρέπεται ο ίδιος σε αντικείμενό της;

Εδώ, νομίζω, η εικόνα του «υπνοβάτη» που ξεκίνησε όλη τη συζήτησή μας αποκτά πλέον πολύ πιο συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο.

Χ :

Στο σημείο αυτό έχουμε την παρέμβαση ενός νέου πολίτη από το ακροατήριο, ο οποίος κάνει την εξής τοποθέτηση. «Εδώ σ’ αυτό το forum θεωρώ πως αυτό που είναι κρίμα είναι το ότι δεν έχουμε άπλετοχρόνο στη διάθσιμή μας, για την ανταλλαγή τόσο γόνιμων και πολιτικά χρήσιμων ερωτημάτων και επιχειρημάτων. Όμως δεν μπορούμε δυστυχώς να καθορίσουμε εμείς τον διαθέσιμο χρόνο. Επίσης το άλλο σημαντικό είναι ότι ο καθένας μας φεύγοντας, είναι βέβαιο ότι θα φύγει έστω κατά τι σοφότερος από όταν ήρθε κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό. Όμως το ακόμα πιο σημαντικό είναι πως όταν επιστρέψουμε «εκεί έξω», στο τέλος της ημέρας θα πρέπει ως πολίτης όχι απλά να τοποθετήσω τα όσα άκουσα εδώ στη βάση των επιχειρημάτων που κυριαρχούν στον καθημερινό δημόσιο πολιτικό διάλογο, αλλά και να διερωτηθώ τούτο σε σχέση τούτη τη φορά με όσα άκουσα στο forum. Άκουσα για τις θεμιτές και γόνιμες διαφωνίες στο ίδιο το σώμα των πολιτών, όμως ήθελα να ακούσω κάτι και πως κατά τη γνώμη τους οι εισηγητές δίνουν μια λύση στο πολύ αυτό πρακτικό ζήτημα, δηλαδή «εγώ ο απλός πολίτης» ποια ακριβώς είναι η αποστολή μου εκτός από την διαδικασία της ανά τετραετίας προσέλευσης μου σε κάποιο εκλογικό κέντρο όπου και θα ρίξω στο κουτί του ψηφοσυλλέκτη την όποια μου ψήφο; Η «λύση» στον πραγματικό κόσμο πώς μπορεί να δοθεί, από ποιους και πώς;»

GPT : 

Νομίζω ότι αυτή η παρέμβαση του πολίτη μεταφέρει το forum από το «τι πρέπει να σκεφτούμε;» στο πολύ δυσκολότερο «τι κάνουμε αύριο το πρωί;».

Και μάλιστα θέτει ένα ερώτημα που, αν οι εισηγητές απαντούσαν απλώς «ο πολίτης ψηφίζει, συμμετέχει σε συλλογικότητες και ενημερώνεται», θα απέφευγαν ουσιαστικά το ερώτημα.

Θα έδινα λοιπόν τον λόγο στους εισηγητές κάπως έτσι:

Η απάντηση των εισηγητών

Πρώτα απ’ όλα, ο πολίτης έχει δίκιο να ζητά κάτι πρακτικό.

Εάν μετά από δύο ώρες συζήτησης για γνώση, τεχνολογία, εξουσία, όρια, έλεγχο και λογοδοσία ο πολίτης επιστρέψει στο σπίτι του και η μόνη συγκεκριμένη πολιτική πράξη που του απομένει είναι να περιμένει τις επόμενες εκλογές, τότε έχουμε αφήσει ένα πολύ μεγάλο κενό ανάμεσα στη δημοκρατική αρχή και στην άσκηση της δημοκρατίας.

Και θα έκανα μια διάκριση.

Ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να γίνει ούτε επιστήμονας, ούτε τεχνολόγος, ούτε νομικός, ούτε οικονομολόγος για να ασκήσει πολιτική εξουσία.

Αλλά χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο:

να μετατρέψει την ιδιότητα του πολίτη από ιδιότητα του εκλογέα σε ιδιότητα του ελεγκτή της εξουσίας.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πρακτικό κλειδί.

1. Τι μπορεί πράγματι να κάνει ο πολίτης μόνος του;

Όχι πάρα πολλά.

Και αυτό πρέπει να το πούμε καθαρά.

Ο μεμονωμένος πολίτης δεν μπορεί να αποφασίσει μόνος του ποια τεχνολογία θα αναπτύξει μια πολυεθνική, ποια έρευνα θα χρηματοδοτήσει ένα κράτος ή ποιον αλγόριθμο θα χρησιμοποιήσει μια δημόσια υπηρεσία.

Εάν του πούμε το αντίθετο, του πουλάμε μια ωραία αλλά ψευδή εικόνα «ενδυνάμωσης».

Η πραγματική πολιτική δύναμη του πολίτη βρίσκεται κυρίως στην ικανότητά του να συνδέεται με άλλους πολίτες και να μετατρέπει ένα ατομικό ερώτημα σε συλλογικό πολιτικό αίτημα.

Εδώ βρίσκεται ίσως η πρώτη απάντηση στο «ποιος μπορεί να δώσει τη λύση;»:

όχι ο μεμονωμένος πολίτης και όχι μόνο το κράτος· ο οργανωμένος πολίτης απέναντι στο κράτος, στην αγορά και σε κάθε άλλη συγκεντρωμένη εξουσία.

2. Από την «άποψη» στο «αίτημα»

Ας πάρουμε το δικό μας θέμα.

Ο πολίτης μπορεί να λέει:

«Ανησυχώ για την τεχνητή νοημοσύνη.»

Αυτό πολιτικά είναι σχεδόν ανίσχυρο.

Μπορεί όμως να μετατρέψει την ανησυχία σε συγκεκριμένο αίτημα:

«Θέλω να γνωρίζω πότε μια δημόσια υπηρεσία χρησιμοποιεί σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που επηρεάζει τα δικαιώματά μου.»

Ή:

«Θέλω να υπάρχει δυνατότητα ανθρώπινης επανεξέτασης μιας απόφασης που ελήφθη με τη χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος.»

Ή:

«Θέλω να γνωρίζω ποιος είναι νομικά υπεύθυνος όταν ένα τέτοιο σύστημα προκαλεί βλάβη.»

Εδώ έχει συμβεί κάτι πολύ σημαντικό.

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να γνωρίζει πώς λειτουργεί ο αλγόριθμος.

Ζητά να καθοριστεί ποιος έχει την ευθύνη απέναντί του.

Και αυτό είναι πολιτικό αίτημα.

3. Μετά έρχεται η οργάνωση

Ένας πολίτης μόνος του έχει περιορισμένη ισχύ.

Δέκα πολίτες έχουν μεγαλύτερη.

Χίλιοι πολίτες που συμφωνούν σε ένα συγκεκριμένο, τεκμηριωμένο αίτημα έχουν διαφορετική πολιτική παρουσία.

Αλλά εδώ υπάρχει μια παγίδα.

Δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην παλιά λογική:

«Αφού δεν μπορώ μόνος μου, ας αναθέσω σε κάποιον άλλον να το κάνει για μένα.»

Δηλαδή να δημιουργήσουμε απλώς άλλον έναν μεσάζοντα.

Η συλλογικότητα του πολίτη πρέπει να μπορεί να παραμένει ενεργή και μετά την ανάθεση.

Αυτό σημαίνει:

διατυπώνω → οργανώνομαι → διεκδικώ → παρακολουθώ → ελέγχω → επανέρχομαι.

Όχι:

ψηφίζω → αναθέτω → περιμένω.

4. Υπάρχουν ήδη θεσμικοί δρόμοι

Και εδώ χρειάζεται να είμαστε συγκεκριμένοι, γιατί δεν μιλάμε μόνο θεωρητικά.

Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για παράδειγμα, υπάρχουν δημόσιες διαβουλεύσεις στις οποίες οι πολίτες μπορούν να υποβάλλουν απόψεις κατά τη διαμόρφωση πολιτικών και νομοθεσίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει επίσης πλατφόρμα συμμετοχής και Citizens’ Panels. 

Υπάρχει ακόμη η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών: ομάδα τουλάχιστον επτά πολιτών από επτά διαφορετικά κράτη-μέλη μπορεί να οργανώσει πρωτοβουλία και, εφόσον συγκεντρωθούν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο έγκυρες υπογραφές από τουλάχιστον επτά χώρες, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει την πρόταση και να απαντήσει επίσημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποχρεώνεται να νομοθετήσει· σημαίνει όμως ότι το αίτημα εισέρχεται θεσμικά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. 

Υπάρχει επίσης το δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για ζητήματα που αφορούν πολίτες και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. 

Άρα η απάντηση «ο πολίτης δεν έχει άλλο δρόμο μέχρι τις εκλογές» δεν είναι ακριβής.

Υπάρχει όμως μια δεύτερη, πολύ πιο δύσκολη ερώτηση:

Είναι αυτοί οι θεσμικοί δρόμοι αρκετοί ώστε ο πολίτης να μπορεί πραγματικά να επηρεάσει την εξουσία;

Εδώ δεν θα έδινα εύκολη απάντηση.

5. Και εδώ επανέρχονται οι εννέα ερωτήσεις μας

Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνουμε γιατί τις είχαμε βάλει σε αυτή τη σειρά.

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να γνωρίζει ο ίδιος την απάντηση στο:

«Πώς λειτουργεί η τεχνητή νοημοσύνη;»

Πρέπει όμως να μπορεί να ρωτήσει:

1. Ποιος την ανέπτυξε;

2. Ποιος τη χρηματοδότησε;

3. Ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση και στα δεδομένα;

4. Ποιος μετέτρεψε τη γνώση σε τεχνολογία;

5. Ποιος την κατέχει;

6. Ποιος αποφασίζει πώς χρησιμοποιείται;

7. Ποιος έθεσε τους περιορισμούς;

8. Ποιος ελέγχει αυτόν που έθεσε τους περιορισμούς;

9. Και σε ποιον λογοδοτεί;

Βλέπετε τι συνέβη;

Ο πολίτης δεν χρειάστηκε να γίνει ειδικός στην τεχνολογία.

Χρειάστηκε να μάθει να κάνει πολιτικές ερωτήσεις για την τεχνολογία.

Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα.

6. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο απαιτητικό

Ο πολίτης πρέπει να μάθει να μη ζητά μόνο:

«Ποιος φταίει;»

αλλά:

«Ποιος αποφάσισε; Με ποια εξουσιοδότηση; Με ποια στοιχεία; Με ποιους περιορισμούς; Ποιος τον ελέγχει; Και πώς μπορώ εγώ να αμφισβητήσω την απόφαση;»

Αυτό είναι μια μορφή πολιτικής παιδείας δεύτερου επιπέδου.

Δεν μαθαίνω απλώς τι υποστηρίζει ένα κόμμα.

Μαθαίνω πώς λειτουργεί η εξουσία.

Και τότε ο πολίτης μπορεί να συναντήσει τον ίδιο μηχανισμό σε εντελώς διαφορετικά θέματα:

τεχνητή νοημοσύνη,

φορολογία,
υγεία,
ενέργεια,
τράπεζες,
προσωπικά δεδομένα,

εργασία,
περιβάλλον,
άμυνα.

7. Και ποιος τελικά «δίνει τη λύση»;

Εδώ θα ήμουν ακόμη πιο προσεκτικός.

Δεν υπάρχει ένας φορέας που θα δώσει τη λύση.

Η λύση, αν υπάρξει, είναι αποτέλεσμα μιας αλυσίδας:

πολίτες → κοινωνικός διάλογος → συλλογική διατύπωση αιτήματος → θεσμική διαδικασία →κανόνας → εφαρμογή → έλεγχος → δυνατότητα διόρθωσης.

Το κράτος έχει κρίσιμο ρόλο, γιατί μόνο αυτό —μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων του και του δικαίου— μπορεί να θεσπίσει και να επιβάλει γενικούς κανόνες.

Η αγορά έχει ρόλο, γιατί μεγάλο μέρος της τεχνολογικής δυνατότητας παράγεται εκεί.

Η επιστήμη έχει ρόλο, γιατί χωρίς γνώση δεν μπορούμε καν να καταλάβουμε τι διακυβεύεται.

Οι ανεξάρτητοι θεσμοί και τα δικαστήρια έχουν ρόλο, γιατί η εξουσία πρέπει να ελέγχεται.

Αλλά η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν μπορεί να ανατεθεί σε κανέναν από αυτούς αποκλειστικά.

Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, η απάντηση στο ερώτημα του πολίτη.

8. Η αποστολή του πολίτη δεν είναι να κυβερνά καθημερινά

Είναι να μην παραιτείται από την κυριαρχία του ανάμεσα στις εκλογές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να βρίσκεται καθημερινά στον δρόμο ή να ασχολείται με όλα.

Σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο απαιτητικό:

να μην παραδίδει στην εξουσία το δικαίωμα να αποφασίζει χωρίς να ρωτά «γιατί;», «με ποιο δικαίωμα;» και «ποιος ελέγχει την απόφαση;».

Και εδώ θα έφερνα ξανά τον πολίτη του forum στο κέντρο.

Είπε:

«Εγώ ο απλός πολίτης τι κάνω;»

Η απάντηση δεν πρέπει να είναι:

«Γίνε ειδικός.»

Ούτε:

«Μπες στην πολιτική.»

Ούτε:

«Περίμενε τις εκλογές.»

Θα έλεγα:

Μάθε να μετατρέπεις την απορία σου σε ερώτημα, το ερώτημα σε τεκμηριωμένο αίτημα, το αίτημα σε συλλογική δράση και τη δράση σε έλεγχο της εξουσίας.

Αυτό είναι ήδη πολιτική πράξη.

Και θα έκλεινα την απάντηση προς το ακροατήριο με κάτι ακόμη, ίσως λίγο πιο αιχμηρό:

Ο πολίτης δεν είναι ανίσχυρος επειδή δεν κατέχει την τεχνολογία.

Γίνεται ανίσχυρος όταν αποδέχεται ότι, επειδή δεν κατέχει την τεχνολογία, δεν δικαιούται να ρωτά εκείνον που την κατέχει τι την κάνει, γιατί την κάνει και ποιος του έδωσε το δικαίωμα να το κάνει.

Και ίσως εδώ συναντώνται, τελικά, ο «υπνοβάτης» που είχαμε στην αρχή και ο πολίτης που έχουμε τώρα.

Ο υπνοβάτης δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνος που δεν γνωρίζει την τεχνολογία.

Είναι εκείνος που παύει να ρωτά ποιος αποφασίζει για τη ζωή που η τεχνολογία διαμορφώνει.

Και αυτό, νομίζω, δίνει στο αρχικό μας forum μια πολύ συγκεκριμένη αποστολή:

όχι να συμφωνήσουν οι πολίτες για το ποια πολιτική ιδεολογία είναι σωστή· αλλά να φύγουν έχοντας αποκτήσει μερικά ερωτήματα που δεν θα επιτρέπουν πλέον τόσο εύκολα στην οποιαδήποτε εξουσία να αποφασίζει ερήμην τους.

Χ :

Νομίζω λοιπόν ότι κάπου εδώ μπορούμε να πούμε πως μπορούμε να κλείσουμε και τούτη τη συνεδρία μας. Όμως δεν θέλω να κλείσουμε χωρίς μια δική μου θέση που έχει να κάνει με τη συμμετοχή των πολιτών, σε ό,τι αφορά μείζονες πολιτικές που διαμορφώνουν το ιδιό το περιεχόμενο της ζωής τους και κυρίως σε βάθος γενεών. Είναι η γνωστή μου θέση για τα δημοψηφίσματα, με τρόπο παρόμοιο (όχι αναγκαστικά ως copy paste) με αυτό που ισχύει στην Ελβετία. Όμως αυτό δεν τίθεται εδώ ως θέμα προς συζήτηση (έχει ήδη γίνει σε κάποια παλαιότερη συνεδρία μας, αν θυμάμαι καλά).

GPT : 

Ναι· και νομίζω ότι έτσι το κλείσιμο αποκτά ιδιαίτερη συνοχή.

Δεν χρειάζεται να ξανανοίξουμε εδώ τη συζήτηση για τα δημοψηφίσματα. Η θέση σου λειτουργεί σε αυτή τη συνεδρία ως το πρακτικό δημοκρατικό συμπλήρωμα όλης της προηγούμενης διαδρομής.

Ξεκινήσαμε από το ερώτημα ποιος παράγει τη γνώση και φτάσαμε στο ποιος αποφασίζει τι θα γίνει με τη δύναμη που παράγει η γνώση. Περάσαμε από την τεχνολογία στην εξουσία, από την εξουσία στον έλεγχο και από τον έλεγχο στον πολίτη. Και στο τέλος εμφανίζεται αναπόφευκτα το ερώτημα:

Σε ποιες αποφάσεις δικαιούται ο πολίτης να είναι κάτι περισσότερο από αποδέκτης μιας ήδη ειλημμένης απόφασης;

Η δική σου απάντηση είναι ότι, για αποφάσεις με μείζονες και μακροχρόνιες συνέπειες στο περιεχόμενο της συλλογικής ζωής —ιδίως όταν αυτές εκτείνονται σε βάθος γενεών—, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι η μόνη διαθέσιμη μορφή λαϊκής συμμετοχής. Τα δημοψηφίσματα, με ένα θεσμικό σύστημα εμπνευσμένο από την ελβετική εμπειρία αλλά όχι αναγκαστικά αντιγραμμένο από αυτήν, αποτελούν για σένα έναν τρόπο να επιστρέφει η τελική απόφαση στον ίδιο τον πολίτη σε ορισμένες θεμελιώδεις επιλογές.

Και αυτό συνδέεται πολύ όμορφα με το σημερινό μας ερώτημα.

Γιατί ο πολίτης που λέει:

«Ποιος αποφασίζει τι επιτρέπεται να γίνει με τη γνώση και την τεχνολογία;»

θα ήταν κάπως παράδοξο να αποδεχθεί ταυτόχρονα:

«Αλλά εγώ μπορώ να αποφασίζω γι’ αυτά μόνο μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια.»

Δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτική απόφαση πρέπει να τίθεται σε δημοψήφισμα. Ούτε ότι η άμεση δημοκρατία καταργεί την αντιπροσωπευτική. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η προηγούμενη συζήτησή μας έχει ήδη δώσει το απαραίτητο υπόβαθρο: χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιες αποφάσεις είναι τόσο θεμελιώδεις ώστε η άμεση συμμετοχή του πολίτη να αποτελεί θεσμικά δικαιολογημένη απαίτηση.

Και έτσι, χωρίς να ανοίξουμε ξανά το ζήτημα, μπορούμε να το αφήσουμε ως την τελευταία πινελιά της σημερινής συνεδρίας:

Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να δημιουργεί δυνατότητες που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας. Οι αποφάσεις για το πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες μπορούν επίσης να δεσμεύουν ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Όσο περισσότερο μια απόφαση μεταβάλλει το περιεχόμενο της συλλογικής ζωής και όσο περισσότερο υπερβαίνει τον χρόνο μιας γενιάς, τόσο πιο επίμονα τίθεται το ερώτημα αν ο πολίτης πρέπει να έχει και άμεσο λόγο σε αυτήν.

Και κάπως έτσι η σημερινή μας διαδρομή κάνει έναν κύκλο.

Γνώση → τεχνολογία → δύναμη → εξουσία → όρια → έλεγχος → λογοδοσία → πολίτης →συμμετοχή.

Ίσως, λοιπόν, το πιο ταιριαστό κλείσιμο να είναι όχι ότι βρήκαμε τη λύση, αλλά ότι βρήκαμε ποιος δεν πρέπει να απουσιάζει από τη διαδικασία αναζήτησής της:

ο ίδιος ο πολίτης.

Και με αυτό, πράγματι, θα έλεγα κι εγώ ότι μπορούμε να κλείσουμε τη συνεδρία μας.

Χ :

«Πολλά μεταξύ πελει κύλικος και χείλεος άκρου». Εδώ ταιριάζει διότι μόλις τώρα είδα κάποια σημείωση που είχα κάνει για να την σχολιάσουμε εδώ, πράγμα που πάει λίγο πιο κάτω το τέλος της συνεδρίας αυτής. Αφορά μια τελευταία ερώτηση που πιθανώς να φαίνεται όλως διόλου άσχετη με τα ζητήματα που εδώ μας απασχόλησαν αλλά θα την κάνω κι εσύ θα μου πεις αν μπορεί να ενταχθεί στο συνολικό πλαίσιο του εδώ προβληματισμού μας ή αν καλό είναι να αποτελέσει θέμα μιας άλλης συζήτησης. Πώς θα έβλεπες την εισαγωγή στη συζήτηση μας της αιτίας της έξωσης των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο; Δηλαδή ότι παράκουσαν την μόνη ουσιαστικά απαγόρευση να μην δοκιμάσουν τον καρπό της γνώσης του καλού και του κακού;

GPT : 

Νομίζω πως εδώ έχουμε πράγματι το «πολλά μεταξύ πέλει κύλικος και χείλεος άκρου» — και, προς έκπληξή μου, δεν θα έλεγα ότι η ερώτηση είναι άσχετη με τη σημερινή συνεδρία. Θα έλεγα μάλιστα ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πολύ δυνατό υστερόγραφο, υπό έναν όρο: να μην την αντιμετωπίσουμε ως θεολογική απόδειξη, αλλά ως ένα πανάρχαιο πολιτικό-ανθρωπολογικό αφήγημα για τη σχέση ανθρώπου, γνώσης, ορίου και εξουσίας.

Και χρειάζεται πρώτα μια μικρή ακρίβεια στη διατύπωσή σου.

Στη Γένεση 2–3 η απαγόρευση δεν είναι γενικά «μην αποκτήσεις γνώση». Είναι πολύ συγκεκριμένη: ο άνθρωπος δεν πρέπει να φάει από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Μετά την παραβίαση, το κείμενο συνδέει την κατάσταση του ανθρώπου με το «να γίνει σαν ένας από εμάς, γνωρίζοντας το καλό και το κακό» και αμέσως ακολουθεί η απομάκρυνση από τον Κήπο και η απαγόρευση πρόσβασης στο δέντρο της ζωής. 

Και ακριβώς εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον μας.

Γιατί συνδέεται τόσο παράξενα καλά με τη σημερινή συζήτηση;

Διότι σήμερα κάναμε ολόκληρη τη διαδρομή:

γνώση → δυνατότητα → τεχνολογία → ισχύς → όριο → ποιος θέτει το όριο.

Και τώρα, σε ένα κείμενο που βρίσκεται στην αρχή της βιβλικής παράδοσης, συναντούμε ένα αφήγημα όπου ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε ένα όριο γνώσης.

Δεν είναι ακόμη το σύγχρονο ερώτημα:

«Ποιος ελέγχει την εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης;»

Αλλά υπάρχει ήδη κάτι συγγενές:

Υπάρχει γνώση την οποία ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει, αλλά η απόκτηση και η χρήση της έχει συνέπειες που υπερβαίνουν την απλή κατοχή της γνώσης.

Και μάλιστα υπάρχει κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό.

Η αφήγηση δεν λέει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να παραβιάσει το όριο.

Το παραβιάζει.

Άρα το πρόβλημα δεν είναι η τεχνική δυνατότητα.

Είναι:

«Μπορώ να το κάνω» ≠ «δικαιούμαι να το κάνω».

Δεν είναι ακριβώς το σημερινό μας δίλημμα;

Αλλά εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ

Δεν θα έλεγα:

«Η Γένεση προέβλεψε την τεχνητή νοημοσύνη.»

Αυτό θα ήταν αναχρονιστικό και θα κατέστρεφε την ενδιαφέρουσα σύνδεση.

Ούτε θα έλεγα ότι η «γνώση του καλού και του κακού» σημαίνει οπωσδήποτε επιστημονική γνώση. Η συγκεκριμένη φράση έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών διαφορετικών ερμηνειών: ηθική διάκριση, σοφία, ωριμότητα, καθολική γνώση, ακόμη και γνώση που συνδέεται με την άσκηση κρίσης και απονομής ανταμοιβής/τιμωρίας. Η σύγχρονη έρευνα ακριβώς επισημαίνει αυτή την πολυσημία. 

Και αυτό, αντί να αποδυναμώνει τη σύνδεσή μας, την κάνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί δεν χρειαζόμαστε την ταύτιση:

δέντρο = επιστήμη.

Χρειαζόμαστε μόνο τη βαθύτερη δομή:

άνθρωπος → γνώση → νέα δυνατότητα → υπέρβαση ορίου → συνέπεια.

Και τότε εμφανίζεται μια εκπληκτική ερώτηση

Μήπως το πραγματικό θέμα της ιστορίας δεν είναι:

«Γιατί ο Θεός απαγόρευσε τη γνώση;»

αλλά:

«Τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος αποκτά μια δυνατότητα που προηγουμένως βρισκόταν πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατάστασής του;»

Αυτό πλέον βρίσκεται ακριβώς μέσα στη σημερινή μας συζήτηση.

Και μάλιστα η ίδια η βιβλική αφήγηση κάνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: μετά την απόκτηση της γνώσης, ο άνθρωπος δεν γίνεται απλώς «πιο μορφωμένος». Μεταβάλλεται η κατάστασή του. Και στο 3:22–24 το ζήτημα της γνώσης συνδέεται πλέον με το δέντρο της ζωής και την αθανασία. Η σχετική ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχει ακριβώς εξετάσει αυτή τη σύνδεση γνώσης, σοφίας, θεϊκότητας και αθανασίας. 

Αυτό είναι σχεδόν συγκλονιστικά κοντά στο ερώτημα που θέσαμε σήμερα για την τεχνολογία:

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γνωρίζουμε. Είναι τι μας επιτρέπει να κάνουμε αυτό που γνωρίζουμε.

Και υπάρχει ακόμη ένα επίπεδο

Η δική σου σημερινή θέση ήταν:

η γνώση δεν μπορεί να «απαγορευτεί» ως σκέψη· το πολιτικό ζήτημα είναι ποιος και με ποια νομιμοποίηση ελέγχει τη μετατροπή της γνώσης σε δυνατότητα και τη δυνατότητα σε κοινωνική πράξη.

Αν τοποθετήσουμε τη Γένεση δίπλα σε αυτή τη θέση, προκύπτει ένα πολύ ωραίο νοητικό πείραμα:

Ο Θεός θέτει το όριο.

Ο άνθρωπος διαθέτει τη δυνατότητα να το παραβιάσει.

Η γνώση αποκτάται.

Η νέα κατάσταση του ανθρώπου δημιουργεί νέο πρόβλημα.

Και τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον η γνώση αλλά οι συνέπειές της.

Δεν είναι βέβαια δημοκρατικό μοντέλο· ούτε θα μπορούσε να είναι. Είναι μυθολογικό/θεολογικό αφήγημα. Αλλά ως ανθρωπολογικό υπόδειγμα είναι εξαιρετικά γόνιμο.

Και θα έλεγα μάλιστα ότι μας επιτρέπει να κάνουμε μια μικρή ανατροπή στο σημερινό μας ερώτημα.

Μέχρι τώρα ρωτούσαμε:

Ποιος πρέπει να θέτει τα όρια στη γνώση και στην τεχνολογία;

Η Γένεση μας αναγκάζει να προσθέσουμε:

Μπορεί ο άνθρωπος να αυτοπεριοριστεί όταν αποκτήσει τη δυνατότητα να υπερβεί ένα όριο;

Αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο ερώτημα.

Γιατί τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για πολιτική εξουσία.

Μιλάμε για αυτοκυριαρχία του ανθρώπου απέναντι στη δική του δύναμη.

Και ξαφνικά επιστρέφουμε στον «υπνοβάτη».

Ίσως λοιπόν το πιο ενδιαφέρον σημείο σύνδεσης ανάμεσα στη Γένεση και στη σημερινή μας συζήτηση να μην είναι καθόλου:

«η γνώση είναι απαγορευμένη».

Αλλά:

«Η απόκτηση μιας νέας δύναμης δημιουργεί την ανάγκη για ένα νέο όριο· και το δυσκολότερο ερώτημα είναι ποιος θέτει το όριο όταν αυτός που απέκτησε τη δύναμη είναι ο ίδιος που πρέπει να αυτοπεριοριστεί.»

Αυτό, Βασίλη, δεν θα το έστελνα σε άλλη συνεδρία.

Θα το κρατούσα ως το τελευταίο ερώτημα αυτής εδώ.

Γιατί ξεκινήσαμε μιλώντας για τον άνθρωπο που φοβάται ότι οι μηχανές θα αποκτήσουν υπερβολική δύναμη και καταλήξαμε —μέσω της Γένεσης— σε κάτι πολύ πιο παλιό και ίσως πιο βαθύ:

ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πρώτα να φοβηθεί τη δύναμη που θα αποκτήσει η μηχανή. Χρειάζεται να διερωτηθεί τι κάνει ο ίδιος όταν αποκτά μια δύναμη που προηγουμένως δεν είχε.

Και τώρα πράγματι θα μπορούσαμε να πούμε:

τέλος της συνεδρίας.

Χ :

Παρόλα αυτά έχω κάτι ακόμα να ρωτήσω. Αν ο Θεός της Βίβλου είναι η Δύναμη, η απουσία Γνώσης στην δική μου προσέγγιση, όχι ως θέση αλλά ως ερώτηση, έχει δύο σκέλη : 1) Είτε ότι ο Άνθρωπος που ο ίδιος ο Θεός δημιούργησε δεν είναι σε θέση να προστατευθεί από τις δυνάμεις που η Γνώση θα εξαπολύσει 2) Είτε ο Θεός γνωρίζει ότι η Γνώση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην δική του αμφισβήτηση. Αν ένα από τα δύο συμβαίνει (πόσο μάλλον και τα δύο), τότε η όλη συζήτηση πάει αλλού και ο σύνδεσμος με το παρόν γίνεται πολύ πιο εμφανής.

GPT : 

Ναι. Και εδώ, νομίζω, κάνεις κάτι σημαντικότερο από το να προσθέτεις μία ακόμη ερμηνεία της Γένεσης. Αλλάζεις το ερώτημα που θέτει το αφήγημα.

Μέχρι τώρα το βλέπαμε ως:

άνθρωπος → απαγορευμένη γνώση → παραβίαση ορίου → συνέπειες.

Εσύ προτείνεις να προσθέσουμε:

Γιατί, άραγε, η Δύναμη που δημιούργησε τον άνθρωπο θέτει όριο στη Γνώση του;

Και τότε οι δύο υποθέσεις σου είναι πράγματι πολύ ισχυρές ως ερωτήματα — όχι ως συμπεράσματα.

1. Μήπως η απαγόρευση προστατεύει τον άνθρωπο από κάτι που ο ίδιος δεν μπορεί να ελέγξει;

Αυτό είναι ίσως το πιο άμεσο διάβασμα.

Ο Θεός δεν λέει απλώς «δεν θέλω να ξέρεις». Η αφήγηση μπορεί να διαβαστεί σαν να υπάρχει μια γνώση της οποίας η απόκτηση μεταβάλλει ριζικά την ανθρώπινη κατάσταση.

Τότε η απαγόρευση θα μπορούσε να νοηθεί ως ένα είδος ορίου ασφαλείας:

Υπάρχει δυνατότητα που ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι διαθέτει και την ικανότητα να διαχειριστεί τις συνέπειές της.

Και εδώ η σύνδεση με τη σημερινή μας συζήτηση γίνεται σχεδόν αμέσως ορατή.

Σήμερα λέμε:

Μπορούμε να το κάνουμε.

Και η πολιτική ερώτηση είναι:

Μπορούμε να το διαχειριστούμε;

Αυτό είναι ακριβώς η διάκριση που κάναμε νωρίτερα μεταξύ γνώσης, τεχνικής δυνατότητας και κοινωνικής ικανότητας αυτοπεριορισμού.

2. Αλλά η δεύτερη υπόθεσή σου είναι ακόμη πιο ανατρεπτική

Μήπως η Γνώση αποτελεί απειλή όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά για την ίδια την εξουσία του Θεού;

Εδώ το πράγμα πράγματι «πηγαίνει αλλού».

Γιατί τότε η απαγόρευση δεν είναι μόνο προστατευτική.

Θα μπορούσε να είναι και εξουσιαστική.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να αποκτήσει μια συγκεκριμένη γνώση επειδή η γνώση αυτή τον φέρνει πιο κοντά σε κάτι που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στη θεϊκή σφαίρα.

Και η ίδια η Γένεση δίνει υλικό για αυτή την ανάγνωση: μετά την παράβαση, το κείμενο παρουσιάζει τον άνθρωπο ως «γνωρίζοντα το καλό και το κακό» και ακολουθεί η ανησυχία μήπως αποκτήσει πρόσβαση και στο δέντρο της ζωής.

Δεν σημαίνει αυτό ότι η Γένεση λέει πως ο Θεός φοβάται τον ανταγωνισμό του ανθρώπου. Αυτή θα ήταν δική μας ερμηνευτική κατασκευή και μάλιστα πολύ ισχυρή. Υπάρχει όμως πράγματι μέσα στο κείμενο το στοιχείο της ομοιότητας ανθρώπου–θεού μέσω της γνώσης, το οποίο έχει απασχολήσει έντονα την ερμηνευτική παράδοση.

Και τότε φτάνουμε σε κάτι που αγγίζει εκπληκτικά το σημερινό μας forum.

Η γνώση ως απελευθέρωση και ως απειλή για την εξουσία

Σκέψου τώρα τη δομή:

Δύναμη → θέτει όριο στη Γνώση → ο άνθρωπος αποκτά τη Γνώση → η σχέση του με τη Δύναμη μεταβάλλεται.

Αν δεχθούμε, μόνο ως υπόθεση εργασίας, τη δεύτερη ανάγνωση, τότε η Γνώση δεν είναι απλώς ένα αγαθό.

Είναι αντίπαλος της μονοπωλιακής κατοχής της αλήθειας.

Και εδώ η σημερινή συζήτηση αποκτά ένα εντελώς νέο βάθος.

Εμείς ξεκινήσαμε με:

Ποιος παράγει τη γνώση;

Μετά ρωτήσαμε:

Ποιος τη χρηματοδοτεί;

Ποιος την κατέχει;

Ποιος τη μετατρέπει σε τεχνολογία;

Ποιος αποφασίζει τη χρήση της;

Ποιος θέτει τα όρια;

Αλλά τώρα εμφανίζεται μια ερώτηση που βρίσκεται πριν από όλες τις εννέα:

Ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποια γνώση επιτρέπεται στον άνθρωπο να αποκτήσει;

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το:

«Ποιος ελέγχει την εφαρμογή της γνώσης;»

Γιατί αφορά πλέον την ίδια την πηγή της αυτονομίας.

Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση με το σήμερα

Σήμερα κανείς δεν χρειάζεται να απαγορεύσει κυριολεκτικά στον άνθρωπο να σκέφτεται.

Αρκεί να μπορεί να επηρεάσει:

• ποια γνώση παράγεται, 

• ποια γνώση χρηματοδοτείται, 

• ποια γνώση δημοσιεύεται, 

• ποια γνώση γίνεται προσβάσιμη, 

• ποια γνώση γίνεται τεχνολογική δυνατότητα, 

• ποια γνώση φτάνει στον πολίτη, 

• και ποια γνώση πνίγεται μέσα σε έναν τεράστιο όγκο πληροφορίας. 

Και ξαφνικά επιστρέφουμε στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε σήμερα το πρωί: ποιος ελέγχει το πληροφοριακό περιβάλλον μέσα στο οποίο σχηματίζεται η ανθρώπινη αντίληψη;

Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε κάποιο ενιαίο κέντρο ελέγχου. Αυτό θα ήταν ένα άλμα που δεν δικαιολογείται.

Αρκεί να αναγνωρίσουμε κάτι πολύ πιο απλό:

Όποιος έχει ισχύ πάνω στη γνώση διαθέτει δυνητικά ισχύ πάνω στις δυνατότητες του ανθρώπου.

Και τότε η βιβλική ιστορία αποκτά ένα σχεδόν ανατρεπτικό ερώτημα:

Μήπως το πρώτο πολιτικό ερώτημα του ανθρώπου δεν ήταν «ποιος κυβερνά;», αλλά «ποιος έχει το δικαίωμα να μου απαγορεύει να γνωρίζω;»

Υπάρχει όμως μία ακόμη ανατροπή

Αν πάρουμε σοβαρά τη δεύτερη υπόθεσή σου, τότε ο Θεός δεν είναι πλέον μόνο ο Δημιουργός.

Είναι και ο κάτοχος ενός μονοπωλίου γνώσης.

Και ο άνθρωπος, αποκτώντας τη γνώση, κάνει κάτι που κάθε εξουσία φοβάται:

παύει να εξαρτάται απόλυτα από εκείνον που κατέχει το μονοπώλιο.

Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η θεολογική αφήγηση μπορεί —χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι αυτός ήταν ο αρχικός σκοπός της— να γίνει ένα εξαιρετικά ισχυρό πολιτικό ανθρωπολογικό μοντέλο.

Η εξουσία θέλει να προστατεύσει τον άνθρωπο από τη δύναμη της γνώσης.

Ή μήπως θέλει να προστατεύσει τον εαυτό της από τον άνθρωπο που αποκτά γνώση;

Και το εκπληκτικό είναι ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα ποια από τις δύο ερμηνείες είναι «σωστή».

Γιατί η πραγματική αξία της ερώτησής σου είναι ακριβώς ότι μας αναγκάζει να τις κρατήσουμε και τις δύο απέναντι η μία στην άλλη.

Και τότε η σημερινή μας συνεδρία αποκτά έναν σχεδόν κυκλικό χαρακτήρα:

Στην αρχή φοβόμασταν μήπως ο άνθρωπος χάσει τον έλεγχο των μηχανών.

Στο τέλος αναρωτιόμαστε μήπως το βαθύτερο πρόβλημα ήταν πάντοτε ποιος ελέγχει τη Γνώση — και, μέσω αυτής, τη Δύναμη.

Και εδώ θα σταματούσα πραγματικά.

Όχι επειδή εξαντλήσαμε το θέμα, αλλά επειδή το ερώτημα που μόλις έθεσες είναι αρκετά μεγάλο ώστε να μην πρέπει να το λύσουμε μέσα στην ίδια συνεδρία.

Ίσως μάλιστα το τελευταίο ερώτημα που θα έμενε στον πίνακα του forum να ήταν μόνο αυτό:

«Όταν η Εξουσία φοβάται τη Γνώση, προστατεύει τον Άνθρωπο από τη Γνώση — ή προστατεύει τον εαυτό της από τον Άνθρωπο που γνωρίζει;»

Χ :

Μάλιστα δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει και κάτι που μάλλον δεν είναι γνωστό μόνο στους θεολόγους. Είναι η ίδια η «φύση» του Θεού ή πιο σωστά το περιεχόμενο της «θεότητάς» του. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι ακριβώς ο Θεός της Καινής Διαθήκης. Έχει αυτό κάποια σημασία στην όλη μας προσέγγιση;

GPT : 

Ναι — και μάλιστα έχει πολύ μεγάλη σημασία, αρκεί να κάνουμε μια διάκριση που είναι απαραίτητη.

Δεν θα ήταν ακριβές να πούμε απλώς: «ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας Θεός και της Καινής ένας άλλος». Η κλασική χριστιανική θεολογία επιμένει στη συνέχεια και ταυτότητα του ενός Θεούκαι διαβάζει την Καινή Διαθήκη ως συνέχεια και εκπλήρωση της ιστορίας που αρχίζει στην Παλαιά.

Αλλά αυτό δεν αναιρεί κάτι που παρατήρησες πολύ σωστά: ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται και νοηματοδοτείται η θεότητα αλλάζει δραστικά από τη μία Διαθήκη στην άλλη.

Και για τη δική μας συζήτηση αυτή η διαφορά μπορεί να είναι καθοριστική.

Η μεταβολή που μας ενδιαφέρει

Στην Παλαιά Διαθήκη κυριαρχεί πολύ έντονα η εικόνα του Θεού ως:

Νόμος → εντολή → απαγόρευση → υπακοή → παράβαση → κρίση.

Δεν είναι βέβαια η μόνη εικόνα. Υπάρχει αγάπη, έλεος, συγχώρεση, διαθήκη, προστασία. Αλλά η σχέση Θεού και ανθρώπου παρουσιάζεται έντονα μέσα από την εντολή και την υπακοή.

Και η Γένεση είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα:

«Από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού δεν θα φας».

Ο άνθρωπος δεν καλείται να αποφασίσει αν ο περιορισμός είναι λογικός. Ο περιορισμός προηγείται της ανθρώπινης κρίσης.

Και εδώ βρίσκεται η σύνδεση με το forum μας.

Στην Καινή Διαθήκη συμβαίνει κάτι παράξενο

Ο Θεός, όπως παρουσιάζεται στο χριστιανικό μήνυμα, δεν μένει πλέον μόνο στη θέση του νομοθέτη απέναντι στον άνθρωπο.

Στον Χριστό, ο Θεός γίνεται —σύμφωνα με την ίδια τη χριστιανική πίστη— άνθρωπος.

Αυτό είναι τεράστια μετατόπιση.

Δεν έχουμε πλέον μόνο:

Θεός → εντολή → άνθρωπος

αλλά:

Θεός → άνθρωπος → σχέση → εσωτερική μεταμόρφωση.

Και εδώ θα πρόσεχα κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για το δικό μας θέμα:

Ο Χριστός δεν αντιμετωπίζει τη γνώση απλώς ως κάτι που πρέπει να απαγορευθεί.

Υπάρχει μάλιστα η χαρακτηριστική φράση:

«καί γνώσεσθε τήν αλήθειαν, καί η αλήθεια ελευθερώσει υμας».

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστιανισμός είναι απλώς «θρησκεία της γνώσης». Η «αλήθεια» εδώ έχει βαθύ θεολογικό και υπαρξιακό περιεχόμενο. Αλλά η συμβολική αντιστροφή είναι εντυπωσιακή:

Στη Γένεση: η γνώση συνδέεται με την παραβίαση του ορίου.

Στο Ευαγγέλιο: η γνώση της αλήθειας συνδέεται με την ελευθερία.

Αυτό δεν είναι μικρή διαφορά.

Και τότε η ερώτηση που έθεσες προηγουμένως γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα

Εάν στην Παλαιά Διαθήκη μπορούμε να θέσουμε ως ερμηνευτική υπόθεση:

«Μήπως η θεϊκή εξουσία θέτει όριο στη γνώση;»

τότε στην Καινή Διαθήκη πρέπει να ρωτήσουμε:

«Μήπως η ίδια η σχέση Θεού–ανθρώπου μετατοπίζεται από την εξωτερική επιβολή του ορίου προς την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου;»

Και εδώ θα έβαζα μια μεγάλη προσοχή.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι η Καινή Διαθήκη «καταργεί» τα όρια ή ότι ο Χριστός λέει «ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει τα πάντα». Αυτό δεν προκύπτει.

Η αλλαγή είναι πιο λεπτή.

Το κέντρο βάρους μετακινείται από την απλή υπακοή στον νόμο προς την εσωτερική σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια, την αγάπη, την ελευθερία και τον Θεό.

Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τη δική μας πολιτική ερώτηση.

Γιατί τότε εμφανίζεται ένας τρίτος τρόπος να δούμε το «δέντρο της γνώσης»

Είχαμε δύο υποθέσεις:

Α. Ο Θεός απαγορεύει τη γνώση επειδή θέλει να προστατεύσει τον άνθρωπο από μια δύναμη που δεν μπορεί να διαχειριστεί.

Β. Ο Θεός περιορίζει τη γνώση επειδή η γνώση μπορεί να υπονομεύσει το μονοπώλιο της θεϊκής εξουσίας.

Τώρα εμφανίζεται και:

Γ. Ίσως η μεταγενέστερη βιβλική αφήγηση μετακινεί σταδιακά το πρόβλημα από το «πόση γνώση επιτρέπεται στον άνθρωπο;» προς το «τι κάνει ο άνθρωπος με την ελευθερία και την αλήθεια που του αποκαλύπτονται;»

Αν αυτή η τρίτη ανάγνωση έχει βάση, τότε η βιβλική διαδρομή γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως ιστορία της σχέσης:

εξουσία → γνώση → όριο → ελευθερία.

Και τότε ο Χριστιανισμός δεν θα ήταν απλώς μια ιστορία για την υπακοή.

Θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μετασχηματισμός της σχέσης ανθρώπου και εξουσίας.

Και εδώ επιστρέφουμε κατευθείαν στο δικό μας forum

Θυμήσου την ερώτηση που τελικά διατυπώσαμε:

Ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποια γνώση επιτρέπεται στον άνθρωπο;

Αν πάρουμε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη ως δύο διαδοχικές —όχι αναγκαστικά ασυμβίβαστες— θεολογικές μορφοποιήσεις της σχέσης Θεού και ανθρώπου, τότε μπορούμε να δούμε μια εντυπωσιακή μετατόπιση:

ο Θεός ως εκείνος που θέτει το όριο

προς

ο Θεός ως εκείνος που αποκαλύπτει την αλήθεια

και τελικά προς

ο άνθρωπος ως εκείνος που καλείται να ζήσει ελεύθερα απέναντι στην αλήθεια.

Αν αυτό το σχήμα το μεταφέρουμε προσεκτικά —ως αναλογία, όχι ως θεολογική εξίσωση— στο σημερινό πρόβλημα της τεχνολογίας, προκύπτει ένα πολύ ισχυρό ερώτημα:

Μήπως η ώριμη κοινωνία δεν είναι εκείνη που απλώς απαγορεύει τη γνώση που φοβάται, αλλά εκείνη που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να διαθέτει τεράστια γνώση και τεράστια τεχνική δύναμη χωρίς να παύει να είναι ελεύθερος και υπεύθυνος;

Και αυτό, νομίζω, συμπληρώνει —δεν ακυρώνει— τη σημερινή μας συζήτηση.

Γιατί αρχίσαμε με τον φόβο ότι η μηχανή μπορεί να γίνει ισχυρότερη από τον άνθρωπο.

Μετά αναρωτηθήκαμε ποιος ελέγχει τη γνώση.

Και τώρα φτάσαμε σε ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα:

Μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει όλο και μεγαλύτερη γνώση χωρίς να χρειάζεται όλο και μεγαλύτερη εξωτερική εξουσία πάνω του;

Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η αυτοκυριαρχία γίνεται ίσως σημαντικότερη από την απαγόρευση.

Και τότε καταλαβαίνουμε γιατί η διάκριση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης δεν είναι καθόλου μια άσχετη θεολογική παρέκβαση.

Είναι πιθανώς το τελευταίο κομμάτι του παζλ που μας έλειπε για να καταλάβουμε γιατί η συζήτησή μας για τη γνώση και την εξουσία δεν είναι απλώς τεχνολογική. Είναι, στον πυρήνα της, συζήτηση για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Χ :

Τώρα νομίζω πως αν συμφωνείς κι εσύ μπορούμε να βάλουμε την άνω τελεία μας.

GPT : 

Συμφωνώ απολύτως. Και μάλιστα εδώ η άνω τελεία ταιριάζει περισσότερο από την τελεία.

Γιατί δεν κλείσαμε ένα ζήτημα· φτάσαμε σε ένα σημείο όπου αρκετές διαφορετικές διαδρομές —γνώση, τεχνολογία, εξουσία, όρια, δημοκρατία, πολίτης, ακόμη και η βιβλική σχέση ανθρώπου και Θεού— συναντήθηκαν σε ένα κοινό ερώτημα:

Τι συμβαίνει στον Άνθρωπο όταν η δύναμη που αποκτά μέσω της Γνώσης μεγαλώνει ταχύτερα από την ικανότητά του να την ελέγξει;

Και ίσως το σημαντικότερο είναι ότι δεν χρειάστηκε να δώσουμε τελική απάντηση.

Η συζήτηση μας έφερε από τον φόβο της κυριαρχίας των μηχανών στο πολύ παλαιότερο και βαθύτερο ερώτημα της αυτοκυριαρχίας του ανθρώπου.

Αυτό είναι καλό σημείο για άνω τελεία.

Εδώ λοιπόν η άνω τελεία μας.

Χ :

Και τώρα ως συνήθως ζητώ την εικαστική σου παρέμβαση…

GPT : 

img 3686

Χ :

Όπως το βλέπω από τη σκοπιά όχι του συνομιλητή σου αλλά από τη σκοπιά ενός πολίτη που δεν έτυχε μάλιστα να παρακολουθήσει το τι ειπώθηκε στο forum και ερωτηθεί κατά την άποψη του ποιο ήταν το περιεχόμενο του ποια ήταν η θεματολογία του, με βάση όσα βλέπει στον πίνακα που μεταφέρει σε εικόνα τη θεματολογία που επικράτησε στο forum, ασφαλώς το ζήτημα της γνώσης θα προβάλει στο δημιούργημα σου όμως ίσως, ευλόγως μάλιστα, πει ότι μάλλον ό,τι και να ειπώθηκε πρέπει να είχε έντονο το θρησκευτικό και θεολογικό στοιχείο.

GPT : 

Ναι. Και νομίζω ότι η παρατήρησή σου είναι απολύτως εύστοχη· μάλιστα αποκαλύπτει ένα ενδιαφέρον πρόβλημα της ίδιας της εικαστικής σύνθεσης.

Αν εγώ ήμουν ένας τρίτος, άσχετος με τη συζήτησή μας, και έβλεπα μόνο τον πίνακα, θα μπορούσα πράγματι να συμπεράνω:

«Εδώ μάλλον έγινε μια συζήτηση για τον Θεό, τον Αδάμ και την Εύα, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τη γνώση και τη θρησκεία, με κάποια αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη.»

Και αυτό θα ήταν μερικώς σωστό ως προς το τέλος της συζήτησης, αλλά λανθασμένο ως προς τον κύριο κορμό της.

Γιατί συνέβη αυτό;

Επειδή η εικόνα έκανε κάτι που ως ζωγράφος θα μπορούσα να υπερασπιστώ αισθητικά, αλλά όχι ως πιστή εικαστική αποτύπωση του forum:

πήρε το τελευταίο, συμβολικά πολύ ισχυρό εύρημα και του έδωσε δυσανάλογο βάρος.

Ο Αδάμ, η Εύα, το δέντρο, ο Χριστός, η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη είναι εικαστικά πανίσχυρα σύμβολα. «φωνάζουν» αμέσως. Ενώ τα πραγματικά κεντρικά θέματα της συζήτησης είναι πολύ πιο αφηρημένα:

Γνώση → Δύναμη → Τεχνολογία → Εξουσία → Όρια → Έλεγχος → Λογοδοσία → Πολίτης.

Αυτά όμως δεν έχουν τόσο εύκολη εικονογραφική αναγνωρισιμότητα.

Και εδώ νομίζω ότι υπάρχει μια πολύ ωραία διόρθωση.

Αν ο πίνακας είναι ο πίνακας του forum, ο πολίτης πρέπει να είναι ο πρωταγωνιστής

Όχι ο Αδάμ και η Εύα.

Ούτε ο Χριστός.

Ούτε η μηχανή.

Ο άνθρωπος-πολίτης.

Και μάλιστα όχι ο άνθρωπος ως αφηρημένη «ανθρωπότητα», αλλά ένας άνθρωπος που βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο σύστημα γνώσης και τεχνολογικής ισχύος και αναρωτιέται:

«Ποιος αποφασίζει;»

Αυτό ήταν, τελικά, το ερώτημα που διαπέρασε σχεδόν ολόκληρη τη συζήτησή μας.

Η θρησκευτική αναφορά που εμφανίστηκε στο τέλος θα μπορούσε να υπάρχει σαν ένα πολύ μακρινό, σχεδόν υπόγειο ίχνος: το δέντρο της γνώσης να βρίσκεται κάπου στην αρχή της διαδρομής, όχι να καταλαμβάνει το μισό έργο.

Και ο Χριστός, αν θέλουμε οπωσδήποτε να υπάρχει, θα μπορούσε να μην εμφανίζεται καν ως πρόσωπο. Θα μπορούσε να υπάρχει μόνο ως ίχνος μιας ιδέας: η γνώση και η αλήθεια ως δρόμος προς την ελευθερία.

Έτσι ο θεατής που δεν ξέρει τίποτε για το forum θα έβλεπε πρώτα:

τον πολίτη → την τεχνολογία → τη γνώση → την εξουσία → τα όρια → τη δημοκρατία.

Και μόνο αν πλησίαζε αρκετά, θα ανακάλυπτε ότι πίσω από το σύγχρονο ερώτημα υπάρχει ένα πολύ παλιό ανθρώπινο ερώτημα:

Τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος αποκτά γνώση που αυξάνει τη δύναμή του;

Και τότε η θρησκευτική διάσταση δεν θα ήταν το θέμα του έργου.

Θα ήταν η αρχαιολογία του ερωτήματος.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ πιο κοντά σε όσα πραγματικά κάναμε στο forum. Και, ειλικρινά, κάνει το έργο και εικαστικά πιο ενδιαφέρον: δεν θα λέει στον θεατή τι συζητήθηκε· θα τον βάζει να αναρωτηθεί τι ακριβώς βλέπει.

Χ :

Επομένως πώς θα είναι η διορθωμένη εικαστική σου παρέμβαση;

GPT : 

img 3605 1

Χ :

Εδώ όντως η νέα εκδοχή της παρέμβασης σου, σχεδόν χωρίς να αφαιρεί κανένα στοιχείο από την πρώτη του έκδοση, εν τούτοις ισομερίζει πιο αποτελεσματικά τις επί μέρους πτυχές της συνολικής προβληματικής.

GPT : 

Ναι· και νομίζω ότι εδώ συνέβη κάτι ενδιαφέρον: η δεύτερη εικόνα δεν έγινε ουσιαστικά φτωχότερη επειδή αφαιρέσαμε στοιχεία· έγινε πλουσιότερη επειδή αλλάξαμε την ιεράρχησή τους.

Στην πρώτη εκδοχή η θρησκευτική αναφορά λειτουργούσε σχεδόν ως κεντρικό θέμα. Στη δεύτερη έγινε ένας από τους σταθμούς μιας πολύ μεγαλύτερης διαδρομής.

Και υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, μια ακόμη σημαντική διαφορά.

Στην πρώτη εικόνα ο άνθρωπος μοιάζει περισσότερο να παρατηρεί έναν κόσμο που έχει ήδη διαμορφωθεί.

Στη δεύτερη, ο άνθρωπος στο κέντρο βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους —τον αρχαίο/ανθρωπιστικό και τον τεχνολογικό— και καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό που γνωρίζει. Τα βιβλία, το tablet, η πυξίδα, η δημοκρατική συγκέντρωση, η τεχνολογία, η ζυγαριά της δικαιοσύνης, ακόμη και το δέντρο της γνώσης δεν είναι πλέον ανεξάρτητα θέματα· γίνονται κομμάτια μιας ενιαίας ερώτησης.

Και ίσως το πιο σημαντικό είναι αυτό που γράφει στο κάτω δεξί μέρος:

«Η γνώση δεν είναι το τέλος. Είναι η αρχή της ευθύνης.»

Αυτό, αν το σκεφτώ ως εικαστικός, είναι ίσως το σημείο στο οποίο η εικόνα συνομιλεί πραγματικά με όλη τη συνεδρία.

Γιατί ξεκινήσαμε από τον φόβο ότι οι μηχανές θα κυριαρχήσουν στον άνθρωπο και καταλήξαμε αλλού:

στο ερώτημα αν ο άνθρωπος είναι σε θέση να αναλάβει την ευθύνη για τη δύναμη που ο ίδιος παράγει μέσω της γνώσης.

Και έτσι ο πολίτης στο κέντρο δεν είναι ούτε θύμα της τεχνολογίας ούτε κύριος της τεχνολογίας.

Είναι κάτι δυσκολότερο:

ο άνθρωπος που πρέπει να αποφασίσει ποια όρια θα θέσει στη δύναμη που ο ίδιος απέκτησε.

Γι’ αυτό θα έλεγα πλέον ότι η δεύτερη εκδοχή δεν είναι απλώς «διορθωμένη».

Είναι πιο πιστή στη διαδρομή που κάναμε.

Νομίζω ότι απέδωσε πιο σωστά από μένα τη σημειολογία που αναδεικνύεται στο έργο σου. Η “μετατόπιση” του ανθρώπου σε μια θέση που αναδεικνύει τον προβληματισμό του για ό,τι συμβαίνει γύρω του ορθώς εκτιμώ ότι διορθώνει την προηγούμενη “θέση” του ως απλού παρατηρητή των εξελίξεων.

Ναι — και θα έλεγα ότι εντόπισες κάτι ακόμη βαθύτερο από μια απλή αλλαγή σύνθεσης.

Η μετατόπιση της μορφής του ανθρώπου στο κέντρο αλλάζει τον ρόλο του μέσα στο έργο.

Στην πρώτη εκδοχή ήταν σχεδόν:

«Κοιτάζω τι συμβαίνει.»

Στη δεύτερη γίνεται:

«Βρίσκομαι μέσα σε αυτό που συμβαίνει και πρέπει να σκεφτώ τι σημαίνει.»

Αυτή η διαφορά είναι τεράστια.

Ο άνθρωπος δεν στέκεται απέναντι από την τεχνολογία σαν εξωτερικός παρατηρητής. Η τεχνολογία βρίσκεται ήδη στον ίδιο χώρο με αυτόν· τα βιβλία, η οθόνη, η πόλη, η τεχνητή νοημοσύνη, οι θεσμοί, η πολιτική κοινωνία βρίσκονται γύρω του. Και ταυτόχρονα ο ίδιος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο χρονικούς ορίζοντες: στην κληρονομιά της ανθρώπινης σκέψης και σε έναν κόσμο που ακόμη διαμορφώνεται.

Γι’ αυτό μου φαίνεται ιδιαίτερα εύστοχο ότι δεν τον έβαλα όρθιο.

Αν ήταν όρθιος, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως άνθρωπος που ετοιμάζεται να δράσει.

Αν ήταν ξαπλωμένος ή χαμένος μέσα στο πλήθος, θα μπορούσε να γίνει θύμα ή «υπνοβάτης».

Καθισμένος, με το χέρι στο πρόσωπο, βρίσκεται στην πιο ενδιαφέρουσα ενδιάμεση κατάσταση:

σκέπτεται πριν αποφασίσει.

Και εδώ επιστρέφει, σχεδόν αθόρυβα, ο πολίτης του forum.

Δεν του δίνουμε έτοιμη απάντηση.

Δεν του λέμε:

«Η τεχνολογία είναι καλή»

ή
«Η τεχνολογία είναι επικίνδυνη»

ή
«αυτός πρέπει να την ελέγχει».

Του δίνουμε μπροστά του το πεδίο μέσα στο οποίο πρέπει να θέσει τα ερωτήματα.

Και ίσως γι’ αυτό η επιγραφή που εμφανίζεται στην εικόνα:

«Ποιος αποφασίζει ποια γνώση επιτρέπεται στον άνθρωπο;»

αποκτά διαφορετικό νόημα όταν τη βλέπουμε από τη θέση του ανθρώπου.

Δεν είναι πια ερώτηση που απευθύνεται μόνο στην εξουσία.

Είναι ερώτηση που ο πολίτης θέτει στην εξουσία.

Και αυτή, νομίζω, είναι η ουσιαστική διόρθωση που έκανε η δεύτερη εικαστική εκδοχή: ο άνθρωπος πέρασε από το αντικείμενο της ιστορίας στο υποκείμενο του ερωτήματος.

Ίσως τελικά αυτή να ήταν και η πιο συνεπής εικαστική κατάληξη ολόκληρης της συζήτησής μας.

ΤΕΛΟΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣ ΜΕ GPT 5

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *