Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ.
Τοῦ Γιώργου Νικολακάκου
Αν καί ὀμιλοῦμε πολύ συχνά γιά τήν Αστική Τάξη, ἔχομε ἀσχοληθῆ πολύ λίγο γιά νά προσδιορίσωμε τό ἰδεολογικό της προφίλ. Πρῶτα θά πρέπει νά κάνωμε μιά ίστορική άναδρομή καί νά δοῦμε τίς ιδεολογικές καταβολές της. Ή ἀφετηρία τῆς ἀναζητήσεως μᾶς ὀδηγεῖ στόν Διαφωτισμό. Ο Διαφωτισμός ἀποτελεῖ σημαντικό πνευματικό κίνημα, ποὺ τοποθετεῖται στά τέλη του 17ου αἰὦνα καί ἀρχές τοῦ 18ου, καί τόν ἐξέφρασε ή Αστική Τάξις.Ο Διαφωτισμός παρατηρήθηκε αρχικά στήν Ἀγγλία καί άργότερα στίς χῶρες τῆς Ἐυρώπης άλλά καί ἔξω ἀπ’ αυτήν προετοιμάζοντας παράλληλα τό ἔδαφος γιά τήν Γαλλική Επανάστασιν. Οι διαφωτιστές ἐπρέσβευαν τόν ὀρθολογισμό καί τήν πίστιν στήν πρόοδο, ἀξιώνοντας ἀλλαγές σε ὄλες τίς πτυχές τῆς ἀνθρωπίνης δράσεως, στούς πολιτικοκοινωνικοῦς θεσμοῦς, τήν οίκονομία, τήν ἐκπαίδευσιν και τή θρησκεῖα. Τάχθηκαν υπέρ της ἀτομικής
ἐλευθερίας καί ἐνάντια στήν τυραννική διακυβέρνησι καί την καταπίεσιν ποὖ ἀσκοὖσε ἡ Ἐκκλησία.
Αυτές οί αξίες ἀποφέρουν καρπούς στήν Ἀγγλία, τίς Ἠνωμένες Πολιτεῖες καί τήν Γαλλία, μέ τήν μορφή τῶν φυσικῶν δικαιωμάτων καί με τόν διαχωρισμό τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ γνώσις διαδίδεται μέ τήν βοήθεια τἦς Ἐγκυκλοπαίδειας καί τοῦ τύπου.Το γοῦστο γιά τήνν ἀρχαιότητα ἐδραιώνεται στίς τέχνες. Πολλοί σκεπτικιστές στην Γαλλία κατακρίνουν τήν κοινωνική και θρησκευτική ἱεραρχία, τήν αριστοκρατία καί τήν ἀπόλυτη μοναρχία.
Η ἀστική ἐπανάστασις ἔχει διαμορφώσει τόν citoyen ( πολίτη ), ὁ ὀποῖος ἀναγνωρίζει αὐτονοήτως τήν ἀλληλοσύνδεσιν τῶν δικαιωμάτων καί τῶν ὑποχρεώσεών του καί ἐκτός τούτου κατέχει κοινωνική, κρατική και νομική συνείδησιν. Ἡ ἐπιχειρηματική πρωτοβουλία εῖναι ἐπίσης ἕνα προϊόν τῆς ἀστικής ἐπαναστάσεως.Ἡ Ἑλλάδα δέν ἔχει ὄμως βιώσει τέτοιες ἐξελίξεις, κάτι ποῦ ἔχει ἀρνητικές ἐπιπτώσεις.
Βασικός φορέας τῶν νέων ἰδεῶν ποῦ ἔφερε ο Διαφωτισμός ἤταν η ἀνερχόμενη ἀστική τάξις ποῦ μέχρι ἐκείνη τήν ἐποχή παρέμενε ἀποκλεισμένη ἀπό τό σύστημα τῆς ἀπολυταρχίας. Ανάμεσα στούς σημαντικούς ἐκφραστές του Διαφωτισμού τοποθετούνται ο Βολταίρος και ο Μοντεσκιέ. Οι Διαφωτιστές Ντενί Ντιντερω, και Ζαν Ζακ Ρουσσώ συγκρότησαν τό ίδεολογικό ὑπόβαθρο τοῦ Διαφωτισμοῦ στήν Εγκυκλοπαίδεια. Παράλληλα ὁ Τζὠν Λὀκ διατύπωνε τήν θεωρία τοῦ Κοινωνικού Συμβολαίου, προτρέποντας σέ μιάν Εὐρώπη ποῦ θα ὑποστήριζε τα δικαιώματα τοῦ ανθρώπου.
Θά πρέπη νά σημειωθῆ ὄτι ἡ Αστική Τάξις στήν Γερμανία ἀκολούθησε μιά διαφορετική πνευματική πορεῖα. Μιά συμπυκνώμένη διατύπωσις τῆς Γερμανικῆς ἠθικῆς θά βροῦμε στήν Γερμανική Ιδεολογία των Μαρξ και Ένγκελς καί ἀφορά τήν καντιανήν ἠθική: «Το κράτος της Γερμανίας στα τέλη τοῦ περασμένου αἰῶνα ἀντικαθρεφτίζεται ὀλοκληρωτικά στήν Κριτική τοῦ Πρακτικού Λόγου τοῦ Κάντ». Η φράσις ἀσφαλῶς ἀναδεικνύει τήν ἰστορικοϋλιστική προσέγγισιν τῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως, τήν ἀναγωγήν της, δηλαδή, όχι σέ ἕνα ἄλλο σύστημα ίδεῶν καί τήν σύγκρισιν της μέ αύτό, ἀλλά στήν συγκεκριμένην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Σύμφωνα μέ αύτήν την προσέγγισιν ἡ γερμανική φιλοσοφία του ΙΗ΄ αἰῶνα, εἰδικώτερα στήν πιό ἔξοχη ἔκφρασιν της, τοῦ Καντ, ἀναπτύσσεται σέ ἕνα κοινωνικό περιβάλλον καθυστερήσεως, σε σχέσι μέ αὐτό τῆς Γαλλίας ἥ τῆς Ἁγγλίας. Ἕνα περιβάλλον ὄπου ἡ συγκρότησις –οἰκονομική καί θεσμική– τῆς ἀστικῆς κοινωνίας βρισκόταν πιό πίσω ἀπό τα δῦο βασικά εὐρωπαϊκά κράτη. «Ενῶ ἡ γαλλική ἀστική τάξις, μέσω τῆς πιό κολοσσιαῖας ἐπαναστάσεως ποῦ γνώρισε ποτέ ἠ ἰστορία, ἔπαιρνε τήν ἐξουσία καί κατακτοῦσε τήν Ηπειρωτική Ευρώπη, ἐνῶ ἡ ἤδη πολιτικά χειραφετημένη ἀγγλική ἀστική τάξις ἔφερνε ἐπανάστασι στήν βιομηχανία καί ὑπέτασσε τήν Ινδία πολιτικά, καί ὄλο τόν ὑπόλοιπον κόσμο έμπορικά, οι ἀνίσχυροι Γερμανοί πολῖτες δέν διαθέτουν τίποτε περισσότερο από “καλή θέλησι”. Ο Καντ ἤταν ικανοποιημένος μονάχα μέ τήν “καλή θέλησι”, ἀκόμη καί ἀν ἔμενε χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα, καί μετέφερε τήν πραγματοποίησιν αὐτής τῆς καλῆς θελήσεως, τήν ἀρμονία ἀνάμεσα σέ αὐτήν καί τίς ἀνάγκες και παρορμήσεις τῶν ἀτόμων, στον ὑπερπέραν κόσμο. Η καλή θέλησις τοῦ Καντ ἀντιστοιχεῖ ὀλοκληρωτικά στήν ἀδυναμία, κατάπτωσι καί ἀθλιότητα τῶν Γερμανῶν ἀστῶν, ποῦ τα μικροσυμφέροντά τους δέν ἤταν ποτέ ἰκανά να ἐξελιχθούν στα κοινά, ἐθνικά συμφέροντα μιᾶς τάξεως καί ποῦ γιά αύτά τους εκμεταλλεύονταν διαρκῶς οί ἀστοί ὄλων τῶν ἄλλων ἐθνῶν.
Οί συνθῆκες ποῦ επεκράτησαν στήν Γερμανία εἴχαν δημιουργήσει μιά ψυχολογία καί ἓνα κλίμα ποῦ ἤταν πρόσφορο γιά τήν κυοφόρησι ίδεῶν τέτοιων πού κατέστησαν τό πνεῦμα τού λαοῦ ἐπίσης δεκτικό τών θεωρίων τοῦ Χέγγελ, ἤτοι, γιά νά διεκπεραιωθοῦν οί σκοποί τοῦ Πνεύματος απαίτεῖται ή ἀδιαφιλονίκητη ἐπιβολή τῆς κυβερνήσεως ἐπάνω στούς πολῖτες.Ἔτσι, τό πνεῦμα ποῦ ἐξέφραζαν οί ίδέες τοῦ Χέγγελ εἴχε αποκρυσταλωθῆ στήν συνείδησιν τοῦ λαοῦ καί πιό πολύ στήν ζωή αυτῆς τῆς δεδομένης κοινωνικής ἐποχῆς καί στήν συνείδησιν τής Ἀστικῆς Τάξεως ἀπό τήν όποῖαν θά μποροῦσε νά ἀναμένη κανεῖς τήν ἀνάληψιν ἀποτελεσματικῆς δράσεως γιά ριζικές ἀλλαγές στήν δομή τῆς ἐξουσίας. Τά ἄτομα ποῦ συγκροτοῦσαν τήν ἀστική τάξιν ἤταν πολύ εὐάλωτα στά κελεύσματα τῆς ίδεολογίας τοῦ Μοναρχισμοῦ καί μποροῦσε νά ἀπαιτήση ἀπό αὐτήν τήν τάξι τυφλή ὑπακοή. Ὄμως, ἡ τάξις αυτή δέν ανταποκρίθηκε στά κελεύσματα τῆς Μαρξιστικῆς ἰδεολογίας γιά τήν άνάληψιν έπαναστατικῆς δράσεως γιατί μέσα στά τρέχοντα πρότυπα καί στίς τρέχουσες ἰδέες δέν εἶχε βρεῖ τά κίνητρα ποῦ θά τήν ὡθούσαν νά ἐπαναστατήση πού θά τίς γεννοῦσε τήν ἐπιθυμία νά ἀπαλλαγῆ άπό αὐτήν τήν παγιωμένη μορφή ἐξουσίας.
Οἰ ὑφίσταμενες κοινωνικές καί πολιτικές συνθῆκες εἶχαν ὑποθάλψει μιά ψυχολογία ποῦ ἤταν πρόσφορη γιά τήν έπικράτησι τῶν ιδεῶν ποῦ προπαγάνδιζε ό Μαρξισμός, Θά φανεῖ παραδόξο, ἀλλά οἰ θεωρίες τοῦ Μάρξ καλλιεργοῦσαν ἕνα μοιρολατρικό πνεῦμα μέ τίς μηχανιστικές του ἀντιλἠψεις καί νέκρωναν τίς ὄποιες διαθέσεις εἶχε ὀ λαός γιά ἐπαναστατικήν δράσι. Τό εὐαγγέλιο τοῦ Μαρξισμοῦ ὑπαγορεύθη από δῦο ἄτομα (Μαρξ καί Χέγγελ) τά όποῖα ἤταν προϊόντα τῆς Γερμανικῆς ἰδεολογίας. Τήν ἀρνησιν τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος ποῦ ζητοῦσε ὁ Μάρξ τήν εῖχε ζητήσει ὁ Χέγγελ μέ ἐκλεπτυσμένες θεωρίες. Μετέφερε τήν πραγμάτωσιν τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας ἀπό τό ἰστορικό έπίπεδο στήν ἐσωτερική περιοχή τοῦ πνεύματος. Ἡ ιδεολογία τοῦ Μάρξ,ὄμως, ἐπειδή προωρίζετο γιά έπαναστατική δράσι ἔπρεπε νά εἶναι ἐπαναστική καί προφητική καί νά άπαιτῆ αὐτήν τήν θυσία τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν σωτηρία ὀλοκλήρου τῆς άνθρωπότητος.Ναί μέν ὁ Μαρξισμός ζητοῦσε ριζικήν ἀλλαγή, ἔπρεπε ὄμως νά πείση ὄτι ἡ ἐπίτευξις τῶν σκοπῶν δέν εἶναι προϊόν τῆς ἐνσυνειδήτου δράσεως, τῶν πράξεων ἣ τῶν προθέσεων τῶν ἀνθρώπων γιά νά μήν προβληματίζωνται γιά τό τί μπορεῖ νά προκύψη ἀπό τήν δράσιν τους. Αὐτό ποῦ θά προκύψη θά εἶναι άπότελεσμα τῆς ἐνέργειας ἀνεξαρτήτων ἀπό τούς ἀνθρώπους νόμους.
Τό πνεῦμα ποῦ ἐπικρατοῦσε στήν Γερμανία τότε ἤταν πολύ πρόσφορο γιά τήν ἐπικράτησι τῆς Μαρξιστικῆς ἰδεολογίας διότι έξέφραζε τίς πνευματικές τάσεις τῆς Αστικῆς Γερμανικῆς Τάξεως, τό οποίον εἶχε ἓναν μεσσιανικόν χαρακτῆρα. Ἐξέφραζε ὄμως καί τό μοιρολατρικόν πνεῦμα αὐτῆς τῆς τάξεως. Ἔτσι βλέπομε ὄτι στήν Γαλλία όι φιλοσοφικές ἔννοιες ποῦ ἀναφέρθηκαν πιό πάνω βρῆκαν τήν ἔκφρασιν τους στήν Γαλλική Ἐπανάστασι. Ἀλλά ένῶ ἡ Γαλλική Έπανάστασις εἴχε άρχίσει νά έπιβάλλη τήν πραγματικότητα τῆς ἐλευθερίας, ό Γερμανικός Ιδεαλισμός, τό μόνον ποῦ ἔκανε ἤταν νά καταπιάνεται μέ τήν ίδέα τῆς ἐλευθερίας. Οἰ συγκεκριμένες ίστορικές προσπάθειες νά ἐγκαθιδρυθῆ ή μιά ὀρθολογική μορφή κοινωνίας, στήν Γερμανία μετατοπίσθηκαν στό φιλοσοφικό έπίπεδο, καί ‘εκαναν τήν έμφάνισιν τους στίς προσπάθειες ἐκεῖνες ποῦ ἀποσκόποῦσαν νά έπεξεργασθοῦν τήν ίδέα τῆς λογικῆς.Ἡ ἐξήγησις γιά τήν διαφορετική κατεύθυνσι πού πῆραν οἱ ίδέες ἔγκειται στό γεγονός ὄτι, ἐνῶ στήν Γαλλία ὀ φεδουαρχικός ὀλοκληρωτισμός θἀ ἀντικαθίστατο ἀπό τό οίκονομικό καί πολιτικό σύστημα τῆς μεσαῖας τάξεως, στήν Γερμανία ἡ μεσαῖα τάξις λειτουργοῦσε σάν τροχοπέδη γιά τίς κοινωνικές καί πολιτικές ἀλλαγές. Ἐτσι, ἐφθασε ό Χέγγελ νά δεχθῆ ὄτι, παρ’ όλον ὄτι δέν κατείχαν καμία ξεχωριστή καί ἀξιόλογη διανοητική ἡ φυσική δύναμιν, οί αδυναμίες τῆς Μοναρχίας ἤταν προτιμώτερες άπό τήν σοφία τής άστικῆς τάξεως.Στήν Γερμανική σκέψιν ἡ ἐλευθερία κατέστη ἐνέργεια τοῦ καθαροῦ πνεύματος καί δέν απαιτοῦσε μιά καθορισμένη κοινωνικήν, πολιτικήν καί οἰκονομικήν διάταξιν σάν προϋπόθεσιν γιά τήν πραγματοποίησιν.
Μεγάλη ἐπίδρασιν στήν σκέψι τῆς Γερμανικῆς Αστικῆς Τάξεως ἤσκησε ἡ διαλεκτική φιλοσοφία τοῦ Χεγγελ. ἤσκησε Η διαλεκτική τοῦ Χέγγελ φιλοδόξησε νά χειραφετήση τό άτομο καί νά τό καταστήση αὐτεξούσιο ρυθμιστή τῆς ζωῆς του. Ἁντί, ὄμως, νά ἐξαρτᾶται ἀπό τήν δική του ἐλεύθερη καί ὀρθολογική δράσιν, κατήντησε νά θέση τήν σκέψιν του ὑπό τήν κηδεμονία τῶν μεσιανικῶν ιδεολογιῶν. Αυτό ἐπετεύχθη ὄταν ή φιλοσοφία τῆς Λογικῆς προσπάθησε νά ἀποσπάση τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν φυσικήν του ίστορία καί νά τόν μεταφυτέψη σέ ἓνα παρόν διεπόμενο ἀπό τήν λογική καί θέτωντας πρός αὐτόν τήν ἀξίωσιν νά προσαρμοσθῆ μέσα σέ αὐτό τό παρόν σέ βραχύ διάστημα. Ο λαός δέν μπόρεσε νά ἀφομοιώση τό πνεῦμα αὐτών τῶν ἰδεῶν καί μεταφόρφωσε τό περιέχομενο τους, ποῦ ἤταν ή οἰκοδόμησις τῆς ὀρθολογικῆς κοινωνίας, σέ πνευματικές ἀρετές. Δηλαδή, μετέθεσαν τήν ψυχική τους ἐνέργεια σέ πνευματικές δραστηριότητες. Οί ἀπαιτήσεις γιά κοινωνικές μεταρρυθμίσεις καί πολιτικήν ἐλευθερία ἔγιναν ἀπαιτήσεις γιά πνευματικήν ἐλευθερία. Στήν πραγματικότητα οί ιδέες πού διετύπωσαν ή Γερμανική Μεταρρύθμισις, καί ὁ Μαρξισμός δημιούργησαν μιάν ἔκφρασι προσαρμοσμένη στήν ίδιαιτέρα ἰδιοσυστασία τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Δηλαδή ἐξ αἰτίας τοῦ πνεύματος ποῦ εῖχε διαμορφωθῆ στήν Γερμανία ἀπό τήν φιλοσοφία τοῦ Εγέλου οἰ Γερμανοί εῖχαν ἀναπτύξει μιάν αὐταρχική συνείδησι καί ἔτσι δεν μπόρεσαν να βροῦν ἀπήχησιν οί ἐπαναστατικές ίδεες τῆς ἐποχῆς. Ἡ Γερμανία εῖχε ἐσωτερικεύσει τήν φωνή μιᾶς ἐξωτερικῆς αυταρχικῆς ἐξουσίας καί εῖχε διαμορφώσει μιἀν συνείδησιν ἠ ὀποῖα δέν καθορίζετο ἀπό τά κριτήρια πολιτικῶν ἀξιῶν, ἀλλά ἀπό τις ἐπιταγές τῆς ἐξωτερικῆς ἐξουσίας.Τήν ἄρνησιν τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος τήν εῖχε ζητήσει ὀ Ἔγελος μέ τίς ἐκλεπτυσμένες θεωρίες του οί όποῖες μετέφεραν τήν πραγμάτωσιν τῆς αληθινῆς ἐλευθερίας ἀπο τό ἰστορικό έπίπεδο στήν έσωτερική περιοχή τοῦ πνεύματος.
Στόν Αγγλοσαξωνικόν χῶρο ἡ Αστική Τάξις εῖχε ἐπίσης μιά διαφορετική πνευματική πορεῖα. Εκεῖ ἠ Αστική Τάξις ένστερνίσθη τίς ἀρχές καί τίς ἰδέες τοῦ Κλασσικοῦ Φιλελευθερισμοῦ. Οί αντιλήψεις περί μηχανικότητος καί αἰτιὀτητος ἀποτελοῦν τήν κεντρική ίδέα καί τήν άφετηρία τοῦ κλασσικοῦ φιλελευθερισμοῦ ποῦ ἔκανε τήν ἐμφάνισι του τήν ἰδια ἐποχή. Οἰ ἰδέες τοῦ Φιλελευφθερισμοῦ προέκυψαν από τήν ἀνάγκη νά νά δικαιολογήση τίς συνέπειες ποῦ θά προέκυπταν άπό τήν ἀπόλυτη έλευθερία τοὖ ἐμπορίου καί τήν κυριαρχία τοῦ ἀτόμου σέ ὄλες τίς κοινωνικοικοονομικές σχέσεις, οί ὀποῖες τελικά ἐξεφράσθηκαν μέ τό δόγμα τοῦ laissez faire. Μέ τό δόγμα τοῦ ἀπολύτου συναγωνισμοῦ ἤθελαν, καί μποροῦσαν, νά κλονίσουν τό δόγμα τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας καί νά εξυπηρετήσουν τά συμφέροντα τῆς νέας ἀστικῆς τάξεως, γιά νά μπορέση ἡ ἀστικἠ τάξις νά πραγματοποίηση τήν οίκονομική καί πολιτική της ἄνοδο καί νά καταστῆ ἡ ἄρχουσα τάξις.Ἡ ὄλη φιλολογία τῶν Φυσιοκρατῶν ἀντανακλοῦσε βέβαια τίς ἀξιώσεις καί τά συμφέροντα τῆς νέας ἀστικῆς τάξεως, ἀλλά ἀπέτελεσε καί τίς βάσεις ἐπάνω στίς ὀποῖες οἰκοδομήθηκαν οἰ πολιτικές ἐλευθερίες καί ἡ πολιτική χειραφέτησις ὄλων τών κοινωνικών τάξεων. Σιγά–σιγά οί οίκονομολόγοι εἶδαν ὄτι ὀ αληθινός δημιουργός τών οικονομικῶν φαινομένων εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη κοινωνία, ὄτι ἡ ἀνθρώπινη βούλησις εἶναι ἡ ἐνεργός καί δρῶσα δύναμις τῆς κοινωνίας, ἡ ὀποῖα θά δώση τόν προσανατολισμό καί τήν κατεύθυνσι τῆς οίκονομικῆς ἐξελίξεως. Επίσης ἀντελήφθησαν ὄτι ἡ ευήμερία τῆς κοινωνίας δέν μπορούσε νά έπιτευχῆ μόνον ὑπὀ καθεστῶς οίκονομικῆς ἐλευθερίας ἀλλα κιαί πολιτικῆς ἐλευθερίας. Ἤταν, συνεπῶς, ἀναπόφεκτον νά ἀσκηθῆ κάποτε δριμυτάτη κριτική κατά τῶν θεωριῶν τῶν Φιλελευθέρων ἡ ὀποῖα μέ τήν σειρά της εῖχε βαθειά ἐπίδρασιν στίς θεωρίες αὐτές καί προκάλεσε τήν ριζική ἀναθεώρησιν τους, Ἔτσι, ἡ ὄλη φιλολογία τῶν Φυσιοκρατῶν ἔφθασε νά ἀποτέλεση τίς βάσεις ἐπάνω στίς ὀποῖες οίκοδομήθηκαν οἰ πολιτικές ἐλευθερίες καί ἡ πολιτική χειραφέτησις ὀλων τῶν κοινωνικών τάξεων καί αυτές οἰ ἰδέες ἐξεφράσθηκαν ἀπό τήν Αστική Τάξι.
Ποία ἤταν ἠ Ελληνική Αστική Τάξις ποῦ προέκυψε πρίν καί μετά τήν Εθνική Ἑπαναστασιν; Κατά τήν διάρκεια τῶν Ναπολεόντειοι πολεμων (1793-1813) στόν Ελλαδικόν χῶρο δημιούργησαν συνθῆκες γιά ραγδαῖα ἀνάπτυξιν καί κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Ἑκατοντάδες πλοῖα ναυπηγήθηκαν, ἐμπορικά δίκτυα ἐξαπλώθηκαν σε ὄλην τήν Ἐυρώπη, ἐνῶ οἱ δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομεῖς τῶν τραπεζῶν καί τῶν ἀσφαλειῶν. Σημαντική ὑπῆρξε, ἐπίσης, ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιοτεχνίας. Ἔτσι ἔγεννήθη καί ἡ Ελληνική Αστική Τάξις.
Κατά τα τέλη τοῦ 18ου αιώνα, ἡ ἑλληνική ἀστική τάξις, πέραν τῆς οίκονομικῆς δυνάμεωςς, ὀπλίστηκε άκόμη μέ ἰδεολογία καί πολιτικό πρόγραμμα, ποῦ ἄντλησε ἀπό τόν Διαφωτισμό καί τήν Γαλλική Επανάστασιν. Τα ἐμπορικά – βιοτεχνικά κέντρα τῶν Ἑλλήνων ἀποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια, ὄπου συνετελέσθη ἡ εθνική ἀφύπνισις, μετατρέποντας τό «χριστιανικό γένος τῶν Ρωμαίων» σε «ἐλληνικό ἔθνος». Στήν ἐθνικήν συνειδητοποίησιν προσετέθη σέ μιά πορεῖα καί ἡ ἐπαναστατική ψυχολογία. Η ἀνερχόμενη ἀστική τάξις δέν ὑπῆρξε μόνον ὁ κοινωνικός φορέας τῆς ἐθνικῆς ἀφυπνίσεως – συνειδητοποιήσεως, ἀλλά καί ὀ ὀργανωτής τῆς ἐπαναστάσεως, στήν ὀποῖα προσέδωσε σαφές ἰδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο. Ο Ρῆγας Φεραῖος μέσα ἀπό τόν «Θούριο» προεβαλλε τόσον ἕνα ἀπελευθερωτικό σχέδιο ὄσον καί ἕνα πολιτικό πρόγραμμα. Εκεῖ, καθῶς καί στό ἔργον του «Νέα Πολιτική Διοίκησις», ποῦ ακολούθησε, καλοῦσε είς έξέγερσιν ὄλους τούς λαούς τῆς Βαλκανικῆς («Χριστιανούς και Τούρκους»), με σκοπό το γκρέμισμα της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας.
Η ἀστική τάξις, ὄμως, ὄπως ἐξελίχθη μετά τήν Επανάστασιν, ἀπέκτησε μιάν ὑλικο-χρηματιστική βάσι χωρίς να δημιουργήση κάποια ἰδιαίτερη πολιτιστική ἥ πνευματική ὑπερδομή ποῦ μποροῦσε νἀ τῆς ἐξασφαλίση μίαν ἰδιαίτερη ἐπιμεριστικά, κοινωνική ταυτότητα καί μία πρωτοπόρα ἰδεολογία ποῦ νά τήν συνέχη καί νά τήν διακρίνη ἀπό τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις. Το μόνο κριτήριο καθορισμοῦ έντάξεως ὀποιουδήποτε στήν άστικήν τάξιν ὑπῆρξε ἡ δυνατότητα να καταναλώνη. Αυτή ἡ Αστική τάξις ἔγινε ὁ φορέας καί ὁ κύριος παράγοντας διαδόσεως σε ὄλες τίς ἐκτάσεις καί ἐκφάνσεις τῆς κοινωνικής ζωῆς τῶν ἀξιῶν τοῦ εὐκόλου πλουτισμοῦ καί καταναλωτισμοῦ. Ποτέ δέν πληροῦσε τίς προϋποθέσεις ποῦ ἰσχυσαν προκειμένου να δημιουργηθῆ ἀστική τάξις με τήν δυτικοευρωπαϊκη ἔννοια. Δέν ὑπῆρξε μιά τάξις ποῦ διαδραμάτισε κάποιον σπουδαῖον ρόλο στήν ἰστορική ἐξέλιξιν τῆς Ελληνικῆς κοινωνίας.
Τό πολιτιστικό καί ἀξιακό ὑπόβαθρο, ἡ εντιμότητα, η εθνική συνείδησις καθώς και άλλες συναφείς «αιώνιες» ἀρετές, ἐξοβελίστηκαν ἀπό τόν χάρτη τῶν ἀξιῶν. Ὄσον πιό εὔλυτα δύναται κάποιος να καταναλώνη, ὄσα πιό πολλά χρήματα παράγει με τήν ἐργασία ἥ τήν «μη έργασία», τόσο πιό θετική ἀξιολόγησιν λαμβάνει ἀπό τό κοινωνικό σύνολον. Η πλουτοπαραγωγική μη έργασία, συνίσταται στό γεγονός τῆς παραγωγῆς πλούτου ἀπό τό ἴδιο το χρῆμα καί τίς άϋλες χρηματιστικές πράξεις τῆς ἐποχῆς μας.
