Φαιστός – το παλάτι του Ροδάμανθυ
Ληθαίος, απ’ όπου οι κάτοικοί της εφοδιάζονταν με νερό.
Είναι μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις που ίδρυσε ο Μίνωας και αποτέλεσε το δεύτερο πιο σπουδαίο κέντρο πολιτισμού στη Μινωική εποχή. Η μυθολογία θέλει να βασιλεύει στη Φαιστό η δυναστεία που είχε ιδρύσει ο Ροδάμανθυς, γιος του Δία και αδελφός του Μίνωα. Η Φαιστός άρχισε να κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή και άκμασε πολύ κατά τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., την εποχή του Χαλκού. Η ανάπτυξη της σπουδαίας αυτής πόλης κράτησε έως την ίδρυση και εξάπλωση του ανακτόρου της Κνωσού. Στις αρχές του 2000 π.Χ. η εξουσία της Φαιστού περνάει σε βασιλιάδες κι έτσι αρχίζουν να χτίζονται μεγάλα παλάτια. Το 1900 π.Χ. χτίστηκε το πρώτο ανάκτορο, που μαζί με τα υπόλοιπα κτίσματα, είχε έκταση 18.000 τ.μ. Περίπου το 1600 π.Χ. ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει τη Φαιστό, όπως και την Κνωσό. Δεν άργησαν όμως να χτίσουν ένα νέο, πιο επιβλητικό ανάκτορο, από το οποίο προέρχονται και τα περισσότερα σημερινά ευρήματα. Η πόλη της Φαιστού συνεχίζει να κατοικείται τη Μινωική εποχή και τη Γεωμετρική περίοδο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η Φαιστός αναπτύσσεται όλο και περισσότερο. Η έκτασή της μεγαλώνει και αποκτά πλούτο και αυτοδυναμία. Σαν οικονομικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο, επόπτευε την εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς. Η πόλη ήταν ανεξάρτητη κι έκοβε πολλά νομίσματα στα οποία εικονιζόταν η Ευρώπη καθισμένη σε ταύρο και ένα κεφάλι λιονταριού με τις λέξεις ΦΑΙΣΤΙΩΝ ΤΟ ΦΑΙΜΑ. Επίσης διοικούσε δύο πολύ σημαντικά λιμάνια της Μινωικής εποχής, τα Μάταλα και τον Κόμμο. Υπό την εξουσία της ήταν μέχρι και τα νησάκια Παξιμάδια, που τότε είχαν την ονομασία Λητώαι. Γύρω στο 1000 π.Χ., η Γόρτυνα, γειτονική πόλη, καταστρέφει και υποδουλώνει τη Φαιστό. Ύστερα από αυτό αρχίζει η παρακμή. Ο αριθμός των κατοίκων αρχίζει να μειώνεται σημαντικά και στα χρόνια της Ενετοκρατίας υπάρχουν πολύ λιγοστά δείγματα ζωής.
Ο πρώτος που επεσήμανε τη θέση της Φαιστού, ήταν ο πλοίαρχος Spratt. Το 1884 άρχισαν οι πρώτες έρευνες από τον Halbherr και η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή τις συνέχισε από το 1900 έως το 1904. Οι ανασκαφές στο ανάκτορο άρχισαν το 1909. Αργότερα ανέλαβε ο Doro Levi (1950-1971). Ανάμεσα στα ευρήματα υπάρχουν πολύχρωμα καμαραϊκά αγγεία και πολλά άλλα. Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα από τις ανασκαφές στη Φαιστό, είναι ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού. Τον ανακάλυψε, στις 3 Ιουνίου του 1908, ο Ιταλός Λουίτζι Περνιέ, σε υπόγειο δωματίου στο ανάκτορο της Φαιστού και χρονολογείται πιθανώς στον 17ο αιώνα π.Χ. Ο Δίσκος της Φαιστού αποτελεί έναν από τους πιο μεγάλους γρίφους στην ιστορία της αρχαιολογίας, μιας και η αποκρυπτογράφηση αυτών που γράφει πάνω δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ούτε έχει γίνει γνωστός ο λόγος κατασκευής του. Ο Δίσκος σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Η σημαντικότητα του ανακτόρου της Φαιστού έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει εξαιρετική στρωματογραφία, αλλά και πληροφορίες για τη σχέση του πρώτου και του δεύτερου ανακτόρου και των δύο διαφορετικών φάσεων του Μινωϊκού πολιτισμού γενικά.