ΠΡΕΠΕΙ Η ΑΘΕΪΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ;
Γράφει ὁ Γιῶργος Νικολακάκος
Φιλοσοφία εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου να ἀνακαλύψη τήν ἀλήθεια τῶν ὄντων (αυτών που ὑπάρχουν δηλαδή) καί τῶν φαινομένων τῆς πραγματικότητας. Επίσης πρέπει να γνωρίζομε ὄτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐκείνη ποῦ μελετᾶ το σύνολον τῶν φαινομένων τῆς ὕλης σε σχέσι μέ τήν κίνησιν καί τίς διάφορες μορφές τῶν μετατροπῶν της.Ανάμεσα στους δυο αυτούς ορισμούς φαίνεται μία ουσιαστική σύνδεσις ὄπου ἡ ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία συνδέονται, γιατί ἡ μιά στηρίζει τήν ἄλλη. Ἀν ἀνάμεσα στίς δῦο
χαθεῖ αὐτή ἡ σχέσις τότε σημαίνει
ὄτι ἡ μιά ἀπό τίς δῦο διατυπώνεται λανθασμένα.
Ο Λιαντίνης άσχολήθηκε ἐντατικά μέ τό θέμα τῆς ὑπάρξεως Θεοῦ καί κατέληξε στήν βεβαιότητα ὄτι θεός δέν ὑπάρχει καί φυσικά δέν ὑπάρχει τίποτα πέρα ἀπό τόν θάνατο.. «Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο. Αλλά οῦτε εῖναι καί νοητό νά υπάρχει. Τά ἐνενῆντα δῦο στοιχεῖα τῆς ὕλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο» καί «ἡ πίστις σέ κάποιον θεό εἶναι ἀπλά μιά ἀνθρωπίνη αὐταπάτη. Πῶς ὄμως μπορεῖ ἔνας φιλόσοφος νά καταλήξη σέ ἔνα τέτοιο συμπέρασμα ὄταν τό ἀντικείμενο τῆς
φιλοσοφίας εῖναι να ἀνακαλύψη ἐκεῖνο ποῦ ὑπάρχει καί ὄχι αὐτό πού δέν ὑπάρχει; Συνεπῶς προκύπτει τό ἐρώτημα: ἤταν ὁ Λιαντίνης ἔνας φιλόσοφος; ἥταν αυτό τό ἀντικείμενο μέ τό ὀποῖον θά ἔπρεπε νά ἀσχολῆται ἕνας φιλόσοφος, δηλαδή νά ἀποδείξη ὄτι δέν ὑπάρχει θεός; Ο Λιαντίνης μᾶς λέγει ὄτι «Όταν λες θεός, θεωρεῖς ἐκείνη τήν καρικατούρα ποῦ σοῦ δίδαξε ο βαρετός καθηγητής θρησκευτικών στο γυμνάσιο, ἐκεί ποῦ ἄνθρωποι χιλιάδες χρόνια πρίν διδασκόταν ἀπό ἕναν Αισχύλο καί ἕναν Σοφοκλή στήν πλαγιά τῆς ἀκρόπολης.»
Ο Λιαντίνης έξαπέλυσε σφοδρές ἐπιθέσεις κατά τῆς χριστιανικῆς θρησκεῖας καί προκάλεσε βαναύσα τό θρησκευτικό αἴσθημα τῶν συμπατριωτῶν του καί ἀμφισβήτησε τήν ὕπαρξι τοῦ θεοῦ. Μᾶς λέει ὄτι «οἱ θρησκείες εἶναι ἡ ὁμαδική παράκρουσις τῶν λαῶν νά πιστεύουν καί νά καταθέτουν στό θεμέλιο τῆς ζωής τους ὑλικά πνεύματος πού δέν ἔχουν καμία σχέσιν μέ τήν φύσιν καί τήν ἀλήθεια». Μᾶς λέγει ὄτι ὁ Χριστιανισμός ἐπεκράτησε μέ διωγμούς, καί « επειδή ἐντύθηκε τους «λερωμένους τρίβωνες, τα ράσα, τα πολυτρίχια και τις
καλύπτρες». Ἐπειδή ἔγινε « θεραπαινίδα, αύρα καί κλησάρισσα, αλλά ποτέ πιά εκκλησιάζουσα. Ancilla theologiae, ὄπως τήν εῖπαν τυπικά. Δοῦλα τῆς θεολογίας δηλαδή. Καί ἐμόνασε στίς μονές μόνη. Κλεισμένη σε κελλιά, καλύβες καί κελλάρια κλειστά», ὄπως μᾶς λέγει, ἀλλά έπειδή τόν ἐπέλεξαν οί σοφοί μας πρόγονοι. Καί μόνον λίγοι ἀνόητοι ἀπό αὐτούς θέλησαν να διατηρήσουν τήν είδωλολατρική θρησκεῖα, (εξ’ ίσου ανόητοι μέ τούς λίγους ψευτοχριστιανούς ποῦ τούς δίωξαν)». Ὄμως στήν πραγματικότητα, οί σύγχρονοι εἰδωλολάτρες τῆς Ελλάδος,
εῖναι θύματα τῆς Δυτικῆς Παπικῆς προπαγάνδας, ποῦ στήν προσπάθειά της νά παρουσιάσει τόν Δυτικόν Χριστιανισμό ὠς τόν γνήσιον Χριστιανισμό, δημιούργησε το παραμύθι τἦς ἀνύπαρκτης Βυζαντινῆς Αυτοκρατορίας, ὑποτιμῶντας τήν Ὁρθοδοξία, καί διαχωρίζοντας τήν Ρωμιοσύνη ἀπό τόν Ἑλληνισμό, τοῦ ὀποίου ἀποτελεῖ αύτή ἄρρηκτο κομμάτι.Έτσι, τά θύματα αυτά, κατάντησαν να ἀπορρίψουν τήν Ὁρθοδοξία, καί μαζί της τίς ἐπιλογές τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, ἀναζητῶντας τήν ἀλήθεια σε κάτι ἄλλο,.
Ἑπίσης θά ἤθελα νά σημειώσω ὄτι, τουλάχιστον στό Βυζάντιο, ο Χριστιανισμός προσπάθησε – και πέτυχε – νά μᾶς δείξει πῶς ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι τό «ζῶον» ποῦ τά τελευταῖα χρόνια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἔδειχναν ὄτι εἶναι. Τά ὄργια, τήν παρακμή, τήν λατρεῖα τοῦ χρήματος καί τήν γενικότερη κατάπτωσιν τῶν ἀξιῶν, διαδέχτηκε ἓνα νέο σύστημα φιλοσοφίας καί «γνώσεως» ποῦ σάν κύριον στόχο του εῖχε τήν ἀνάδειξιν τοῦ ἀνθρώπου σάν «θεῖο» πλάσμα. Ανεξάρτητα ἀπό τό άν κανεῖς πιστεύει στόν Χριστιανισμό ή ὄχι, αὐτό ποῦ
προσπάθησε νά δείξει ἤταν αύτό ποῦ τότε εῖχαν οἰ ἄνθρωποι ξεχάσει: πῶς δέν εἴμαστε σε αὐτή τήν ζωή μόνο γἰα να τρῶμε, νἀ ἐρωτοτροποῦμε καί νά πίνουμε. Κατά τήν περίοδο τοῦ Βυζαντίου οἰ Μονές καί οί Πατέρες τῆς Εκκλησίας ἀποτελοῦσαν φάρους γνώσεως μέ τούς ὀποίους ἡ μελέτη τῆς ἠθικῆς καί τῆς πνευματικότητας τοῦ ἀνθρώπου ἐξελίχθηκε σέ νέα πρωτόγνωρα επίπεδα.
Ἐάν ὀ Λιαντίνης εἶχε μελετήσει ἐπισταμένως τόν Πλάτωνα θα εἶχε δεῖ ὄτι ὁ Πλάτων ἐπρέσβευε ὄτι ὐπάρχει θεός, ὁ Δημιουργός, καί ὄτι ἡ τάξις καί ἡ ὀρθολογικότητα τοῦ κόσμου ἐπιβάλλεται από το Δημιουργό. Ο Δημιουργός εἶναι ἀγαθός τεχνίτης, ἔλλογος θεός, ἀγωνίζεται ἐνάντια στούς ἐγγενεῖς περιορισμούς τῶν ὑλικῶν, παραλαμβάνει το χάος καί επιβάλλει τήν τάξιν σύμφωνα μέ ἔνα ὀρθολογικό σχέδιο, εἶναι ὑπερφυσικό ὀν και βρίσκεται ἐκτός τοῦ κόσμου πού κατασκεύασε.Φυσικά ἡ πίστις στήν ὕπαρξι τοῦ θεοῦ δημιουργεῖ καί
τήν θρησκεῖα. Ἡ θρησκεῖα τοῦ Πλάτωνα συνίσταται στήν περιπαθή ἀνύψωσιν τοῦ νοῦ πρός ἐκείνη τήν βασιλεία τῆς τελειότητας, µέ τήν ὀποῖα ἡ ἀληθινή φύσις τῆς ψυχῆς συγγενεύει.
Αυτή τήν βασιλεῖα τῆς τελειότητας, ἡ ὀποῖα κατά Πλάτωνα μπορεῖ νά ἐπιτευχθῆ σε κάποιον ἄλλον ἀσφαλῶς κόσμο, στόν ὀποῖον μεταβαίνει ἡ ψυχή μετά θάνατον, οἰ πολιτικές ἰδεολογίες προτείνουν νά τήν κατορθώσωμε σέ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο. Οἱ ίδεολογίες αύτές μπορεῖ νἀ προσγειώθηκαν στόν ἐδῶ κόσμο ἀλλά ἄφησαν ἐντελῶς ἄθικτη τήν ἰδέα τῆς «τελειότητας», ἡ ὀποῖα τελειότητα μπορεῖ να ὑπῆρχε σέ ἐκεῖνον τόν φανταστικόν κόσμο ἀπό τόν ὀποῖον μεταφέρθηκε στόν ἐδῶ, ἀλλά διέφυγε τῆς προσοχῆς τῶν ίδεολόγων ὄτι ἡ
τελειότητα αὐτή ψόφησε ἐντελώς ἀμέσως μόλις ἀντίκρισε τόν ἐδῶ ὑλικόν κόσμον
Ο Λιαντίνης ἰσχυρίζεται ὄτι οἱ Αρχαίοι Ἕλληνες ἐπίστευαν μόνον ὄτι ἡ ἀθανασία βρίσκεται στήν ὑστεροφημία. Αὐτό ἀποτελεῖ μεγάλο λάθος. Τό μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ ἀρχαίου έλληνικοῦ κόσμου εῖναι ἡ φιλοσοφία. Οἰ Ἔλληνες ἔψαξαν παντοῦ γι’ αυτόν τόν «νόμο» ποῦ ἐνεργεῖ μέσα σέ ὄλα τά ἀντικείμενα τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὀ Ἐλληνικός κόσμος εἶναι ὁ φιλοσοφικός κόσμος κατ’ εξοχήν. Η ἀρχή τοῦ φιλοσοφικοῦ Ἐλληνικοῦ πνεύματος ἀναζητεῖται στίς λεγόμενες προσωκρατικές φιλοσοφικές σχολές καί δηλαδή αὐτές πρίν τόν 5ο π.Χ.
αἰῶνα. Τό κέντρον τοῦ ἐνδιαφέροντος αὐτῶν τῶν σχολῶν δέν εἶναι ό ἄνθρωπος ἀλλά τό σύμπαν, ὁ κόσμος. Αυτοί τῶν προσωκρατικῶν σχολῶν, ἀπετέλεσαν τούς μεγάλους τῆς φιλοσοφίας τῆς φύσεως. Τὀ σημεῖον έκκινήσεως εἶναι τό πρόβλημα τῆς ἀρχῆς, τῆς «φύσεως», ποῦ θά δώση καί τό ὄνομα σέ ὄλο αὐτό τό φιλοσοφικό κίνημα. Μέσα σέ αὐτό το πρόβλημα συμπεριλαμβάνονται, ἀν καί ἀκόμη ὄχι καί τόσο εὐδιάκριτα, τό πρόβλημα τῆς δημιουργικῆς άρχῆς καί τό πρόβλημα τῶν συνεπειῶν της. Εἶναι σκόπιμο νά ἀναφερθῆ ἡ ἀρχαῖα φιλοσοφία
τῶν προγόνων μας, ὣστε νά καταλάβουν ὄσοι δέν γνωρίζουν, λόγω έλλείψεως πληροφορήσεως ἡ λόγω ἐσκεμμένης παραλείψεως «κομματιὦν» τῆς ἀρχαῖας ίστορίας, ὄτι τά «τά ἀρχαῖα φῶτα» δέν εἶναι στηριγμένα στήν Ὀλύμπια πίστι ούτε ἀποκλειστικά ἀλλά οὖτε καί ἀναγκαστικά. Κάθε ἄλλο. Αρκετοί ἀπό τούς άρχαίους φιλοσόφους, ἰδίως τούς Έλληνες, δέν θεωροῦσαν ὀρθολογικήν τήν Ἐθνική πίστι καί προσπαθούσαν νά εξηγήσουν τον κόσμο και τήν ζωή με ἄλλα κριτήρια ἐκτός Ἐθνικὦν ἀντιλήψεων καί μυθολογιῶν.
Επίσης, ὁ θάνατος, ὡς ἀδελφός τοῦ Ύπνου, γιά τούς Ἀρχαίους Ἔλληνες, στούς κόλπους τῶν φιλοσοφούντων Στοχαστῶν δέν αποτελοῦσε σε καμίαν περίπτωσιν ἓνα τέλος, ἓναν τοὶχο, ἓνα τέρμα, μιάν διαπαντός διακοπή. Αντιθέτως ἤταν πύλη γιά κάτι ἄλλο, ἀκόμη μεγαλύτερο, ἀκόμη σπουδαιότερο ἀπό τήν ὑλική ζωή, καί ἀσφαλῶς ἀπαραίτητο συστατικό μιᾶς συνέχειας, ὀδός καί Ἀτραπός ἄλλων ζωῶν, ὄχι ἀποκλεισμένων πίσω ἀπό τοίχους παραδείσων ἤ κολάσεων, Εἶχαν μιά βαθύτερη προσέγγισι τοῦ ἀντικειμένου τοῦ καθημερινού τρόμου μας. Oi
Αρχαῖοι Ἔλληνες ἄφησαν στούς νεώτερους Ἔλληνες μιά φωτισμένη κληρονομιά ἀδέσμευτη ἀπό θρησκευτικοῦς δογματισμοῦς καί φιλοσοφικές ἀπαγορεύσεις. Η Ἐλληνική ἀρχαιότητα, δέν άφορᾶ ἀποκλειστικά τήν ἀνδρεῖα, τίς πατριωτικές αξίες καί τἀ κατορθώματα σέ τέχνη, πόλεμο, ήθική, ἀλλά κυρίως στήν ἀδέσμευτη καί δίχως ὑστερικές φοβίες ἐποικοδομητική προσέγγισιν στήν ἔννοια τοῦ θανάτου.ή οποῖα βρίσκεται ἐνσωματωμένη στήν Ὀρθόδοξον φιλοσοφία τών Ἐλλήνων.
Αν διαβάσει κανεῖς μιάν ἔκθέσιν ποῦ εἶχε γράψει ὁ Λιαντίνης ὄταν φοιτοῦσε στήν τετάρτην τάξι τοῦ Γυμνασίου, θά άντιληφθῆ ὄτι τό κείμενο τῆς ἐκθἐσεως ἐκφράζει ἓνα βαθῦ θρησκευτικο πνεῦμα τό ὀποῖον εἶναι ἄκρως ἀντίθετο με τόν ἔντονο ἀντιχριστιανισμόν ποῦ ἐκφράζει ἀργότερα ὁ Δημήτρης. Φαίνεται ὄτι εἶχε έπηρεασθῆ βαθύτατα άπὀ τις μεταφυσικες τασεις τῆς Γερμανικῆς Φιλοσοφίας. Οἰ μεταφυσικές ἰδέες τοῦ ἀνθρώπου ἀπορρέουν ἀπὀ τήν πρωτότυπη πεῖρα του ποῦ ἔχει ἀνάγκη νά δημιουργήση μυθολογικές μορφές.
Εῖναι μιά ὑποσυνείδησις πολύ ἰσχυρή ποὖ θέλει να ἐνσαρκωθῆ σέ μιά ἔκφρασι πολλές άπό τίς ὁποῖες εῖναι χονδροειδεῖς διαστροφές ὄπως τοῦ Νίτσε., ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε το ἀνέκφραστο πνεῦμα μιᾶς ἐποχῆς καί ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, ἑνός λαοῦ τοῦ ὀποίου οἰ ἀκατανόητες ανάγκες του το περίμεναν γιά τήν σωτήρια τῆς ἐποχῆς τους ἤ γιά τήν καταστροφή τους. Το ἔργο του διεκήρυττε τίς μεταμορφώσεις τῆς συνειδήσεως μιάς ἐποχῆς τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Τα συμβολικά χαρακτηριστικά τοῦ ἔργου τοῦ Νίτσε ξεπερνοῦν τήν
δικήν του συνείδησιν καί αὐτό ποῦ ἐπιδιώκει, ἀποτελεῖ καί ἐκφράζει μόνον έπιφανειακά τήν δική του συνείδησιν . Το ἔργον του ἐκφράζει τόν μηδενισμό, ἕναν μεδενισμό, ὅμως, ποῦ δέν εῖναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀρνήσεως κἀθε άξίας, ἀλλά ἡ μή κατἀφασις σἐ κάποιες ἀξίες. Εἶναι ἡ παραίτησις ἀπό κάποια προσπάθεια νά ἐξέλθη ἀπό τήν ἠθική ἀποτελμάτωσι. Ἐκφράζει μέ τραγικόν τρόπο τήν ἀγωνία του γιατί δέν μποροῦσε να βρεῖ τόν δρόμο του στόν ἠθικό χῶρο καί ἓνα ἠθικό ἔρεισμα τῆς ζωῆς. Ὀ Λιαντίνης φαίνεται ὄτι έμφορεῖτο άπό
τό ίδιο πνεῦμα καί διακατέχετο ἀπό τίς ἴδιες ἀγωνίες.
Πάντως ὁ Νιτσε δέν ἤταν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ γενικά (διάβασε “Νίτσε, Τα τελευταία σημειωματάρια”, Rudiger Bittner), αλλά ἐναντίον τῶν ἐκπροσώπων τῆς Χριστιανικῆς θρησκεῖας ποῦ ἀπέτυχαν να λύσουν τά προβλήματα τοῦ κόσμου. Ο Νίτσε ἤταν ἐναντίον κάθε είδους “θεμελίων”. Αν ὑπάρχη ὁ Θεός, τότε ὑπάρχουν θεμέλια. Ὄταν μιλάει γιά τόν “θεό” ὁ φιλόσοφος δέν μιλάει κάν γιά τόν Θεό! Ο θεός ποῦ διακηρύσσει ὄτι εῖναι νεκρός δέν εῖναι ὁ Θεός ἀλλά οἰ ἠθικές ἐπιταγές τῆς ἐποχῆς του. (“Ποὶος εῖναι ὁ πιό μεγάλος δράκος, ποὺ τὀ πνεῦμα δέν
θέλει νά τόν ὀνομάζη κύριον του καί Θεόν του; «Ὁφείλεις» λέγεται ὁ μεγάλος δράκος”) Ο Υπεράνθρωπος εῖναι ἓνα νέο εῖδος ἀνθρώπου ὄχι γενετικά ἀνώτερο, ἀλλά ήθικά ἀνώτερο, ποῦ ἐμψυχώνεται ἀπό μιάν θέλησιν γιά δύναμι καί ὁ ὀποῖος δέν ένδιαφέρεται γιά ἓναν “άλλο κόσμο” ἀλλά μόνον γιά τόν κόσμο “εδώ κάτω”, στη Γη. Ὀ ἄνθρωπος μιᾶς καινούργιας μεταφυσικῆς, τῆς Αιώνιας Επιστροφῆς. Ο γάιδαρος εῖναι τό ζῶον αύτοῦ τοῦ ἀνώτερου ἀνθρώπου, κατά παραλληλία τοῦ Ιησοῦ ποῦ εἰσήλθε στά Ιεροσόλυμα πάνω σέ ἓνα τέτοιο ζῶον. Ο
Νίτσε μᾶς καλεῖ νά βροῦμε τόν θεό μέσα μας. Ο Παπανοῦτσος διαβάζει τό «ὁ Θεός πέθανε» ὄχι σάν μιάν θριαμβολογική φράσιν νίκης, ἀλλά σάν διαπίστωσιν πού ὁ Νίτσε κάνει με θλίψι: ὁ ἄνθρωπος μἐ τήν ἐπιστήμη του (ἐναντίον τῆς ὀποῖας ὁ Νίτσε έξαπολύει μύδρους) νομίζει πῶς μπορεῖ να κατανοήση τά πάντα. Αλλά δέν μπορεί. Μόνον ὁ ὑπεράνθρωπος μπορεί νά μᾶς βοηθήση τῶρα ποῦ “πέθανε ο θεός” καί νά μᾶς κάνει να δοῦμε τόν θεό μέσα μας. (Παπανούτσος, “Φιλοσοφικά Προβλήματα”), Φιλοσοφική ἄποψις τῆς ἰστορίας τῆς φιλοσοφίας. Ο
Ζαρατούστρα ἐκφράζει μιάν ἀνησυχία, τήν έποχή ποῦ ὑποτίθεται ὁ κάθε μορφωμένος ἄνθρωπος θά ἔπρεπε να εῖναι εὐχαριστημένος μέ τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Στό σημεῖο αύτό θά ἤθελα νά παραθέσω ἔνα μικρό ἀπόσπασμα ἀπό μία ἐπιστολή ποῦ ἔγραψε ὄταν μετέβη στήν Γερμανία γιά σπουδές διότι μέ αύτήν τήν ἐπιστολή φωτίζονται ἀκόμη μερικές πτυχές τῆς σκέψεως τοῦ Λιαντίνη. Τό ἀπόσπασμα αυτό εῖναι τὀ ἐξῆς. «Αν ρωτήσεις γιά διασκέδασιβ καί τά ομοια, σκέτη ταφόπλακα. Προσωρινά τίς χαρές τῆς ζωῆς τίς ἔκλεισα μέσα στό πιθάρι
τῆς Πανδῶρας. Τῶρα εῖναι ὀ καιρός τῆς δὐσκολης καί μεγάλης προετοιμασίας. Ανάστασις δέν ἔρχεται ἀν δέν προηγηθῆ τό θάψιμο λέει ὀ δάσκαλος μου ὀ Nitzsche καί ὀ Ιησούς, αυτός ὀ Ἓνας». Βλέπομε λοιπόν ὄτι ἀποκαλεῖ τόν Νιτσε δάσκαλον, ἀκόμη πρίν ἀρχίσει τίς σπουδές του στήν φιλοσοφία. ὣς γνωστόν, ὀ Λιναντίνης εῖχε σπουδάσει φιλολογία. Δεύτερον, μιλάει γιά ἀνάστασιν ἐνῶ ἀργότερα ἰσχυρίζεται ὄτι τά πάντα προέρχονται ἀπό τό μηδέν καί καταλήγουν στό μηδέν καί, τρίτον, φαίνεται νά ἀποδέχεται τήν διδασκαλία του Χριστοῦ,
τόν ὀποῖον ἀποκαλεὶ καί «τόν Ενα». Ὅπως ἀνεπτυξα πιό πάνω ὀ Νίτσε δέν ἀπέρριπτε τόν Θεό. Πῶς ὁ Λιαντίνης ἀπέρριψε τόν θεό τοῦ «δασκάλου» του καί γιατί;.
Γιά τό θέμα τἦς ὑπάρξεως ή μἠ ὑπάρξεως μιἀς ὑπερβατικῆς δυνάμεως θά ἤθελα νά καταθέσω τήν προσωπική μου αντίληψι. Αυτός που θά ἔλεγε ὄτι ἀποκλείεται ἡ ἰδέα τοῦ ὑπερτάτου ὄντος, πού σχεδίδιασε.ἐκίνησε.καί οἰκονομεῖ τό σύμπαν καί τήν πορεῖα του, εἶναι τόσο ἀπλοϊκός ὄσο καί ὁ αντίπαλός του. Ακόμη καί ἡ τυχαιότητα ἄν εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος, δέν παύει να ἔχει ὄλα τά διάσημα καί τίς περγαμηνές ἑνός συμπαντικοῦ θεοῦ.Επίσης Πιστεύω ὄτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά άναζητᾶ τόν σεβασμό τἦς ἀνθρωπίνης
ἀξιοπρέπειας μέσα σέ ἓνα σύμπαν γυμνό ἀπό κάθε νόημα καί χωρίς κανένα ὑπερβατικό λόγο νά τό κυβερνάει..Δεν μπορεῖ ἡ ὓπαρξις τοῦ ἀνθρώπου νά μήν ἔχει ἓνα «Οντολογικό» περιεχόμενο, διότι διαφορετικά δέν θα μπορῆ νά ἀντιμετωπίση το φαινομενικό μηδέν ποῦ τόν περιβάλλει καί αὐτό δέν μπόρεσε νά ἀντιμετωπίση ὁ Λιαντίνης. Μέσα στήν διαδρομή του τό ἀνθρωπινο πνεῦμα πέρασε Ἀπό δὐσβατες διαδρομές, ἀλλά εῖχε σάν ὀδηγό ἕνα ὑπερβατικό πρότυπο.
Εδῶ νομίζω ὄτι εἶναι σκόπιμο νά δοῦμε τί εἶναι ἠ ἀθεϊα. Εἶναι ἄπιστος κάποιος ὄταν δέν πιστεῦη στήν ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ; ἡ πίστις στήν ἀθεϊα αυτή καθ’ἑαυτή ἀποτελεῖ πίστι, πίστι στό ὄτι δέν ὑπάρχει τίποτα, πιστεῦει στό ὄτι δέν ὑπάρχει λοιπόν στην αθεΐα, δηλαδή στην απιστία, στην πίστι περί μή πίστεως σέ ὀτιδήποτε, στην πίστι ὄτι δέν ὑπάρχει Θεός, στό αὐθύπαρκτο σύμπαν, στήν πίστι ὄτι ἡ ψυχή σβήνει μαζί μέ τό σῶμα, στήν πίστι ὄτι δεν ὑπάρχει καμία σοβαρή θρησκευτική πεποίθησις καί ἠθική διδασκαλία νά
ἐμπιστευτῆς, στήν πίστι μοναχά τοῦ ἐαυτοῦ σου καί τῶν ἐπιλογῶν του, στήν πίστι ὄτι κανένας δέν θά σέ
πείση ὄτι ἔχεις παραπλανηθῆ ὧστε νἀ πιστεύης κάτι τέτοιο κ.ά.
Θά ἤθελα ἐπίσης νά προσθέσω ὄτι εάν ὁ Λιαντίνης πίστευε ὄτι οἰ ἠθικές ἀξίες δέν ἐπιβάλλονται από καμιά θρησκεῖα, οὖτε θεσμοθετοῦνται ἀπό ἀπεσταλμένους της ἥ δέν έκπορεύονται ἀπό κάποια ὑπερβατική πηγή, θά ἔπρετε νά κηρύξη ὄτι οἰ αρετές καί οἰ άξίες πάντα ὐπῆρχαν ἀλλά ἀπλά ἀναζητοῦσαν ἐκφραστές στήν πράξιν καί νά γίνη ὀ ἴδιος ἐκφραστής, να δείξη πῶς μποροῦσαν νά γίνουν τρόπος ζωῆς, χωρίς ἐπιβολή μέ τήν άνταμοιβή καί τήν καταδίκη, χωρίς το κίνητρο τῆς ἀνταποδόσεως καί τόν φόβο τῆς τιμωρίας. Ο Λιαντίνης θά
μποροῦσε νά ἔχη ἀναγάγει τήν ἀθεϊα του σε ἀρετή καί ὄχι σέ μένος κατά τής θρησκεῖας. Ο ἄνθρωπος μπορεῖ νά λέγεται ἄθεος ὄταν μπορεῖ νά καυχηθῆ γιά τόν ἀγῶνα γιά τόν ἄνθρωπο, τήν φύσιν καί τό σῦμπαν ὀλόκληρο, αλλιῶς ἡ ἀθεϊα αύτή καθ’ εαύτἠ γίνεται θρησκεῖα.
Ο Λιαντίνης πρῶτα διετέλεσε καθηγητής μέσης ἐκπαιδεύσεως καί ἐκεῖνο πού ὄφειλε νά πράττη εἶναι νά καλλιεργῆ στούς νέους τήν πίστη πρός τά ἰδανικά. Ὄμως, δίχως πίστη πρός τόν θεό, πρός μιά ὑπερτάτη δύναμιν, δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξη καί πίστις πρός κάποια ἰδανικά. Οἱ ἰσχυροί τῆς Γῆς συμβουλεύουν κάποτε ἀνἠθικους συμβιβασμούς καί ὡθοῦν τούς ἀνθρώπους πρός λανθανθάσμένες πράξεις καί ἐνέργειες . Εὐτυχῶς οἱ ἀδύνατοι, ὅταν αὐτοὶ εἶναι Ἕλληνες, ἀπαντοῦν ἐμπράκτως μὲ τὴν ἄτεγκτη ἐφαρμογὴ τοῦ ἠθικοῦ Νόμου,
ποὺ πρῶτο καὶ τελευταῖο ἄρθρο του ἔχει τὸ ἰδανικὸ τῆς Ἐλευθερίας, καί προβαίνουν σέ μεγαλειώδεις πράξεις.. Τὴν ἠθικὴ πορεία τῆς Ἀνθρωπότητας χαράζει καὶ χειραγωγεῖ ὄχι τόσον ἡ ἰσχὺς καί ἡ συμβουλή τῶν Μεγάλων ὅσον ἡ θυσία τῶν Μικρῶν, οἰ ὀποίοι θυσιάζονται μπρός χάρην κάποιου ἰδανικοῦ καί οἱ Ἕλληνες τό ἔχουν πράξει πολλάκις κατά τήν ἰστορική τους πορεῖα.
Δίχως πίστι πρός τόν θεό, πρός μιά ὑπερτάτη δύναμιν δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξη καί πίστις πρός κάποια ἰδανικά. Οἱ ἰσχυροί τῆς Γῆς συμβουλεύουν κάποτε ἀνηθίκους συμβιβασμούς καί ὡθοῦν τούς ἀνθρώπους πρός λανθανθάσμένες πράξεις καί ἐνέργειες . Εὐτυχῶς οἱ ἀδύνατοι, ὅταν αὐτοὶ εἶναι Ἕλληνες, ἀπαντοῦν ἐμπράκτως μὲ τὴν ἄτεγκτη ἐφαρμογὴ τοῦ ἠθικοῦ Νόμου, ποὺ πρῶτο καὶ τελευταῖο ἄρθρο του ἔχει τὸ ἰδανικὸ τῆς Ἐλευθερίας, καί προβαίνουν σέ μεγαλειώδεις πράξεις.. Τὴν ἠθικὴ πορεῖα τῆς Ἀνθρωπότητας χαράζει
καὶ χειραγωγεῖ ὄχι τόσον ἡ ἰσχὺς καί ἡ συμβουλή τῶν Μεγάλων ὅσον ἡ θυσία τῶν Μικρῶν.
Πρωτοσελιδα – Ειδήσεις