ΤΡΙΤΗ, 18 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026
ΕΛΛΑΔΑ

Βασίλης Δημ. Χασιώτης: Μη πεθάνεις… εντελώς!

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

ΧΑΣΙΩΤΗΣΜας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Γιώργος Σεφέρης : Ο κ. Στρατής Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο, 5. Άντρας

Μη πεθάνεις… εντελώς!

Σε θέλω απλά να σέρνεσαι…

Το Νέο Όραμα :

Η Κοινωνία των Ανθρώπων που Σέρνονται!

Με υποχρεώσεις πολλές και δικαιώματα λίγα.

Άνθρωποι στο όριο της φτώχειας, και κάτω απ’ το όριο αυτό, όσο είναι δυνατό.

Επιστροφή στο Πίσω : ολοταχώς και με μεγάλα άλματα.

Η Πορεία προς τα Εμπρός αναβάλλεται επ’ αόριστον : τόσο όσο ΕΜΕΙΣ θα το θελήσουμε.

Το Παιχνίδι πια, δεν το παίζουν οι Άλλοι : το παίζουμε Εμείς.

Παίρνεις όρκο γι’ αυτό;

Όχι!

Λέω τι πρέπει και όχι τι συμβαίνει.

Το Παιχνίδι ίσαμε τα τώρα, ήταν Ευθύνη των Άλλων.

Σήμερα, είναι Ευθύνη δική Μας.

Παίζουν σε βάρος μας, επειδή εμείς το επιτρέπουμε.

Παίζουν εν ου παίκτοις.

Διότι αρνούμαστε να παίξουμε το δικό μας παιχνίδι.

Είναι η ώρα της Αλήθειας.

Είναι η ώρα να διαγράψουμε το Ψέμα.

Το Ψέμα ότι οι Άλλοι θα πάσχιζαν να μας εξασφαλίσουν ένα ανώτερο βιοτικό επίπεδο, καλύτερο απ’ το χθες.

Τούτη η Διαχρονική Υπόσχεση, αποδείχτηκε ένα Μεγάλο Διαχρονικό Ψέμα.

Είναι η ώρα, να πάρουμε στα χέρια μας τη δική μας Υπόθεση : πρώτο μέλημά Μας, ν’ απαλλαγούμε απ΄ το Διαφθαρμένο Χθες και τους Διαχειριστές του.

Ίσαμε τα τώρα, μέναμε, και είμασταν ευχαριστημένοι μ’ αυτό, στο να λοιδορούμε τους Χτεσινούς και Σημερινούς Διαχειριστές της Υπόθεσής Μας.

Πρέπει, επιτέλους, να λοιδορήσουμε όσους επέλεγαν και επιλέγουν εκείνους που στη συνέχεια θα λοιδορήσουν.

Είναι η στιγμή, αφού είπαμε όσα έπρεπε να πούμε για τους Διαχειριστές των Υποθέσεών μας, αφού τους λοιδορήσαμε δίκαια, από δω και πέρα να μαζέψουμε τη σκέψη μας πάνω στο τι θέλουμε από δω και πέρα.

Τι θέλουμε και κυρίως, ποια νέα ηγεσία οραματιζόμαστε σε τούτο το τόπο, και με ποιες ασφαλιστικές δικλείδες, ότι στο εξής ο λαός δεν θα είναι ο παθητικός αποδέκτης σημαντικών αποφάσεων που τον αφορούν, αλλά που θα ερωτάται και θα μετέχει ουσιαστικά στη λήψη αποφάσεων.

Είναι η ώρα να αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες.

Κάναμε ό,τι έπρεπε;

Κάνουμε ό,τι πρέπει;

Τι ήταν αυτό που έπρεπε να κάνουμε και δεν το κάναμε, τι είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε;

Θεωρώ τον εαυτό μου αναρμόδιο να δώσω απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, αν και έχω κάποιες, για τον λόγο ότι, πιστεύω, τη στιγμή αυτή εκείνο που μετρά είναι η ατομική περισυλλογή.

Κι ο καθένας, είναι σε θέση να φτάσει σε συμπεράσματα, χωρίς καθοδηγητές.

Καθοδηγητές μας, ήτανε και είναι ο Φόβος, η Αγωνία, ανακατωμένα με ένα αυτοκρατορικό ξάπλωμα στο καναπέ, έχοντας ρημάξει τους φραπέδες.

Πρέπει ν’ ανταλλάξουμε το Φόβο, την Αγωνία… και τους φραπέδες με κάτι που να προσφέρει Όραμα και Ελπίδα.

Και στην ανάγκη, αν δεν βρίσκεται διαθέσιμο Όραμα και Ελπίδα, να τα κατασκευάσουμε εξ αρχής.

Πρέπει ο καθένας μας να κοιτάξει τον εαυτό του και τη ψυχή του.

Είμαστε, πρώτα απ’ όλα εμείς;

Είμαστε ο εαυτός μας;

Είμαστε ζωντανοί ακόμα, ή απλά αναπνέουμε;

Πως μπορούμε να λέμε ότι είμαστε «ζωντανοί» όταν είμαστε εγκλωβισμένοι σε πολιτικά αυτοκαταστροφικές σκέψεις και συμπεριφορές;

Όταν μας έχει κυριεύσει ο φόβος να μη χάσουμε τα χαμένα;

Όταν μας απειλούν με ένα τέτοιο φόβο;

Πώς μπορώ να ερμηνεύσω το φόβο μου, τη συμπεριφορά μου, ότι πρέπει να στηρίξω όσους υποσχέθηκαν πριν χρόνια ότι δεν θα μου μείωναν περισσότερο απ’ ό,τι ήδη είχαν τότε μειώσει, τη σύνταξή μου, όταν ήδη κοντεύει η ώρα να μετατραπεί από σύνταξη σε φιλοδώρημα, αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική, κι αυτό είναι κάτι που περισσότερο από το να το φοβούμαι, το περιμένω να συμβεί;

Πόσο υγιής είναι αυτός, όχι πια φόβος, μα ο πολιτικά αυτοκτονικός ιδεασμός;

Πώς μπορώ να ερμηνεύσω το φόβο μου, τη συμπεριφορά μου, ότι πρέπει να στηρίξω όσους υποσχέθηκαν πριν χρόνια ότι δεν θα μου μείωναν περισσότερο απ’ ό,τι ήδη είχαν τότε μειώσει, το μισθό μου, όταν ήδη κοντεύει η ώρα να μετατραπεί από μισθός σε φιλοδώρημα, αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική, κι αυτό είναι κάτι που περισσότερο από το να το φοβούμαι, το περιμένω να συμβεί;

Πόσο υγιής είναι αυτός, όχι πια φόβος, μα ο πολιτικά αυτοκτονικός ιδεασμός;

Πώς μπορώ να ερμηνεύσω το φόβο μου, τη συμπεριφορά μου, ότι πρέπει να στηρίξω όσους υποσχέθηκαν πριν χρόνια ότι θα μου εξασφάλιζαν τις γλίσχρες καταθέσεις μου, τις αποταμιευμένες με δουλειά ετών για ώρα ανάγκης, όταν ήδη τις έχουν «κουρέψει» αριστοτεχνικά, όχι είναι αλήθεια, με τον ωμό γκανγκστερικό τρόπο που έγινε στη Κύπρο, μέσα από την άγρια υπερφορολόγηση και την επίσης άγρια λιτότητα, που για να αντιμετωπιστούν, υποχρεωτικά πρέπει να «κουρεύω» οικειοθελώς συστηματικά κάθε μέρα και κάθε μήνα τις όποιες καταθέσεις για να μπορώ να ανταπεξέρχομαι στις υποχρεώσεις μου, αφού το τρέχον εισόδημα εξανεμίζεται άμα τη εισπράξει του;

Πόσο υγιής είναι αυτός, όχι πια φόβος, μα ο πολιτικά αυτοκτονικός ιδεασμός;

Πώς μπορώ να ερμηνεύσω το φόβο μου, τη συμπεριφορά μου, ότι πρέπει να στηρίξω όσους υποσχέθηκαν πριν χρόνια ότι θα μου εξασφάλιζαν την μικρή ακίνητη περιουσία μου, την αποκτημένη με δουλειά ετών από μένα και τους γενείς μου, όταν ήδη αρχίζουν να την «ρευστοποιούν» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο;

Πόσο υγιής είναι αυτός, όχι πια φόβος, μα ο πολιτικά αυτοκτονικός ιδεασμός;

Πώς μπορώ να ερμηνεύσω το φόβο μου, τη συμπεριφορά μου, ότι πρέπει να στηρίξω όσους με έγδαραν με αντάλλαγμα μοναδικό πια, ότι «παρέμεινα στο ευρώ», όταν δεν μου έμεινε ευρώ στη τσέπη ως εισόδημα, ως αποταμίευση, ως περιουσιακό στοιχείο, όταν τούτη η εξαθλίωση δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία εξαθλίωση επί ημερών «δραχμής», παρά μονάχα επί ημερών Κατοχής;

Πόσο υγιής είναι αυτός, όχι πια φόβος, μα ο πολιτικά αυτοκτονικός ιδεασμός;

Πόσο υγιές είναι να φοβάσαι να μη χάσουμε τα χαμένα;

Πόσο υγιές είναι, έχοντας η Αθλιότητα διαπιστώσει πόσο παραδομένοι είμαστε σ’ αυτό τον πολιτικά αυτοκτονικό ιδεασμό, περισσότερο απ’ ό,τι ήμαστε παραδομένοι στο φόβο, να εντείνει όχι πια το φόβο μα και τον ψυχικό (και συχνά φυσικό) πόνο, για να είναι βέβαιη ότι μας έχει αρκετά εξουθενουμένους, ώστε να μην έχουμε καμία διάθεση, κανένα κουράγιο αντίδρασης, κι εμείς να φοβόμαστε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτόν τον πόνο;

Πόσο υγιές είναι να φοβόμαστε να απαλλαγούμε από το πόνο;

Είναι η Στιγμή;

Η Στιγμή της Απόρριψης όλων εκείνων που μας πλήγωσαν, μας εξευτέλισαν, που φτώχυναν πρώτα απ’ όλα τη ψυχή μας πριν φτωχύνουν τη τσέπη μας;

Τουλάχιστον ας αρχίσουμε από κάτι απλό, αλλά ουσιαστικό.

Τέρμα η κάθε κουβέντα με την Αθλιότητα.

Θα είναι μια μεγάλη αρχή.

Φαίνεται «ήσσονος» σημασίας πράγμα, αλλά, είναι το πιο σημαντικό.

Πρέπει να αποκλειστεί η Αθλιότητα από κάθε είδους παραπέρα συνομιλία μαζί της.

Η Αθλιότητα, είναι εξαιρετικά επιτήδεια, να διαχειρίζεται το χρόνο υπέρ της, και το να συζητάς μαζί της, τής προσφέρεις χρόνο και πλεονέκτημα.

Κι ακολούθως, ας συζητήσουμε με κάθε δημοκρατικά αποδεκτή πολιτική εναλλακτική πρόταση.

Η δοκιμή του νέου, είναι η αναπόφευκτη οδός να παρακάμψεις και απαλλαγείς από την παμπάλαια Αθλιότητα που απειλεί να σε εξαϋλώσει.

Δεν πρέπει να φοβηθούμε την απογοήτευση και από το «νέο».

Η αποτυχία της δοκιμής, σε κανένα νοήμονα άνθρωπο δεν εκλαμβάνεται ως μήνυμα να την αποφεύγει.

Το λάθος, η αποτυχία, διδάσκει.

Δεν αποτρέπει από τη δοκιμή.

Το να κάτσεις στα αυγά σου, με τη σκέψη ότι δεν θα σου βγει μια δοκιμή να απαλλαγείς από μια κατάσταση που σε σκοτώνει, είναι τουλάχιστον ανόητο, με την έννοια της στερούμενης νοήματος στάσης.

Αλλού βρίσκεται ο κίνδυνος.

Ο κίνδυνος βρίσκεται στο να «κολλήσουμε» στο λάθος μας για σχεδόν ολόκληρη τη ζωή μας, κάτι που συνέβη, π.χ. στην έτσι αποκαλούμενη μεταπολίτευση, όταν επί 40 χρόνια εμπιστευόμασταν το μέλλον μας, σε ό,τι βρίζαμε και ήταν απαξιωμένο πολιτικά και ηθικά στις ίδιες τις συνειδήσεις μας, μια κατάσταση που πρέπει να ερμηνευθεί κυρίως από κοινωνικούς και πολιτικούς ψυχολόγους και κοινωνιολόγους, κι εγώ δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Πρέπει να αποφύγουμε τη παγίδα, να μην απαλλαγούμε απ’ το «νέο» ΑΜΕΣΩΣ, αν αποδειχτεί ότι δεν ήταν παρά το «παλιό», καλά καμουφλαρισμένο.

Πόσες φορές θα πρέπει να γίνει αυτό;

Όσες χρειαστεί για να ξεφύγουμε από τη παγίδα της Αθλιότητας, που το μόνο που μπορεί να σου προσφέρει είναι η «ομαλότητά» της, η «κανονικότητά» της, ή μάλλον, να σου ζητήσει να εθιστείς στην «ομαλότητα» και «κανονικότητα» της Αθλιότητας.

ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *