ΠΕΜΠΤΗ, 20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026
ΕΛΛΑΔΑ

Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Ευαισθησίες στη Χώρα της Μαζικής Δυσθανασίας… (Και ένα υστερόγραφο για τον κ. Γιούνκερ και τη Moody’s)

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

χασιωτηςΠαρακολουθούσα τις προάλλες, μια πολιτική τηλεοπτική συζήτηση.

Κάποια στιγμή, βγάλανε -τηλεφωνικά-  στον «αέρα» και τηλεθεατές, οι οποίοι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, «ξέσπασαν» την οργή τους σε προσκεκλημένο στο πάνελ κυβερνητικό βουλευτή.

Άλλοι από τους τηλεθεατές ήταν πιο ήπιοι στους χαρακτηρισμούς τους, ενώ άλλοι, ίσως και οι περισσότεροι, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την αγανάκτησή τους, και ουσιαστικά έλεγαν στον τηλεοπτικό «αέρα», ό,τι καθημερινά ακούμε να λέγονται στον κοινωνικό και οικογενειακό μας «αέρα».

Βεβαίως, αυτού του είδους οι σκηνές, είναι σχεδόν καθημερινές, σε όλες τις παρόμοιες εκπομπές.

Και σε όλες τις περιπτώσεις, οι δημοσιογράφοι που συντονίζουν αυτές τις εκπομπές, παρεμβαίνουν προκειμένου να προστατέψουν τους φιλοξενούμενους κυβερνητικούς κυρίως βουλευτές, συνήθως με επιχειρήματα σαν τούτο εδώ : «δεν μπορούμε δα και να τους προσάψουμε την κατηγορία ότι (οι κυβερνητικοί βουλευτές) σηκώνονται το πρωί και λένε τι θα βρούνε να ψηφίσουνε ώστε να προκαλέσουν πόνο στη κοινωνία».

Αντιλαμβάνομαι ότι ένας οικοδεσπότης (ή μια οικοδέσποινα), οφείλει πράγματι να παράσχει την οφειλόμενη «προστασία» σε όλους τους φιλοξενούμενους στην εκπομπή του, τουλάχιστον όταν δέχονται επιθέσεις «επί προσωπικού».

Όμως, όταν δίνεις το δικαίωμα στο κόσμο να παρέμβει τηλεφωνικά σε μια πολιτική συζήτηση, εδώ τα πράγματα αλλάζουν.

Ένας βουλευτής, είναι δημόσιο πρόσωπο, και ο λόγος του είναι εξ ορισμού δημόσιος, και, ειδικώς στη περίπτωση ενός βουλευτή, ό,τι λέει ή δεν λέει και ό,τι υποστηρίζει ή δεν υποστηρίζει, τον χαρακτηρίζει προσωπικά, υπό την έννοια, ότι δεν μπορεί να υπάγει ούτε τον πολιτικό του λόγο, ούτε την όποια πολιτική του απόφαση σε οποιαδήποτε «μείζονα» κατηγορία λόγου ή πράξης, διότι, ο βουλευτής, συνταγματικά, δρα υπό την εξουσία της ατομικής του και μόνο συνείδησης.

Ο ψήφος π.χ. ενός βουλευτή, ιδίως σε κρίσιμα νομοσχέδια, όπως τα μνημόνια και οι εφαρμοστικοί νόμοι, δεν είναι ψήφοι με ουδέτερη επίπτωση στη ζωή των πολιτών, δεν είναι καν ψήφοι με οριακά ή και πολύ δυσμενείς αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα του πολίτη.

Είναι ψήφοι που κυριολεκτικώς καταστρέφουν τη ζωή της συντριπτικής πλειοψηφίας ενός λαού.

Και αν είναι δικαίωμά τους να πιστεύουν ότι μ’ αυτό τον τρόπο «σώζουν» το λαό και την Πατρίδα, «δικαίωμα» που το έχουν μονάχα σαν τις ίδιες θέσεις τις υποστήριζαν και προεκλογικά, είναι επίσης δικαίωμα του λαού, και σε πολύ υπέρτερο βαθμό, να εκφράζει την δυσαρέσκειά του και να διατυπώνει τις απόψεις του.

Συνεπώς, οι «επί προσωπικού» κρίσεις των πολιτών για τους βουλευτές, είναι κάτι το απολύτως συμβατό με την λογική της λειτουργίας της Δημοκρατίας, και του δημοκρατικού δημόσιου λόγου.

Το αν τώρα, οι πολίτες, θεωρούν ότι ένας βουλευτής με τη ψήφο του, είναι και αυτός προσωπικά υπεύθυνος για τα δεινά που ο ίδιος ο πολίτης και η χώρα υφίστανται, εξ αιτίας και της ατομικής ψήφου του (όποιου) βουλευτή στον οποίο συγκεκριμένα εκείνη την ώρα απευθύνεται, αυτό, δεν μπορεί να του αφαιρεθεί ως δικαίωμα να το διατυπώσει, εν ονόματι της γενικής παρατήρησης, ότι κανείς βουλευτής στο τόπο αυτό δεν απεργάζεται το κακό του τόπου.

Ο λαός, έχει τις απόψεις του επ’ αυτού, και βεβαίως, όταν ισχυρίζεται ο πολίτης ότι τα δεινά που υφίσταται έχουν να κάνουν με μια συγκεκριμένη πολιτική, την οποία συγκεκριμένοι πολιτικοί υπηρετούν, φυσικά και έχει το δικαίωμα να προσωποποιήσει τις ευθύνες, και να μην αναφέρεται σε γενικότητες, του τύπου «το πολιτικό σύστημα», «οι πολιτικοί», κ.λπ.

Θα αναφερθεί ενδεχομένως γενικά, αν δεν έχει μπροστά του κάποιο πολιτικό πρόσωπο.

Αν όμως έχει μπροστά του πολιτικό πρόσωπο, θα τοποθετηθεί και για τις απόψεις, τα λόγια και τα έργα του πολιτικού προσώπου που έχει απέναντί του, εφόσον αισθάνεται ότι πρέπει να αναφερθεί και στο πρόσωπο αυτό είτε ως άτομο είτε ως εκπρόσωπο μιας συλλογικής πολιτικής βούλησης.

Όταν συνεπώς οι τηλεθεατές βγαίνουν στον «αέρα» και κατηγορούν την μνημονιακή πολιτική ως «ανάλγητη», ως «άδικη», ως «ανθρωποκτόνο», και φωνάζουν «να φύγουν», «να πάνε φυλακή όσοι έκλεψαν», κ.λπ., την ίδια δε στιγμή, στρέφουν τα πυρά τους ΚΑΙ προς τον όποιο παριστάμενο βουλευτή (ή βουλευτίνα) που εκείνη τη στιγμή έχουν απέναντί τους, εγώ βλέπω μια εικόνα απολύτως συμβατή όχι μονάχα με ό,τι μπορεί να θεωρηθεί δημόσιος διάλογος, μα και δημοκρατική διαδικασία διαλόγου.

Κι έπειτα αυτή επίμονη διευκρίνιση ότι ο όποιος παριστάμενος βουλευτής, που ψήφισε τα μνημόνια, τα οποία καλώς ή κακώς οι τηλεθεατές που βγαίνουν στον αέρα τα κατακεραυνώνουν με χαρακτηρισμούς όπως παραπάνω, ή και με ακόμα χειρότερους, θα πρέπει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η προσωπική του ευθύνη περίπου να «εξαιρεθεί», στερείται και στοιχειώδους σοβαρότητας.

Τι πάει να πει αυτό;

Ὀτι ένας κυβερνητικός βουλευτής, δεν ψηφίζει κατά συνείδηση την εξαθλίωση και φτωχοποίηση του λαού;

Δηλαδή, η ψήφος του ή η ψήφος της είναι ας πούμε ένα στιγμιαίο «συνειδησιακό ατύχημα»;

Δεν αναφέρομαι σε όσους βουλευτές ευθαρσώς εξυμνούν τα μνημόνια, αναφέρομαι σε όσους τα δέχονται «κατ’ ανάγκην», μη έχοντας ή μη μπορώντας λόγω «ανώτερης βίας» να προτείνουν κάποια καλύτερη πολιτική.

Αναφέρομαι σε όσους κλαψουρίζουν για ό,τι ψηφίζουν, ότι μας πονάνε, μας εξαθλιώνουν, μας «σκοτώνουν» ενδεχομένως («το φάρμακο που σκοτώνει», θυμίζω!) για το καλό μας.

Και ίσως για το καλό μας να μην υπάρχει και η λογοδοσία για το πώς φτάσαμε στην Αποκάλυψη, αρνούμενοι να συσταθεί εκείνη η περιβόητη μοναδική Επιτροπή για να διερευνήσει ακριβώς αυτό το θέμα.

Δεν υπάρχει εδώ ατομική πολιτική ευθύνη του κάθε κυβερνητικού βουλευτή;

Τι πάει να πει επομένως, ότι «δεν μπορούμε δα και να τους προσάψουμε την κατηγορία ότι (οι κυβερνητικοί βουλευτές) σηκώνονται το πρωί και λένε τι θα βρούνε να ψηφίσουνε ώστε να προκαλέσουν πόνο στη κοινωνία».

Αλήθεια;

Αλήθεια;

Βεβαίως και πάνε και ψηφίζουν εν γνώσει τους ότι αυτό το «φάρμακο σωτηρίας» σκοτώνει, και μάλιστα, «σκοτώνει» και με τρόπο επώδυνο «χωρίς αναισθητικό».

Αν αυτό πιστεύω ότι διαπράττει ο βουλευτής που έχω απέναντί μου, γιατί να μην του το πω και να επισημάνω την δική του ευθύνη;

Και σε ό,τι αφορά το υποκριτικό όσο και κλαψιάρικο επιχείρημα : «ήμασταν υποχρεωμένοι να ψηφίσουμε μέτρα σκληρά ΚΑΙ άδικα» (για άλλους «μερικά» εκ των μέτρων ήταν άδικα, για άλλους «κάποια», για άλλους «πολλά», πάντως, για τη Νέα Δημοκρατία της αντιμνημονιακής της φάσης, άδικα ήταν τα περισσότερα και κυρίως τα σημαντικότερα), έχω να πω τούτο που είναι επανάληψη του ίδιου πράγματος που έχω πει πολλές φορές και στο παρελθόν :

Καλά, ας δεχτώ για τη πρόοδο της κουβέντας, ότι ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν σκληρά μέτρα.

Όμως, την -δική τους- ομολογία ότι ήταν ταυτόχρονα ΚΑΙ άδικα, γιατί να τη δεχτώ;

Και άντε να τη δεχτώ τη πρώτη φορά λέγοντας : τέλος πάντως, δεν είχαν καιρό, πήραν ΚΑΙ άδικα μέτρα, που σε πρώτη ευκαιρία θα τα άρουν.

Και όταν ήρθε αυτή η «πρώτη ευκαιρία», τι είδαμε εκεί;

Στα προηγούμενα άδικα μέτρα να προστίθενται ΚΑΙ ΝΕΑ ΑΔΙΚΑ ΜΕΤΡΑ!

Αλλά, επειδή είμαι μεγαλόψυχος σε βαθμό επικίνδυνης για την ηλικία μου ανωριμότητας, είπα τη δεύτερη φορά : τέλος πάντως, ούτε τώρα δεν είχαν καιρό, πήραν ΚΑΙ ΝΕΑ άδικα μέτρα, που σε επόμενη ευκαιρία θα τα άρουν σωρευτικά.

Και όταν ήρθε αυτή η «επόμενη ευκαιρία», τι είδαμε εκεί;

Στα προηγούμενα σωρευτικά άδικα μέτρα να προστίθενται ΚΑΙ ΝΕΑ, ΟΛΟΦΡΕΣΚΑ ΑΔΙΚΑ ΜΕΤΡΑ!

Αλλά, επειδή είμαι εξακολουθώ να είμαι μεγαλόψυχος σε βαθμό επικίνδυνης για την ηλικία μου ανωριμότητας, είπα ακόμα μια φορά : τέλος πάντως, ούτε τώρα δεν είχαν καιρό, πήραν ΚΑΙ ΝΕΑ άδικα μέτρα, που σε επόμενη ευκαιρία θα τα άρουν ομοίως σωρευτικά.

Κι έτσι περνώντας οι «φορές», περνούν αυτοί καλύτερα κι εμείς χειρότερα!

Άλλωστε, κάπως έτσι δεν παίζεται το πολιτικό παιχνίδι σε χώρες όπου η Δημοκρατία πτωχεύει πολύ πριν πτωχεύσουν οι οικονομίες τους;

Και βεβαίως, ποτέ μου δεν έλαβα πειστική απάντηση στο ερώτημά μου, το οποίο έχω επαναλάβει σε μερικές δεκάδες άρθρα μου τα τελευταία πέντε κοντά χρόνια:

Τι ήταν αυτό, τι είναι αυτό, που επιβάλει τα μέτρα να είναι εξόν από σκληρά ΚΑΙ άδικα;

Τι είναι αυτό, που επί πέντε χρόνια κοντά, τα μέτρα είναι πάντα ΠΙΟ σκληρά και ΚΑΙ πάντα ΠΙΟ άδικα;

Τι είναι αυτό που τόσο πολύ σας δένει με το «άδικο» τόσο σταθερά;

Από πού αυτή η «αδικία» αντλεί τη σταθερή δύναμή της, ώστε να είναι πανταχού παρούσα σε κάθε πτυχή της μνημονιακής πολιτικής κοντά πέντε χρόνια τώρα;

Από πού αυτή η «αδικία» αντλεί τη σταθερή δύναμή της, ώστε να σέρνει κυριολεκτικώς από τη μύτη την πολιτική εξουσία του τόπου, αφού κι αυτή δεν παύει να αυτομαστιγώνεται πολιτικά χαρακτηρίζοντας την ίδια την πολιτική της ΚΑΙ άδικη, εξόν από σκληρή;

Είστε «δεμένοι» με αυτό το «άδικο», έτσι, ως έτυχε, όλως τυχαίως, μοιραίως ίσως, ή υπάρχει άλλου είδους «δέσιμο»;

Γιατί να είναι σχεδόν αδύνατο να μη λαμβάνετε μέτρα σκληρά μεν (αν έχει στερέψει η «έμπνευση» ή έστω η δυνατότητα σύμφωνα με τις δικές σας αντιλήψεις), ΧΩΡΙΣ όμως να είναι άδικα;

Πόσο μακράν βρίσκομαι της πραγματικότητας και της λογικής, όταν υποστηρίζω ότι τα μέτρα είναι άδικα, ΜΟΝΟ για τα ΣΥΝΗΘΗ ΥΠΟΖΥΓΙΑ του τόπου αυτού, δηλονότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι πρωτίστως και ακολούθως η μικρομεσαία επιχειρηματική και επαγγελματική τάξη της χώρας, ενώ, είναι φανερό χωρίς να χρειάζεται να το εντοπίσεις με κιάλια, είναι φανερό δια γυμνού οφθαλμού, ότι η μνημονιακή οικονομική πολιτική ευνοεί ολιγοπωλιακά μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και την ίδια στιγμή, «χτίζει» το κατάλληλο «περιβάλλον» ώστε σχεδόν ολόκληρη η χώρα να καταστεί μια «ειδική οικονομική ζώνη», ένας παράδεισος «επενδυτών» με φτηνό εργατικό δυναμικό και κυρίως, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, ακόμη δε ούτε καν με αυτά τα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από διεθνείς συμβάσεις;

Και στο κάτω της γραφής, αν τα άδικα μέτρα σας επιβάλλονται με την εντολή να τα ψηφίσετε, γιατί δεν τα αρνείστε, όσοι τουλάχιστον δεν θεωρείτε «ευλογία» και «ευκαιρία» τα μνημόνια, ώστε να δούμε, ποια πολιτική δύναμη θα ήταν πρόθυμη να ικανοποιήσει το αίτημα της Τρόϊκα για μέτρα σκληρά ΚΑΙ άδικα, και το κυριότερο, επί τέλους, να διαπιστώναμε, όπως το έχω τονίσει συχνά, πόσο αδιάλλακτη θα ήταν η Τρόϊκα, αν έβρισκε απέναντί της, ένα συμπαγές ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟ μπλοκ, με όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου ενωμένες τουλάχιστον στη κατεύθυνση της μη λήψης ΑΔΙΚΩΝ μέτρων;

Τι συνέβη λοιπόν με τους φιλομνημονιακούς εθνοπατέρες και τις φιλομνημονιακές εθνομητέρες μας;

Και καλά, την πρώτη φορά που χορήγησαν αυτό το «φάρμακο», ας δεχτούμε ότι δεν γνώριζαν ότι σκοτώνει.

Όμως, δεν το αντιλήφθηκαν ούτε τη δεύτερη φορά;

Ούτε την τρίτη φορά;

Ούτε την τέταρτη φορά;

Κι αυτό εγώ θα πω ότι δεν είναι μια συνειδητή συμμετοχή στη διαδικασία αυτή «δυσθανασίας» που ως διενεργούμενη και χωρίς αναισθητικό είναι ακραία επώδυνη, αφαιρώντας ακόμα και το «ανθρωπιστικό» στοιχείο της ευθανασίας;

Ή μήπως δεν είναι βαθιά εμπεδωμένο στη συνείδηση της Κοινής Γνώμης, ότι η παρούσα κυβέρνηση και η κυβερνητική πλειοψηφία που διαθέτει είναι έτοιμοι να ψηφίσουν και νέα μέτρα αν τους ζητηθεί, (όπως και τους ζητήθηκε), ίσως ακόμη πιο επώδυνα, παρά βεβαίως τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, απολύτως κατανοητές εν όψει του γεγονότος ότι διερχόμαστε προεκλογική περίοδο, ένα «έργο» -αυτό των διαψεύσεων για νέα μέτρα- που το έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν, στην αμέσως προηγούμενη προεκλογική περίοδο.

Αυτές τις άθλιες κυβιστήσεις, πόσες φορές άραγε δεν τις είδαμε;

Και κυρίως, αυτή την έλλειψη πολιτικής αιδούς, πόσες φορές δεν την διαπιστώσαμε;

Βεβαίως και πηγαίνουν και ψηφίζουν συνειδητά ό,τι ψηφίζουν.

Μάλιστα επειδή εγώ ο ίδιος έχω ισχυριστεί ότι τα μνημόνια ψηφίστηκαν με διαδικασίες που ουσιαστικά αποστέρησαν από τους βουλευτές το δικαίωμα να προλάβουν να μελετήσουν καν ό,τι επρόκειτο να ψηφίσουν, και άρα, ουσιαστικά, αρκετοί ή και πολλοί εξ εκείνων που υπερψήφισαν τέτοια νομοσχέδια, τα ψήφισαν χωρίς γνώση και άρα χωρίς θεμελιωμένη βούληση και συνείδηση, δεν αναιρεί σε τίποτα τις αμέσως ανωτέρω διατυπώσεις μου περί συνειδητής ψήφου.

Διότι μπορεί μεν να σου στερούν το δικαίωμα να γνωρίζεις τι ψηφίζεις, και να ψηφίζεις ουσιαστικά χωρίς θεμελιωμένη βούληση και συνείδηση, όμως, άπαξ και δεχτείς αυτή τη διαδικασία και την επικροτήσεις δια της ψήφου σου, τότε, συνειδητά ψηφίζεις… ασυνείδητα!

Ουδεμία αντίφαση λοιπόν!

Μακάρι όμως να λέγανε μόνο και να μην ψηφίζανε ό,τι ψηφίζουν, διότι, αυτά που ψηφίζουν, ναι, «σκοτώνουν» :

–  την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία,

–  την λαϊκή κυριαρχία στο μέτρο και το βαθμό που ο λαός εξωθείται βίαια στο περιθώριο των διαδικασιών λήψης κρίσιμων αποφάσεων για τις οποίες δεν ερωτάται και η αντίθετη γνώμη του αγνοείται,

–  την αξιοπρέπεια του λαού αυτού,

–  τους κόπους και τον ιδρώτα του δεκαετιών,

–  τις συντάξεις και την περιουσία του (για την ακρίβεια ληστεύονται),

–  το δικαίωμά του στην εργασία,

–  την ίδια την προοπτική της οικονομικής του ανάπτυξης,

ενίοτε δε, «σκοτώνουν» και κυριολεκτικώς, όταν οι πολιτικές αυτές φέρνουν ανθρώπους σε τέτοια απόγνωση, ώστε να επιλέγουν την αυτοκτονία.

Ορθότατα, επομένως, εξατομικεύονται οι ευθύνες, διότι μέσα ακριβώς στην αχλή της γενικότητας, έχουν κρυφτεί όλα τα εγκλήματα (πολιτικά και μη) για τα οποία όλοι μιλάνε, αλλά ακριβώς επειδή δεν επιθυμούν τον κολασμό τους, μένουν στις γενικές αναφορές, και είναι ακριβώς αυτή η γενικότητα που κρύβει τους πραγματικούς ενόχους, και δεν αποκλείεται μάλιστα, αυτοί οι ένοχοι να μετέχουν και οι ίδιοι του χορού που ρίχνει το ανάθεμα στην Αθλιότητα, με αυτό τον γενικό τρόπο, όταν δεν βρίσκονται μεταξύ των «πρώτων» χορευτών.

Και ίσως μεθαύριο να τους ξαναδούμε να ηγούνται και της Νέας Πορείας τούτης της έρμης χώρας και του λαού της.

Να ηγούνται οι ίδιοι, μαζί με παλιά φθαρμένα υλικά, ή νέα, όσα από αυτά θα έχουν κατορθώσει με επιτυχία να φέρουν στα νερά τους.

Όπως, επίσης, ο κόσμος, δεν είναι καθόλου πεπεισμένος ότι οι ευθύνες του πολιτικού κόσμου για την Αποκάλυψη που ζούμε περιορίζονται σε ένα δύο πολιτικά τελειωμένους πρώην υπουργούς, ή σε πέντε έξη πρώην δημάρχους, ή σε πέντε έξη τελειωμένους πρώην μεγάλους επιχειρηματίες.

Ούτε ο κόσμος είναι πεπεισμένος ότι τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν στη χώρα όχι μόνο την περίοδο της Κρίσης μα και προ αυτής, έχουν τιμωρηθεί και ότι υπήρξε η αναγκαία πολιτική λογοδοσία.

Η Νέμεσις, δεν ξέρω πού ακριβώς βρίσκεται, όμως εδώ, στην Ελλάδα, έχει χρόνια να φανεί…

Κι αυτές της ευαισθησίες στη χώρα της μαζικής δυσθανασίας, με το συμπάθιο, αλλά δεν τις κατανοώ (ή κάνω ότι δεν τις κατανοώ, ώστε κάπου να κλείσουμε κι αυτό το άρθρο)…

ΥΓ :

Είχα «κλείσει» το άρθρο όταν διάβασα πριν από λίγο ότι η τελευταία αξιολόγηση του οίκου Moody’s αξιολογεί ως «αρνητικό πιστωτικό γεγονός» το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών στην Ελλάδα, διότι λέει θέτουν σε κίνδυνο τις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα.

Το «ακίνδυνο» θα ήταν προφανώς να μην γίνουν εκλογές, ή, αν υπήρχε η βεβαιότητα ότι θα έβγαινε απ’ αυτές νικητής ο νυν κυβερνητικός σχηματισμός ή ένας παρόμοιος, με φιλομνημονιακό προσανατολισμό.

Ξαναζούμε στιγμές Μαΐου 2012, όταν και τότε είχαμε ωμές και εξευτελιστικές για την ελληνική Δημοκρατία παρεμβάσεις ξένων παραγόντων, υπέρ των εδώ φιλομνημονιακών πολιτικών δυνάμεων.

Δεν είναι φυσικά μονάχα ο οίκος Moody’s.

Είναι και ο κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Έξανε προχθές δηλώσεις (βλέπε όλο τον προχθεσινό Τύπο) τις οποίες είχα σκοπό να τις θίξω σε ξεχωριστό άρθρο, αλλά, μπορώ ήδη να τις σχολιάσω στο παρόν.

Πράγματι, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ προέβη σε μια απαράδεκτη, υποτιμητική για τον ελληνικό λαό, αντιθεσμική και ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας, δηλώνοντας όσο πιο κυνικά γίνεται ότι επιθυμεί στην Ελλάδα να μην εκλεγούν «ακραίες δυνάμεις» και ότι θα προτιμούσε να δει «οικεία πρόσωπα» στην εξουσία, και συνέχισε τον ωμό εκβιασμό του με την ακόμα πιο ωμή, έμμεση πλην σαφή απειλή του, ότι οι Έλληνες ξέρουν καλά τι σημαίνει για τη χώρα και την Ευρωζώνη ένα λανθασμένο εκλογικό αποτέλεσμα. Και σαν μην έφταναν αυτά, καθόρισε και τι είδους πρότυπα επιθυμεί να βλέπει εδώ στη χώρα μας : «Θα ήθελα στην Ελλάδα να κυβερνούν πολιτικοί που θα έχουν το βλέμμα και την καρδιά τους στραμμένα στους πολλούς αδύναμους ανθρώπους και που μπορούν να κατανοήσουν τις ανάγκες των ευρωπαϊκών διαδικασιών… Κάθε κόμμα που κατέρχεται στις εκλογές πρέπει να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτά τα πρότυπα και δεν θέλω να σχολιάσω τις πιθανότητες που έχει το ένα ή το άλλο κόμμα, ωστόσο θα προτιμούσα να δω να εμφανίζονται οικεία πρόσωπα».

Η πολιτική Αθλιότητα, έχει βγάλει τη μάσκα της, δεν τη χρειάζεται πλέον, αφού έχει ούτως ή άλλως αποκαλυφθεί το αληθινό της πρόσωπο, και επενδύει στην εκτίμησή της ότι έχει να κάνει με ένα λαό, όχι μόνο πρόθυμο να «καταπίνει» τέτοιου μεγέθους εξευτελισμούς και προσβολές για τον ίδιο, τη χώρα του και τη Δημοκρατία του, μα ότι είναι τόσο φοβικός, ώστε αρκεί ένα κατάμουτρο φτύσιμο στο πρόσωπό του, για να τον κάνεις να διπλωθεί στα τέσσερα και με την ουρά κάτω από τα σκέλια να καθίσει ήσυχα στη γωνιά του, στη γωνιά που «αφεντικά» σαν τη Moody’s ή τον κ. Γιούνκερ, θα του υποδείξουν.

(Τις δηλώσεις του κ. Γιουνκέρ τις σχολίασα τη μέρα που έγιναν στο προσωπικό μου λογαριασμό στο facebook ως εξής : «Νέος Πιουριφόϊ… Σε λίγο θα αξιώσουν και συνταγματικά το ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να διεκδικούν την εξουσία, και ποιες συνταγματικά θα ανήκουν μονίμως στην αντιπολίτευση… Ακόμα και στην Οργουελική Ολοκληρωτική Πολιτεία, τα προσχήματα κρατούνταν πιο αξιοπρεπώς…»)

Θα μπορούσα να προσθέσω :

Λαμβάνοντας το θάρρος από εκεί που το λάβατε κι εσείς κύριε Γιούνκερ, ελπίζω να μου αναγνωρίζετε το ίδιο δημοκρατικό δικαίωμα και σε μένα, ώστε να απευθυνθώ με την ιδιότητα του πολίτη στους πολίτες του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, και να τους πω, πόσο απογοητευμένος είμαι για τις πολιτικές τους επιλογές, πόσο απογοητευμένος είμαι που δεν βλέπω εκεί οικεία σε μένα πρόσωπα, και πόσο πολύ θα εκτιμούσα αν κι εκεί έβλεπα πρότυπα πολύ διαφορετικά απ’ αυτά που υπάρχουν.

Βεβαίως, σπεύδω να σημειώσω, ότι αυτές οι δηλώσεις μου, γίνονται χάριν της αντιπαράθεσής μου προς τις δηλώσεις του κυρίου Γιούνκερ.

Ουδέποτε θα διανοούμουν να προσβάλω ένα λαό ηθελημένα, με τέτοιο αναίσχυντο τρόπο.

Κύριε Γιούνκερ, μου είναι απολύτως αδύνατο να σας μοιάσω.

Γι’ αυτό και δεν θα ήμουν ποτέ κατάλληλος να παίξω τον ρόλο που εσείς τόσο επιτυχώς παίζετε.

ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *