ΚΥΡΙΑΚΗ, 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026
ΕΛΛΑΔΑ

Η σθεναρή άμυνα της κορωνίδας των μνημονιακών επιχειρημάτων : Γιατί είναι αναγκαία τα σκληρά μέτρα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

wpid 20150523105743

Βασίλης Δημ. Χασιώτης

Η εκκρεμότητα των ημερών, αναφορικά με την προοπτική συμφωνίας (ή τελικής «λύσης») με τους δανειστές μας, αναβιώνουν την πυκνότητα και την ένταση των επιχειρημάτων, τόσο από την μνημονιακή όσο και από την αντιμνημονιακή πλευρά.

Το ζήτημα των «νέων σκληρών» μέτρων, από μεν την αντιμνημονιακή πλευρά επιχειρείται να παρουσιαστεί ως μια εξέλιξη που θα κινείται εντός των πλαισίων, αν όχι όλων των «κόκκινων γραμμών», πάντως των «κατακόκκινων» γραμμών (κυρίως όχι παραπέρα μειώσεις μισθών και συντάξεων) που είχαν τεθεί από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ προεκλογικά, με την υπόσχεση ότι και οι άλλες «κόκκινες» γραμμές (ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ, αύξηση κατώτατου μισθού, κατώτατη σύνταξη, αφορολόγητο των 12.000 ευρώ) θα επιδιωχθεί να ισχύσουν με όσο το δυνατό πιο δίκαιο τρόπο και πάντως, με την προοπτική να υλοποιούνται κι αυτές με την πρόοδο της οικονομικής ανάπτυξης, που επίσης αποτελεί τον πυρήνα των προσπαθειών της κυβέρνησης σε αντικατάσταση του προηγούμενου «πυρήνα» πολιτικής που ήταν η ύφεση, από δεν την μνημονιακή πλευρά, επαναλαμβάνεται η «εκτίμηση» (αν όχι η «κατά βάθος ευχή», όπως προσωπικά διαπιστώνω) ότι τα σκληρά μέτρα δεν θα αποφευχθούν, και μάλιστα θα αφορούν και τις παραπάνω «κατακόκκινες» γραμμές.

Έχει όμως μεγάλη σημασία, να δούμε τον «πυρήνα» του μνημονιακού επιχειρήματος περί της «αναγκαιότητας» των «σκληρών» μέτρων, διότι ακριβώς εκεί κρύβεται και η αθλιότητα και αυτού του μνημονιακού επιχειρήματος.

Πρώτα απ’ όλα, να σημειώσουμε τούτο : ότι σκληρά μέτρα, δυστυχώς δεν είναι δυνατό να μη ληφθούν για μια οικονομία που δεν έχει μονάχα ανάγκη στήριξης χρηματοδοτικής από διάφορες πηγές, μα και ουσιαστικής αναδιάρθρωσης του χρέους της, και ομοίως βαθιάς αναδιάρθρωσης των δομών της εθνικής οικονομίας και του ίδιου του κράτους, όπως και του ίδιου του αναπτυξιακού της μοντέλου. Άλλωστε, «μέτρα», γενικώς, αδιάφορα αν είναι σκληρά ή όχι, χωρίς τα τρία παραπάνω στοιχεία, είναι μέτρα χωρίς προοπτική, και οι μνημονιακές πολιτικές, και τα τρία παραπάνω στοιχεία τα είχαν θέσει εκτός «ατζέντας» των πολιτικών που είχαν σχεδιάσει και εφαρμόσει, ενώ το ζήτημα της «αναδιάρθρωσης» του κράτους, το είδε μονάχα ως ένα ζήτημα μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων, συχνά με τελείως οριζόντια, λογικά, απλά, στέλνοντας στην ανεργία τόσους υπαλλήλους του δημοσίου, όσους απαιτούσε την κάθε φορά η Τρόϊκα, που κι αυτή προσέγγιζε το ζήτημα με καθαρά ιδεοληπτική λογική.

Όμως, η αναγκαιότητα των «σκληρών» μέτρων, είναι η μια πλευρά του προβλήματος, και όχι η τόσο ενδιαφέρουσα από κοινωνική άποψη.

Από κοινωνική άποψη, αλλά και από άποψη Δημοκρατίας, ενδιαφέρουσα είναι εκείνη η πλευρά που αποσιωπάται συστηματικά από την μνημονιακή πλευρά όταν προβάλλεται το επιχείρημα της «αναγκαιότητας» των «σκληρών» μέτρων, που θέτει το ερώτημα : «Πώς θα κατανεμηθούν στα σκληρά αυτά μέτρα ανάμεσα στο λαό»;

Η σιωπή εδώ βεβαίως, δεν σημαίνει και απουσία πολιτικής. Αντίθετα, επειδή η μνημονιακή πολιτική έδωσε απάντηση στο ερώτημα με τον πλέον ηχηρό και άθλιο τρόπο, και η οποία δεν ήταν άλλη, από την απάντηση ότι τα σκληρά μέτρα θα τα επωμιστούν τα Συνήθη Υποζύγια, διότι από αλλού λεφτά δεν είναι δυνατό να υπάρξουν, η διατύπωσή της παραμένει στην «αναγκαιότητα» των «σκληρών» μέτρων, και το ζήτημα της Δικαιοσύνης παρακάμπτεται, όταν τους τίθεται το θέμα, με μια χλιαρή αναγνώριση του «αδίκου» του πράγματος, αλλά και με μια συμπληρωματική διευκρίνιση του τύπου : «αλλά, τι να κάνουμε;», ενώ όταν τους υποδεικνύεται ο μέγας πλούτος των Μη Συνήθων Υποζυγίων, εκεί, επικαλούμενοι τον «ρεαλισμό», ισχυρίζονται ότι «από εκεί δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά».

Έτσι, στην «αναγκαιότητα» των «σκληρών» μέτρων, προστίθεται και η «αναγκαιότητα» των άδικων μέτρων. Η δικαιολόγηση δε, ότι «τελικώς», τα βάρη «μοιραίως» (πρέπει να) αφορούν μονάχα τα Συνήθη Υποζύγια, δίνει το στίγμα και το περιεχόμενο της δημοκρατικότητας της ιδεολογίας αυτών των ανθρώπων. Στην περί αναγκαιότητας της αδικίας στα «αναγκαία σκληρά» μέτρα, φτάνουν μέσω των ίδιων των συνολικών τους επιχειρημάτων.

Τα μέτρα πρέπει να είναι σκληρά.

Στα κοινά βάρη, δεν είναι «ρεαλιστικό» να αναμένουμε μεγαλύτερη συμμετοχή των εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων τούτης της χώρας, πέραν εκείνης που «παραδοσιακά» μπορεί το Κράτος να αξιώσει από αυτούς (δηλαδή, σχεδόν μηδενική συμμετοχή!).

Κάθε επιμονή να συμμετάσχουν οι αμέσως παραπάνω με βάση τα εισοδήματα και τον πλούτο τους, θεωρείται «μη ρεαλιστική».

Η απαίτηση του Συντάγματος έκαστος πρέπει να συνεισφέρει στα κοινά βάρη ανάλογα με τις δυνατότητές του, δεν έχει καμία ισχύ αν απειλείται το γενικό συμφέρον, όπως αυτό εννοιολογείται και ερμηνεύεται από τη (μνημονιακή) «Σχολή του Ρεαλισμού» παραπάνω.

Όλες οι παραπάνω αντιλήψεις των πραγμάτων, αποτελούν εκ των πραγμάτων «μονόδρομο».

Συμπέρασμα : τα μέτρα δεν αρκεί να είναι σκληρά, ΠΡΕΠΕΙ, εν ονόματι του «ορθολογικού» «δημοσίου συμφέροντος», να είναι ΚΑΙ ΑΔΙΚΑ.

Όμως ακριβώς επειδή αυτή η «αναγκαία» αδικία τελικώς «εξυπηρετεί» το (μνημονιακό) «ρεαλισμό» στο ζήτημα των αναγκαίων μέτρων, καθίσταται, αυτή η αδικία, ως μια δίκαιη εν τέλει ρύθμιση των πραγμάτων, δοθείσης της επίσης μνημονιακής αντίληψης, ότι «όλα τα παραπάνω αποτελούν μονόδρομο».

Η φιλελεύθερη λοιπόν προσέγγιση, πριν μέσω άλλων επιχειρημάτων που εδώ δεν εξετάζονται, που μας καλωσορίζουν στο Βασίλειο της Ζούγκλας, με το παρόν επιχείρημα της αναγκαιότητας των σκληρών ΚΑΙ ταυτόχρονα άδικων μέτρων, μας καλωσορίζει στο Προθάλαμο των Ολοκληρωτικών Καθεστώτων.

Βεβαίως, ιδίως από μνημονιακούς πολιτικούς, δεν λείπει και η προσπάθεια άμβλυνσης του κυνισμού που χαρακτηρίζει τα Μνημόνια και επομένως και τα επιχειρήματα εκείνα που τα στηρίζουν.

Συχνά, ακούγεται κλαψιάρικο επιχείρημα : «ήμασταν υποχρεωμένοι να ψηφίσουμε μέτρα σκληρά ΚΑΙ άδικα» (για άλλους «μερικά» εκ των μέτρων ήταν άδικα, για άλλους «κάποια», για άλλους «πολλά).

Και άντε τώρα, να δεχτώ το επιχείρημα τους, την πρώτη φορά που ψήφιζαν το πρώτο μνημόνιο, με τις διαβεβαιώσεις τότε, όλων των μνημονιακών, ότι δεν θα ακολουθούσαν και άλλα «επώδυνα» λέγοντας : «τέλος πάντως, δεν υπήρχε καιρός για πιο δίκαια μέτρα, πήραμε ΚΑΙ άδικα μέτρα που δεν τα θέλαμε και που σε πρώτη ευκαιρία θα τα άρουμε».

Και όταν ήρθε αυτή η «πρώτη ευκαιρία», τι είδαμε εκεί;

Στα προηγούμενα άδικα μέτρα να προστίθενται ΚΑΙ ΝΕΑ ΑΔΙΚΑ ΜΕΤΡΑ!

Αλλά, επειδή είμαι μεγαλόψυχος σε βαθμό επικίνδυνης για την ηλικία μου ανωριμότητας, είπα τη δεύτερη φορά : τέλος πάντως, ούτε τώρα δεν είχαν καιρό, πήραν ΚΑΙ ΝΕΑ άδικα μέτρα, που σε επόμενη ευκαιρία θα τα άρουν σωρευτικά.

Και όταν ήρθε αυτή η «επόμενη ευκαιρία», τι είδαμε εκεί;

Στα προηγούμενα σωρευτικά άδικα μέτρα να προστίθενται ΚΑΙ ΝΕΑ, ΟΛΟΦΡΕΣΚΑ ΑΔΙΚΑ ΜΕΤΡΑ!

Αλλά, επειδή είμαι εξακολουθώ να είμαι μεγαλόψυχος σε βαθμό επικίνδυνης για την ηλικία μου ανωριμότητας, είπα ακόμα μια φορά : τέλος πάντως, ούτε τώρα δεν είχαν καιρό, πήραν ΚΑΙ ΝΕΑ άδικα μέτρα, που σε επόμενη ευκαιρία θα τα άρουν ομοίως σωρευτικά.

Κι έτσι περνώντας οι «φορές», περνούν αυτοί καλύτερα κι εμείς χειρότερα!

Τι ήταν αυτό, τι είναι αυτό, που επιβάλει τα μέτρα να είναι εξόν από σκληρά ΚΑΙ άδικα;

Τι είναι αυτό, που επί πέντε χρόνια, τα μέτρα είναι πάντα ΠΙΟ σκληρά ΚΑΙ πάντα ΠΙΟ άδικα;

Τι είναι αυτό που τόσο πολύ σας δένει, απευθύνομαι σε σας τους «ρεαλιστές» με το «άδικο» τόσο σταθερά;

Από πού αυτή η «αδικία» αντλεί τη σταθερή δύναμή της, ώστε να είναι πανταχού παρούσα σε κάθε πτυχή της μνημονιακής πολιτικής πέντε χρόνια τώρα;

Από πού αυτή η «αδικία» αντλεί τη σταθερή δύναμή της, ώστε να σέρνει κυριολεκτικώς από τη μύτη την πολιτική εξουσία του τόπου, αφού κι αυτή δεν παύει να αυτομαστιγώνεται πολιτικά χαρακτηρίζοντας την ίδια την πολιτική της ΚΑΙ άδικη, εξόν από σκληρή;

Είστε «δεμένοι» με αυτό το «άδικο», έτσι, ως έτυχε, όλως τυχαίως, μοιραίως ίσως, ή υπάρχει άλλου είδους «δέσιμο»;

Γιατί ήταν σχεδόν αδύνατο να λάβετε μέτρα σκληρά μεν (αν έχει στερέψει η «έμπνευση» ή έστω η δυνατότητα σύμφωνα με τις δικές σας αντιλήψεις), ΧΩΡΙΣ όμως να είναι άδικα;

Πόσο μακράν βρίσκομαι της πραγματικότητας και της λογικής, όταν υποστηρίζω ότι τα μέτρα είναι άδικα, ΜΟΝΟ για τα ΣΥΝΗΘΗ ΥΠΟΖΥΓΙΑ του τόπου αυτού, δηλονότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι πρωτίστως και ακολούθως η μικρομεσαία επιχειρηματική και επαγγελματική τάξη της χώρας, ενώ, είναι φανερό χωρίς να χρειάζεται να το εντοπίσεις με κιάλια, είναι φανερό δια γυμνού οφθαλμού, ότι η μνημονιακή οικονομική πολιτική ευνοεί ολιγοπωλιακά μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και την ίδια στιγμή, «χτίζει» το κατάλληλο «περιβάλλον» ώστε σχεδόν ολόκληρη η χώρα να καταστεί μια «ειδική οικονομική ζώνη», ένας παράδεισος «επενδυτών» με φτηνό εργατικό δυναμικό και κυρίως, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, ακόμη δε ούτε καν με αυτά τα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από διεθνείς συμβάσεις;

Και καλά, την πρώτη φορά που χορήγησαν αυτό το «φάρμακο», ας δεχτούμε ότι δεν γνώριζαν ότι σκοτώνει.

Όμως, δεν το αντιλήφθηκαν ούτε τη δεύτερη φορά;

Ούτε την τρίτη φορά;

Ούτε την τέταρτη φορά;

Έτσι, λοιπόν, φτάσαμε σε τούτη τη κλιμάκωση :

ΜΕΤΡΑ ΣΚΛΗΡΑ.

ΜΕΤΡΑ ΣΚΛΗΡΑ + ΑΔΙΚΑ.

ΜΕΤΡΑ ΣΚΛΗΡΑ + ΑΔΙΚΑ + ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ.

Συνεπώς, στη λογική που αναφέραμε παραπάνω του μνημονιακού συλλογισμού, πώς δηλαδή δικαιολογείται από τους «ρεαλιστές» των Μνημονίων, η «αναγκαιότητα» των «σκληρών» και ταυτόχρονα άδικων μέτρων, πρέπει να προσθέσουμε τώρα και το στοιχείο της αναποτελεσματικότητας, ώστε ο μνημονιακός «ρεαλισμός», να είναι σε θέση πια να στηρίξει και τον παρακάτω εμφανή (για κάθε μη μνημονιακό) παραλογισμό :

Οι καταστροφικές συνέπειες των Μνημονίων, αποτελούν τη μόνη «ρεαλιστική» οδό προς την έξοδο από τη Κρίση, διότι προφανώς μεταξύ μιας καταστροφής και του Θανάτου, η πρώτη είναι προτιμότερη.

Έτσι, φτάνουμε σε ένα από τα πιο «σταθερά σημεία αναφοράς» του νεοφιλελεύθερου δόγματος ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα : Η «λύση», μπορεί να έχει σημείο αναφοράς τον Θάνατο, αλλά σε καμία περίπτωση την ΑΝΘΡΩΠΗ ΖΩΗ (με κεφαλαία τα γράμματα παρακαλώ).

ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *