Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Η ΥΒΡΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ -ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ- ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ…
Η (διαχρονική) επιμονή της πολιτικής Εξουσίας να αγνοεί την άποψη του λαϊκού παράγοντα επί σημαντικών ζητημάτων και κυρίως το αναφαίρετο δικαίωμά του να αποφασίζει αυτός μέσω δημοψηφισμάτων για κρίσιμα θέματα που απαιτούν, ακριβώς λόγω της κρισιμότητάς τους, την ξεκάθαρη έκφραση της γνώμης αυτής και τη ξεκάθαρη διαπίστωση της δεδηλωμένης πάνω σ’ αυτά, είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Στο ζήτημα των δημοψηφισμάτων, η διαχρονική πολιτική ηγεσία του τόπου μας, έχει αποδεδειγμένα μια αρνητική περί του θέματος άποψη. Πολύ απλά είτε φοβάται είτε δεν εμπιστεύεται τη λαϊκή κρίση. Φοβάται όχι προφανώς το «λάθος» μιας τέτοιας κρίσης, εξόν κι αν η Εξουσία αυτοκαθορίζεται ως η μήτρα του Αλάθητου, διότι τα λάθη στην πολιτική εξουσία, όχι μόνο είναι συχνά, μα το κυριότερο, εξίσου συχνά είναι και τα ολέθρια λάθη. Αντίθετα, έχοντας μονάχα την εμπειρία δύο δημοψηφισμάτων μεταπολεμικά, (με εξαίρεση εκείνο της δικτατορίας για το πολιτειακό), ήτοι, εκείνο για το πολιτειακό που έγινε αμέσως μετά τη πτώση της δικτατορίας και εκείνο του καλοκαιριού του 2015, θεωρώ ότι η λαϊκή ψήφος, υπήρξε υπόδειγμα ωριμότητας. Εξάλλου, γιατί το «λάθος» σ’ ένα δημοψήφισμα να θεωρείται ως λόγος αποκλεισμού του Λαού από αυτή την δυνατότητα έκφρασης της γνώμης του, και να μη θεωρείται ότι μπορεί να κάνει εξίσου σημαντικά ή και ολέθρια λάθη στο ζήτημα της επιλογής της κυβέρνησής του στις βουλευτικές εκλογές, οπότε, ίσως να έπρεπε, λέω εγώ τώρα, να συζητήσουμε και το πόσο αναγκαίο είναι να υπάρχουν κι αυτές οι εκλογές; Εξάλλου από πότε μια λάθος απόφαση δεν μπορεί να ανακληθεί με μια μεταγενέστερη; Ή μήπως, είναι ζήτημα ιδεολογικής ερμηνείας η άμεση συμμετοχή του Λαού στο πολιτικό γίγνεσθαι της Χώρας μέσω δημοψηφισμάτων, θεωρώντας προφανώς ότι η «ευθύνη» του λαού εξαντλείται με το ρίξιμο στη κάλπη του ψήφου του, κι από εκεί και πέρα, αν υπάρχει κάποιου είδους «πολιτική ευθύνη», είναι η «ευθύνη» του λαού να εμπιστεύεται και να ακολουθεί τις αποφάσεις των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών, που άλλωστε αυτός «εκλέγει». Βέβαια, υπάρχει και μια τρίτη πιθανή εκδοχή γιατί ο Λαός πρέπει να παραμένει μακριά από το να αποφασίζει για τα κρίσιμα ζητήματα της χώρας. Διότι συνήθως στα Μεγάλα Θέματα (Εθνικά και όχι μόνο), όχι σπάνια, κρύβονται και Μεγάλα Παιχνίδια με Μεγάλα Συμφέροντα (κρατικά, διακρατικά, ή και συμπλεκόμενα ιδιωτικά και κρατικά, και ίσως σε πρώτη ματιά όχι κατ’ ανάγκην οικονομικά, αν και, ενδεχομένως ακόμα κι εκεί που δεν φαίνεται να υπάρχει το οικονομικό στοιχείο, εν τούτοις, κανείς δεν αποκλείει να υπάρχει σε ένα βάθος χρόνου σε βάρος των εθνικών συμφερόντων της Χώρας) και είναι γνωστό το πόσο τα συμφέροντα αυτά είναι αλλεργικά στο να μπλέκει στα πόδια τους ο λαϊκός παράγων, ο κατά τα λοιπά η «πηγή της ΚΑΘΕ Εξουσίας», αυτός που για χάρη του υπάρχουν αυτές οι Εξουσίες και ασκούνται «υπέρ αυτού»!
Σε αρκετά άρθρα μου, έχω καταθέσει την άποψη μου για τα δημοψηφίσματα. Τάσσομαι αναφανδόν υπέρ των ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΩΝ για τη κυβέρνηση Δημοψηφισμάτων πριν από τα οποία θα προηγείται βεβαίως εξαντλητικός δημόσιος διάλογος και μάλιστα :
[1] Για ΟΛΑ τα Εθνικά Θέματα, αυτά που υπάρχουν ήδη από πολλών ετών όσο και για άλλα που δημιουργήθηκαν σχετικά πιο πρόσφατα (π.χ., το ζήτημα των Μνημονίων, της παραμονής μας ή όχι στο ευρώ, το μεταναστευτικό, η ιδιωτικοποίηση στρατηγικών κρατικών υποδομών στην ενέργεια, τα νερά, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια κ.λπ.). Και επειδή πολύ κουβέντα μπορεί να γίνει για το τι είναι και τι δεν είναι «Εθνικό Θέμα», διότι κι εδώ παίζεται ένα παιχνίδι με βάση την ιδεολογία του καθενός, για να αφαιρεθούν τα προσχήματα, τα αποκαλώ «Μείζονος Σημασίας και Γενικού Συμφέροντος Θέματα».
[2] Για ΟΛΑ τα Μείζονος Τοπικής Σημασίας Θέματα (Τοπικά Δημοψηφίσματα).
Βεβαίως, κάποιος μπορεί να αντιτάξει για το αν είναι νοητό «κάθε τρείς και λίγο» να στήνουμε και κάλπες. Η απάντησή μου είναι, πως αυτό είναι υπεκφυγή, εκτός αν θεωρεί πως ο κατάλογος των Μεγάλων Εθνικών (ή : Γενικότερου Συμφέροντος) Θεμάτων είναι ανεξάντλητος! Όμως θεωρώ, πως δεν μιλάμε -επί του παρόντος- για πάνω από έξη με επτά τέτοια Σημαντικά Θέματα. Το ίδιο ισχύει και για τα Τοπικά Δημοψηφίσματα, τα οποία μπορούν να αφορούν εξαιρετικής σημασίας τοπικά ζητήματα που αφορούν ένα Δήμο ή μια Περιφέρεια, και τα οποία μπορεί να είναι δεσμευτικά σε τοπικό επίπεδο εφόσον δεν προϋποθέτει η υλοποίησή τους πόρους ή τη συνδρομή άλλων ενεργειών εκ μέρους της Κεντρικής Διοίκησης, ενώ αν αυτό το τελευταίο δεν ισχύει, τότε θα έχουν τον χαρακτήρα της «έκφρασης γνώμης». Η γενικότερη δε τοποθέτησή μου στην παραπάνω πιθανή ένσταση (αν είναι νοητό «κάθε τρείς και λίγο» να στήνουμε κάλπες), είναι τούτη : Δυστυχώς ή ευτυχώς, η λειτουργία της Δημοκρατίας, έχει κι αυτή κάποιες αξιώσεις και θέτει κάποιες προϋποθέσεις για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία της. Εν πάση δε περιπτώσει, όποιος πολίτης θεωρεί ότι «πρέπει να ακούγεται η γνώμη του», μπορεί να προτείνει κάτι άλλο, το οποίο θα ήταν ενδιαφέρον να ακούσουμε ή να διαβάσουμε, δηλαδή, τίνι τρόπω «θα ακουστεί η γνώμη» του, και κυρίως, με ποιο τρόπο όχι μόνο «θα ακουστεί αλλά θα είναι και υποχρεωτική».
Και ασφαλώς, δεν μπορώ παρά να απορρίψω ως καθαρά ελιτίστικες εκείνες τις απόψεις που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στην «απειρία» του Λαού «σε τέτοιες διαδικασίες», διότι εδώ στη Χώρα μας δεν υπάρχει «κουλτούρα Δημοψηφισμάτων». Η άποψή μου για όλους αυτούς που θεωρούν εαυτούς «ωρίμους» πολιτικά και τον Λαό ένα είδος χύδην απαίδευτου πολιτικά όχλου είναι εξαιρετικά αρνητική και αντιπαρέρχομαι άνευ περαιτέρω συζητήσεως τον εγγενή παραλογισμό του ίδιου τους του επιχειρήματος, δηλαδή, αν αυτή η «κουλτούρα» είναι ζήτημα «διαδικαστικό» ή ζήτημα νοητικό, οπότε, είτε με την μια εκδοχή είτε με την άλλη, διερωτώμαι αν οι βουλευτικές εκλογές και άρα η συμμετοχή του Λαού σ’ αυτές, αφορούν «τεχνικά» και κυρίως «νοητικά» ήσσονος σημασίας πολιτικό γεγονός, δηλαδή, το πολιτικό προσωπικό της Χώρας και η κυβέρνηση προκύπτουν ως «πολιτικά προϊόντα» ενός «ανώριμου» πολιτικού σώματος, κάτι ήκιστα κολακευτικό για το πολιτικό αυτό προσωπικό!
Βεβαίως, υπάρχουν και απόψεις εναντίον των δημοψηφισμάτων, που προέρχονται από ανθρώπους που χαίρουν εκτίμησης μιας γενικότερης εκτίμησης. Έτσι, ενδεικτικά και μόνο, αναφέρομαι σε ένα σχόλιό μου στον προσωπικό μου λογαριασμό στο facebook στις 11/10/2011, δηλαδή, επτά και πλέον χρόνια πριν, όπου σχολίαζα ένα άρθρο του καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου στην εφημερίδα Καθημερινή της 9/10/2011. Σημείωνα τότε : «Διάβασα με μεγάλη προσοχή το άρθρο του καθηγητή κ. Νίκου K. Aλιβιζατου. Σημειώνω ένα ουσιώδες απόσπασμά του : «…Διότι, σε συνθήκες πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής έντασης σαν κι αυτές που ζούμε, είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι ο λαός μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του με την απαιτούμενη νηφαλιότητα. Μοιραία, η λογική του μαύρου και του άσπρου θα επικρατήσει, εκεί όπου η λύση –όπως, άλλωστε, διδάσκει και η Ιστορία– περνάει πάντοτε μέσα από τις αποχρώσεις. Όταν τα πνεύματα είναι τόσο οξυμένα, τέτοιες αντιπαραθέσεις δεν συντελούν στο «βάθεμα» της δημοκρατίας, αλλά στη διεύρυνση των χασμάτων και των διαιρέσεων. Πολύ περισσότερο όταν το πότε θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα και σε ποιο ακριβώς ερώτημα θα κληθούν να απαντήσουν οι εκλογείς τα αποφασίζει κατά το Σύνταγμα η κυβερνώσα πλειοψηφία. Διότι, ακόμη κι αν έχουν τις καλύτερες προθέσεις, είναι πέρα από βέβαιο ότι οι κυβερνώντες, σε στιγμές μεγάλης δοκιμασίας, θα κατηγορηθούν αν όχι για υφαρπαγή, τουλάχιστον για απόπειρα παγίδευσης της λαϊκής ετυμηγορίας.» ΣΥΜΦΩΝΩ ως προς τις παγίδες που μπορεί να εμπεριέχει ένα ερώτημα σε ένα δημοψήφισμα, ΑΛΛΑ δεν είναι καθόλου λιγότερες ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΓΙΔΕΣ που έχουν τα περίφημα κυβερνητικά προγράμματα που μας παρουσιάζουν εν όψει των εκάστοτε εκλογών, ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΙΣ δεν πρότεινε την κατάργηση των εκλογών, επειδή κατά κανόνα, η ψήφος είναι μια ψήφος υφαρπαγμένη και παγιδευμένη… Τώρα, σε ό,τι αφορά τη «νηφαλιότητα» του λαού, ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, βρίσκω τον λαό αναπάντεχα ΠΟΛΥ ΝΗΦΑΛΙΟ, ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗ ΒΡΙΣΚΩ ΚΑΘΟΛΟΥ ΝΗΦΑΛΙΑ, βρίσκω το λαό να κινείται ΠΟΛΥ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ – ΜΑΥΡΟΥ, σ’ αντίθεση με τη κυβέρνηση, ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΑΓΕΙ ΣΕ ΔΟΓΜΑ ΤΟ ΑΣΠΡΟ – ΜΑΥΡΟ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΥ…». Όμως τι είδους δημοψήφισμα μπορούσες να κάνεις, όταν το ουσιώδες εκείνη την εποχή ήταν ΟΧΙ το αν έπρεπε να αποδεχτούμε το (πρώτο) Μνημόνιο, αλλά, αν η Χώρα θα έπρεπε να πιέσει και να βρει λύση με τους ΞΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΕΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ της, (βασικά γερμανικές και γαλλικές τράπεζες και κάποιες άλλες) τότε που τα ξένα δάνεια είχαν ως Χώρα δωσιδικίας την Ελλάδα και το Ελληνικό Δίκαιο, και δεν γνωρίζω κανέναν εχέφρονα νου να πιστεύει πως οι τράπεζες αυτές θα διακινδύνευαν την ίδια τους τη βιωσιμότητα λόγω όχι τόσο του μεγέθους των δανείων τους που θα κινδύνευαν να διαγραφούν (και αυτό ασφαλώς), όσο το μέγεθος του κλονισμού του κύρους τους και του κύρους της Ευρωζώνης και του ίδιου του ευρώ, που θα προκαλούνταν από την στάση πληρωμών ενός Κράτους-Μέλους της πιο ισχυρής νομισματικής ένωσης στο Κόσμο!
Σε παλιότερο άρθρο μου έγραφα, και αυτό ας αποτελέσει και τον επίλογο του παρόντος, τα παρακάτω (δες : «Καθρέφτη καθρεφτάκι μου, πού πήγε η ντροπή;» Ή, η δυσεύρετη αρετή της πολιτικής αιδούς…,αναρτημένο στο «olympia» 15/11/2014) : «Εδώ, το πώς ο πολίτης θα μείνει στο περιθώριο, το πώς θα τον ξεγελάσεις κατά τρόπο απροσχημάτιστο και αναίσχυντο, το πώς δεν θα καταφύγεις στην συμμετοχή του στις κρίσιμες αποφάσεις (η λέξη «δημοψήφισμα», εδώ στη χώρα που εφευρέθηκε και τρεχόντως θάφτηκε η Δημοκρατία, είναι τόσο σπάνια, ώστε τείνει να περιληφθεί στα λεξικά «σπάνιων λέξεων»), είναι μια πραγματικότητα, που βεβαίως μπορεί να αμφισβητηθεί από όσους εγώ θεωρώ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ νεκροθάφτες της ελληνικής Δημοκρατίας, όμως, αποτελεί αυτή η πραγματικότητα της ουσιαστικής περιθωριοποίησης του ελληνικού λαού και του αποκλεισμού της άμεσης συμμετοχής του από όλες τις σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, μια «πραγματική πραγματικότητα», και όχι μια «εικονική πραγματικότητα», σαν αυτή που κάποιοι φαντασιώνονται ότι υπηρετούν, ή απλά, την πλασάρουν σαν τέτοια».
Και κάτι τελευταίο : Καμιά Κυβέρνηση δεν γνωρίζω να διαθέτει νομιμοποίηση στο ζήτημα του να δώσει «κατά τη κρίση της» την οποιαδήποτε λύση στο οποιοδήποτε Εθνικό Ζήτημα, διότι ΚΑΜΙΑ κυβέρνηση δεν περιλαμβάνει ρητά στο όποιο της προεκλογικό πρόγραμμα ποια λύση ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ προτείνει στον ελληνικό λαό, ώστε να μπορούσε να επικαλεστεί αυτή τη θέση της ως Κυβέρνηση. Ακόμα κι αν διατύπωνε τέτοιες θέσεις, είναι σαφές, πως είναι άλλο πράγμα το πώς τελικά διαμορφώνεται η όποια λύση στο όποιο εθνικό ζήτημα κατόπιν των διαπραγματεύσεων που λαμβάνουν χώρα, και άλλο πράγμα μια γενική τοποθέτηση – πλαίσιο προεκλογικά. Πολύ δε περισσότερο, όταν είναι γνωστό πως όταν ο Λαός εκλέγει μια Κυβέρνηση για το «πρόγραμμά» της, δεν μπορεί εκείνη τη στιγμή να αποτυπώσει πάνω στο ποια σημεία του «προγράμματος» διαφωνεί. Π.χ., ο ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίστηκε και από ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος (που συνιστά και τη συντριπτική πλειοψηφία της παραδοσιακής κομματικής του πελατείας που δεν εκπροσωπεί πάνω από ένα ποσοστό πέριξ του 4%) που ποτέ στο παρελθόν δεν τον είχε ψηφίσει ή δεν αποτελούσε την κομματική εκλογική του βάση, με ΜΟΝΟ κριτήριο το αντιμνημονιακό του πρόγραμμα, και μάλιστα ως έσχατη πολιτική και κομματική επιλογή, αφού προηγουμένως «κάηκε» από τα ΟΛΑ τα υπόλοιπα (εξαιρώ το ΚΚΕ και την Χρυσή Αυγή που δεν φαίνονται, εκτός μεγάλης ανατροπής να διεκδικούν την Εξουσία), ΚΑΙ ΟΧΙ τις θέσεις του επί των Εθνικών Ζητημάτων, για τις οποίες θέσεις πιθανότατα, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΚΚΕ να βρίσκονται ΜΟΝΙΜΩΣ πακτωμένοι σε σταθερά μονοψήφια ποσοστά επί δεκαετίες -διαφορετικά πώς μπορεί να εξηγηθεί η αναντιστοιχία των πολιτικών επιλογών της ίδιας εκλογικής βάσης, όταν επιλέγει εκπροσώπους στο «Εθνικό» Κοινοβούλιο και όταν επιλέγει αντιπροσώπους της στη Τοπική Αυτοδιοίκηση και κυρίως στα συνδικάτα, όπου εκεί ο βαθμός εμπιστοσύνης αυξάνεται, όσο κανείς απομακρύνεται από τα Εθνικά Θέματα και προσεγγίζει την καθημερινή πραγματικότητα όπου υπερισχύουν τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα! Εξάλλου, είναι ενδιαφέρον κανείς να μην παραβλέπει πως η Αριστερά, βρίσκεται συχνά σε θέση άμυνας προκειμένου να υποστηρίξει πως δεν είναι «επικίνδυνη» για τα Εθνικά Ζητήματα, κάτι που κανείς δεν μπορεί να καμώνεται ότι δεν διαπιστώνει να ισχύει ως προβληματισμός σε μεγάλη μερίδα του Λαού, κι αυτή είναι άλλης τάξεως συζήτηση στο πού οφείλεται, πόσο ανιστόρητο ή μη είναι αυτό, πόσο άδικο ή όχι για την Αριστερά.