Όταν με αφορμή την -τότε- επικείμενη Συμφωνία των Πρεσπών ακούγονταν φωνές -από τη πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης και όχι μόνο ασφαλώς- για κήρυξη εθνικών βουλευτικών εκλογών προκειμένου ο Λαός να αποφανθεί (δια των εκλογών), αν εδέχετο την δρομολογούμενη Συμφωνία, σημείωνα την αντίθεσή μου σ’ αυτή τη πρόταση (η δική μου πρόταση ήταν όχι βουλευτικές εκλογές αλλά Δημοψήφισμα). Έτσι σε άρθρο μου υπογράμμιζα : «…διότι εκλογές με κύριο λόγο προκήρυξής τους ένα σοβαρό εθνικό θέμα, δεν νοούνται, ΕΚΤΟΣ αν θα αποτελεί το ΜΟΝΑΔΙΚΟ περιεχόμενο του προεκλογικού προγράμματος των κομμάτων, πράγμα όχι μόνο απίθανο μα και εντελώς παράλογο. Γιατί να γίνουν εκλογές αν πρόκειται να αποτελεί το μοναδικόπεριεχόμενο του προεκλογικού προγράμματος και να μην γίνει Δημοψήφισμα; Κι επειδή δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι προφανές ότι απλά χρησιμοποιείται ως πρόσχημα η θέση πως το εθνικό θέμα επιβάλλει εκλογές, στις οποίες, ασφαλώς, θα διατυπωθούν συνολικά προεκλογικά προγράμματα, και μάλιστα, επειδή όλη η προσοχή θα είναι στραμμένη σε ένα ζήτημα (στο εθνικό θέμα), θα παροραθούν όλες οι άλλες κρίσιμες πτυχές του προεκλογικού προγράμματος, που ενδέχεται όχι μόνο να μην γίνονται αποδεκτές, αλλά, ακόμα και να απορριφθούν οι αποδεκτές θέσεις του κόμματος για το εθνικό θέμα, ακριβώς διότι την ίδια στιγμή, το εκλογικό σώμα διαπιστώνει να προτείνονται πολιτικές εξαιρετικά κρίσιμες για την οικονομία και την κοινωνία, που δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτές, έστω και αν η θέση για το εθνικό θέμα γίνεται αποδεκτή. Όλα τα προεκλογικά προγράμματα, είναι του τύπου «takeitorleaveit». (Σας θυμίζει κάτι αυτό;) Όμως, ένα εθνικό θέμα, δεν μπορεί να τίθεται προς κύρωση από το Λαό σε αυτή τη βάση, που υποκρύπτει κομματική σκοπιμότητα και πολιτικό εκβιασμό. Δηλαδή, είναι σα να λέει ένα κόμμα στο Λαό : «συντάσσομαι με τις απόψεις σου, με την προϋπόθεση ότι κι εσύ θα δεχτείς πολιτικές που δεν αποδέχεσαι»! Δεν μπορεί τα εθνικά θέματα να αποτελούν αντικείμενο τέτοιας μικροπολιτικής και μικροκομματικής συναλλαγής, που ακόμα και αν δεν τίθενται με αυτή τη πρόθεση, εν τούτοις, έτσι ερμηνεύονται». (Άρθρο μουΣυμφωνία των Πρεσπών : Επικύρωση εκλογές, με ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή με απλή πλειοψηφία (των παρόντων βουλευτών); εις ιστολόγιο«olympia» (18/1/2019)).
Ό,τι όμως προκάλεσε την παραπάνω θέση μου για τη φύση των προεκλογικών προγραμμάτων, ισχύει σε κάθε περίπτωση, αποτελεί δηλαδή, μια γενική επί του θέματος αυτού άποψή μου.
Όλα τα προεκλογικά προγράμματα, τα οποία καλείται ο Λαός να εγκρίνει ή απορρίψει είναι του τύπουtakeitorleaveit(στην ουσία όλα εγκρίνονται, απλά, κάποιο απ’ αυτά, λαμβάνοντας και τη σχετική πλειοψηφία μετατρέπεται θεωρητικά και σε «κυβερνητικό πρόγραμμα». «Θεωρητικά», διότι πρακτικά, το να διαπιστώσεις ταύτιση προεκλογικού και κυβερνητικού προγράμματος είναι τόσο σπάνιο όσο και ένα τζόκερ, ενώ, το ίδιο σπάνιο είναι και να διαπιστώσεις αν όχι πλήρη ταύτιση, τουλάχιστον ταύτιση στη πλειονότητα των κρίσιμων υποσχέσεων). Ο Λαός, που επίσης σπάνια συμφωνεί με ένα προεκλογικό πρόγραμμα σε όλα τα θέματα που καλύπτει ένα προεκλογικό πρόγραμμα (από τα εθνικά ίσαμε τα οικονομικά και από τα κοινωνικά ίσαμε με τα θέματα που άπτονται της λειτουργίας της Δημοκρατίας και των Θεσμών της), γνωρίζει πως εγκρίνοντας με τη ψήφο του ένα προεκλογικό πρόγραμμα, αν και στην ουσία δεν εγκρίνει παρά όσα ο κάθε πολίτης θεωρεί άξια εγκρίσεως, εν όχι μονάχα δεν έχει τη δυνατότητα να δηλώσει επί ποίων θεμάτων διαφωνεί, μα, επίσης γνωρίζει, πως η υλοποίηση και των θεμάτων εκείνων στα οποία διαφωνεί, κάτι που και οι συντάκτες του προγράμματος επίσης γνωρίζουν, θα δικαιολογηθούν ότι δήθεν είχαν τύχει της έγκρισης του Λαού.
Έτσι, ένα προεκλογικό πρόγραμμα, έχει τη δυνατότητα προτάσσοντας κάποιες θέσεις «δολώματα», αρκετά ελκυστικά στη λαϊκή βάση κυρίως με βάση τις εκάστοτε τρέχουσες συγκυρίες, τα οποία μάλιστα κατά κανόνα αναλύονται και αρκούντως διεξοδικά, εισάγει και θέσεις λιγότερο ή και καθόλου αποδεκτές, οι οποίες μάλιστα, δεν προβάλλονται και δεν αναλύονται με την ίδια διεξοδικότητα ή και σαφήνεια, ώστε ο Λαός περίπου να τις αγνοεί εντελώς! Για να μην αναφερθούμε στις περιπτώσεις εκείνες, που τα προεκλογικά προγράμματα, ιδίως των κομμάτων εξουσίας, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με όσα προεκλογικά προβάλλονταν!
Αφήνοντας κατά μέρος την τελευταία αυτή περίπτωση της καθολικής αναντιστοιχίας προεκλογικού και κυβερνητικού προγράμματος, (με πολύ πρόσφατα παραδείγματα όλα τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων που κυβέρνησαν κατά την Μνημονιακή Περίοδο 2010 έως σήμερα), που οφείλει να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια της Εθνικής Απάτης σε βαθμό Εθνικού Κακουργήματος, ας μείνουμε στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία εμφανίζεται το (ιστορικά σταθερό) φαινόμενο της «έγκρισης» δια των βουλευτικών εκλογών προεκλογικών προγραμμάτων, του τύπου που αναφέραμε, δηλαδή του τύπουtakeitorleaveit!
Συνιστά αυτή η πραγματικότητα μια επιθυμητή και κυρίως, δημοκρατική κατάσταση; Γιατί ο πολίτης να είναι υποχρεωμένος προκειμένου να εγκρίνει δέκα πράγματα που επιθυμεί να επιλέξει ταυτόχρονα και άλλα δέκα που δεν τα επιθυμεί «ακριβώς ως έχουν» και άλλα δέκα τα οποία δεν επιθυμεί καθόλου; Και το ερώτημα βεβαίως που τίθεται στη συνέχεια, είναι τι γίνεται όταν εκείνα που δεν επιθυμεί «ακριβώς ως έχουν» ή και δεν τα επιθυμεί καθόλου, εν τούτοις, αυτά κατά τρόπο «επιθυμητό» «προσφέρονται» (ως θέσεις και κυρίως ως επιθυμητές πολιτικές) από προεκλογικά προγράμματα άλλων κομμάτων;
Προσωπικά, σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα ανωτέρω, («γιατί ο πολίτης να είναι υποχρεωμένος προκειμένου…») η απάντησή μου είναι πως ουδείς λόγος συντρέχει ώστε ο πολίτης να είναι υποχρεωμένος προκειμένου να εγκρίνει δέκα πράγματα που επιθυμεί να θεωρείται ότι ενέκρινε και άλλα τόσα ή και περισσότερα πράγματα που δεν επιθυμεί και τα οποία γίνονται ακόμα περισσότερα όταν σ’ αυτά προστεθούν και εκείνα που τα επιθυμούσε μεν αλλά ούτε κι αυτά θα υλοποιηθούν στο σύνολό τους ή με το περιεχόμενο και τον τρόπο που κι αυτά είχαν προταθεί προεκλογικά να υλοποιηθούν.
Σε ό,τι δε αφορά το δεύτερο ερώτημα, ανωτέρω, («τι γίνεται όταν εκείνα που δεν επιθυμεί «ακριβώς ως έχουν» ή και δεν τα επιθυμεί καθόλου, εν τούτοις…»), με εξαίρεση την ιστορικά δυσεύρετη περίπτωση ένα προεκλογικό πρόγραμμα να είναι αποδεκτό στην ολότητά του, οδηγεί στην αναγκαιότητα της μη παροχής αυτοδυναμίας σε ένα κόμμα εξουσίας, δηλαδή, όσο λιγότερες είναι οι επιθυμητές «θετικές» για τη πλειοψηφία του Λαού θέσεις του, ή όσο μικρότερη είναι η εμπιστοσύνη προς την ηγεσία του κόμματος αυτού ότι τελικώς θα εφαρμόσει αυτές τις «θετικές» θέσεις, τόσο μικρότερη πρέπει να είναι και η έκταση της «εκλογικής πρωτιάς» του.
Όμως σε κάθε περίπτωση, εκείνο που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι πράγματι, ένα προεκλογικό πρόγραμμα οφείλει να μην έχει τον χαρακτήρα τουtakeitorleaveit, αλλά τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις σπουδαιότερες των θέσεων και πολιτικών που εισηγείται (εκείνες δηλαδή που θεωρούνται εθνικού ενδιαφέροντος ή και απλώς μείζονος ενδιαφέροντος, ακόμα και σε τοπικό επίπεδο), να εγκριθούν όταν θα έρθει η ώρα της υλοποίησής τους από τον Λαό μεadhocΔημοψηφίσματα.
Είχα γράψει πριν δέκα περίπου χρόνια, αλλού, πως «…Όταν τα ζητήματα φτάνουν στο μη περαιτέρω, τότε είναι η ώρα που μπορούμε να πούμε ότι η πολιτική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους πολιτικούς, στα πολιτικά τους παιχνίδια και στις ιδεοληψίες τους… Πρέπει να αξιώσουμε, τουλάχιστον από εδώ και πέρα ν’ ακούγεται η φωνή του λαού.Δημοψηφίσματα, για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Επί τέλους, υπάρχουν κι άλλοι που μπορούν και κυρίως δικαιούνται να έχουν γνώμη σ’ αυτό τον τόπο… Επί τέλους, η χώρα αυτή, δεν ανήκει σε 5 ή 10 πολιτικά «τζάκια» ή σε 5, 10, 100 «ινστρούχτορες» που κατοικοεδρεύουν στα Ιμαλάϊα της διανόησης…» Το ίδιο υποστηρίζω και σήμερα.
Τα παραδοσιακά προεκλογικά προγράμματα, ακολούθησαν κι αυτά τον κύκλο αξιοπιστίας του (Δυτικού) Κοινοβουλευτικού Συστήματος, και κατά συνέπεια τη κρίση του. Το Σύστημα αυτό, ιστορικά, υπήρξε μια εξέλιξη που πρόσφερε τα μέγιστα στην υπόθεση της Πορείας του Ανθρώπου προς την Πρόοδο, όμως, εδώ και δεκαετίες, αρχίζει να μετατρέπεται σε απειλή, εξαιτίας της αλλοίωσης και αλλοτρίωσης και του περιεχομένου και της λειτουργίας του. Οφείλουμε όμως να το διαφυλάξουμε με το να το μπολιάσουμε με το ίδιο το «έδαφος» που το γονιμοποιεί (όταν το «έδαφος» αυτό δρα γονιμοποιητικά) αλλά και το καθιστά χέρσο όταν χέρσο είναι και το «έδαφος». Κι αυτό το «έδαφος» είναι ο Λαός, είναι η Λαϊκή Βούληση, είναι η Λαϊκή Κυριαρχία, όπως αυτές οι έννοιες αναφέρονται στο Σύνταγμά μας (και βεβαίως και σε άλλα δημοκρατικά Συντάγματα) και όπως ειδικότερα το περιεχόμενό τους καθορίζεται από την ίδια την λειτουργία της Δημοκρατίας, αλλά και τις Διεθνείς Συμβάσεις και Συμφωνίες για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και για την Εθνική Ανεξαρτησία και Κυριαρχία.
Αυτός ο Λαός πρέπει να έρθει στο προσκήνιο ως ο καθοριστικός, ενεργός και καθημερινός παράγων του καθόλου εθνικού μας γίγνεσθαι, πρέπει στα μείζονα ζητήματα, να έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Μια τέτοια «εμπλοκή» του λαϊκού παράγοντα, όχι καθ’ υπερβολή βεβαίως ώστε η όλη διαδικασία και να ευτελιστεί και να καταστεί αναποτελεσματική αλλά και ζημιογόνος, αλλά λελογισμένη, (έχω αναφερθεί συχνά στο ελβετικό πρότυπο), θα δώσει και στον ίδιο τον Κοινοβουλευτισμό μια νέα ζωτικότητα και θα ανανεώσει και την ίδια την εθνική του χρησιμότητα.
Επομένως, πέραν των εκλογικών προγραμμάτων, αυτό που λέω, είναι πως ήρθε ο καιρός να αξιώσουμε την ανάδειξη της δημοψηφισματικής διαδικασίας, ως την νέα πολιτική πραγματικότητα, που όντως θα μας οδηγήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια στο μέλλον, σε ένα μέλλον, σχεδιασμένο από όλους για όλους.